← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρυστάλλα ΖΕΥΚΗ, Αρ. Υπόθεσης: 21575/08, 17 Μαΐου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρυστάλλα ΖΕΥΚΗ, Αρ. Υπόθεσης: 21575/08, 17 Μαΐου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 21575/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρυστάλλα ΖΕΥΚΗ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 17 Μαΐου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για την Κατηγορουμένη: κος Η. Στεφάνου μαζί με κο Μ. Σπύρου Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 19.9.2007 στη συμβολή της οδού Α. Ασσιώτη με την Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, στα Λατσιά της επαρχίας Λευκωσίας, επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενα τα οχήματα, με αρ. εγγραφής ΚQΤ254 τύπου saloon το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορουμένη Χρυστάλλα Ζεύκη και τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KQY947 με οδηγό τον Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου. Συνεπεία του δυστυχήματος ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας KQY947 Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου. Σε σχέση με το δυστύχημα η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181(Ι)/2000 και άρθρα 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/2007. Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά

(7)μάρτυρες κατηγορίας και κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων, όπως και παραδεκτά γεγονότα. Ως πρώτος μάρτυρας, Μ.Κ.1, κατέθεσε ο Αν. Λοχίας 4725 Α. Γεωργίου ο οποίος σταθμεύει στην Τροχαία Λευκωσίας και είναι απεσπασμένος στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Είναι εξουσιοδοτημένος φωτογράφος της Αστυνομίας, χειριστής των μηχανών προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου αλκοόλης, εκπαιδευτής των μηχανών ελέγχου ταχύτητας, ειδικός στην ανεύρεση ταχύτητας από τα ίχνη τροχοπέδησης και σχεδιαστής επί κλίμακας. Τη συγκεκριμένη μέρα και περί ώρα 08:20 ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Αστ. 814 Χ. Σιαλή μετέβηκαν τη σκηνή του δυστυχήματος το οποίο έγινε περί ώρα 08:05 στη συμβολή της οδού Α. Ασσιώτη με την Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, στα Λατσιά με ενεχόμενα μέρη το αυτοκίνητο ΚQΤ254 που οδηγούσε η Κατηγορούμενη έχοντας συνοδηγό την Μαρία Αδάμου και την μοτοσικλέτα KQY948, με οδηγό το θύμα. Τα δύο οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας ο οποίος ήταν σοβαρά τραυματισμένος είχε παραληφθεί από ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ενώ η Κατηγορούμενη και η συνοδηγός στο αυτοκινήτου της ήταν στη σκηνή του δυστυχήματος, βρίσκονταν όμως σε κατάσταση σοκ και στην παρουσία του Μ.Κ.1 παρελήφθηκαν από τη μητέρα της Κατηγορουμένης και μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για εξετάσεις. Στην παρουσία του Μ.Κ.1 και με τη βοήθεια του ο Αστ. 814 έκαμε πρόχειρο σχέδιο της σκηνή του δυστυχήματος και σημείωσε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα «Χ». Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι στη σκηνή του δυστυχήματος παρατήρησε ότι ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Η Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ έχει πλάτος 6.80 μέτρα και χωρίζεται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή στη μέση. Στην ένωση της με την οδό Α. Ασσιώτη η γραμμή γίνεται διακεκομμένη για να επιτρέπει την είσοδο / έξοδο των οχημάτων σ΄ αυτή. Επιπλέον ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Αστ. 814 μέτρησε την ορατότητα της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ με αφετηρία την οδό Α. Ασσιώτη, ως η πορεία της οδηγού του αυτοκινήτου ΚQΤ254 και είναι 220 μέτρα. Η ορατότητα είναι πολύ καλή και δεν εμποδίζεται από κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Επιπλέον μέτρησε την απόσταση που διάνυσε ο μοτοσικλετιστής από το σημείο που έκανε εκκίνηση, δηλαδή τη συμβολή με την οδό Ηρώων προς την Α. Ασσιώτη και είναι 47,50 μέτρα μέχρι το σημείο που αρχίζει η ορατότητα της οδηγού του αυτοκινήτου ΚQΤ
  1. Ο Αστ. 814 πήρε σειρά φωτογραφιών τόσο της σκηνής του δυστυχήματος όσο και κατόπιν στον σταθμό τροχαίας όπου μεταφέρθηκαν τα δύο οχήματα για εξετάσεις. Στις 19.9.2007 και ώρα 10:30 στον σταθμό Τροχαίας και στην παρουσία του Μ.Κ.1 ο Αστ. 814 έδειξε και επεξήγησε το σχέδιο που έκαμε στην απουσία της οδηγού του αυτοκινήτου ΚQΤ254 και ως ορθό η Κατηγορούμενη το υπέγραψε. Υποβλήθηκε αμέσως μετά σε έλεγχο αλκοόλης με αποτέλεσμα μηδέν «0». Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 10:45 - 11:45 στον σταθμό Τροχαίας ο Μ.Κ.1 αφού επέστησε την προσοχή της Κατηγορουμένης στο Νόμο, της πήρε ανακριτική κατάθεση στην οποία του περίγραψε τις συνθήκες του δυστυχήματος. Την ίδια μέρα ο Αστ. 814 παρέδωσε στον Μ.Κ.1 τις ανοικτές καταθέσεις που πήρε από την Μαρία Αδάμου, τον Ιωάννη Μιχαήλ, τον Πέτρο Νικολάου, της Έλενας Σωτηρίου και του Πέτρου Κλεάνθους, μάρτυρες στη σκηνή του δυστυχήματος. Στις 20.9.2007 και ώρα 0830 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στην παρουσία του Μ.Κ.1 και του Μάριου Ιωάννου που έκανε την αναγνώριση, ο ιατροδικαστής δρ. Σ. Σοφοκλέους διεξήγαγε την νενομισμένη νεκροψία στη σορό του θύματος και απεφάνθη ότι ο θάνατος του επήλθε συνεπεία εσωτερικής αιμορραγίας ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Κατά τη διάρκεια της νεκροψίας ο Μ.Κ.1 πήρε σειρά φωτογραφιών ενώ ο δρ. Σ. Σοφοκλέους πήρε δείγματα αίματος, ούρων και οφθαλμικού υγρού από τη σορό του θύματος τα οποία παρέδωσε στον Μ.Κ.1 ο οποίος την ίδια μέρα και ώρα 1130 τα μετέφερε στο Κρατικό Χημείο και τα παρέδωσε στη Μ. Αυξεντίου για να εξεταστούν κατά πόσο ο μοτοσικλετιστής οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή άλλων φαρμάκων όπου και διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε σε αυτά οποιαδήποτε ουσία. Στις 26.9.2007 και ώρα 0800, στο χώρο φύλαξης μηχανοκίνητων οχημάτων της ΑΔΕ Λευκωσίας στην παρουσία του Μ.Κ.1 ο οποίος πήρε σειρά φωτογραφιών, ο Λοχ. 4721 Θ. Θεοκλέους εξέτασε μηχανικά και κατέγραψε τις ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Τα οχήματα δεν είχαν καμία μηχανική βλάβη πριν το δυστύχημα. Αργότερα, ο Μ.Κ.1 μετέφερε όλες τις φωτογραφίες που πήρε στο φωτογραφείο του Αρχηγείου Αστυνομίες για εμφάνιση και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχει στην κατοχή του, έκανε μεγεθύνσεις τις οποίες έδεσε σε βιβλιαράκι. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν 20 φωτογραφίες και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
  2. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ο Μ.Κ.1 κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης, Τεκμήριο 2 τις φωτογραφίες που δείχνουν τα εμπλεκόμενα οχήματα και οι οποίες λήφθηκαν στην ΑΔΕ Λευκωσίας στις 20.9.2007, Τεκμήριο 3, τις φωτογραφίες της νεκροψίας, Τεκμήριο 4, και τη γραπτή κατηγορία που διατύπωσε εναντίον της Κατηγορουμένης, Τεκμήριο
  3. Ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν, κατέθεσε το πρόχειρο σχέδιο που υπεδείχθη στην Κατηγορουμένη ως Τεκμήριο 6, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη ήταν φανερά σοκαρισμένη όταν τη συνάντησε στη σκηνή, έτρεμε, έκλαιγε ενώ όταν έλαβε την κατάθεση της, κατά τη γνώμη του της είχε περάσει το σοκ, ήταν σε καλύτερη ψυχολογική κατάσταση αλλά φανερά λυπημένη, μπορούσε όμως να αναφερθεί στις συνθήκες του δυστυχήματος και απαντούσε στις ερωτήσεις του πολύ ικανοποιητικά. Την υπέβαλε σε έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη μηδέν και αρνήθηκε την υποβολή ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες βρισκόταν η Κατηγορούμενη όταν της ελήφθη η κατάθεση της δηλαδή έντονου σοκ και φοβερής ψυχολογικής κατάπτωσης, ήταν τέτοιες που δεν θα έπρεπε να της ληφθεί κατάθεση τη δεδομένη ώρα. Επέμενε στη θέση του ότι όλες οι μετρήσεις που έγιναν σε σχέση με την ορατότητα ήταν σωστές και ότι σύμφωνα με τις μετρήσεις η ορατότητα της Κατηγορουμένης ήταν απρόσκοπτη και πολύ καλή πέραν των 200 μέτρων και συγκεκριμένα 220 μέτρα. Συμφώνησε ότι από τις ανεξάρτητες μαρτυρίες φαίνεται ότι το θύμα οδηγούσε με πολύ μεγάλη ταχύτητα, ότι σε κάποιο σημείο σήκωσε τη μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει πότε το θύμα κατέβασε τη μοτοσικλέτα και στους δύο τροχούς. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή αλλά μόνο ίχνη τριβής της μοτοσικλέτας και επίσης συμφώνησε ότι σίγουρα ο οδηγός της έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας πριν το σημείο τριβής. Δεν γνωρίζει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας αλλά συμφώνησε ότι η ταχύτητα της ήταν σίγουρα πολύ μεγάλη και ο τρόπος που οδηγείτο από το θύμα επικίνδυνος. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ένας πιθανός λόγος που το θύμα έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας ήταν επειδή την οδηγούσε στον ένα τροχό αναφέροντας ότι κατά τη δική του άποψη η Κατηγορούμενη σύμφωνα με την ορατότητα της έβλεπε καλά τον μοτοσικλετιστή που ερχόταν και θα μπορούσε να αντιδράσει. Ήταν η θέση του ότι ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκε η Κατηγορούμενη στο δρόμο προβλημάτισε το θύμα και του απέκοψε την πορεία του καθότι η θέση του ήταν ότι η Κατηγορούμενη εξήλθε από την πάροδο χωρίς να ελέγξει προσεκτικά τον δρόμο. Καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του επέμενε σταθερά στη θέση του ότι με όση ταχύτητα και να έτρεχε το θύμα, που και πάλι συμφώνησε ότι ήταν πολύ μεγάλη, η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να αντιλαμβανόταν το θύμα στο δρόμο και να μην του απέκοπτε την πορεία του. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.2, κλήθηκε ο Α/Αστ. 814 Χ. Σιαλή. Τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα 0820 μετάβηκε με τον Μ.Κ.1 στη σκηνή του δυστυχήματος και βρήκε τα εμπλεκόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις. Στην παρουσία του Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος, σημείωσε τα σημεία σύγκρουσης με το γράμμα «Χ», έλαβε όλα τα υπόλοιπα αναγκαία μέτρα και έλαβε αριθμό φωτογραφιών της πιο πάνω σκηνής του δυστυχήματος. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 ως το πρόχειρο σχέδιο που έκανε στη σκηνή του δυστυχήματος και κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 τελικό σχέδιο επί κλίμακος της σκηνής στο οποίο σημείωσε με γράμμα «Χ» και «Χ1» τα σημεία σύγκρουσης του σώματος του θύματος με το όχημα της Κατηγορουμένης και των δύο οχημάτων αντίστοιχα. Αργότερα στην τροχαία Λευκωσίας, ο Μ.Κ.2 έδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε στην Κατηγορουμένη και αυτή αφού συμφώνησε το υπέγραψε ως ορθό. Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 1230 - 1250 σε χώρο φύλαξης οχημάτων της ΑΔΕ Λευκωσίας, στην παρουσία του Μ.Κ.1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών του αυτοκινήτου ΚQΤ254 και της μοτοσικλέτας KQY948 τις οποίες κατέθεσε μαζί με το σχετικό ευρετήριο ως Τεκμήριο
  4. Έλαβε επίσης κάποιες καταθέσεις από τους μάρτυρες που βρίσκονταν στη σκηνή του δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν είδε την Κατηγορουμένη στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν φανερά σοκαρισμένη, έτρεμε ελαφρά και διαπίστωσε ότι όταν της μιλούσε δυσκολευόταν να αντιληφθεί τι της ανέφερε. Στις 19.9.2007 έλαβε καταθέσεις από διάφορους μάρτυρες που βρίσκονταν στη σκηνή στις οποίες κατέγραψε τη θέση των διαφόρων μαρτύρων σε σχέση με την αντίληψη τους. Οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 11 -
  5. Ζητήθηκε από τον Μ.Κ.2 να τοποθετήσει τους διάφορους μάρτυρες της σκηνή του δυστυχήματος σε σχεδιαγράφημα σύμφωνα με τη θέση που αυτοί βρίσκοντο την ώρα του δυστυχήματος το οποίο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Ανέφερε ότι η σύγκρουση μεταξύ των 2 οχημάτων ήταν δυνατή και ότι το όχημα της Κατηγορουμένης, προφανώς λόγω της ταχύτητας της μοτοσικλέτας που ήταν μεγάλη, μετακινήθηκε. Ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 9 σημείωσε ως σημείο Β1 το πρώτο σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας στην άσφαλτο και ήταν η θέση του ότι το θύμα έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας λίγο πριν το σημείο αυτό αλλά δεν μπορεί να αναφερθεί με σιγουριά πότε έχασε τον έλεγχο. Επιβεβαίωσε τη θέση κάποιων από τους μάρτυρες της σκηνής ότι το θύμα είχε σε κάποιο σημείο σηκώσει τη μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό αλλά δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι αυτός ήταν ο λόγος που έχασε τον έλεγχο. Ήταν η θέση του ότι τα τεκμήρια της σκηνής δείχνουν ότι ο λόγος που έχασε τον έλεγχο ο οδηγός ήταν ο κίνδυνος που βρήκε μπροστά του, δηλαδή η παρουσία της Κατηγορουμένης χωρίς όμως να μπορέσει να αποκλείσει οτιδήποτε. Ήταν η θέση του ότι η μοτοσικλέτα είχε αναπηδήσει και έκανε ελαφριά περιστροφή στο δρόμο. Σε σχέση με την ορατότητα, ήταν η θέση του ότι η ορατότητα που καταμετρήθηκε και καταγράφηκε από τον εξεταστή είναι ορθή και ότι την διαπίστωσε και ο ίδιος μαζί με τον Μ.Κ.1 σε άλλη μέρα. Συμφώνησε επίσης ότι η πάροδος από την οποία προσπάθησε η Κατηγορούμενη να εισέλθει στον κύριο δρόμο δεν έχει γραμμή ALT σχεδιασμένη επί της ασφάλτου αλλά ότι υπάρχει καλή ορατότητα από την άκρια του πεζοδρομίου προς τον κύριο δρόμο. Ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.3 είναι ο Λοχ. 4721 Θ. Θεοκλέους ο οποίος σταθμεύει στην Α.Δ.Ε Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στον Κλάδο Τροχαίας Λευκωσίας. Είναι εξουσιοδοτημένος εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων. Στις 26.9.2007 και περί ώρα 0800 στο χώρο φύλαξης μηχανοκίνητων οχημάτων στην παρουσία και του Μ.Κ.1 εξέτασε μηχανικά το αυτοκίνητο ΚQΤ254 και τη μοτοσικλέτα KQY948 τα οποία ενεπλάκησαν σε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα. Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚQΤ254 είναι Toyota, μοντέλο IST hatch back χρώματος μαύρου, τετράπορτο. Η πρώτη επαφή ήταν στην πόρτα πίσω από την πόρτα του οδηγού στο κάτω μέρος εκεί που κλείνει με φορά της ώθησης προς το εσωτερικό του αυτοκινήτου, με επέκταση της ζημιάς σε ολόκληρη την πόρτα και το πατήδι του αυτοκινήτου στο κάτω μέρος της ίδιας πόρτας. Επίσης ζημιά υπήρχε στην πόρτα του οδηγού όπου ολόκληρη η λαμαρίνα τσαλακώθηκε με φορά της ώθησης της ζημιάς. Εσωτερικά του αυτοκινήτου οι αερόσακοι τόσο του οδηγού όσο και του συνοδηγού ήταν παιγμένοι. Το σύστημα διεύθυνσης και πεδήσεως του αυτοκινήτου βρίσκονταν σε άριστη κατάσταση. Ελέγχθηκε αφού μετακινήθηκε εντός της Α.Δ.Ε. Λευκωσίας, χωρίς να υπάρχουν σ΄ αυτό λάσκο και διαρροές λαδιών. Ο Μ.Κ. 3, σχετικά με την εξέταση της μοτοσικλέτας KQY948 ανέφερε πως πρόκειται για μοτοσικλέτα κατασκευής YAMAHA μοντέλο YZF - R
  7. Η πρώτη επαφή βρισκόταν πάνω στο μπροστινό φανάρι της, όπου τα fearing έσπασαν. Η ζημιά επεκτάθηκε προς τα πίσω αποκόπτοντας τον αλουμινένιο σκελετό της κάτω από το ντεπόζιτο καυσίμων και ακολούθως ο μπροστινός τροχός να σφηνώσει πάνω στη μηχανή. Η δεξιά πλευρά ήταν τριμμένη στο βαρελάκι του εξωστ και στο πατήδι του οδηγού. Το fearing, το κάθισμα και το τάγκι έφυγαν από τις θέσεις τους. Στον τόπο του μπροστινού φαναριού το οποίο είχε φύγει με τη βάση του, εκεί που βρίσκονται οι μπροστινές σούστες μαζί με το τιμόνι, κινήθηκαν προς το ντεπόζιτο καυσίμων. Η μοτοσικλέτα ήταν ακινητοποιημένη λόγω των ζημιών που επήλθαν σ΄ αυτή και ο Μ.Κ.3 έκανε σύσταση να ακυρωθεί η εγγραφή της λόγω των πολλών και ανεπανόρθωτων ζημιών που έπαθε. Όλες οι ζημιές και των δύο οχημάτων ήταν πρόσφατες και προκλήθηκαν από τη σύγκρουση στο δυστύχημα μεταξύ τους. Από τα ευρήματα του Μ.Κ.3 τα δύο οχήματα ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση πριν το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν γνωρίζει την ταχύτητα πρόσκρουσης καθότι δεν του ζητήθηκε από τον εξεταστή της υπόθεσης να προβεί σε τέτοιο εύρημα. Πριν να προβεί σε έλεγχο δεν ενημερώθηκε λεπτομερώς για τις συνθήκες του δυστυχήματος, του αναφέρθηκε γενικά ότι το αυτοκίνητο είχε αποκόψει την πορεία της μοτοσικλέτας. Δεν έλεγξε με ποια ταχύτητα, δηλαδή πρώτη, δεύτερη ή τρίτη οδηγείτο η μοτοσικλέτα, συμφώνησε ότι αυτού του τύπου οι μοτοσικλέτες έχουν πολύ γρήγορη επιτάχυνση και ήταν η θέση του ότι η πρόσκρουση ήταν πολύ βίαιη γι΄ αυτό και είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή της μοτοσικλέτας. Δεν μπορεί όμως να πει οτιδήποτε για την ταχύτητα με την οποία κινείτο η μοτοσικλέτα. Ο Μ.Κ.4 είναι ο Πέτρος Νικολάου, ο οποίος τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα 0805 περίπου, βρισκόταν εντός του καταστήματος «Ορινός» στο οποίο εργάζεται και το οποίο βρίσκεται στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ αρ. 79 Β - Γ΄, στα Λατσιά. Τη στιγμή του δυστυχήματος ήταν καθισμένος στο γραφείο του και διεκπεραίωνε κάποια εργασία. Το γραφείο του είχε οπτική γωνία θέασης προς τη συμβολή των οδών Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ με οδό Ηρώων. Ήταν η θέση του ότι ξαφνικά άκουσε ένα δυνατό θόρυβο από μοτοσικλέτα που όπως ο ίδιος τον αντιλήφθηκε, αυτός αφορούσε άνοιγμα μηχανής από σταματημένη θέση. Από ένστικτο ανασήκωσε το κεφάλι του προς τα πάνω και είδε τότε μια μαύρη μοτοσικλέτα να έρχεται εξ αντιθέτου του και να κατευθύνεται προς Αγ. Γεωργίου, με αρκετή ταχύτητα την οποία δεν μπορεί να προσδιορίσει και χάθηκε. Ο Μ.Κ.4 δεν πρόσεξε τους φωτεινούς σηματοδότες της πιο πάνω συμβολής την ώρα που πέρασε με ευθεία πορεία η μοτοσικλέτα. Αναγνώρισε την κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 12 ως αληθινή την οποία και υιοθέτησε. Διευκρίνισε ότι δεν είδε το δυστύχημα την ώρα που έγινε, πήγε επί τόπου μετά που μαζεύτηκε αρκετός κόσμος. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι πριν ακούσει τον θόρυβο από την μοτοσικλέτα δεν έβλεπε τον δρόμο και ότι γύρισε το κεφάλι του ενστικτωδώς. Του υπεβλήθη ότι ο θόρυβος που άκουσε μπορεί να ήταν αλλαγή ταχύτητας από τον οδηγό της μοτοσικλέτας, θέση με την οποία δεν συμφώνησε και ανέφερε ότι είδε τον οδηγό σταματημένο στα φώτα όταν το φως ήταν κόκκινο και μετά ξεκίνησε. Η εντύπωση του ήταν ότι είχε ξεκινήσει με πράσινο φως και όταν ρωτήθηκε ότι στην κατάθεση του που ήταν και πιο πρόσφατη αναφέρει ότι δεν είδε τα φώτα των φώτων τροχαίας, είπε ότι θυμάται ότι τα είδε. Ως πέμπτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.5 κλήθηκε ο Πέτρος Κλεάνθους Συμφώνησε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 που ήταν η κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Είπε ότι στις 19.9.2007 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής RW469 στην οδό Πλάτωνος Στυλιανού στα Λατσιά με κατεύθυνση προς την Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ΄. Στο Αλτ ως η πορεία του στη συμβολή της Λεωφόρου Αρχ. Μακαρίου Γ΄ με Πλάτωνος Στυλιανού, σταμάτησε ως πρώτο αυτοκίνητο εκεί για να ελέγξει τον κύριο δρόμο γιατί ήθελε να στρίψει αριστερά προς την οδό Ηρώων. Καθώς ήταν σταματημένος και κοίταζε δεξιά του δηλαδή προς την οδό Ανδρέα Ασσιώτη, ξαφνικά άκουσε από μπροστά και αριστερά του ένα βουητό μοτοσικλέτας. Από ένστικτο γύρισε μπροστά το κεφάλι του και είδε μια μαύρη μοτοσικλέτα με ένα μοτοσικλετιστή που φορούσε το κράνος του, να περνά με πολύ μεγάλη ταχύτητα από τα αριστερά προς τα δεξιά του. Στη συνέχεια ο μάρτυρας γύρισε το κεφάλι του προς τα δεξιά και το επόμενο πράγμα που είδε ήταν να πετούν κομμάτια πλαστικά από τη μοτοσικλέτα KQY948, της οποίας είδε αργότερα τους αριθμούς εγγραφής και ένα αυτοκίνητο, το ΚQΤ254 του οποίου επίσης είδε αργότερα τους αριθμούς εγγραφής να γυρίζει στον δρόμο όπου και κατάλαβε ότι τα δύο πιο πάνω οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Όταν πήγε μετά από λίγα λεπτά στη σκηνή, το αυτοκίνητο ΚQΤ254 βρισκόταν διαγώνια στο αντίθετο πεζοδρόμιο από όπου έγινε η σύγκρουση και η μοτοσικλέτα KQY948 βρισκόταν στο έδαφος, μέσα στη λωρίδα ως η πορεία της την οποία ανέφερε πιο πάνω και ο μοτοσικλετιστής βρισκόταν δίπλα σχεδόν στη μοτοσικλέτα του γυρισμένος στην αριστερή του πλευρά. Η μοτοσικλέτα του βρισκόταν πιο κοντά στη συμβολή των οδών Αρχ. Μακαρίου Γ΄ με Ανδρέα Ασσιώτη. Δεν είδε τη σύγκρουση, είδε μόνο κομμάτια της μοτοσικλέτας και πλαστικά που πετούσαν. Κατέβηκε στη σκηνή και συνομίλησε λίγο με την Κατηγορουμένη για να την ρωτήσει αν είναι καλά. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε την μοτοσικλέτα ήταν όταν πέρασε μπροστά του σαν σκιά, έτρεχε, γι΄ αυτό και γύρισε όταν άκουσε τον θόρυβο, αφού βρισκόταν στο Αλτ και έβλεπε προς τα δεξιά. Μέχρι να ακολουθήσει την πορεία της μοτοσικλέτας με το βλέμμα του έγινε το δυστύχημα. Ο Ιωάννης Μιχαήλ ήταν ο Μ.Κ.
  8. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το Τεκμήριο 14, δηλαδή το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην Αστυνομία. Σύμφωνα με αυτή, τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα 0805 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στα Λατσιά, με κατεύθυνση από την οδό Αγίου Γεωργίου προς την οδό Ηρώων. Στο αυτοκίνητο ήταν μόνος του και η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 40 ΧΑΩ. Καθώς βρισκόταν σε κίνηση και βρισκόταν σε απόσταση περίπου 10 μέτρα πριν την οδό Πλάτωνος Στυλιανού που βρισκόταν στα αριστερά του, είδε απέναντι του τη συμβολή των οδών Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ με οδό Ηρώων να είναι κόκκινο ως η πορεία στους φωτεινούς σηματοδότες και εκείνη την ώρα, να αλλάζει το φως και να γίνεται πορτοκαλί και στη συνέχεια πράσινο. Τότε είδε από απέναντι του να περνά το Αλτ ως η πορεία του στην πιο πάνω συμβολή με ευθεία πορεία τη μοτοσικλέτα που αργότερα είδε ότι είχε αριθμούς εγγραφής KQY
  9. Ο μοτοσικλετιστής εκείνη την ώρα σήκωσε τη μοτοσικλέτα KQY948 στον ένα τροχό και ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα το οποίο του έκανε τρομερή εντύπωση. Ο μοτοσικλετιστής φορούσε το κράνος του και καθώς ο Μ.Κ.6 ακόμη βρισκόταν σε κίνηση ως η πορεία του, αυτός πέρασε σφαίρα από απέναντι του με ευθεία πορεία. Αμέσως ο μάρτυρας από ένστικτο κοίταξε το μεσαίο καθρεφτάκι του και είδε ότι η μοτοσικλέτα αυτή βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από αυτόν και είδε ένα μαύρο αυτοκίνητο που αργότερα είδε ότι είχε αριθμούς εγγραφής KQΤ254, να βρίσκεται κάπως διαγώνια στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ όπου κατάλαβε ότι αυτό έβγαινε στον κύριο δρόμο από την πάροδο που υπάρχει εκεί, δηλαδή την Ανδρέα Ασσιώτη. Ο Μ.Κ.6 δεν μπορεί να πει αν το αυτοκίνητο αυτό βρισκόταν σε κίνηση ή αν ήταν σταματημένο στο δρόμο, όμως εκείνη την ώρα είδε τον μοτοσικλετιστή να κάνει ελιγμό και να φεύγει από τη μοτοσικλέτα KQY948 η οποία κτύπησε στο αυτοκίνητο KQΤ
  10. Ο Μ.Κ.6 ακολούθως έστριψε αριστερά στην οδό Πλάτωνος Στυλιανού και μετέβηκε στη σκηνή του πιο πάνω δυστυχήματος, έδωσε τα στοιχεία του για μάρτυρας και έφυγε. Ο Μ.Κ.6 δεν γνωρίζει κανένα από τους ενεχόμενους οδηγούς των δυο πιο πάνω οχημάτων. Ανέφερε ότι έμεινε και έβλεπε την πορεία της μοτοσικλέτας γιατί του έκανε εντύπωση το πώς οδηγούσε. Είδε ότι όταν εκκίνησε η μοτοσικλέτα ήταν στον ένα τροχό αλλά μετά ήταν και στους δύο τροχούς και συγκεκριμένα όταν πέρασε από δίπλα του βρισκόταν και στους δύο τροχούς. Ήταν η θέση του ότι το θύμα δεν διένυσε απόσταση με την μοτοσικλέτα πάνω στον ένα τροχό αλλά ότι τη σήκωσε στον ένα τροχό κατά την εκκίνηση αλλά αμέσως «την έκατσε» και στους δύο τροχούς και οδήγησε. Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι βρισκόταν πριν τη συμβολή των φώτων με ευθεία πορεία και ότι μπροστά του το φως ήταν κόκκινο, η μοτοσικλέτα ήταν σταματημένη στο κόκκινο φως, με την εκκίνηση της σηκώθηκε στον ένα τροχό και αμέσως μετά και στους δύο. Έβλεπε συνέχεια την μοτοσικλέτα και ήταν σίγουρος ότι δεν ξανασηκώθηκε στον ένα τροχό. Ήταν η θέση του από τα όσα αντελήφθηκε ότι όταν βρέθηκε μπροστά στο αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης το θύμα αντιλήφθηκε ότι θα κτυπήσει, άφησε τα τιμόνια και προσπάθησε να πεταχτεί κάτω. Δεν είδε που κατέληξε ο οδηγός μετά το δυστύχημα γιατί προσπαθούσε να βρει ένα ασφαλές μέρος για να σταματήσει το αυτοκίνητο του και να κατεβεί στη σκηνή. Η τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, Μ.Κ.7 είναι η Έλενα Σωτηρίου, η οποία σύμφωνα με την κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο 11 τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα 0805 βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στα Λατσιά, έξω από το κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας. Εκείνη την ώρα έτυχε και έβλεπε προς τη συμβολή των οδών Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ με οδό Ηρώων, όπου πέρασε από απέναντι της μια μοτοσικλέτα μαύρου χρώματος με πολύ μεγάλη ταχύτητα που βρισκόταν στην Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ με κατεύθυνση προς Αγίου Γεωργίου. Την ώρα που είδε την μοτοσικλέτα αυτή βρισκόταν σε κίνηση και είχε τους δύο τροχούς της στο έδαφος και επίσης δεν πρόσεξε αν ο μοτοσικλετιστής φορούσε κράνος, ούτε τι φως είχαν οι φωτεινοί σηματοδότες. Καθώς γύρισε και έβλεπε τη μοτοσικλέτα αυτή, λίγα μέτρα πιο μετά από το κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας είδε ότι αυτή ανασηκώθηκε στον ένα της τροχό. Η Μ.Κ.7 τότε διάκοψε την οπτική επαφή που είχε με την μοτοσικλέτα αυτή και ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, από δυστύχημα και αφού ξανακοίταξε τη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ από τη θέση που βρισκόταν, είδε στο έδαφος τη μοτοσικλέτα που ανέφερε πιο πάνω και τον μοτοσικλετιστή, ο οποίος βρισκόταν δίπλα από τη μοτοσικλέτα του πιο κοντά προς το μέρος του. Δεν πρόσεξε να υπήρχε κτυπημένο αυτοκίνητο στο δρόμο και ούτε πήγε κοντά στη σκηνή του δυστυχήματος, παρά μόνο έδωσε τα στοιχεία της ως μάρτυρα σε κάποιο κύριο ο οποίος βρισκόταν στην Ελληνική Τράπεζα. Η εν λόγω μάρτυρας δεν μπορούσε να αναφέρει την απόσταση που ήταν σε σχέση με την μοτοσικλέτα και ανέφερε ότι είδε την μοτοσικλέτα στον ένα τροχό, αλλά δεν την είδε όταν κάθισε και στους δύο τροχούς. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε πρώτα ότι η μοτοσικλέτα ήταν σταματημένη στα φώτα της Λαϊκής και ότι ξεκίνησε με φόρα και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο τελικά ήταν σταματημένη στα φώτα ή σε κίνηση και πέρασε είπε ότι ήταν σε κίνηση και δεν σταμάτησε. Αυτή ήταν η προφορική μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Κατατέθηκαν επίσης, ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω, τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο.
  11. Στις 19.9.2007 και περί ώρα 08:05 επισυνέβη δυστύχημα στη συμβολή της οδού Α. Ασσιώτη με την Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ στα Λατσιά με ενεχόμενα το όχημα KQT254, που οδηγούσε η Κατηγορούμενη Χρυστάλλα Ζευκή και την μοτοσικλέτα KQY948 που οδηγούσε το θύμα Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, τέως από τη Λευκωσία.
  12. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου.
  13. Στις 19.9.2007 και περί ώρα 08:10 ο Γιώργος Τσουτής οδηγός ασθενοφόρου μαζί με τον Ανδρέα Ανδρέου, νοσηλευτή στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, παρέλαβαν από τη σκηνή του δυστυχήματος το θύμα και το μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.
  14. Ο Δρ. Ν. Νεοφύτου, ο επί καθήκοντι ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, στις 19.9.2007 και περί ώρα 08:39 εξέτασε το θύμα Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου και πιστοποίησε το θάνατο του.
  15. Ο Μάριος Ιωάννου, γαμπρός του θύματος, στις 20.9.2007 και περί ώρα 08:25 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας αναγνώρισε την σωρό του θύματος για τη διεξαγωγή της νενομισμένης νεκροψίας στην παρουσία του ιατροδικαστή Δρ. Σ. Σοφοκλέους και της Αστυνομίας.
  16. Στις 20.9.2007 και περί ώρα 08:30 ο ιατροδικαστής Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και απεφάνθη ότι ο θάνατος του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου επήλθε λόγω εσωτερικής αιμορραγίας ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα.
  17. Η Μαρία Αυξεντίου, χημικός του Κρατικού Χημείου, αφού εξέτασε τα δείγματα αίματος, ούρων και οφθαλμικού υγρού που ελήφθησαν από τη σωρό του θύματος, δεν εντόπισε σε αυτά οποιαδήποτε ουσία αιθυλικής αλκοόλης, ναρκωτικών ουσιών ή βενζοδιαζεπίνες. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης δεν έθεσε θέμα μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της και το Δικαστήριο με βάση την ενώπιον του μαρτυρία την κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
  1. Αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, η Κατηγορούμενη επέλεξε να προβεί σε ανόμωτη δήλωση. Στην δήλωση της, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος ήταν 21 ετών, φοιτήτρια στο Frederick. Σήμερα είναι έγκυος και αναμένει να γεννήσει στα τέλη του Φεβρουαρίου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία δυο ώρες μετά το δυστύχημα, Τεκμήριο
  2. Αμέσως μετά το δυστύχημα και κατά τον χρόνο που έδιδε κατάθεση ήταν σε κατάσταση σοκ, έκλαιγε συνέχεια και ήταν ψυχολογικά ράκος, γι΄ αυτό η κατάθεση της λήφθηκε στην παρουσία της μητέρας της. Οι ανακριτές της πρότειναν υπηρεσίες ειδικού για τη ψυχολογική της στήριξη αλλά προτίμησε να παραμείνει με τη μητέρα της. Λόγω αυτής της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν και στην προσπάθεια του ανακριτή να πληροφορηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί στη λήψη της κατάθεσης της, στις πλείστες ερωτήσεις απαντούσε με ένα ναι ή ένα όχι. Τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση της έχουν συμβεί. Κάποιες λεπτομέρειες που δεν αναφέρθηκαν στην κατάθεση της και θέλει να τις αναφέρει είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που βρισκόταν στο αυτοκίνητο με τη φίλη της Μαρία Αδάμου και κατευθύνονταν στο κολλέγιο, είχαν τα παράθυρα του αυτοκινήτου κλειστά και το ράδιο του αυτοκινήτου ανοικτό και γι΄ αυτό ίσως δεν άκουσαν κανένα θόρυβο μοτοσικλέτας πριν να την αντιληφθεί. Στη συμβολή της οδού Ασσιώτη με τη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ έλεγξε κανονικά και όπως προβλέπεται, τον δρόμο και την τροχαία κίνηση τόσο από τη δεξιά της πλευρά όσο και από την αριστερή της πλευρά. Όπως φαίνεται και στην κατάθεση της, τελευταία έλεγξε τη Λεωφόρο από τη δεξιά της πλευρά, δηλαδή στην πλευρά από την οποία οδηγούσε το θύμα. Αφού έφτασε στη συμβολή των πιο πάνω οδών και πριν εισέλθει σταμάτησε και έλεγξε την τροχαία κίνηση της Λεωφόρο. Αφού δεν υπήρχε κανένα όχημα η μοτοσικλέτα επί της Λεωφόρου έβαλε ταχύτητα και ξεκίνησε με χαμηλή ταχύτητα να εισέρχεται στον κύριο δρόμο. Μέχρι να φτάσει στο σημείο που είδε τον μοτοσικλετιστή της πήρε μερικά δευτερόλεπτα. Όταν είδε για πρώτη φορά τον μοτοσικλετιστή δεν μπορούσε να κάνει καμία αποφευκτική κίνηση αφού λόγω της μεγάλης ταχύτητας που κινείτο το θύμα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η Κατηγορούμενη εξέφρασε την λύπη της για το συμβάν και που έχασε τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος αλλά πιστεύει πως δεν ευθύνεται για το συμβάν αφού οδηγούσε με επιμέλεια και προσοχή ως όφειλε. Κλήθηκε επίσης προς υποστήριξη της υπεράσπισης, ένας μάρτυρας ο Μάριος Σπύρου, Μ.Υ.
  3. Ο Μ.Υ.1 είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Κάκουρας, Στεφάνου, Χρυσάνθου & Παναγίδης ΔΕΠΕ, KSCP Juries. O M.Y.1 μετέβηκε στο σημείο που έγινε το δυστύχημα δύο φορές, μία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μια κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, με αποκλειστικό σκοπό και τις δύο φορές να μετρήσει την απόσταση από τα φώτα που βρίσκονται στη συμβολή των οδών Ηρώων με τη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, μέχρι το κέντρο της οδού Ασσιώτη με συμβολή της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Για την μέτρηση χρησιμοποίησε κορδέλα που οι μετρήσεις της αναγράφονταν σε μέτρα και εκατοστά και έχοντας ως σταθερά σημεία τα φώτα, τους ηλεκτρικούς πασσάλους της ΑΗΚ και κάποια σημεία στα πεζοδρόμια μέτρησε την ευθεία απόσταση. Συγκεκριμένα μέτρησε την απόσταση έχοντας 7 σταθερά σημεία, το άθροισμα των οποίων δίνουν 217,50 μέτρα. Η απόσταση από την οδό Ασσιώτη μέχρι τα πρώτα φώτα τροχαίας είναι 169,
  4. Ήταν η θέση του ότι ένας οδηγός που βρίσκεται στην οδό Ασσιώτη έχει ορατότητα μέχρι τα πρώτα φώτα τροχαίας, δηλαδή μια απόσταση 169,
  5. Διαφωνεί με τη μέτρηση που έγινε από τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ότι η ορατότητα είναι 220 μέτρα και ήταν η θέση του ότι ο λόγος που μετέβηκε και δεύτερη φορά στο σημείο μετά τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν για να επιβεβαιώσει τις μετρήσεις του, πράγμα το οποίο έγινε. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε με λεπτομέρεια τον τρόπο που προέβηκε στη μέτρηση. Σύμφωνα με τη θέση του η πρώτη μέτρηση έγινε, ξεκινώντας από την οδό Ασσιώτη και έχοντας ως σταθερό σημείο το μέσο της οδού μέχρι την άκρια του πεζοδρομίου, όπως φαίνεται δεξιά πάνω στη φωτογραφία 12, του Τεκμηρίου 7, δηλαδή από εκεί που θεωρητικά ήταν η Κατηγορούμενη μέχρι την άκρια του δρόμου και η απόσταση ήταν 8,5 μέτρα. Μετά, μέτρησε την ευθεία μέχρι τον πρώτο στύλλο, απέναντι που το κατάστημα Bata και ήταν 16,5 μέτρα. Ακολούθως από τον πρώτο στύλλο μέχρι τον δεύτερο στύλλο στην ίδια ευθεία και είχε απόσταση 41,50 μέτρα. Στη συνέχεια μέτρησε από τον δεύτερο στύλλο μέχρι τον τρίτο στύλλο στην ευθεία και βρήκε απόσταση 25 μέτρα. Μετά μέτρησε από τον τρίτο στύλλο μέχρι τον τέταρτο και βρήκε απόσταση 28,
  6. Ακολούθως λόγω του ότι ήταν δύσκολο να χρησιμοποιηθεί κουρτέλλα γιατί σταματούσαν αυτοκίνητα μπροστά από τον φούρνο, μετέβηκε στην απέναντι πλευρά και μέτρησε την ευθεία από εκεί που σταμάτησε, από τον απέναντι τέταρτο στύλλο μέχρι το φως της Ελληνικής Τράπεζας και η απόσταση ήταν 49,50 μέτρα. Μετά έκαμε ακόμα μια τελευταία μέτρηση από τον στύλλο των πρώτων φώτων τροχαίας μέχρι τα φώτα της Λαϊκής και βρήκε ότι από τα φώτα στα φώτα είναι 48 μέτρα η απόσταση. Συνολικά 217,
  7. Η απόσταση από τα φώτα της Ελληνικής Τράπεζας, του σημείου που έγινε το δυστύχημα στην οδό Ασσιώτη μέχρι τα πρώτα φώτα που φαίνονται είναι 169,
  8. Στα φώτα το έδαφος έχει κλίση προς τα πάνω προς την κατεύθυνση που βρίσκονται τα φώτα. Όταν βρίσκεται κάποιος επί της οδού Ασσιώτη και βλέπει προς τα φώτα, μέχρι τα πρώτα φώτα τροχαίας στα 169,50 μ. υπάρχει οπτική επαφή. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 σε ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής αν έχει εμπειρία στις μετρήσεις, ανέφερε ότι η εν λόγω κορδέλα είναι απλή και οποιοσδήποτε μπορεί να την χρησιμοποιήσει για να μετρήσει κάτι. Όταν υπεβλήθηκε στον Μ.Υ.1 ότι οι μετρήσεις οι οποίες έκανε είναι λανθασμένες δεν συμφώνησε ούτε και συμφώνησε με την υποβολή ότι η ορατότητα ενός οδηγού που έρχεται από την οδό Ασσιώτη δεν είναι μέχρι τα πρώτα φώτα δηλαδή 169,50 όπως ο ίδιος ανέφερε αλλά μέχρι τα επόμενα φώτα δηλαδή τα φώτα της Λαϊκής αναφέροντας ότι έχει πάει επί τόπου στον χώρο και έχει ελέγξει και ανέφερε ότι εάν ένα πρόσωπο με το δικό του ύψος, όρθιο, δεν μπορούσε να δει στην απόσταση των 220 μέτρων, πόσο μάλλον η Κατηγορούμενη η οποία βρισκόταν μάλιστα καθήμενη εντός του αυτοκινήτου και σίγουρα βρισκόταν σε χαμηλότερο ύψος. Διαφώνησε επίσης με την εισήγηση ότι οι μετρήσεις των μαρτύρων κατηγορίας σε σχέση με την ορατότητα είναι ορθές επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι η δική του η μέτρηση είναι πιο ορθή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β ΑΑΔ 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.2006. Σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση μαρτύρων σε υποθέσεις φύσεως ως η παρούσα αποτελεί, όπως έχει Νομολογηθεί, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που είναι και η πραγματική μαρτυρία αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και αντεξετάστηκε επί μακρών, αναφέρω ότι μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και ολοκληρωμένες και ήταν σταθερός στη θέση του παρόλη την επίμονη αντεξέταση του. Τα σημεία στα οποία επικεντρώθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης κατά την αντεξέταση του ήταν η ορατότητα της Κατηγορουμένης και η ταχύτητα του θύματος και γενικότερα η οδική του συμπεριφορά. Σε ότι αφορά το δεύτερο, δηλαδή την οδική συμπεριφορά του θύματος ο Μ.Κ.1 συμφώνησε τελικά με τον κο Στεφάνου, ότι το θύμα οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με μεγάλη ταχύτητα αν και δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα ούτε και προέβηκε σε κανένα μέτρο ή μέτρηση σε σχέση με το θέμα αυτό. Παρόλη την αντεξέταση του και παρά το ότι συμφώνησε με τον κο Στεφάνου για την υπερβολική ταχύτητα του θύματος, επέμενε ότι η Κατηγορούμενη ευθύνεται για το δυστύχημα καθότι ανέκοψε την πορεία του θύματος. Σε ότι αφορά το θέμα της ορατότητας ο εν λόγω μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι μέτρησε την ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης μέχρι τα πρώτα φώτα της σκηνής του δυστυχήματος και ότι αυτή είναι 220 μέτρα. Σε καμία περίπτωση δεν δέχτηκε την εισήγηση του κου Στεφάνου ότι η ορατότητα ήταν 170 μέτρα. Ο Μ.Κ.2 επίσης μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε τις ερωτήσεις του κου Στεφάνου με σταθερότητα και αμεσότητα, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές ούτε και υπεκφυγές. Συμφώνησε σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του θύματος με τον κο Στεφάνου, ότι το θύμα έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα χωρίς όμως να μπορεί να την προσδιορίσει και συμφώνησε με την ορατότητα που καταμέτρησε ο Μ.Κ.1 με τον οποίο είχε μεταβεί στη σκηνή. Ήταν σταθερή η θέση του ότι από τα ευρήματα του με βάση και τα Τεκμήρια επί σκηνής, ο λόγος που έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας το θύμα, ήταν ο κίνδυνος που βρήκε μπροστά του, δηλαδή η παρουσία της Κατηγορουμένης και του αυτοκινήτου της, χωρίς όμως να μπορεί να αποκλείσει οτιδήποτε. Σε ότι αφορά τον Μ.Κ.3 επίσης έχω αποκομίσει θετική εντύπωση για την όλη μαρτυρία του. Ο εν λόγω μάρτυρας συμφώνησε ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή, γεγονός που εξάγεται από τις ζημιές στα δύο οχήματα. Ο Μ.Κ.3 ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, ανέφερε όλες τις ενέργειες του σε σχέση με την εξέταση στην οποία είχε προβεί και σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να δώσει οποιαδήποτε άλλη θέση πέραν των ευρημάτων του με βάση την εμπειρία και την πραγματογνωμοσύνη του. Σε ότι αφορά τους Μ.Κ.4, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 αναφέρω ότι η μαρτυρία τους επικεντρώθηκε γύρω από την οδική συμπεριφορά του θύματος όπως την είδαν και/ή την αντιλήφθηκαν. Ο Μ.Κ.4 περιέπεσε σε κάποια αντίφαση σε σχέση με το σημείο εκκίνησης του θύματος αλλά και με την απόσταση. Όταν του υπεβλήθησαν οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε επέμενε ότι έχει παρέλθει μεγάλος χρόνος από την ημερομηνία του δυστυχήματος γι΄ αυτό και μπορεί να μην θυμάται καλά. Θεωρώ ότι εκτός από τη μαρτυρία του για το ότι το θύμα έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα, γεγονός που ενισχύεται από τη μαρτυρία όλων των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας, δεν μπορεί να αποδοθεί καμία άλλη αποδεικτική αξία στη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.5 ήταν σταθερός μάρτυρας, δεν είχε οπτική επαφή με το θύμα όταν ξεκίνησε την πορεία του, αλλά είδε όταν γύρισε το κεφάλι του, τον τρόπο με τον οποίο οδηγούσε το θύμα, δηλαδή πέρασε από μπροστά του σαν σκιά τρέχοντας υπερβολικά. Ο Μ.Κ.6 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι του έκανε εντύπωση ο τρόπος οδήγησης του θύματος γι΄ αυτό και τον παρακολουθούσε από το πλαϊνό του καθρεφτάκι. Πέραν του ότι επιβεβαιώνει την υπερβολική ταχύτητα του θύματος, η μαρτυρία του είναι ουσιώδης σε ότι αφορά το κατά πόσο η μοτοσικλέτα οδηγείτο στους δύο τροχούς ή στον ένα αφού επέμενε σταθερά ότι ουσιαστικά το θύμα εκκίνησε στον ένα τροχό αλλά αμέσως προσγείωσε και τον δεύτερο τροχό της μοτοσικλέτας στο έδαφος και την οδήγησε και με τους δύο τροχούς και ότι καθόλη την οπτική επαφή που είχε με το θύμα δεν ξανασήκωσε την μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό. Σε ότι αφορά την Μ.Κ.7 επίσης επιβεβαίωσε ότι το θύμα οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με πολύ μεγάλη ταχύτητα, την ανασήκωσε στον ένα τροχό για κάποιο ελάχιστο χρονικό διάστημα και ότι το δυστύχημα έγινε σχεδόν αμέσως μόλις είδε τον μοτοσικλετιστή. Η Κατηγορούμενη όπως έχει αναφερθεί προέβηκε σε ανόμωτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπόψη ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369. Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψη ώστε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 ήταν μόνο για συγκεκριμένο θέμα και ειδικά τη μέτρηση της ορατότητας. Ο κος Σπύρου ο οποίος είναι δικηγόρος μέτρησε σταδιακά όπως εξήγησε στο Δικαστήριο την ορατότητα από τα φώτα που βρίσκονται στη συμβολή της οδού Ηρώων με τη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου μέχρι τη συμβολή με την οδό Ασσιώτη έχοντας μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος δύο φορές επιβεβαιώνοντας την αρχική του μέτρηση. Χρησιμοποίησε κορδέλα η οποία έχει μέτρηση σε εκατοστά και μέτρα, δεν γνωρίζουμε κατά πόσο η κορδέλα αυτή είναι η ίδια που χρησιμοποιούν οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες της Αστυνομίας για να μετρούν αποστάσεις και ο τρόπος με τον οποίο προέβηκε στη μέτρηση αφήνει αμφιβολίες σε σχέση με την ορθότητα της. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει στην αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει των ανωτέρω, δηλαδή των παραδεκτών γεγονότων, της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί όπως έχει αξιολογηθεί από το Δικαστήριο ανωτέρω, καθώς και τις πραγματικής μαρτυρίας, δηλαδή το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου Στις 19.9.2007 και περί ώρα 08:05 επισυνέβη δυστύχημα στη συμβολή της οδού Α. Ασσιώτη με την Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ στα Λατσιά με ενεχόμενα το όχημα KQT254, που οδηγούσε η Κατηγορούμενη Χρυστάλλα Ζευκή και την μοτοσικλέτα KQY948 που οδηγούσε το θύμα Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, τέως από τη Λευκωσία. Η Κατηγορούμενη οδηγούσε κατά μήκος της Α. Ασσιώτη η οποία είναι πάροδος της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, στα Λατσιά και πρόθεση της ήταν να εισέλθει στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ', ενώ το θύμα οδηγούσε κατά μήκος της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄. Το δυστύχημα επεσυνέβηκε όταν η Κατηγορούμενη εισήλθε στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, εξερχόμενη από την Α. Ασσιώτη. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου. Στις 19.9.2007 και περί ώρα 08:10 το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ασθενοφόρο όπου ο Δρ. Ν. Νεοφύτου, επί καθήκοντι ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, περί ώρα 08:39 εξέτασε το θύμα Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου και πιστοποίησε το θάνατο του. Στις 20.9.2007 και περί ώρα 08:25 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ο Μάριος Ιωάννου, γαμπρός του θύματος, αναγνώρισε την σωρό του θύματος για τη διεξαγωγή της νενομισμένης νεκροψίας στην παρουσία του ιατροδικαστή και της Αστυνομίας. Στις 20.9.2007 και περί ώρα 08:30 ο ιατροδικαστής κος Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και απεφάνθη ότι ο θάνατος του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου επήλθε λόγω εσωτερικής αιμορραγίας ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Κατά τη διάρκεια της νεκροψίας λήφθηκαν δείγματα αίματος, ούρων και οφθαλμικού υγρού από τη σωρό του θύματος τα οποία εξετάστηκαν από την Μαρία Αυξεντίου, χημικό του Κρατικού Χημείου, η οποία δεν εντόπισε σε αυτά οποιαδήποτε ουσία αιθυλικής αλκοόλης, ναρκωτικών ουσιών ή βενζοδιαζεπίνες. Το θύμα οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με υπερβολική ταχύτητα και σε κάποιο σημείο κατά την εκκίνηση την σήκωσε στον ένα τροχό χωρίς όμως να την οδηγήσει στον ένα τροχό αφού αμέσως μετά την επανέφερε και στους δύο τροχούς. Το θύμα έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του σε άγνωστο σημείο σίγουρα όμως πριν από το σημείο σύγκρουσης όπως επιβεβαιώνεται από όλους τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής και η μοτοσικλέτα του σύρθηκε στο έδαφος πριν να συγκρουστεί με το όχημα της Κατηγορουμένης και ο ίδιος είχε εκσφενδονιστεί από τη μοτοσικλέτα του. Η υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το θύμα είχε ως αποτέλεσμα καθυστερημένα αντανακλαστικά σε σχέση με την οδική του συμπεριφορά. Η σύγκρουση ήταν σφοδρότατη συνεπεία της οποίας και μετακινήθηκε το όχημα της Κατηγορουμένης. Ο δρόμος που επεσυνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς και επίπεδος και η ορατότητα από το σημείο που βρισκόταν η Κατηγορούμενη και προς τα δεξιά της ως η πορεία του θύματος ήταν πολύ καλή και απρόσκοπτη καταμετρημένη στα 220 μέτρα. Δεν υπήρχε κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο και όλα τα φανάρια τροχαίας φαίνονταν καθαρά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Στην υπόθεση Μαυρομάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 αναφέρονται τα εξής σχετικά με τους βαθμούς αμέλειας ως αυτοί εμπεριέχονται στα διάφορα άρθρα του Ποινικού Κώδικα: «Η Κυπριακή νομολογία επί του θέματος της ποινικής αμέλειας αποτελείται από μια σειρά αποφάσεων. Αρχίζει με την υπόθεση Rayas v. The Police 19 C.L.R. 308, όπου για πρώτη φορά αποφασίστηκε ότι μόνο η "ποινική αμέλεια" (criminal negligence) τιμωρείται βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στην έκδοση των Νόμων της Κύπρου του 1959 (και τότε άρθρο 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.13). Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι η ποινική, όπως ονομάζεται, αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί μια κλίμακα ευθύνης όσον αφορά το βαθμό αμέλειας που απαιτείται για διάφορα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, αρχής γενομένης με το άρθρο 205. Το άρθρο 205, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 του Νόμου 3/62, προβλέπει ότι πρόσωπο που επιφέρει το θάνατο άλλου με παράνομη πράξη ή παράλειψη που συνιστά υπαίτιο αμέλεια χωρίς να υφίσταται πρόθεση πρόκλησης θανάτου, είναι ένοχος του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας. Το άρθρο 205 απαιτεί τον υψηλότερο βαθμό αμέλειας. Η αμέλεια του άρθρου 205 συνίσταται σε υπαίτιο αμέλεια, όρος που εισάγει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness). Ακολουθεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αρχικά απέκλειε, όπως και το άρθρο 236, την υπαίτιο αμέλεια. Στη συνέχεια όμως το άρθρο 210 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 1989, (Ν. 111/89), σύμφωνα με το οποίο όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Η εισαγωγή της έννοιας της αλόγιστης πράξης που γίνεται με την τροποποίηση του νόμου 111/89, έννοια που στην αρχική διατύπωση του άρθρου 210 δεν υπήρχε, δυνατό να έχει εισάξει στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος την έννοια της αλόγιστης συμπεριφοράς (recklessness) όπως αυτή ερμηνεύεται στις αποφάσεις R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961 (H.L.) και R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 στις οποίες αναλύεται εκτενώς το θέμα της αλόγιστης πράξης.» Στην υπόθεση R. V. Lawrence [1981] 1 AllER αναφέρθηκαν τα εξής: « . is not merely driving without due care and attention but driving in a manner that creates an obvious and serious risk of causing physical injury to any other road user or substantial damage to property. The mens rea of the offence is driving in such a manner without giving any thought to the risk or, having recognised that it exists, nevertheless taking the risk. It is for the jury to decide whether the risk created by the accuseds' driving was both obvious and serious, the standard being that of the ordinary prudent motorist as represented by themselves.» Στην υπόθεση R. v. Caldwell [1981] 1 AllER 961 η Αγγλική Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι: « ... the term ' reckless' was used not as a term of legal art but in the popular or dictionary sense of meaning ' careless, regardless or heedless of the possible harmful consequences of one's act. As such the term encompassed both a decision to ignore a risk or harmful consequences flowing from an act which the accused had recognised as existing and also a failure to give any thought to whether there was any risk in circumstances where, if any thought were given to the matter, it would be obvious that there was." Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6753, ημερ. 23.2.2000). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης πράξης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα σε μετάφραση από την πιο πάνω απόφαση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Στην απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: Εν πρώτοις, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την αντίληψη πως στην R. v. Gosney, η επικίνδυνη οδήγηση εξομοιώθηκε προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ούτε και νομίζουμε πως η διαφορά μεταξύ των δυο αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιγε γι΄ αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ήταν λανθασμένος ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας. Το αδίκημα δεν ήταν απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα
  1. "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία.". Στην Πέτρου ν. Αστυνομίας η αποτυχία του εφεσείοντα να δει την πεζή που ήταν ορατή από αρκετή απόσταση, όσο και αν αυτή διασταύρωνε το δρόμο, κρίθηκε ότι συνιστούσε επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά που στοιχειοθετούσε το αδίκημα του άρθρου
  2. Και εδώ ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του σαφώς επικίνδυνα εκεί που στεκόταν το θύμα ενώ ο δρόμος δεξιά ήταν ελεύθερος. Όφειλε να τον είχε δει από αρκετά μεγάλη απόσταση, ήταν σφάλμα του να μην τον δει και αυτό προφανώς δεν ήταν ασύνδετο και προς τη μειωμένη ικανότητά του να οδηγεί λόγω της κατανάλωσης οινοπνεύματος. Σημειώνουμε εδώ πως στην Αγγλία, σε σειρά υποθέσεων, κρίθηκε πως το κατά πόσο ο οδηγός είναι αρνητικά επηρεασμένος από οινόπνευμα αποτελεί στοιχείο με αποδεικτική αξία σε κατηγορία για επικίνδυνη οδήγηση. (Βλ. Regina v. McBride [1962] 2 Q.B.D. 167, R. V. Thorpe [1972] 1 All E.R. 929, R. v. Richardson και R. v. Fisher [1960] Crim. L. R.
  3. Επίσης την R. v. Griffith's (Rupert) [1984] Crim. L.R. 628 με αναφορά σε κατηγορίες για πρόκληση θανάτου με απερίσκεπτη (reckless) οδήγηση. Το ποια ακριβώς ήταν η ταχύτητα του εφεσείοντα δεν ήταν στοιχείο ουσιώδες. Το γεγονός του κτυπήματος που εκτίναξε σε μεγάλη απόσταση το θύμα, το οποίο ουδέποτε είδε ο επηρεασμένος από το ποτό εφεσείων, θα ήταν αρκετό. Εν πάση περιπτώσει, δεν δεχόμαστε πως και όσα σε σχέση με την ταχύτητα συμπέρανε το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν εσφαλμένα ή αυθαίρετα. Ούτε ότι ενήργησε ως εμπειρογνώμων. Εδώ δεν ετίθετο ζήτημα προσδιορισμού της ταχύτητας ανά ώρα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο. Στη διαφορά αναφέρθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γεώργιου Κ. Σπύρου ν. Σπύρου Χριστοδούλου (ανωτέρω) με παραπομπή στην Shacolas v. Agathangelou and Another
(1983)1 C.L.R. 1007. Δεν εκτινάσσεται άνθρωπος ακίνητος σε απόσταση 22 μέτρων με κτύπημα από αυτοκίνητο που κινείται με μικρή ταχύτητα. Αυτό είναι ζήτημα κοινής λογικής και όχι εμπειρογνωμοσύνης.» Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός, Ποιν. Εφ. 6853, ημερ. 19.1.2001, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Όσον αφορά στον όρο «απερίσκεπτη οδήγηση», στην R. V. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου, Ποιν. Εφ. 7103, ημερ. 8.10.2002: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης του εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ΄ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στον Wilkinson's Road Traffic Offences 4η έκδοση παράγραφοι 1-302 και 1-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά, βεβαίως, υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. Όπως και στην περίπτωση άλλης νομολογίας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1-307 του πιο πάνω συγγράμματος στην οποία, σε κατηγορία για πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, κρίθηκε σχετική η προσαγωγή μαρτυρίας για οδήγηση από «μαθητευόμενο» οδηγό χωρίς την προβλεπόμενη επιτήρηση. Η έννοια της απερίσκεπτης πράξης καθορίζεται ευκρινώς στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 στη σελίδα 239, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Σημειώνω, περαιτέρω, ότι, όπως έχει νομολογηθεί, θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 161/05, ημερ. 3.3.2006). Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι αντικειμενικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού και σώφρονα οδηγού - και όχι του τέλειου οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων συνιστά αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν ληφθούν ασυνήθεις προφυλάξεις.(Fardon v. Harcourt-Rlvlngton
(1932)All E.R. Rep. 81, 83 (H.L.). Το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων, γεννάται αφού εκδηλωθεί ο κίνδυνος στον δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Σχετικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, και Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151, ή στην παρούσα υπόθεση αφού κ κατηγορουμένη δει για πρώτη φορά τη «σφαίρα» να έρχεται. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ως γενική νομοθετική επιταγή και νομολογιακή αρχή, οι οδηγοί οχημάτων που διακινούνται στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Αυτή ακριβώς η υποχρέωση στοιχειοθετεί και το καθήκον επιμέλειας οδηγών που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από παρόδους για την ασφάλεια των διακινούμενων στον κύριο δρόμο (ποινική έφεση 6701/1999 μεταξύ Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, ημερομηνίας 14/7/1999). Επομένως με βάση τη μαρτυρία και τις αρχές της Νομολογίας όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω πρέπει να εξεταστεί η οδηγητική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης για να διαπιστωθεί καταρχήν κατά πόσο υπήρξε οποιοδήποτε σφάλμα κατά την οδήγηση της. Αν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική, θα πρέπει ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσο η συμπεριφορά αυτή μπορεί να καταταγεί νομικά σε συμπεριφορά αλόγιστη, επικίνδυνη ή απερίσκεπτη. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε σε πάροδο, στην Α. Ασσιώτη και προσπάθησε να εισέλθει σε κύριο δρόμο, τη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, και κατά την προσπάθεια της αυτή συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε το θύμα, με πολύ μεγάλη ταχύτητα θα μπορούσε να λεχθεί και με υπερβολική και ιλιγγιώδη ταχύτητα, του οποίου η πορεία ήταν ευθεία κατά μήκος της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας όπως έχει αναγραφεί πιο πάνω, προκύπτει ότι το θύμα έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του αμέσως πριν να συγκρουστεί με το όχημα της Κατηγορουμένης. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε και αυτό προκύπτει ως αναντίλεκτο από τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων κατηγορίας και συγκεκριμένα των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, είναι την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το θύμα και σημειώνω ότι από τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προκύπτει ότι θα μπορούσε να βρεθεί η συγκεκριμένη ταχύτητα, δεν είναι βέβαιο αν το θύμα είχε σταματήσει στα φώτα τροχαίας και εκκίνησε σηκώνοντας τη μοτοσικλέτα του στον ένα τροχό χωρίς να την οδηγήσει έτσι ή κατά πόσο ερχόταν σε ευθεία πορεία και προς τούτο αναφέρω τις αντιφάσεις μεταξύ των θέσεων των Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7 και δεν έχει αποδειχθεί τι είναι εκείνο που έκανε το θύμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του. Σημειώνω ότι, οι θέσεις των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 επί του θέματος ότι ανεξάρτητα από την ταχύτητα με την οποία έτρεχε το θύμα η Κατηγορούμενη όφειλε να δει τη μοτοσικλέτα και ότι η πιο πιθανή αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν η έξοδος του οχήματος της Κατηγορουμένης από την πάροδο δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα θέματα αυτά. Όπως έχει αναφερθεί η θέση της Κατηγορουμένης εξ αρχής στην κατάθεση της ήταν ότι έλεγξε κανονικά τον δρόμο και είδε την τροχαία κίνηση τόσο από την αριστερή πλευρά όσο και από τη δεξιά από όπου και ερχόταν το θύμα. Ήταν η θέση της ότι δεν είδε κανένα όχημα γι΄ αυτό και άρχισε να εισέρχεται με χαμηλή ταχύτητα στον κύριο δρόμο. Η πρώτη φορά που είδε τη μοτοσικλέτα του θύματος και το θύμα ήταν όταν είχε πλέον εισέλθει στον κύριο δρόμο αλλά λόγω της υπερβολικής ταχύτητας της μοτοσικλέτας δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε προς αποφυγή της σύγκρουσης. Αυτή η θέση της Κατηγορουμένης δεν αντικρούστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή όπως έχω αναφέρει ο Μ.Κ.1 επέμενε σταθερά ότι η Κατηγορούμενη όφειλε να δει τον μοτοσικλετιστή αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρνήθηκε τον ισχυρισμό της Κατηγορουμένης ότι είχε ελέγξει προσεκτικά τον δρόμο πριν αρχίσει την έξοδο της από την πάροδο και την προσπάθεια της να μπει στον κύριο δρόμο. Επομένως, αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο εξήλθε η Κατηγορούμενη από την πάροδο με δεδομένα όπως αυτά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω στα ευρήματα του Δικαστηρίου ενέχει σφάλμα στην οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης και κατά πόσο το σφάλμα αυτό κατατάσσει νομικά την οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης ως αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη. Είναι η θέση μου ότι με βάση τις ερμηνείες που έχουν δοθεί από τη Νομολογία στις πιο πάνω φράσεις, η οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης δεν μπορεί να καταταγεί νομικά σε καμία από τις πιο πάνω κατηγορίες. Η Κατηγορούμενη εισήλθε στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ έχοντας σταματήσει προηγουμένως στο Αλτ της οδού Ασσιώτη, έχοντας ελέγξει το δρόμο και αποφάσισε με βάση την ορατότητα που είχε που ήταν απρόσκοπτη για 220 μέτρα ως η πορεία της, ότι μπορούσε με ασφάλεια να εισέλθει σ΄ αυτή μη έχοντας αντιληφθεί την μοτοσικλέτα του θύματος η οποία οδηγείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα «σαν σφαίρα». Αυτός ο τρόπος οδήγησης της Κατηγορουμένης ούτε αλόγιστος μπορεί να θεωρηθεί, δηλαδή οδήγηση η οποία ήταν κατάφορη και παράλογη ή ότι υπήρχε κίνδυνος σοβαρός στο δρόμο και η Κατηγορούμενη δεν τον πρόσεξε για να λάβει προφυλάξεις, ούτε απερίσκεπτη εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη οδήγησε με τρόπο που να αγνόησε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη της σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης, ούτε και επικίνδυνα εφόσον κατά την άποψη μου ο τρόπος που εξήλθε η Κατηγορούμενη από την πάροδο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως επικίνδυνη οδήγηση. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με την κατηγορία αυτή. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι έχω προβληματιστεί και έχω εξετάσει το κατά πόσο με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία όπως έχει τεθεί ενώπιον μου και όπως έχει αξιολογηθεί, η Κατηγορούμενη μπορεί να βρεθεί ένοχη στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Νικολαϊδης ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικά ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του οδηγού. Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6614, ημερ. 19.3.1999, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είμαι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6614, ημερ. 19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρόμιο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Μurrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». (Βλ. επίσης Τriftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140). Μόνο σε περίπτωση όπου η Κατηγορούμενη αντιλαμβανόταν την παρουσία του πεζού στον δρόμο ενώ είχε περιθώριο να αντιδράσει, και παρέλειπε να λάβει τα αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτήν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω)). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων, όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στον δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας, Π.E. 5797, ημερ. 20.12.1994). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι αντικειμενικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι του τέλειου οδηγού ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια τόσο του ιδίου όσο και των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων συνιστά αμέλεια. Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου δεν θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν ληφθούν ασυνήθεις προφυλάξεις. Έχω την άποψη ότι ο τρόπος οδήγησης του θύματος με βάση και τη μαρτυρία που ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη σε σχέση με το θέμα αυτό, ήταν τέτοιος που η Κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε με βάση πάντα το κριτήριο του συνετού οδηγού αντιμέτωπου με τα γεγονότα όπως έχουν λεχθεί να θεωρηθεί αμελής. Όπως έχει ήδη λεχθεί η Κατηγορούμενη εξήλθε προσεκτικά από την πάροδο έχοντας ελέγξει το δρόμο και έχοντας αποφασίσει ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το θύμα ήταν τέτοια που φαίνεται ότι κάλυψε την απόσταση που τον χώριζε από την Κατηγορουμένη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο η Κατηγορούμενη με βάση το επίπεδο του συνετού και λογικού, όχι όμως του τέλειου οδηγού όταν επιχείρησε να εισέλθει στον κύριο δρόμο δεν υπολόγισε. Επομένως είναι η θέση μου, ότι ούτε και στην κατηγορία της αμέλειας θα μπορούσε η Κατηγορούμενη να βρεθεί ένοχη. Τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ΣΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.