← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Houssein Vedat, Αρ. Υπόθεσης: 8009/10, 26.05.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Houssein Vedat, Αρ. Υπόθεσης: 8009/10, 26.05.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8009/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Houssein Vedat ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 26.05.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Τ. Kadri Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία η οποία αφορά το αδίκημα διάρρηξης και κλοπής καταστήματος κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α) και 255 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούσα αρχή διατείνεται ότι ο κατηγορούμενος 'την 12η Ιουνίου του 2009 στο Καϊμακλί της επαρχίας Λευκωσίας, διέρρηξε και εισήλθε εντός του περιπτέρου με την επωνυμία «Μ.Κ.TIME 2 STOP», στη Λεωφ. Αγ. Ιλαρίωνος αρ. 158 και διέπραξε εντός κακούργημα, δηλαδή έκλεψε χρηματικό ποσό €790=, είδη καπνού, οινοπνευματώδη ποτά, τηλεκάρτες «So Easy», τηλεκάρτες «Areeba», κρατικά λαχεία και διάφορα άλλα εμπορεύματα όλα συνολικής αξίας €12324,30 όλα περιουσία του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου από την Έγκωμη'. Προς απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες. Πρόκειται για τους αστ. 4835 Γ. Ιωαννίδη (στη συνέχεια ΜΚ1), λοχία 4719 Κ. Κλεάνθους (στη συνέχεια ΜΚ2), αστ. 51 Π. Γιάγκου (στη συνέχεια ΜΚ3), Δρ. Μάριο Καριόλου (στη συνέχεια ΜΚ4), Σοφία Μαυρουδή (στη συνέχεια ΜΚ5), Χρίστο Χ¨Παναγιώτου (στη συνέχεια ΜΚ6) και αστ. 1356 Χρ. Τσιόλη (στη συνέχεια ΜΚ7). Περαιτέρω, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους κατατέθηκαν οι καταθέσεις των· αστ. 4308 Η. Χαραλάμπους (βλ. τεκμήριο 30), αστ. 2850 Α. Ιωάννου (βλ. τεκμήριο 31), αστ. 2801 Σ. Ζαμπά (βλ. τεκμήριο 32) και Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου (βλ. τεκμήρια 33 Α έως και 33Γ). Αναφορικά με τα τεκμήρια 5 και 4 οι δύο πλευρές προέβησαν σε δήλωση, η οποία και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, δηλαδή ότι αυτά αντιστοιχούν στους καταλόγους που αναφέρονται στο τεκμήριο 33Γ, με τη σειρά που εκεί αναφέρονται. Τέλος, ως παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι τα αντικείμενα υπό στοιχεία 1 μέχρι και 10 που αναφέρονται στην έκτη σελίδα της έκθεσης του ΜΚ4, τεκμήριο 24, αντιστοιχούν στα τεκμήρια Δικαστηρίου 6 έως και

  1. Το δε αντικείμενο υπό στοιχείο 6 που αναφέρεται στην έκτη σελίδα της έκθεσης του ΜΚ4, τεκμήριο 25, αντιστοιχεί στο τεκμήριο Δικαστηρίου 16, ενώ το αντικείμενο υπό στοιχείο 1 στην έκθεση του ΜΚ4, τεκμήριο 26, επίσης αντιστοιχεί στο τεκμήριο Δικαστηρίου
  2. Δηλώθηκε δε ότι τα τεκμήρια, των οποίων η διακίνηση από την αστυνομία στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και εν συνεχεία στο Δικαστήριο δεν αμφισβητείται, εξετάστηκαν δεόντως επιστημονικά, ως αναφέρεται στις εκθέσεις τεκμήρια 24 έως και 26, και τα σχετικά συμπεράσματα δεν αμφισβητούνται. Αφότου ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση, ενώ στη συνέχεια κάλεσε και ένα μάρτυρα. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε η σύζυγος του κατηγορουμένου ονόματι Ebru Mihrikan Guner (στη συνέχεια ΜΥ1). Σύνοψη του μαρτυρικού υλικού έχει ως ακολούθως· Τα μεσάνυκτα της 12ης Ιουνίου προς 13ην Ιουνίου 2009 οι ΜΚ5 και ΜΚ6 κατευθύνοντο με το όχημα της ΜΚ5 από την οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τη λεωφόρο Αγίου Ιλαρίωνος στην Παλλουριώτισσα. Σε κάποια στιγμή οι δύο μάρτυρες είδαν άγνωστο πρόσωπο να ρίχνει στο δρόμο ένα κιβώτιο που ενωρίτερα μετέφερε, και εν συνεχεία να φεύγει τρέχοντας. Σύμφωνα με το ΜΚ6 στη σκηνή βρίσκονταν ακόμη δύο πρόσωπα τα οποία επίσης μετέφεραν κιβώτιο και τα οποία έφυγαν από το μέρος τρέχοντας. Οι ΜΚ5 και ΜΚ6 σταμάτησαν το όχημά τους δίπλα από το κιβώτιο που ενωρίτερα είδαν να αφήνεται στο έδαφος και αντιλήφθηκαν ότι τούτο περιείχε διάφορα καπνικά προϊόντα. Ας σημειωθεί εδώ ότι κανείς εκ των δύο μαρτύρων αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που είδαν να αφήνει το κιβώτιο. Αμέσως ο ΜΚ6 τηλεφώνησε στην αστυνομία και τους ενημέρωσε σχετικά, και έτσι στη σκηνή μετέβησαν οι αστυφύλακες 4308 Η. Χαραλάμπους και 2850 Α. Ιωάννου. Οι ΜΚ5 και ΜΚ6 τους υπέδειξαν το κιβώτιο, το οποίο περιείχε διάφορα καπνικά προϊόντα και μια πλεχτή κουκούλα. Καπνικά προϊόντα βρίσκοντο και πέριξ του κιβωτίου, όπως και ένα λιβέρι, ένα ζεύγος γαντιών και ένα σκαρπέλο. Στη συνέχεια ο αστ. 4308 Η. Χαραλάμπους περιπόλησε τη γύρω περιοχή για εντοπισμό των προσώπων που ο ΜΚ6 του ανέφερε ότι είδε στη σκηνή, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Προέβη, περαιτέρω, σε εξωτερικό έλεγχο περιπτέρου που βρίσκετο πλησίον της σκηνής όπου αφέθηκε το κιβώτιο, δεν εντόπισε όμως παραβίαση. Μεταξύ των ωρών 00:05 έως 04:00 τη φύλαξη της σκηνής ανέλαβε ο αστ. 2850 Α. Ιωάννου. Αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από τον αστ. 4308 Η. Χαραλάμπους ο οποίος φύλαξε τη σκηνή μέχρι η ώρα 05:00, όταν τη φύλαξη της σκηνής ανέλαβε εκ νέου ο αστ. 2850 Α. Ιωάννου μέχρι η ώρα 07:
  3. Η ώρα 07:10 ο αστ. 2850 Α. Ιωάννου αντικαταστάθηκε από τον αστυφύλακα 2801 Σ. Ζαμπά ο οποίος ανέλαβε τη φύλαξη τούτης μέχρι η ώρα 08:25, όταν στο μέρος μετέβη ο αστυφύλακας 1356 Χ. Τσιόλης (ΜΚ7). Όταν ο ΜΚ7 μετέβη στη σκηνή εκεί συνάντησε τον ιδιόκτητη του παρακείμενου περιπτέρου, ονόματι Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου. Ο ΜΚ7 διενήργησε επιτόπια εξέταση στο περίπτερο και διαπίστωσε ότι ένα εκ των μεταλλικών ρολών τούτου (shutter) και μια γυάλινη δίφυλλη πόρτα, είχαν παραβιαστεί με αιχμηρό αντικείμενο. Από το περιεχόμενο των καταθέσεων του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου (βλ. τεκμήρια 33 Α έως και 33 Γ), οι οποίες κατατέθηκαν εκ συμφώνου, προκύπτει ότι το περίπτερο βρίσκεται επί των οδών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Αγίου Ιλαρίωνος. Εξωτερικά καλύπτεται από μεταλλικά ρολά (shutter), ενώ εσωτερικά έχει τρεις γυάλινες πόρτες, δύο δίφυλλες και μια μονόφυλλη. Την 12.06.09 και περί ώρα 21:00 ο Κωνσταντίνου τερμάτισε την εργασία του και ασφάλισε τις πόρτες και τα μεταλλικά ρολά του περιπτέρου. Την 13.06.09 και περί ώρα 06:00 μετέβη στο περίπτερο όπου βρήκε κάποιο αστυφύλακα να το φρουρεί, ο οποίος του ανέφερε ότι το περίπτερο διερρήχθη. Έξω από το περίπτερο, στην οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και σε απόσταση περί τα 50 μέτρα, είδε ένα κιβώτιο, το οποίο αναγνώρισε ως ιδιοκτησία του περιπτέρου, και το οποίο περιείχε τσιγάρα. Εισερχόμενος στο περίπτερο διαπίστωσε ότι έλειπαν διάφορα αντικείμενα, δηλαδή όλα τα τσιγάρα, κάρτες so-easy και χρηματικό ποσό. Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνου παρέλαβε από την αστυνομία τα καπνικά προϊόντα που βρίσκοντο εντός και εκτός του κιβωτίου πλησίον του περιπτέρου, ενώ αργότερα την ίδια ημέρα κατέγραψε σε κατάθεση το σύνολο των προϊόντων που εκλάπησαν από το περίπτερό του. Ετοίμασε δε δύο καταλόγους εκ των οποίων ο ένας αφορά τα προϊόντα που εκλάπησαν και δεν ανευρέθησαν (βλ. τεκμήριο 5), ο δε άλλος το σύνολο των προϊόντων που εκλάπησαν αλλά ανευρέθησαν και έτσι επιστράφηκαν στον ίδιο (βλ. τεκμήριο 4). Το μέρος όπου ανευρέθηκε το κιβώτιο καθώς και το περίπτερο εξετάστηκε από το ΜΚ
  4. Τόσο από διάφορα σημεία εσωτερικά και εξωτερικά του περιπτέρου, όσο και από τα γάντια, την κουκούλα, το λιβέρι και το σκαρπέλο, έλαβε επιχρίσματα (swabs) τα οποία στάλησαν για επιστημονικές εξετάσεις. Περαιτέρω, φωτογράφησε τη σκηνή που αφέθηκε το κιβώτιο. Οι εν λόγω φωτογραφίες κατατέθηκαν ως τεκμήριο
  5. Επιστημονικές εξετάσεις διενέργησε και ο ΜΚ
  6. Εξέτασε συναφώς τα επιχρίσματα που έλαβε ο ΜΚ
  7. Τα συμπεράσματα του ΜΚ4, για τα οποία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι δεν αμφισβητούνται, καταγράφονται στα τεκμήρια 24 έως
  8. Ό,τι προκύπτει από τα συμπεράσματα του ΜΚ4 είναι πως στα τεκμήρια Δικαστηρίου 8,9 και 10, δηλαδή στα γάντια και την κουκούλα που βρέθηκαν στη σκηνή που αφέθηκε το κιβώτιο, εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό του οποίου η κύρια συνεισφορά ταυτίζεται με το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου. Τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν στη σκηνή παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από το ΜΚ1, ενώ ο ΜΚ3 παρουσίασε στο Δικαστήριο γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήρια 21 και 22, κατάθεση στην τουρκική και μετάφραση στην ελληνική, αντίστοιχα), και αναγνώρισε το τεκμήριο 16 ως τα παρειακά επιχρίσματα που έλαβε από τον κατηγορούμενο. Με την ανώμοτη δήλωσή του ο κατηγορούμενος αρνήθηκε εμπλοκή στην όλη υπόθεση. Ανέφερε πως η σχέση του με την όλη υπόθεση άρχισε όταν συνελήφθη από την αστυνομία. Ανέφερε περαιτέρω πως αφότου συνελήφθη ερωτήθηκε αν είχε σχέση με την υπόθεση, ενώ του αναφέρθηκε ότι ανευρέθηκε μια κουκούλα και γάντια και ερωτήθηκε αν τα έχει χρησιμοποιήσει. Αφότου απάντησε αρνητικά ερωτήθηκε κατά πόσο έχασε γάντια και κουκούλα και απάντησε όχι. Σύμφωνα όμως με τον κατηγορούμενο αυτή την τελευταία ερώτηση δεν την αντιλήφθηκε, όπως ούτε και ο ανακριτής αντιλήφθηκε την απάντηση που ο ίδιος έδωσε. Περαιτέρω, επί αυτής της ερωτήσεως έγινε μετά μια προσθήκη, και αυτή την προσθήκη είναι που του ζήτησαν να υπογράψει. Μετά την ανάκριση ενθυμήθηκε ότι στην αποθήκη της πολυκατοικίας όπου διαμένει με την οικογένειά του, και η οποία αποθήκη χρησιμοποιείται από το σύνολο των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, τριάντα ένα τον αριθμό, είχε φυλάξει κάποια πράγματα, μεταξύ των οποίων ένα ζευγάρι γάντια και ένα μπερέ, και όχι κουκούλα όπως η αστυνομία του ανέφερε. Τα εν λόγω αντικείμενα τα είχε χρησιμοποιήσει παλαιότερα όταν ο ίδιος και η οικογένειά του μετέβησαν στο Τρόοδος. Όταν λοιπόν τον επισκέφθηκε η σύζυγος του στον αστυνομικό σταθμό που κρατείτο της ζήτησε να ελέγξει κατά πόσο τα γάντια και ο μπερές ευρίσκοντο στην αποθήκη της πολυκατοικίας όπου τα φύλαξε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η σύζυγός του προέβη σε σχετικό έλεγχο και διαπίστωσε ότι τόσο αυτά τα αντικείμενα όσο και άλλα, δεν βρίσκονταν στην αποθήκη. Την επόμενη ημέρα όταν η σύζυγος του τον επισκέφθηκε εκ νέου στον αστυνομικό σταθμό που κρατείτο τον ενημέρωσε σχετικά. Σύμφωνα με τη ΜΥ1 αφότου συνελήφθη ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε στον αστυνομικό σταθμό που κρατείτο. Τότε ο κατηγορούμενος της ζήτησε να ψάξει για τα γάντια και τον μπερέ που φύλαξαν στην αποθήκη της πολυκατοικίας όπου διαμένουν. Έψαξε για αυτά, ως της ζητήθηκε, και διαπίστωσε ότι δεν ήταν στην αποθήκη και ενημέρωσε συναφώς τον κατηγορούμενο. Ανέφερε περαιτέρω ότι αυτά τα αντικείμενα τα χρησιμοποίησαν προ διετίας όταν μετέβησαν στο Τρόοδος. Επεξήγησε ακόμη ότι η εν λόγω αποθήκη είναι κοινόχρηστη καθ΄ ότι χρησιμοποιείται από το σύνολο των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Τέλος, ανέφερε πως η είσοδος της εν λόγω αποθήκης δεν είναι κλειδωμένη και ότι μπορεί να εισέλθει σε αυτή ακόμη και άτομο που δεν διαμένει στην πολυκατοικία. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και δη των παραδεκτών γεγονότων είναι αντιληπτό ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι τη 12.06.09 διαρρήχθηκε το περίπτερο του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου που φέρει την επωνυμία Μ.Κ. TIME 2 STOP και βρίσκεται στις οδούς Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Αγίου Ιλαρίωνος, όπως ούτε ότι από το εν λόγω περίπτερο κλάπηκε περιουσία αξίας €12324,
  9. Περαιτέρω, η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ούτε ότι την 13.06.09 εντοπίστηκε πλησίον του περιπτέρου, δηλαδή περί τα πενήντα μέτρα μακριά, κιβώτιο το οποίο περιείχε καπνικά προϊόντα και μια κουκούλα, ενώ εκτός του κιβωτίου και δίπλα από αυτό βρίσκοντο καπνικά προϊόντα, ένα ζευγάρι γάντια, λιβέρι και σκαρπέλο. Τέλος, η υπεράσπιση δέχεται ότι τόσο στην κουκούλα όσο και στα γάντια εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό του οποίου η κύρια συνεισφορά ανήκει στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με την υπεράσπιση τα τεκμήρια 8, 9 και 10, δηλαδή τα γάντια και η κουκούλα που βρέθηκαν στη σκηνή, ανήκουν στον κατηγορούμενο. Αφήνεται έτσι να νοηθεί ότι αναμενόμενος ήτο και ο εντοπισμός σε αυτά γενετικού υλικού του κατηγορουμένου. Προβάλλεται εντούτοις ο ισχυρισμός ότι τα εν λόγω αντικείμενα ήταν φυλαγμένα σε κοινόχρηστη αποθήκη και όπως η ΜΥ1 διεπίστωσε μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου, είχαν κλαπεί. Περαιτέρω, για τον κατηγορούμενο το τεκμήριο 10 δεν είναι κουκούλα αλλά μπερές. Είναι, σύμφωνα με την υπεράσπιση, ένεκα αυτής της διαφορετικής αντίληψης του τι εστί το τεκμήριο 10 που ο κατηγορούμενος είπε στην αστυνομία ότι δεν χρησιμοποιεί και δεν έχασε κουκούλα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316 και Αθανασίου κ.α ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου είχα πάντα κατά νου ότι ο χαρακτήρας τέτοιας δήλωσης είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αλλά δύναται να επεξηγήσει αποδεδειγμένα μόνο γεγονότα (βλ. Anastassiades n. The Republic
(1977)2 CLR 97). Οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Η όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα διαπνέετο από φυσικότητα και αυθορμητισμό. Το δε περιεχόμενο της μαρτυρίας τους παρότι πλούσιο σε λεπτομέρειες και επεξηγήσεις ήτο απαλλαγμένο αντιφάσεων. Περαιτέρω, η μαρτυρία τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα παραδεκτά γεγονότα, και πλείστοι εξ΄ αυτών δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η πτυχή της μαρτυρίας που αμφισβητήθηκε σχολιάζεται πιο κάτω. Στον αντίποδα η ΜΥ1 και ο κατηγορούμενος δεν μου άφησαν θετικές εντυπώσεις. Κατά τη διάρκεια της διαζώσης μαρτυρίας της ΜΥ1 ήτο φανερό ότι έγνοια της δεν ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά η απαλλαγή του συζύγου της, και ως εκ τούτου η οικονομική επιβίωση τόσο της ίδιας όσο και των παιδιών της. Αποδέχθηκε εν προκειμένω ότι η ίδια δεν εργάζεται και ότι συντηρείται οικονομικά εν μέρει από την εργασία του κατηγορουμένου και εν μέρει από εισόδημα που προέρχεται από καταστήματα που ανήκουν στον κατηγορούμενο και τα οποία ο τελευταίος ενοικιάζει σε τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω, η πεποίθηση της ΜΥ1 ότι ο σύζυγός της δεν διέπραξε το επίδικο αδίκημα εδράζετο στο ότι προτού παντρευτούν της υποσχέθηκε ότι δεν θα εμπλέκετο σε παράνομες ενέργειες. Ως εκ των πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι η ΜΥ1 δεν ήτο ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας. Η όποια δε θέση της, πλην της απώλειας των τεκμηρίων 8 έως και 10 η οποία σχολιάζεται πιο κάτω, εδράζετο σε πεποίθηση και όχι σε γεγονότα. Παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως σύζυγος του κατηγορουμένου που μοναδικό στόχο είχε την απαλλαγή τούτου και όχι την αποκάλυψη της αλήθειας. Τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν όμως τους λόγους που η μαρτυρία της ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστη. Και επί της ουσίας η μαρτυρία της εδράζεται σε μη στέρεο υπόβαθρο. Ήταν η θέση της ΜΥ1 πως όταν επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό που κρατείτο ο τελευταίος της ζήτησε να ψάξει για τα γάντια και την κουκούλα, τα οποία όμως δεν βρήκε στην αποθήκη. Ό,τι διερωτάται κανείς είναι γιατί και οι δύο, ΜΥ1 και κατηγορούμενος, επέλεξαν να κρατήσουν αυτές τις ενέργειες και διαπιστώσεις τους μακριά από την αστυνομία. Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ ποιος άλλος λόγος δικαιολογεί τέτοια εγρήγορση από πλευράς κατηγορουμένου και ΜΥ1, αν όχι για να αναφέρουν στην αστυνομία κατά πόσο τα εν λόγω αντικείμενα (τεκμήρια 8 έως 10) εκλάπησαν από την αποθήκη της οικίας τους, και ότι δυνατόν να χρησιμοποιήθηκαν στη διάρρηξη από το δράστη αυτής της κλοπής. Όλως πραδόξως, και παρότι η ΜΥ1 διαπίστωσε πως τούτα τα αντικείμενα είχαν κλαπεί από την αποθήκη, δεν ανέφεραν οτιδήποτε στην αστυνομία. Υπό το φως των πιο πάνω ό,τι αναδεικνύεται από αυτή τη θέση είναι υστεροβουλία, γυμνή αληθινών γεγονότων, που στόχο έχει την απαλλαγή και μόνο του κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η θέση της ΜΥ1 δεν είναι διακριτή και ανεξάρτητη της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου. Άλλωστε από τον κατηγορούμενο είναι που έλαβε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, σχετικές οδηγίες. Το περιεχόμενο όμως της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου απάδει της κοινής λογικής. Αναφορικά με το χαρακτηρισμό του τεκμηρίου 10 ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε δυστοκία συνεννόησης με το ΜΚ3 που ελάμβανε την κατάθεση. Ό,τι όμως δεν απαντάται από τα λεγόμενα του κατηγορουμένου είναι το εξής· εάν μεν ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβάνετο την ερώτηση και περαιτέρω πίστευε πως ούτε ο ΜΚ3 αντιλήφθηκε εκείνον, γιατί τότε έδωσε καταφατική απάντηση στην ερώτηση 17 που του υποβλήθηκε, δηλαδή κατά πόσο κατάλαβε τις πιο πάνω ερωτήσεις, και δεν θέλησε να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω (βλ. ερώτηση 18 τεκμηρίου 22); Από την άλλη, εάν ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε για τί είδους αντικείμενο ερωτήθηκε, δηλαδή κουκούλα αντί μπερέ, τότε πώς αμέσως μετά την κατάθεση που έδωσε στο ΜΚ3 ενθυμήθηκε τα αντικείμενα, τεκμήρια 8 έως 10, και έδωσε οδηγίες στη σύζυγό του να ψάξει να τα βρει; Πώς δηλαδή αίφνης μετά την κατάθεση που έδωσε στο ΜΚ3 ενθυμήθηκε τούτα τα αντικείμενα που δεν είχε ενωρίτερα αντιληφθεί το χαρακτηρισμό τους; Τέλος, ακόμη και επί τη υποθέσει ότι ο κατηγορούμενος απάντησε την εν λόγω ερώτηση ως φαίνεται στο τεκμήριο 22 επειδή για εκείνον το τεκμήριο 10 δεν είναι κουκούλα αλλά μπερές, ποια είναι τότε η λογική επεξήγηση για τα γάντια, για τα οποία επίσης ερωτήθηκε στην ερώτηση 14; Γιατί δεν ενθυμήθηκε τότε τουλάχιστον τα γάντια, το χαρακτηρισμό των οποίων αντιλήφθηκε; Όλα τα πιο πάνω καθιστούν το περιεχόμενο της δήλωσης του κατηγορουμένου σαθρό, υστέροβουλο και απορριπτέο. Για τους λόγους που πιο πάνω παρατίθενται είμαι πεπεισμένος ότι η εν λόγω δήλωση όχι μόνο δεν αποκαλύπτει την αλήθεια, αλλά και ότι μοναδικό στόχο είχε την εξουδετέρωση των όποιων συμπερασμάτων δυνατό να προκύπτουν από το ότι το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου εντοπίστηκε στα εν λόγω τεκμήρια τα οποία βρέθηκαν στη σκηνή. Τόσο η ανώμοτη δήλωση όσο και η μαρτυρία της ΜΥ1 συνιστούν, εκ των υστέρων της διερεύνησης της υπόθεσης, προσαρμογή των ισχυρισμών της υπεράσπισης στο υφιστάμενο μαρτυρικό υλικό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τόσο τη μαρτυρία της ΜΥ1 όσο και την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου τις απορρίπτω, στην έκταση που συγκρούονται με τα παραδεκτά γεγονότα και την αξιόπιστη μαρτυρία. Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ο κος Kadri ανέφερε ότι μεταξύ της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ4 υπάρχει διάσταση. Όπως ανέφερε ο συνήγορος, ο ΜΚ2 έδωσε ως λόγο που δεν έλαβε επίχρισμα από το κιβώτιο στη σκηνή ότι είναι δύσκολος ο εντοπισμός γενετικού υλικού σε χαρτί. Στον αντίποδα, είπε ο κος Kadri, για το ίδιο θέμα ο ΜΚ4 είπε πως δεν υπάρχει ειδική δυσκολία. Αφενός η εισήγηση της υπεράσπισης εδράζεται σε πραγματική πλάνη. Ο ΜΚ2, ειδικός δακτυλοσκόπος, στην προκείμενη περίπτωση το πρόσωπο που έλαβε διάφορα επιχρίσματα από τη σκηνή, δεν έκανε λόγο σε δυσκολία ανεύρεσης γενετικού υλικού αλλά δακτυλικών αποτυπωμάτων. Αφετέρου, το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2 είναι ενδεικτικό της φιλαληθείας του. Επί του προκειμένου ο μάρτυρας επεξήγησε ότι ανεύρεση δακτυλικών αποτυπωμάτων στο χάρτινο κιβώτιο ήτο δύσκολη για τον ίδιο. Ήτο όμως δυνατό να σταλεί το κιβώτιο σε εργαστήριο για περαιτέρω εξετάσεις, κάτι το οποίο δεν έγινε. Αυτές οι εξηγήσεις του ΜΚ2 δεν αναδεικνύουν πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου και απόκρυψη της αλήθειας αλλά ακριβώς το αντίθετο. Καταλήγω συνεπώς ότι όλα όσα υπεδείχθησαν δεν πλήττουν την αξιοπιστία του ΜΚ
  1. Τα πυρά της υπεράσπισης δέχθηκε και ο ΜΚ
  2. Είναι τούτος ο αστυφύλακας που έλαβε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου (βλ. τεκμήρια 21 και 22, κατάθεση στην τουρκική και μετάφραση στην ελληνική, αντίστοιχα). Οι αιτιάσεις της υπεράσπισης εστιάστηκαν σε προσθήκη που φαίνεται να φέρει το κείμενο στην τουρκική (βλ. τεκμήριο 21 ερώτηση 14). Άφησαν δε τον υπαινιγμό ότι η προσθήκη δεν ήτο ταυτόχρονη της συγγραφής του κειμένου, καθώς ότι δεν επεξηγήθηκε στον κατηγορούμενο. Οι σχετικές απαντήσεις του ΜΚ3 είναι πλήρως επεξηγηματικές των όσων περιβάλλουν αυτή την πτυχή της κατάθεσης του κατηγορουμένου. Εν πρώτοις η φράση που προστέθηκε, όπως επεξηγήθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, σημαίνει 'οποτεδήποτε', δηλαδή φράση η οποία δεν είναι αφεαυτής ενοχοποιητική. Ο ΜΚ3 ανέφερε περαιτέρω ότι δίπλα από την προσθήκη ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του. Αυτή η θέση περί μονογραφής του κατηγορουμένου όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά υιοθετήθηκε και από τον κατηγορούμενο, εφόσον ανάλογα ανέφερε στην ανώμοτη δήλωσή του. Όλα τα πιο πάνω δεν αφήνουν ίχνος αμφιβολίας ότι η ερώτηση 14 στο τεκμήριο 21 εν τη ρύμη του λόγου ειπώθηκε ημιτελής, και γι΄αυτό ο ΜΚ3 πάραυτα έσπευσε να διορθώσει το σφάλμα προσθέτοντας τη φράση οποτεδήποτε, την οποία επεξήγησε στον κατηγορούμενο, και γι΄ αυτό άλλωστε ο τελευταίος την υπέγραψε. Ούτε αυτές οι θέσεις της υπεράσπισης αλλοιώνουν τη θετική εικόνα του μάρτυρα. Η υπεράσπιση εισηγήθηκε ακόμη ότι οι έρευνες της αστυνομίας στόχο είχαν την τιμωρία του κατηγορουμένου και όχι την αποκάλυψη της αλήθειας. Την εν λόγω εισήγηση έδρασε στο ότι ο ΜΚ3 δέχθηκε πως ενόσω κατέθετε ενόρκως σε αίτημα προφυλάκισης του κατηγορουμένου, τότε υπόπτου, ανέφερε πως θα διεξάγετο αναγνωριστική παράταξη, κάτι το οποίο δεν έγινε. Σημειώνω αφενός πως από μόνη της αυτή η μαρτυρία δεν είναι ικανή να οδηγήσει στα όσα διατείνεται η υπεράσπιση. Αφετέρου, ο ΜΚ3 εξήγησε στο Δικαστήριο ότι δεν διενεργήθηκε αναγνωριστική παράταξη καθ΄ ότι οι μάρτυρες δεν ήτο πρόθυμοι να συμμετάσχουν. Μπορεί μεν ο ΜΚ6 να ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν κλήθηκε για αναγνωριστική παράταξη και πως μια φορά κλήθηκε η ΜΚ5 μόνο, τούτο όμως δεν σημαίνει πως ο ΜΚ3 είναι αυτούς τους μάρτυρες που εννοούσε, εφόσον κάτι τέτοιο δεν διερευνήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ούτε αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης ρίχνει οιεσδήποτε σκιές στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Από την αξιόπιστη μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα συνάγονται τα ακόλουθα· Την 12.06.09 και ώρα 21:00 ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου κλείδωσε και ασφάλισε το περίπτερό του με την επωνυμία Μ.Κ. TIME 2 STOP, το οποίο βρίσκεται στις οδούς Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Αγίου Ιλαρίωνος. Τα μεσάνυκτα της 12ης Ιουνίου προς 13ην Ιουνίου στην οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη τρία πρόσωπα μετέφεραν δύο κιβώτια. Το ένα πρόσωπο, το οποίο είδαν οι ΜΚ5 και ΜΚ6, και το οποίο δεν αναγνώρισαν ως τον κατηγορούμενο, θεάθηκε να αφήνει στο έδαφος ένα κιβώτιο, που όταν στη συνέχεια το προσέγγισαν οι μάρτυρες διεπιστώθη ότι περιείχε διάφορα καπνικά προϊόντα. Το σημείο όπου αφέθηκε το κιβώτιο απέχει περί τα πενήντα μέτρα από το προαναφερόμενο περίπτερο. Την 13.06.09 έρευνα της αστυνομίας απεκάλυψε ότι μεταλλικό ρολό και γυάλινη πόρτα του περιπτέρου είχαν παραβιαστεί με αιχμηρό αντικείμενο. Την ίδια ημέρα ο Κωνσταντίνου, ιδιοκτήτης του περιπτέρου, διαπίστωσε ότι από το περίπτερο έλειπαν αντικείμενα και χρηματικό ποσό, όλα ανερχόμενα σε €12324,
  3. Τα δε καπνικά προϊόντα που βρέθηκαν εντός και πέριξ του κιβωτίου που αφέθηκε από τον άγνωστο άνδρα που είδαν οι ΜΚ5 και ΜΚ6, αναγνωρίστηκαν από τον Κωνσταντίνου ως περιουσία του περιπτέρου του και του παραδόθηκαν αυθημερόν. Εντός και πλησίον του κιβωτίου που αφέθηκε από τον άγνωστο άνδρα εντοπίστηκαν μια κουκούλα, ένα ζευγάρι γάντια, λιβέρι και σκαρπέλο. Στα γάντια και την κουκούλα εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό του οποίου η κυρία συνεισφορά αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι το μαρτυρικό υλικό, στην ολότητα του, συνίσταται σε περιστατική μαρτυρία (circumstantial evidence), εφόσον δεν εντοπίζεται σε αυτό άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία προσώπου η οποία να φέρει τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Αυτή εν τούτοις η επισήμανση δεν σημαίνει ότι το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό συνιστά μαρτυρία κατώτερης ποιότητας. Τουναντίον, έχει λεχθεί πως σε ορισμένες περιπτώσεις η περιστατική μαρτυρία είναι πιο ασφαλής απόδειξη γιατί δεν είναι εύκολα επιδεκτική πλάνης (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, 418). Σημειώνεται όμως ότι εκεί όπου η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι περιστατική, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά και ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα (βλ. Hassan v. Δημοκρατίας Π.Ε. 128/06, ημερ. 16.10.08 και Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444, 450). Η δε διερεύνηση τυχόν συμβιβασμού με οιονδήποτε λογικό συμπέρασμα έχει νομολογηθεί ότι δεν επεκτείνεται γενικά, αόριστα και θεωρητικά, αλλά περιορίζεται σε ό,τι εύλογα εξάγεται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41,55). Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων και εφόσον η εκδοχή του κατηγορουμένου και της συζύγου του ότι τα τεκμήρια 8 έως 10 εκλάπησαν από την αποθήκη της πολυκατοικίας που διαμένουν, απορρίφθηκε ως αναληθής και αναξιόπιστη, ορθό κρίνω να εξετάσω τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν πλέον από την ανεύρεση αυτού του γενετικού υλικού. Μοναδικό συμπέρασμα που συνάγεται κρίνω πως είναι ότι τα εν λόγω αντικείμενα, τεκμήρια 8 έως 10, χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Η ανεύρεση του γενετικού υλικού και η ταύτισή του με εκείνο του κατηγορουμένου αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός, και σχετική διαπίστωση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, καμία αξιόπιστη μαρτυρία επεξηγεί γιατί το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου βρέθηκε στα εν λόγω τεκμήρια. Η ολότητα του ενώπιόν μου μαρτυρικού υλικού, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του κατηγορουμένου στο τεκμήριο 22 ότι δεν χρησιμοποιεί και ότι δεν έχασε αντικείμενα ως τα τεκμήρια 8 μέχρι και 10 οδηγεί σε ένα μόνο συμπέρασμα. Τούτο είναι πως τα τεκμήρια 8 μέχρι και 10 χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195 και Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 571). Αυτό βεβαίως το συμπέρασμα δεν οδηγεί, δίχως άλλο, και σε απάντηση του επίδικου ερωτήματος, δηλαδή κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που διέρρηξε το περίπτερο. Άλλο ένα σημείο άξιο σχολιασμού είναι τα συμπεράσματα που δυνατό να προκύπτουν από το καθεστώς της περιουσίας που εντοπίστηκε στη σκηνή, δηλαδή των καπνικών προϊόντων. Τα εν λόγω αντικείμενα, τα οποία μάλιστα αναγνωρίστηκαν από τον Κωνσταντίνου ως εμπορεύματα που εκλάπησαν από το περίπτερο και έτσι του επιστράφηκαν, εντοπίστηκαν περί τα πενήντα μέτρα μακριά από το περίπτερο. Και πάλιν σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, στη σκηνή βρίσκοντο τρία πρόσωπα τα οποία μετέφεραν δύο κιβώτια. Το κιβώτιο με τα καπνικά προϊόντα που βρέθηκε στη σκηνή είναι το ένα από τα δύο κιβώτια, δηλαδή εκείνο το οποίο έπεσε από τον άγνωστο άντρα που είδαν οι ΜΚ5 και ΜΚ6. Προκύπτει περαιτέρω ότι η διάρρηξη του περιπτέρου έλαβε χώραν την 12ην Ιουνίου 2009 μεταξύ 21:00, όταν και ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου (Κωνσταντίνου) κλείδωσε τούτο, με 24:00, όταν οι ΜΚ5 και ΜΚ6 είδαν τον άγνωστο άντρα να αφήνει το κιβώτιο που βρέθηκε στη σκηνή. Συνάγεται συναφώς ότι ο άγνωστος άντρας που είδαν οι ΜΚ5 και ΜΚ6, καθώς και τα άλλα δύο πρόσωπα που είδε ο ΜΚ6, τη δεδομένη στιγμή είχαν στην κατοχή τους το επίδικο κιβώτιο με τα καπνικά προϊόντα και έτσι στην κατοχή τους βρίσκετο προσφάτως κλαπείσα περιουσία. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2007, para 21-125 έως 21-128, καθώς και τα λεχθέντα στην υπόθεση Kyprianou v. The Police
(1976)2 CLR 75. Τη δε ερμηνεία του όρου πρόσφατη κατοχή πραγματεύεται το σύγγραμμα Blackstone´s
(1995), σελίδα 1824, παράγραφος F 3:28 όπου αναφέρεται ότι η απόφαση είναι ζήτημα πραγματικό και βαθμού (whether possession is recent is a question of fact and degree dependent on all the circumstances of the case in question). Στην προκείμενη περίπτωση το τεκμήριο 19, δηλαδή οι φωτογραφίες του κιβωτίου που ανευρέθηκε στη σκηνή, αναδεικνύει ότι η ποσότητα της κλαπείσας περιουσίας ήτο μεγάλη. Το δε χρονικό σημείο που ήτο στην κατοχή των τριών ανδρών είναι κοντινό στη διάρρηξη του περιπτέρου. Τέλος, υπόψιν λαμβάνεται και ο χρόνος κατοχής της περί ου ο λόγος κλαπείσας περιουσίας, δηλαδή μεσάνυχτα, καθώς και η φυγή των τριών ανδρών αμέσως μόλις έγιναν αντιληπτοί, όπως επίσης και το γεγονός ότι το περίπτερο που διαρρήχθη και από το οποίο εκλάπηκε η σχετική περιουσία, βρίσκεται μόλις πενήντα μέτρα μακριά από το σημείο όπου αφέθηκε η κλαπείσα περιουσία. Ως εκ των πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα πως οι κάτοχοι της κλαπείσας περιουσίας που βρέθηκε στη σκηνή είναι και οι δράστες της διάρρηξης και κλοπής του περιπτέρου από το οποίο κλάπηκε η περιουσία που εντοπίστηκε. Αξίζει να ειπωθεί ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν απαντήθηκαν από την υπεράσπιση με αξιόπιστη μαρτυρία. Εν ολίγοις, αναπάντητος και ανεξήγητος παρέμεινε ο λόγος που μαζί με την προσφάτως κλαπείσα περιουσία που άφησε στη σκηνή ένας εκ των τριών δραστών της διάρρηξης και κλοπής του περιπτέρου, βρέθηκαν και τα τεκμήρια 8 μέχρι και 10 στα οποία εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου καθώς και εκείνο άγνωστου άνδρα. Η απουσία εξήγησης, ορώμενη υπό το φως όλων όσων αναφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 22), δηλαδή ότι δεν χρησιμοποιεί και δεν έχασε τέτοια αντικείμενα, οδηγεί σε και συμβιβάζεται με ένα μόνο λογικό συμπέρασμα, ήτοι· ότι τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος ήτο στη σκηνή και ως εκ τούτου είναι ένας εκ των δύο προσώπων που ο ΜΚ6 είδε στη σκηνή να διαφεύγουν με το άλλο κιβώτιο, δηλαδή ένας εκ των δραστών της διάρρηξης και κλοπής του περιπτέρου, σύμφωνα με όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Το εν λόγω συμπέρασμα κρίνω πως είναι και το μοναδικό στο οποίο δύναται να καταλήξει το Δικαστήριο εξετάζοντας το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο δεν συμβιβάζεται με άλλες διαζευκτικές πιθανολογήσεις. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου έξω από κάθε λογική αμφιβολία. Ως εκ των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.