← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Houssein Vedat, Αρ. Υπόθεσης: 8009/10, 3.6.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Houssein Vedat, Αρ. Υπόθεσης: 8009/10, 3.6.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8009/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Houssein Vedat ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 3.6.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Kadri Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Την 26.05.2010 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, στο αδίκημα διάρρηξης περιπτέρου και κλοπής. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην καταδικαστική απόφαση, ο κατηγορούμενος την 12ην Ιουνίου 2009 ήτο ένας εκ των τριών δραστών που διέρρηξαν το περίπτερο με την επωνυμία M.K. TIME 2 STOP, στη λεωφόρο Αγίου Ιλαριώνος, από το οποίο εκλάπησαν εμπορεύματα συνολικής αξίας €12324,30. Από την κλαπείσα περιουσία εντοπίστηκε μέρος μόνο, αξίας €458,11, το οποίο περιέχετο σε κιβώτιο που αφέθηκε από ένα εκ των δραστών περί τα πενήντα μέτρα μακριά από το περίπτερο. Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος βαρύνεται και με δύο προηγούμενες καταδίκες. Τούτες είναι· (α) υπόθεση 5088/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία αφορούσε τέσσερεις κατηγορίες κλοπής στις οποίες επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης από 1 μέχρι και 3 μήνες. Η ποινή επιβλήθηκε την 6.2.09, και (β) υπόθεση 14837/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το αδίκημα της κλοπής. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπ΄ όψιν και η υπόθεση 34738/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία αφορούσε τα αδικήματα κλοπής και συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Την 27.02.2009 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Προς μετριασμό της ποινής που δυνατό να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ο συνήγορος του υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας που το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες να ετοιμαστεί. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος είναι ύπανδρος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, είκοσι μόλις μηνών, και πως η όποια ποινή επιβληθεί θα επηρεάσει δυσμενώς την οικογένειά του. Δεν χωρεί βέβαια αμφιβολία ότι το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι σοβαρό. Έχει νομολογηθεί ότι σταθερός δείκτης αποτίμησης της σοβαρότητας ενός αδικήματος είναι η ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή (βλ. Δημοκρατία v. Κυριάκου

(1990)2 ΑΑΔ 264). Στην προκείμενη περίπτωση το αδίκημα της διάρρηξης επισύρει ως ανώτατη ποινή εκείνη της φυλάκισης μέχρι και επτά έτη. Πέραν όμως της ανώτατης στο νόμο προβλεπόμενης ποινής, η οποία είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του αδικήματος, το θέμα δεν κλείνει εδώ. Τη δική της σημασία διαδραματίζει και η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του αδικήματος, καθιστώντας έτσι επιτακτική την αντιμετώπιση του δια αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 104, στη σελ. 106 λέχθηκε συναφώς ότι: «Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Παρόλα αυτά, ακόμη και στην περίπτωση που το διαπραχθέν αδίκημα είναι σοβαρό, η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, δεν ατονεί, δίχως όμως να παραγνωρίζεται ότι η εξατομίκευση δεν επιφέρει ούτε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως ούτε του στοιχείου της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, 227). Εν προκειμένω υπ΄ όψιν μου έλαβα ότι ο κατηγορούμενος είναι οικογενειάρχης πατέρας δύο ανήλικων τέκνων και πως η όποια στερητική της ελευθερίας ποινή θα έχει επάλληλες οικονομικές αλλά και κοινωνικές επιπτώσεις στην οικογένεια και τα τέκνα του κατηγορουμένου. Δεν παραλείπω ακόμη την οικονομική του κατηγορουμένου και της οικογένειας του κατάσταση, όπως και τις όποιες προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις που αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Δεν παραγνωρίζω όμως ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ότι κατά την αγόρευση από το συνήγορο του κατηγορουμένου για μετριασμό ποινής δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε διαφορετικό, μέχρι και σήμερα ο κατηγορούμενος δεν παραδέχεται τη διάπραξη του αδικήματος. Παρότι τέτοια θέση αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, εντούτοις αποκαλύπτει ότι μέχρι και σήμερα ο κατηγορούμενος δεν μετανόησε και ούτε μεταμέλησε για την πράξη του. Αυτή η στάση του κατηγορουμένου δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη. Περαιτέρω δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι δυνάμει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου στην καταδικαστική απόφαση, ο αριθμός των δραστών ανέρχετο σε τρεις, ο χρόνος διάρρηξης ήτο νυκτερινός, ενώ τα εμπορεύματα που εκλάπησαν ήταν μεγάλης συνολικής αξίας των οποίων το μεγαλύτερο μέρος δεν εντοπίστηκε. Τέλος, δεν μένω αδιάφορος ούτε στις προηγούμενες καταδίκες που βαρύνουν τον κατηγορούμενο. Οι προηγούμενες καταδίκες δεν δίδουν βεβαίως έρεισμα για επιβολή ποινής που αφήνει να νοηθεί ότι ο κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά, αποστερούν όμως τον κατηγορούμενο από το ευεργέτημα της επιεικείας, εφόσον ό,τι αποκαλύπτουν είναι αδιαφορία του αδικοπραγούντα για τήρηση των νόμων και κανονισμών, καθώς ότι δεν κατόρθωσαν (οι προηγούμενες καταδίκες) να συμμορφώσουν τον κατηγορούμενο (βλ. Παναγιώτου v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138). Όλα τα πιο πάνω είναι όσα έλαβα υπ΄ όψιν μου κατά την επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου. Προβληματίστηκα τόσο για το είδος όσο και το ύψος της ποινής, ενώ καθοδήγηση άντλησα από τις υποθέσεις Κυριάκου v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 601, Xiaojin κ.α. v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 104, και Φραντζίδης v. Αστυνομίας Π.Ε. 210/07 ημερ. 26.02.08, χωρίς όμως να παραγνωρίζω τις οιεσδήποτε διαφορές τους με την παρούσα υπόθεση. Καταλήγω ότι ο τρόμος που προκαλείται μεταξύ των πολιτών από τέτοιου είδους ενέργειες, καθώς επίσης οι οικονομικές επιπτώσεις, και η εν τέλει ευρύτερη διάβρωση ενός κατά τα άλλα ευνομούμενου κοινωνικού συστήματος, όχι μόνο δεν έχουν χώρο στην κοινωνία μας, αλλά ούτε και περιθώρια ανοχής. Το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας, ορώμενο και υπό το φως των περιστάσεων του κατηγορουμένου, με οδηγούν στο συμπέρασμα πως μοναδική αρμόζουσα για τον κατηγορούμενο ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης. Ως εκ των πιο πάνω στον κατηγορούμενο επιβάλλω ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στην ποινή να συνυπολογισθεί και το χρονικό διάστημα προφυλάκισης του κατηγορουμένου. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.