Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρη Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 1246/08, 27.05.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1246/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Δημήτρη Δημητρίου ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 27.05.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Λ. Ιωαννίδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε κατηγορίες. Αντικείμενο τούτων είναι τα ακόλουθα αδικήματα· απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις (πρώτη κατηγορία), επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης (δεύτερη κατηγορία), επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (τρίτη κατηγορία), κακόβουλη ζημιά (τέταρτη κατηγορία) και ανησυχία (πέμπτη κατηγορία). Προς απόδειξη των κατηγοριών η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο πέντε μάρτυρες. Όταν περαιτέρω ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Τα πρόσωπα που κλήθηκαν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες για την κατηγορία είναι οι· αστ. 1265 Α. Αντρέου (στη συνέχεια ΜΚ1), αστ. 2651 Κ. Κυπριανίδης (στη συνέχεια ΜΚ2), λοχ. 1748 Χρ. Θωμά (στη συνέχεια ΜΚ3), αστ. 828 Σ. Μιχαηλίδης (στη συνέχεια ΜΚ4) και πρώην ειδικός αστ. 5403, νυν πυροσβέστης 4662 Γ. Χρυσάνθου (στη συνέχεια ΜΚ5). Σημειώνω εξαρχής ότι οι θέσεις των δύο πλευρών είναι διαμετρικά αντίθετες. Τόσο επί ουσιωδών όσο και παρεμφερών θεμάτων οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί φαίνεται να διαφέρουν. Εκεί όπου οι θέσεις των δύο πλευρών συμπίπτουν είναι στο ότι ξημερώματα της 14ης Μαϊου 2007 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΗG943, ανεκόπη από μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και στη συνεχεία συνελήφθη και μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού. Περιγραμματικά οι εκατέρωθεν θέσεις έχουν ως ακολούθως· Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής εδράζεται στη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ
- Είναι η θέση των δύο αυτών μαρτύρων πως κατά τον επίδικο χρόνο διενεργούσαν έλεγχο τροχαίας στη λεωφόρο Νίκης. Το ακριβές σημείο όπου ευρίσκοντο ήτο παρά το ζαχαροπλαστείο New York, δηλαδή, με κατεύθυνση από φώτα Γαβιηλίδη προς λεωφόρο Ακροπόλεως, βρίσκονταν πριν τα φώτα τροχαίας στη συμβολή των λεωφόρων Νίκης και Αρσινόης. Σύμφωνα με τη θέση τους, αυτή ήτο και η κατεύθυνση του κατηγορουμένου, δηλαδή από φώτα Γαβριηλίδη προς λεωφόρο Ακροπόλεως. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι και οι δύο διενήργησαν σήμα στο όχημα του κατηγορουμένου ούτως ώστε να σταματήσει για έλεγχο. Αντ΄ αυτού ο τελευταίος όχι μόνο δεν ανέκοψε ταχύτητα αλλά οδήγησε προς τα πάνω τους και στη συνέχεια εισήλθε και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Οι δύο αστυφύλακες επιβιβάστηκαν αμέσως στο υπηρεσιακό όχημα που βρίσκετο στη σκηνή και χωρίς να χάσουν επαφή με το ύποπτο όχημα το ακολούθησαν. Σύμφωνα με τους μάρτυρες το εν λόγω όχημα πέρασε με κόκκινο τα φώτα τροχαίας στη συμβολή των λεωφόρων Νίκης και Αρσινόης και ανέκοψε έτσι την πορεία άλλου διερχόμενου οχήματος, για να καταλήξει στη συνέχεια ακινητοποιημένο στα φώτα Αγίου Δημητρίου στη λεωφόρο Ακροπόλεως, λόγω τροχαίας κίνησης που προπορεύετο. Όταν τότε οι δύο αστυφύλακες εξήλθαν του περιπολικού και κατευθύνθηκαν προς τον κατηγορούμενο, αντελήφθηκαν τούτον να κατευθύνεται πεζός προς το μέρος τους και να φωνάζει. Η εμφάνιση, οι κινήσεις και η αναπνοή του ανεδείκνυαν, σύμφωνα με τους μάρτυρες, ότι βρίσκετο υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών. Του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για εξέταση και αρνήθηκε. Τότε ήταν που τέθηκε υπό σύλληψη. Στην προσπάθεια τους να συλλάβουν τον κατηγορούμενο ο τελευταίος αντιστάθηκε και έτσι χρησιμοποίησαν ανάλογη βία. Αυτή η αντίσταση είναι ό,τι συνιστά την επίθεση εναντίον των δύο αστυφυλάκων, αντικείμενο της δεύτερης κατηγορίας, καθώς και την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στον ένα εκ των δύο, ΜΚ5, και την κακόβουλη ζημιά στο ρουχισμό τούτου, εφόσον ως αποτέλεσμα είχε το σχίσιμο της υπηρεσιακής φανέλας και του γιλέκου που φορούσε. Όταν εν τέλει ο κατηγορούμενος συνελήφθη μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού. Εκεί τη διερεύνηση των σχετικών παραπόνων ανέλαβε ο ΜΚ1, δυνάμει οδηγιών του ΜΚ3, ενώ τη γραπτή κατηγορία εναντίον του προσήψε ο ΜΚ
- Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι ουδέποτε του έγινε σήμα για να σταματήσει. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι αριθμός από αστυφύλακες βρίσκετο όχι στη λεωφόρο Νίκης αλλά στη λεωφόρο Ακροπόλεως αμέσως μετά τη συμβολή των φώτων τροχαίας με τη λεωφόρο Αρσινόης, ως η κατεύθυνσή του, παρά το φούρνο Πανδώρα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ακινητοποίησε το όχημά του μετά που κλήθηκε από περιπολικό που τον ακολουθούσε, όχι στα φώτα τροχαίας Αγίου Δημητρίου αλλά στα επόμενα. Σύμφωνα με τον ίδιο, μαζί με τους ΜΚ2 και ΜΚ5 βρίσκετο άλλος ένας αστυφύλακας και συγκεκριμένα λοχίας. Αυτό το πρόσωπο, το οποίο δεν κλήθηκε ως μάρτυρας και το όνομα του οποίου δεν επιβεβαιώνεται με σαφήνεια από τη μαρτυρία και εικάζεται ότι πρόκειται για κάποιο λοχία ονόματι Δημήτρη Ροβέρτου, του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής. Προσπάθησε δύο φορές να πράξει τούτο, ανεπιτυχώς όμως, ενώ την τρίτη φορά, όταν πλέον εξήλθε του οχήματος που οδηγούσε, του επιτέθηκε ο ΜΚ5 και με βάναυσο τρόπο του έθεσε χειροπέδες. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού όπου εκεί υπέβαλε παράπονο στο ΜΚ3 για τα όσα προηγήθηκαν. Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί εδώ ότι οι δύο πλευρές προέβησαν και σε παραδεκτά γεγονότα τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τούτα συνίστανται στο ότι την 14.05.07 ο Γιάγκος Χρυσάνθου (ΜΚ5) εξετάστηκε από τον ιατρό Φοίβο Κωστόπουλο του Τμήματος Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και διεπιστώθη ότι έφερε πρόσφατες γραμμοειδείς εκχυμώσεις δεξιού και αριστερού αντιβραχίου, καθώς επίσης και δεξιάς και αριστερής τραχηλικής επιφάνειας. Οι εν λόγω διαπιστώσεις είναι τα όσα αναγράφονται στο τεκμήριο
- Περαιτέρω, την 14.05.07 ο κατηγορούμενος εξετάστηκε από τον Φοίβο Κωστόπουλο και έφερε ήπιο οίδημα αριστερής πηχυοκαρπικής. Διενεργήθηκε ακτινολογικός έλεγχος αριστερής πηχυοκαρπικής αρθρώσεως και ήτο αρνητικός κατάγματος. Οι εν λόγω διαπιστώσεις είναι τα όσα αναγράφονται στο τεκμήριο
- Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Κάθε πλευρά υποστήριξε πως αξιόπιστοι είναι οι ισχυρισμοί των μαρτύρων που η ίδια κάλεσε στο Δικαστήριο. Σημειώνω όμως πως σύμφωνα με το συνήγορο του κατηγορουμένου αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3, παρότι για τον τελευταίο εισηγήθηκε ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν ανταποκρίνεται στα ακριβή γεγονότα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες και τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 133). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία του ΜΚ4 ήτο καθ΄ όλα τυπική και άνευ ουσιαστικής σημασίας για τα επίδικα θέματα. Μοναδική συμβολή τούτου στην όλη υπόθεση ήταν η πρόσαψη κατηγορίας στον κατηγορούμενο. Πέραν των πιο πάνω και η παρουσία του μάρτυρα στο Δικαστήριο άφησε θετικές μόνο εντυπώσεις. Ως εκ των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ4 κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητά της. Περιορισμένο ρόλο είχαν και οι ΜΚ1και ΜΚ
- Ούτε αυτοί ήταν παρόντες στη σκηνή του επεισοδίου. Στην υπόθεση ενεπλάκησαν μετά που ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, όταν ο ΜΚ3 έδωσε οδηγίες στο ΜΚ1 για λήψη σχετικών καταθέσεων. Και οι δύο μάρτυρες απάντησαν τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν με ευθύτητα και χωρίς περιστροφές. Το δε περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, το οποίο σε μεγάλο βαθμό είναι ταυτόσημο, αποκαλύπτει τη φιλαλήθεια και ειλικρίνειά τους. Και οι δύο μάρτυρες συμφωνούν εν προκειμένω πως κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο σταθμό η συμπεριφορά του ήταν εντελώς φυσιολογική. Περαιτέρω, και οι δύο μάρτυρες συμφωνούν ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήτο λιγομίλητος, εξέφρασε παράπονο για τον τρόπο που τον μεταχειρίστηκαν ενωρίτερα. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανέφερε πως προσέγγισε τον κατηγορούμενο στο ένα μέτρο και ο τελευταίος δεν μύριζε αλκοόλ. Αυτά τα στοιχεία καταφανώς υπέρ του κατηγορουμένου, είναι ό,τι αναδεικνύουν πως πρόθεση αυτών των μαρτύρων δεν ήταν η μεροληπτική κατάθεση υπέρ των συναδέλφων τους, παραπονουμένων, αλλά η εξιστόρηση όλων όσων οι ίδιοι πραγματικά αντελήφθηκαν. Οι αιτιάσεις της υπεράσπισης για μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ3 κρίνω ότι δεν αλλοιώνουν τα πιο πάνω συμπεράσματα. Ήταν συναφώς η θέση της υπεράσπισης πως εκεί στο σταθμό ο κατηγορούμενος παραπονέθηκε στο ΜΚ3 για χρήση βίας εναντίον του. Σημειώνω αφενός ότι ο ΜΚ1 ανέφερε πως παρότι ο ίδιος δεν έλαβε κανένα παράπονο ήτο βέβαιος ότι υποβλήθηκε παράπονο στον επί καθήκοντι λοχία, δηλαδή το ΜΚ3, αναφορικά με τραυματισμό που υπέστη ο κατηγορούμενος. Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΚ1, αντελήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε ένταση και ήθελε να βγάλει προς τα έξω αγανάκτηση που ένοιωθε. Η σχετική επί του προκειμένου θέση του ΜΚ3 δεν αναιρεί τη μαρτυρία του ΜΚ1 όπως ούτε τις υποβολές της υπεράσπισης. Ανέφερε συναφώς ότι ο κατηγορούμενος του υπέβαλε παράπονο ότι οι χειροπέδες που του έβαλαν εσκεμμένα τέθηκαν πιο σφιχτά, δεν ενθυμείτο όμως κατά πόσο του αναφέρθηκε οτιδήποτε άλλο. Αφετέρου, ο ΜΚ3 αναγνώρισε μέρος του ιατρικού εντύπου που συμπλήρωσε και χορήγησε στον κατηγορούμενο, τεκμήριο
- Στο εν λόγω τεκμήριο ο ΜΚ3 συμπλήρωσε το παράπονο, το οποίο, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο τεκμήριο, ήταν πως δέχθηκε επίθεση. Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε παράπονο, αφενός μεν για τραυματισμό στον καρπό από τις χειροπέδες, αφετέρου δε για επίθεση. Το ότι ο ΜΚ3 δεν ενθυμείτο το παράπονο του κατηγορουμένου, δηλαδή ότι του επιτέθηκαν, το οποίο όμως ενθυμείτο ο ΜΚ1, και προσπάθησε πιθανολογώντας να εξηγήσει γιατί έγραψε κάτι τέτοιο στο τεκμήριο 6, δεν αναιρεί ούτε το αξιόπιστο της μαρτυρίας του, όπως ούτε ότι τέτοιο παράπονο υπεβλήθη, έστω και εμμέσως, δηλαδή δια της απαίτησης του κατηγορουμένου για συναφή εξέταση καθώς και της δήλωσης του στο τεκμήριο 6 ότι δέχθηκε επίθεση. Θετικές όμως εντυπώσεις άφησε και ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος με λεπτομέρεια, σταθερότητα και σαφήνεια επεξήγησε ενόρκως κάθε πτυχή του ισχυρισμού του. Η μαρτυρία του δεν ήτο μόνο φυσική, αυθόρμητη και απαλλαγμένη αντιφάσεων, υποστηρίζεται εν μέρει και από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής. Η μαρτυρία του ΜΚ1 ομιλεί εν προκειμένω για την αγανάκτηση που ένοιωθε ο κατηγορούμενος στον αστυνομικό σταθμό, το φυσιολογικό της παρουσίας του εκεί, καθώς ότι δεν μύριζε αλκοόλ. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ3 επιμαρτυρεί το παράπονο που υπέβαλε για τη μεταχείριση που έτυχε, καθώς ότι στο σταθμό μετέβησαν μαζί με τον κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα πέραν των ΜΚ2 και ΜΚ5, μεταξύ των οποίων και ο λοχίας Ροβέρτου. Από την άλλη οι ΜΚ2 και ΜΚ5 με εξέπληξαν αρνητικά. Δεν είναι τόσο η φυσική παρουσία τους στο Δικαστήριο η οποία ήτο αποκαλυπτική της αναλήθειάς τους, όσο αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι κάποιοι εκ των ισχυρισμών τους διαφέρουν, ενώ άλλοι δεν ικανοποιούν το κριτήριο της κοινής λογικής. Παρότι οι δύο μάρτυρες διατείνονται ότι εισήλθαν και οι δύο στο δρόμο για να ανακόψουν την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου και σύμφωνα με το ΜΚ2 ήταν διπλά ο ένας στον άλλο, εντούτοις ο ΜΚ2 ανέφερε πως ήτο στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, ως η κατεύθυνση του οχήματος του κατηγορουμένου, ο δε ΜΚ5 ότι ήτο δίπλα στο πεζοδρόμιο. Η αντίφαση βεβαίως δεν περιορίζεται στην απλή παρουσία τους στο δρόμο, επεκτείνεται και σε άλλα θέματα με τα οποία συνέδεσαν την παρουσία τους στο δρόμο. Ο ΜΚ2 ανέφερε συναφώς ότι το υπηρεσιακό όχημα βρίσκετο σταθμευμένο στην αριστερή, ως η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, λωρίδα κυκλοφορίας, καταλαμβάνοντας το σύνολο τούτης. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, πώς τότε ο ΜΚ5 βρίσκετο δίπλα από το πεζοδρόμιο και συγκεκριμένα 30 εκατοστά μακριά. Πέραν τούτου η θέση του ΜΚ5 διαφέρει και για το σημείο όπου βρίσκετο το υπηρεσιακό όχημα. Σύμφωνα με αυτόν το μάρτυρα το όχημα δεν ήταν στο δρόμο αλλά σε παρακείμενο γκαράζ με την μπροστινή του όψη να βλέπει το δρόμο. Οι αντιφάσεις όμως στη μαρτυρία των δύο αστυφυλάκων εν σχέσει με την παρουσία τους στο δρόμο άπτεται και άλλου ισχυρισμού. Ήτο η θέση και των δύο πως αφενός ο κατηγορούμενος οδήγησε κατάπάνω τους, αφετέρου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ήταν μάλιστα η θέση τους πως χρειάστηκε να μετακινηθούν για να γλυτώσουν ενώ περαιτέρω, με την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ο κατηγορούμενος παρολίγο να προκαλέσει δυστύχημα. Εν πρώτοις, όπως προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ5, η θέση τους στο δρόμο ήτο διαφορετική. Φαντάζει έτσι αντικειμενικά αδύνατο ο κατηγορούμενος να οδήγησε το όχημα κατά πάνω και των δύο, εφόσον ο ένας βρίσκετο στη δεξιά και ο άλλος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Περαιτέρω, εάν ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του προς το μέρος τους, αναγκάζοντας τους να μετακινηθούν από τη θέση τους, τότε ποιος λόγος υπήρχε να κινηθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η εν λόγω όμως θέση δεν είναι η μόνη που προβάλλει ως υπερβολή στη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ
- Παρεμβάλλω εδώ ότι διάσταση στη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ5 προκύπτει για άλλο ένα ζήτημα. Ο μεν ΜΚ2 θεώρησε πως ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του με κανονική ταχύτητα, ο δε ΜΚ5 ότι ανέπτυξε περαιτέρω ταχύτητα. Από τη μαρτυρία του ΜΚ5 αφέθηκε να νοηθεί ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει, θέση όμως που δεν υποστηρίχθηκε από το ΜΚ
- Παρόλα αυτά, και οι δύο μάρτυρες συμφωνούν πως ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα φώτα τροχαίας στη συμβολή των λεωφόρων Νίκης και Αρσινόης και εισήλθε στη διασταύρωση με κόκκινο, ανακόπτοντας έτσι την πορεία άλλου διερχόμενου οχήματος. Σημειώνω εδώ ότι σε καμία από τις περιπτώσεις που σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ5 ενεπλάκησαν άλλα οχήματα, λήφθηκαν οιαδήποτε στοιχεία τούτων, ή σχετικές από τους οδηγούς τους καταθέσεις. Η εισήγηση όμως περί απόπειρας διαφυγής του κατηγορουμένου παραγνωρίζει τα ακόλουθα γεγονότα που προκύπτουν από τη μαρτυρία αυτών των ΜΚ2 και ΜΚ
- Από τα φώτα τροχαίας στη συμβολή των λεωφόρων Νίκης και Αρσινόης ο κατηγορούμενος μπορούσε να δει στα επόμενα φώτα τροχαίας, δηλαδή του Αγίου Δημητρίου. Προτού δε φτάσει στα δεύτερα φώτα είχε την ευχέρεια τόσο δεξιάς όσο και αριστερής, σε δύο περιπτώσεις, στροφής. Εν τούτοις, σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ5, ο κατηγορούμενος ο οποίος ενωρίτερα δεν σταμάτησε σε σήμα που του έκαναν, κινήθηκε κατά πάνω τους, πέρασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εν συνεχεία πέρασε τα φώτα τροχαίας στη λεωφόρο Νίκης με κόκκινο, επέλεξε να προχωρήσει ευθεία προς τα φώτα τροχαίας του Αγίου Δημητρίου για να ακινητοποιήσει το όχημα του πίσω από άλλα προπορευόμενα οχήματα που ανέμεναν αλλαγή προτεραιότητας στα εν λόγω φώτα τροχαίας. Από αυτόν τον ισχυρισμό ελλείπει λογικό έρεισμα εφόσον είναι ηλίου φαεινότερον πως είτε η εκτίμηση των μαρτύρων κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να διαφύγει είναι εσφαλμένη, είτε τα γεγονότα δεν διαδραματίστηκαν ως οι ΜΚ2 και ΜΚ5 ανέφεραν. Αν ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διαφύγει γιατί κατευθύνθηκε σε αδιέξοδο το οποίο προφανώς είδε εκ των προτέρων, και δεν έκανε στροφή; Η υπερβολή στη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ5 προκύπτει και από άλλο ένα στοιχείο. Στις καταθέσεις των δύο αυτών μαρτύρων αναφέρεται ότι σε κάποιο στάδιο ανέκοψαν την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου. Κατά την αντεξέταση όμως προέκυψε ότι η πορεία του οχήματος δεν ανεκόπη, εν τη εννοία παρεμβολής στην πορεία του από το αστυνομικό όχημα, αλλά ζητήθηκε από τους μάρτυρες όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του πίσω από άλλα προπορευόμενα οχήματα στα φώτα τροχαίας Αγίου Δημητρίου. Σύμφωνα μάλιστα με τους ΜΚ2 και ΜΚ5 με αυτή την οδηγία ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε αμέσως. Αυτή η συμμόρφωση καταδεικνύει ως ασυνάρτητη και την αμέσως επόμενη, σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ5, εξέλιξη του επεισοδίου. Αν ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε με τις οδηγίες των αστυφυλάκων, γιατί τότε να εξέλθει του οχήματός του φωνασκώντας κατά τρόπο που υποδήλωνε ότι θα έφευγε. Αν αυτή ήτο η επιθυμία του δεν θα συμμορφώνετο με τις οδηγίες της αστυνομίας και θα έφευγε. Αμφιβόλου όμως ειλικρίνειας είναι οι ισχυρισμοί των ΜΚ2 και ΜΚ5 και περί των όσων διατείνονται ότι ο κατηγορούμενος τους είπε στη σκηνή. Αφενός ο ΜΚ2 αποδέχθηκε ότι προτού γράψει την κατάθεσή του συνεννοήθηκε με το ΜΚ5 αναφορικά με το τι τους είπε ο κατηγορούμενος. Αντίθετη εν προκειμένω ήτο η θέση του ΜΚ5 ο οποίος ανέφερε ότι ενθυμείτο όλα όσα ειπώθηκαν από τον κατηγορούμενο και τούτο παρότι πρόκειται για αρκετές φράσεις. Αυτή η αντίφαση αναδεικνύει βέβαια το μεμπτό των ενεργειών των εν λόγω μαρτύρων. Πέραν τούτου, ό,τι προκαλεί έκπληξη είναι ότι οι ισχυριζόμενες φράσεις, οι οποίες είναι περισσότερες της μιας και μάλιστα μακροσκελείς, είναι ταυτόσημες στις καταθέσεις των δύο μαρτύρων και τούτο παρότι κανείς εκ των δύο τις κατέγραψε την ώρα που ειπώθηκαν. Πέραν όλων των πιο πάνω εκείνο που πραγματικά απάδει της κοινής λογικής και αφήνει υπόνοιες για την όλη στάση των δύο αστυφυλάκων είναι ότι ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ο κατηγορούμενος διέπραξε σωρεία σοβαρών αδικημάτων, εντούτοις όταν ανέκοψαν την πορεία του μετά από καταδίωξη, εξερχόμενοι του αστυνομικού οχήματος δεν τον συνέλαβαν πάραυτα αλλά ζήτησαν δείγμα εκπνοής. Μόνο όταν ο τελευταίος αρνήθηκε προχώρησαν να τον συλλάβουν. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έχει λογικό υπόβαθρο. Εάν οι ισχυρισμοί των ΜΚ2 και ΜΚ5 για ό,τι προηγήθηκε ήτο ορθοί η απαίτηση δείγματος εκπνοής δεν θα ήτο το ζητούμενο τη δεδομένη στιγμή. Η σωρεία των σοβαρών αδικημάτων που θα είχε διαπράξει τέτοιος οδηγός θα δικαιολογούσε όχι μόνο έγνοια για ανακοπή του οχήματος ούτως ώστε να διασφαλιστεί πως δεν θα συνεχίζετο η τρελή πορεία του οχήματος, αλλά και άμεση σύλληψή του. Σε τέτοια περίπτωση θα αγνοείτο όμως το τυπικό και ανούσιο κατά τα άλλα ενδιαφέρον για παροχή δείγματος εκπνοής. Αυτά όμως εάν οι ισχυρισμοί των ΜΚ2 και ΜΚ5 για όλα όσα προηγήθηκαν ήτο βάσιμοι και ειλικρινείς. Ας σημειωθεί περαιτέρω πως η θέση των ΜΚ2 και ΜΚ5 ότι ο κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ, όχι μόνο δεν υποστηρίζεται αλλά καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του επίσης αστυφύλακα, ΜΚ
- Όταν ο κατηγορούμενος ήτο στο σταθμό τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ3, θέλουν τούτον να συμπεριφέρεται φυσιολογικά και όχι έξαλλα και ακατάσταστα ως οι ΜΚ2 και ΜΚ5 ισχυρίστηκαν ότι συμπεριφέρθηκε στη σκηνή του επεισοδίου. Δεν παραγνωρίζεται ότι οι δύο θέσεις διαφέρουν τόσο σε χρόνο όσο και σε τόπο, παρόλα αυτά θα αναμένετο ότι εάν ο κατηγορούμενος ήτο μεθυσμένος αυτή η ζάλη και εγρήγορση δεν θα εξαφανίζοντο αίφνης μόλις μεταφέρθηκε στο σταθμό. Ανάλογη θα ήτο η συμπεριφορά του, έστω και ηπιότερη, και στο σταθμό. Αυτές λοιπόν οι θέσεις των ΜΚ1 και ΜΚ3 αντικρούουν το σχετικό ισχυρισμό των ΜΚ2 και ΜΚ5 περί μέθης του κατηγορουμένου. Δεν παραγνωρίζω τέλος ότι δυνάμει των παραδεκτών γεγονότων ο ΜΚ5 έφερε διάφορες πρόσφατες κακώσεις. Ενταγμένο αυτό το γεγονός στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού δεν προσθέτει κύρος και φιλαλήθεια στη μαρτυρία του ΜΚ
- Κακώσεις άλλωστε, έφερε και ο κατηγορούμενος. Η συνολική αποτίμηση της μαρτυρίας δεν οδηγεί, για μόνο το παραδεκτό γεγονός, σε διαφορετική από την προηγηθείσα ανάλυση. Στην προκειμένη περίπτωση η πιο πάνω ανάλυση των σχετικών ισχυρισμών αναδεικνύει το φανταστικό και μεροληπτικό της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ
- Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία τους είναι επίπλαστη, επιτηδευμένη και υστερόβουλη. Ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Συγκεραστικά όλων των πιο πάνω καταλήγω πως αναφορικά με τα διαδραματισθέντα προ της σύλληψης του κατηγορουμένου τα ακριβή γεγονότα έχουν ως ο ίδιος τα εξιστόρησε στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος δεν οδήγησε κατά τρόπο απερίσκεπτο και όταν πλέον στάθμευσε το όχημά του γιατί του ζητήθηκε από περιπολικό που τον ακολουθούσε ενόσω βρίσκετο ακινητοποιημένο σε φώτα τροχαίας, αποπειράθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής χωρίς όμως επιτυχία, και στη συνέχεια δέχθηκε επίθεση από τον ΜΚ
- Από τη σύλληψη τούτου και εντεύθεν αποκαλυπτικές είναι οι καταθέσεις τόσο των ΜΚ1 και ΜΚ3, όσο και του κατηγορουμένου, ως πιο πάνω επεξηγήθηκε. Στο σταθμό Λυκαβηττού ο κατηγορούμενος υπέβαλε εμμέσως, δηλαδή δια του τεκμηρίου 6, παράπονο ότι του επιτέθηκαν, ενώ ανέφερε και ότι τραυματίστηκε από τις χειροπέδες. Για όλους τους λόγους που έχω ήδη επεξηγήσει κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου στον υψηλό βαθμό που απαιτείται. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο