ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. UIB INSURANCE REINSURANCE κ.α., Υπόθεση αρ: 2223/08, 27 Μαΐου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ: 2223/08 ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Παραπονούμενοι Εναντίον
- U.I.B INSURANCE, REINSURANCE & CONSULTANTS BROKERS LTD
- ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ Κατηγορουμένων -------------------------------- 27 Μαΐου, 2010 Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο κ. Γ. Κορφιώτης για τους κ.κ Κούσιος και Κορφιώτης. Για τους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Μ. Ιακώβου. Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Απόφαση Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, ένα νομικό πρόσωπο όπως δηλώνει το όνομά τους, διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, όπως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ομοίως και ο κατηγορούμενος αρ.2, ο οποίος διώκεται ως ο συνεργός τους. Συγκεκριμένα, και επί τη βάσει των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται γιατί τον Δεκέμβριο του έτους 2006, στη Λευκωσία, εξέδωσαν, προς όφελος των παραπονουμένων, σειρά επιταγών επί της «Arab Bank» οι οποίες, παρουσιασθείσες για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκαν γιατί ο εκδότης τους τις ανεκάλεσε. Πρόκειται για την επιταγή υπ' αριθμόν 02635922, για το ποσόν των Λ.Κ 15.000 και πληρωτέα στις 31.1.07 (1η κατηγορία), την επιταγή υπ΄αριθμόν 02635944, για το ποσόν των Λ.Κ 1.000 και πληρωτέα στις 12.2.07 (3η κατηγορία), την επιταγή υπ' αριθμόν 02635923 για το ποσόν των Λ.Κ 15.000 και πληρωτέα στις 28.2.07 (5η κατηγορία) και την επιταγή υπ' αριθμόν 02635924 για το ποσόν των Λ.Κ 15.000 και πληρωτέα στις 31.3.07 (7η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος αρ. 2 συνέδραμε τους κατηγορούμενος αρ.1 στην αδικοπραγία τόσον κατά την έκδοση των επιταγών όσον και κατά την ανάκλησή τους (2η, 4η, 6η και 8η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η παρουσίαση της υπόθεσης των παραπονουμένων υπήρξε σύντομη. Κατετέθηκαν, εκ συμφώνου, οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 1 έως και 4) καθώς και αντίγραφα των αντίστοιχων γραπτών εντολών προς τον αρμόδιο τραπεζικό οργανισμό για την ανάκλησή τους (τεκμήρια 5 έως και 8). Επίσης, δηλώθηκαν τα εξής παραδεκτά γεγονότα, τα οποία και ενεκρίθηκαν ως τέτοια:
(1)Τα τεκμήρια 1 έως και 4 εξεδόθηκαν από τους κατηγορουμένους αρ. 1, τα υπέγραψε ο κατηγορούμενος αρ. 2, που είναι ο διευθυντής τους, και έχουν παραδοθεί στους παραπονουμένους.
(2)Τα τεκμήρια 5 έως και 8 αποτελούν πιστά αντίγραφα των γραπτών οδηγιών τις οποίες έδωσαν οι κατηγορούμενοι στους τραπεζίτες τους και με τις οποίες οι πρώτοι ανεκάλεσαν την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να επιστραφούν οι επιταγές στους παραπονουμένους χωρίς να έχουν πληρωθεί. Η υπόθεση των παραπονουμένων ολοκληρώθηκε με τη σύντομη ένορκη κατάθεση του υπαλλήλου τους Χριστόφορου Γεωργίου (Μ.Κ.1). Ο Χριστόφορος Γεωργίου (Μ.Κ.1) δήλωσε τα εξής: Είναι υπεύθυνος να εισπράττει, από τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους των παραπονουμένων, τα ασφάλιστρα. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 υπήρξαν ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι των παραπονουμένων και ενεργούσαν ως τέτοιοι. Για την επαγγελματική αυτή συνεργασία ετηρείτο λογαριασμός (τεκμήριο 9). Ο λογαριασμός αυτός παρουσιάζει το πελατολόγιο των κατηγορουμένων αρ. 1, δηλ. τα πρόσωπα με τα οποία αυτοί συνήψαν ασφαλιστικές συμβάσεις εξ ονόματος των παραπονουμένων, καθώς και τα αντίστοιχα ασφάλιστρα. Όπως συμβαίνει με όλους τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους, τα ασφάλιστρα τα εισέπρατταν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 από τους ασφαλισμένους πελάτες τους και είχαν την υποχρέωση να τα καταβάλουν στους παραπονουμένους εντός ενενήντα
(90)ημερών από την έκδοση των ασφαλιστικών συμβολαίων. Ερωτηθείς, κατά την αντεξέταση, εάν κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορουμένων αρ. 1, οι δεύτεροι διέθεταν την άδεια που ο νόμος απαιτεί για να εκτελούν εργασίες ασφαλιστικού αντιπροσώπου, ο Χριστόφορος Γεωργίου (Μ.Κ.1) δήλωσε αναρμόδιος να απαντήσει. Και ερωτηθείς κατά πόσον οι παραπονούμενοι εδικαιούντο να συνάψουν συμφωνία, για να αντιπροσωπεύονται ως ασφαλιστές, με πρόσωπο το οποίο δεν διαθέτει την απαιτούμενη, από το νόμο, άδεια ο μάρτυρας δήλωσε άγνοια. Τέλος, κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας διευκρίνισε το κρίσιμο γεγονός πως οι επίδικες επιταγές εξεδόθηκαν στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας των κατηγορουμένων αρ. 1 με τους παραπονουμένους και αφορούν σε συνολικό ποσόν που οι πρώτοι οφείλουν στους δευτέρους ως ασφάλιστρα που εισέπραξαν. Σημειώνω πως, με αυτήν την πορεία αντεξέτασης του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων έθεσε την ειδική υπεράσπιση που καθορίζει η παρα.
(5)του άρθρου 305Α του Κεφ.154: την υπεράσπιση της έκδοσης επιταγής για πληρωμή οφειλής σχετιζομένης με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οιονδήποτε νόμο. Αυτή η ενέργεια της πλευράς των κατηγορουμένων υπήρξε, υπό τις περιστάσεις, επιβεβλημένη. Αποτελεί καθήκον του συνηγόρου του κατηγορουμένου να θέτει την υπεράσπιση και τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του πελάτη του στους μάρτυρες κατηγορίας για να μπορέσουν αυτοί να τους σχολιάσουν και να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις (Ηλία ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 454, απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 78/2008 Ελένη Κονιζίδου ν Θεόδουλου Αρέστη, ημερ. 29.5.2009, R v Bircham
(1972)Crim LR 430-1). Κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψαν, ως περαιτέρω υπερασπίσεις, και οι εξής:
(1)Οι επίδικες επιταγές δεν αποτελούν «επιταγές» εν τη έννοια των νόμου και, άρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο του ποινικού αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 305Α του Κεφ. 154. Στα έγγραφα αυτά καταγράφεται ως δικαιούχος η «Εθνική Ασφαλιστική» η οποία δεν είναι φυσικό πρόσωπο και ούτε μια εγγεγραμμένη, σε οιονδήποτε δημόσιο αρχείο, νομική οντότητα.
(2)Ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως πρόκειται για «επιταγές» εν τη έννοια του νόμου, οι επίδικες επιταγές ανεκλήθηκαν για εύλογη αιτία. Για να προωθηθούν οι υπερασπίσεις κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος αρ. 2, ο οποίος αντεξετάσθηκε επί μακρόν. Τα όσα ο κατηγορούμενος αρ. 2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη μαρτυρία, που αυτός προσεκόμισε είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή τους. Αποδίδω μόνον όσα είναι αδιαμφισβήτητα, τα οποία καταλήγουν καθοριστικά για την έκβαση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 είναι διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1, μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία, στο παρελθόν, ασχολείτο με την διαμεσολάβηση για την σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων. Για το σκοπό αυτό οι κατηγορούμενοι αρ. 1 συνεργαζόντουσαν με ασφαλιστικές εταιρείες στις οποίες γνώριζαν πελάτες έναντι προμήθειας. Τον Φεβρουάριο του έτους 2006 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και μια νομική οντότητα, η οποία ήταν γνωστή ως «Εθνική Ασφαλιστική», συνήψαν συμφωνία συνεργασίας στον τομέα των ασφαλίσεων. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 θα ενεργούσαν ως διαμεσολαβητής και ασφαλιστικός πράκτορας της οντότητας «Εθνική Ασφαλιστική», η οποία κατείχε άδεια διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών. Για τις υπηρεσίες αυτές οι κατηγορούμενοι αρ. 1 θα ελάμβαναν προμήθεια. Όμως, κατά τον χρόνο σύναψης της εν λόγω συμφωνίας και καθ' όλην τη διάρκεια της συνεργασίας των κατηγορουμένων αρ. 1 και της νομικής οντότητας, της γνωστής ως «Εθνική Ασφαλιστική», οι πρώτοι δεν διέθεταν την άδεια που ο νόμος απαιτεί για την άσκηση εργασιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Αυτό επιβεβαιώνει και η επιστολή του Εφόρου Ασφαλίσεων προς τους κατηγορούμενους αρ. 1 ημερ. 7.9.06 (τεκμήριο 34). Οι επίδικες επιταγές εξεδόθηκαν στα πλαίσια αυτής της επαγγελματικής συνεργασίας των κατηγορουμένων αρ. 1 με την νομική οντότητα που είναι γνωστή ως «Εθνική Ασφαλιστική» για να εξοφληθούν οι οφειλές των πρώτων όπως αυτές επαρουσιάζοντο σε έναν αλληλόχρεο λογαριασμό που ετηρείτο σχετικώς. Κρίνω αναγκαίο να παρεμβάλω τα εξής: Η επιστολή του Εφόρου Ασφαλίσεων ημερ. 7.9.06 (τεκμήριο 34) κοινοποιήθηκε στους παραπονουμένους και παρελήφθηκε από αυτούς, ως δηλώνει σχετική σφραγίδα τους επί αυτής. Περαιτέρω, η επιστολή ημερ. 7.9.06 (τεκμήριο 34) εισήχθηκε ως μαρτυρία με πρωτοβουλία της πλευράς των παραπονουμένων. Κατά την αντεξέταση του κατηγορουμένου αρ. 2, αυτός κλήθηκε να την αναγνωρίσει και να την καταθέσει ως τεκμήριο. Το έπραξε. Ακολούθησε μια πορεία αντεξέτασης η οποία σκόπευε να καταδείξει πως για να ασχολείται κάποιος ως ασφαλιστικός πράκτορας και/ή ως διαμεσολαβητής για την σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων απαιτείτο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και εξακολουθεί να απαιτείται η εγγραφή του στο αντίστοιχο μητρώο που τηρείται στα γραφεία του Εφόρου Ασφαλίσεων καθώς και η παραχώρηση σχετικής άδειας. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 επιβεβαίωσε τις θέσεις αυτές. Μελετώντας τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία παρατίθενται πιο πάνω και τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, διαπιστώνω πως η επίδικη συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν είναι αξιόποινη για τους σκοπούς του άρθρου 305Α του Κεφ.154. Η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου διαγιγνώσκεται εντός των πλαισίων που διαγράφονται από το σχετικά νομοθετήματα. Εν προκειμένω, σχετική δεν είναι μόνον η παρα.
(2)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 αλλά και η παρα.
(5)αυτού η οποία ορίζει τα εξής: «
(5)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο». Κατά δεύτερον, και εφ' όσον οι διάδικοι συμφωνούν πως οι επίδικες επιταγές εξεδόθηκαν στα πλαίσια της επαγγελματικής συναλλαγής των κατηγορουμένων αρ. 1 και της νομικής οντότητας γνωστής ως «Εθνική Ασφαλιστική», χωρίς οι πρώτοι να διαθέτουν άδεια από τον Έφορο Ασφαλίσεων και χωρίς να είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό δημόσιο μητρώο, σχετικός είναι και ο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος (Ν.35(Ι)/2002όπως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Όμως, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2, 164, 165, 169 και 170 του Νόμου αυτού προκύπτει πως για την επαγγελματική δραστηριοποίηση κάποιου ως ασφαλιστικού πράκτορα και/ή διαμεσολαβητή απαιτείται προηγούμενη άδεια και προηγούμενη εγγραφή στο σχετικό δημόσιο μητρώο του Εφόρου Ασφαλίσεων. Συνεπώς, η συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2, 164, 165, 169 και 170 του Ν. 35(Ι)/2002 καθιστά την κρίσιμη επαγγελματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων αρ. 1 και, κατά συνέπειαν, τις επαγγελματικές συναλλαγές τους με τους παραπονουμένους παράνομες. Εφ' όσον λοιπόν οι επίδικες επιταγές εξεδόθηκαν για να εξοφληθεί οφειλή η οποία σχετίζεται με παράνομες επαγγελματικές συναλλαγές, αυτές δεν μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο του ποινικού αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Η ειδική υπεράσπιση που καθιερώνει η παρα.
(5)του άρθρου 305Α είναι σαφής και εδώ προβάλλεται με επιτυχία. Οι περιστάσεις της προκειμένης υπόθεσης, όπως αυτές έχουν διαπιστωθεί, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του άρθρου 305Α του Κεφ.154. Η επίδικη συμπεριφορά των κατηγορουμένων εκφεύγει της ποινικής ευθύνης που το άρθρο αυτό καθιερώνει. Κρίνω αχρείαστη τη συζήτηση των άλλων υπερασπίσεων. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο