← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Robert NDUBNIS OKORIE, Αρ. Υπόθεσης: 14549/08, 7 Ιουνίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Robert NDUBNIS OKORIE, Αρ. Υπόθεσης: 14549/08, 7 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14549/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. Robert NDUBNIS OKORIE, από τη Νιγηρία και τώρα Λήδρας 215, Δωμάτιο 202, Λ/σια. Κατηγορουμένου -------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7 Ιουνίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο: κος Μυλωνάς. Μεταφράστρια από Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα κα Σοφία Πίττα: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία σε μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής (2η κατηγορία), τέσσερις κατηγορίες που αφορούν αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9 του Περί Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμου 22(ιιι)/2004 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δηλαδή παράνομης πρόσβασης σε σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή (3η κατηγορία), παρέμβασης με τεχνικά μέσα σε δεδομένα ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία δεν εκπέμπονται δημόσια από σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή (4η κατηγορία), πλαστογραφίας σχετιζόμενη με ηλεκτρονικό υπολογιστή (5η κατηγορία), απάτη σχετιζόμενη με ηλεκτρονικό υπολογιστή (6η κατηγορία), και μια κατηγορία που αφορά αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3 4

(1)(α)(ιιι)
(2), 5,7 και 8 του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/07 (7η κατηγορία). Συγκεκριμένα του καταλογίζεται ότι την 12η Ιουλίου 2008, στη Λευκωσία, της επαρχίας Λευκωσίας, μαζί με άλλα πρόσωπα, έκλεψαν από το λογαριασμό αρ. 002-08-109449, της Αθηνάς Παπαδοπούλου, από την Αγλαντζιά, που διατηρεί στην τράπεζα Marfin Popular Bank Public Co Ltd, το ποσό των €2.000, δηλαδή αφού απέστειλαν στις 03/07/08 ηλεκτρονικό μήνυμα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) της προαναφερθείσας Αθηνάς Παπαδοπούλου στην ηλεκτρονική διεύθυνση ant-geo@cytanet.com.cy, με το οποίο της ανέφεραν ότι λόγω προβλήματος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το λογαριασμό της και την παρέπεμπαν σε κάποια σύνδεση (link) με τίτλο ''Μy account activity '' όπου της ζητούσαν να καταχωρίσει τον αριθμό συνδρομητή (Subscriber number) και τον προσωπικό της κωδικό (pin number), στη συνέχεια στις 11/07/08 η προαναφερθείσα Αθηνά Παπαδοπούλου καταχώρισε τους πιο πάνω αριθμούς - κωδικούς στην πιο πάνω σύνδεση (link), με αποτέλεσμα να τους χρησιμοποιήσουν και να μεταφέρουν το πιο πάνω χρηματικό ποσό των €2.000- από το λογαριασμό της προαναφερθείσας Αθηνάς Παπαδοπούλου, με αρ. 002-08-109449 στον λογαριασμό του κατηγορουμένου με αρ. 116-08-051786 που διατηρεί την τράπεζα Marfin Popular Bank Public Co Ltd και να το οικειοποιηθεί ο κατηγορούμενος. Ως προς την πρώτη κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της συνωμοσίας που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος αυτός αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Προς απόδειξη των εναντίον του κατηγοριών κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής συνολικά πέντε μάρτυρες. Πρόκειται για τους Λοχ. 103 Χ. Χριστοδούλου (ΜΚ1), Λοχ. 1667 Αυξέντη Κωνσταντίνου (ΜΚ2), Λοχ. 2094 Χρ. Ψακίδη (ΜΚ3), Μιχάλη Μιλτιάδους (ΜΚ4) και Κώστα Σεραφείμ (ΜΚ5), ενώ δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο των καταθέσεων διαφόρων άλλων μαρτύρων. Από πλευράς κατηγορουμένου μετά την κλήση του σε απολογία στις κατηγορίες 2-7 επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία. Δεν θα καταπιαστώ με την εκτενή καταγραφή της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων και των παραδεκτών γεγονότων. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν διεξοδικά και αξιολογήθηκαν πλήρως παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α. ν. Παπαδοπούλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 924, 1937) σε συνδυασμό με τα παραδεκτά γεγονότα. Είναι πιστεύω χρήσιμο να γίνει μια καταγραφή των εκατέρωθεν εκδοχών έτσι ώστε να υπάρχει συνοχή και καλύτερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν. ΄Ηταν η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής μέσω των μαρτύρων κατηγορίας ότι τόσο η Αθηνά Παπαδοπούλου, παραπονουμένη, όσο και ο κατηγορούμενος ήταν πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας και διατηρούσαν και οι δύο λογαριασμό στην εν λόγω τράπεζα (βλ. τεκμήρια 4 και 10). Επίσης και οι δύο ήταν συνδρομητές της Υπηρεσίας Laiki e Bank (Λαϊκή Τηλετράπεζα). Με βάση αυτή την υπηρεσία μπορούσαν οι συνδρομητές να κάνουν μόνοι τους κάποιες συναλλαγές αλλά και μεταφορά λεφτών χρησιμοποιώντας τον μυστικό κωδικό τους, ο οποίος δεν ήτα γνωστός από κανένα άλλο εκτός από τους ίδιους. Στις 3.7.2008 η παραπονούμενη, Αθηνά Παπαδοπούλου, παρέλαβε στο e-mail της, που ήταν συνδεδεμένο με την πιο πάνω υπηρεσία, μηνύματα με έντυπα που παρουσιάζοντο ότι στάληκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα όπου της ζητήθηκε να δώσει τους αριθμούς πρόσβασης στο λογαριασμό της γιατί ως αναφέρετο σ' αυτά υπήρχε κάποιο πρόβλημα και δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το λογαριασμό της, (βλέπε τεκμήρια 1 και 2). Στις 11.7.2008 το βράδυ απέστειλε τα εν λόγω στοιχεία, δηλαδή τον αριθμό συνδρομητή και το μυστικό της αριθμό, φοβούμενη ότι την επόμενη ημέρα που θα ταξίδευε στο εξωτερικό δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το λογαριασμό της. Μετά έφυγε για ταξίδι. Στις 18.7.2008 μπήκε στο λογαριασμό της μέσω διαδικτύου όπου ανακάλυψε ότι έγινε μεταφορά του ποσού €2.000- από το λογαριασμό της μέσω Internet στις 12.7.2008 χωρίς η ίδια να δώσει τέτοια εντολή. Επικοινώνησε αμέσως με τη Λαϊκή Τηλετράπεζα όπου υπάλληλος εκεί τη ρώτησε αν είχε δώσει τους κωδικούς της μέσω e-mail σε οποιοδήποτε. Η μάρτυρας ανέφερε τι είχε προηγηθεί και ότι είχε πάρει e-mail από τη Λαϊκή και τότε της εξηγήθηκε ότι δεν αποστάληκε από τη Λαϊκή το εν λόγω e-mail αλλά ήταν απάτη. H τηλετράπεζα της Λαϊκής ακύρωσε τους κωδικούς της κας Παπαδοπούλου και η ίδια κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από τον προϊστάμενο της εν λόγω Υπηρεσίας της Λαϊκής Μιχάλη Μιλτιάδους (ΜΚ4) διαπιστώθηκε ότι στις 12.7.2008 και ώρα 10:08:32 έγινε σύνδεση συστήματος Laiki-e-bank με τον αριθμό 102-08-109449 και στις 10:08:32 έγινε μεταφορά του ποσού €2.000 από τον λογαριασμός της κας Παπαδοπούλου στο λογαριασμό με αρ. 116-08-051786 που ανήκει στον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 3). Η σύνδεση έγινε με το Ι.Ρ. Address 216.118254.8's. Σύμφωνα με την κίνηση λογαριασμού του κατηγορούμενου ενώ στις 11.7.2008 ο λογαριασμός είχε υπόλοιπο €14,83 μετά τη μεταφορά του ποσού των €2.000 που έγινε στις 12.7.2008, στις 13.7 έγιναν δύο αναλήψεις μετρητών μέσω χρεωστικής κάρτας electron για ποσά €20 (τεκμήριο 5) και €300- (τεκμήριο 6) και στις 14 Ιουλίου με τον ίδιο τρόπο έγινε ανάληψη ποσού €400- (τεκμήριο 7). ΄Ολες οι αναλήψεις έγιναν από Α.Τ.Μ. της Λαϊκής Τράπεζας. Στις 15.7.2008 έγινε ανάληψη ποσού €1.140- σε μετρητά από το υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας από τον λογαριασμό του κατηγορουμένου και χρεώθηκε ο λογαριασμός του (τεκμήριο 1-8). Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι στις 12.7.2008 έγινε η μεταφορά του ποσού των €2.000- από το λογαριασμό της Αθηνάς Παπαδοπούλου μέσω της υπηρεσίας Laiki e-bank στο λογαριασμό του κατηγορουμένου αλλά αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε γνώση ή ότι ο ίδιος επέμβηκε στο εν λόγω σύστημα για να πάρει τα στοιχεία της Παπαδοπούλου ή είχε οποιαδήποτε σχέση με την μεταφορά του εν λόγω ποσού. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι ο κατηγορούμενος έκανε ο ίδιος τις αναλήψεις των ποσών και αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας από τον λογαριασμό του μεταξύ 13-15/7/2008 του συνολικού ποσού των €1840 προβάλλοντας όμως τον ισχυρισμό τόσο στην κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία όσο και στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση ότι τα λεφτά αυτά δεν ήταν δικά του γιατί ο ίδιος περίμενε λεφτά από τη χώρα του δηλαδή από ένα γνωστό του στον οποίο πώλησε τη μοτοσικλέτα του για το ποσό των €1.500, οπότε θεώρησε ότι είχε ήδη αποσταλεί το εν λόγω ποσό όταν ο ίδιος άρχισε τις αναλήψεις. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας σκιαγραφήσει τις εκδοχές των δύο πλευρών προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο κατά το οποίο το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία αρχές αξιολόγησης. Αυτές οι αρχές είναι μεταξύ άλλων, η αποτίμηση της σταθερότητας, ευθύτητας και φυσικότητας των απαντήσεων των μαρτύρων, της ιδιαίτερης σχέσης και το συμφέρον τους στην υπόθεση της ύπαρξης ή μη ουσιαστικών αντιφάσεων και της εν γένει συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρος. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δε βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση (βλ Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση 254/08, ημερομηνίας 23.1.2008 και Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση 152/07, ημερομηνίας 9.6.2008). Ως προς τα παραδεκτά γεγονότα σημειώνω ότι αυτά γίνονται αποδεκτά στο σύνολο τους. Σε ότι αφορά τους πέντε τυπικούς εν πολλοίς μάρτυρες κατηγορίας, βρίσκω ότι αυτοί είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και έτσι αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία τους έτσι κι αλλιώς δεν αμφισβητήθηκε ιδιαιτέρως από την Υπεράσπιση, ούτε και διέκρινα οτιδήποτε που να επιτρέπει αμφισβήτηση της αξιοπιστίας τους. Από την άλλη όμως και εδώ είναι η ουσία, ο κατηγορούμενος δεν μου προξένησε καθόλου καλή εντύπωση. Δεν πιστεύω, τον ισχυρισμό που πρόβαλε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ανέμενε ισάξιο ποσό από φίλο του (τον οποίο κατά την ακροαματική διαδικασία ανέφερε ως απλό γνωστό του) από πώληση της μοτοσικλέτας του, που είχε στην κατοχή του στη χώρα του και ότι αυτό έγινε συμπωματικά τις μέρες που έγινε και η μεταφορά του επίδικου ποσού . Η όλη του εκδοχή ως προς την πώληση της μοτοσικλέτας δεν ήταν καθόλου πειστική και παρουσιάσθηκε αντιφατική αφού κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του διαφοροποίησε τα ποσά τα οποία ανέμενε ο ίδιος από την εν λόγω πώληση προσδιορίζοντας σε ποσό €1.600- μετά ισχυρίστηκε ότι το ποσό πώλησης ήταν €1.500. Παρόλο δε που διαπίστωσε με την πρώτη ανάληψη (ξημερώματα 13.7.2008) ότι το ποσό που βρισκόταν στο λογαριασμό του ήταν €2.000- δεν αναρωτήθηκε γιατί εμφανίζετο τέτοιο ποσό αφού ως ισχυρίσθηκε εξέλαβε τη διαφορά του ποσού ότι προέρχετο από πιο ευνοϊκό rate. Όμως σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του και παρά τα όσα ανέφερε για ευνοϊκό rate ανέφερε ότι θεώρησε ότι μπορούσε να κρατήσει το υπόλοιπο ποσό των €500- λόγω του ότι το πρόσωπο που του έστειλε τα λεφτά του χρωστούσε και κάποιο άλλο ποσό. Γενικά κρίνοντας τον τρόπο που έδινε μαρτυρία ήταν περισσότερο από εμφανής η προσπάθεια του να μην αναφέρει οτιδήποτε που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του, όπως οι γνώσεις του για ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άλλα συναφή θέματα ως προς την εκπαίδευση που έτυχε στη χώρα του. Γενικά έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι τα όσα ανέφερε ήταν εκ των υστέρων σκέψεις και στη προσπάθεια του να αποποιηθεί από οτιδήποτε είχε σχέση με την υπόθεση δεν δίστασε να δώσει διαφορετικές εκδοχές για τα ίδια θέματα. Ως εκ των ανωτέρω απορρίπτω τη μαρτυρία του και δε μπορώ να στηριχθώ σ' αυτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως αναφέρθη πιο πάνω την οποία δεν είναι αναγκαίο να επαναλάβω και αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κλοπή που είναι το αντικείμενο της δεύτερης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό στο βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα εξής: ''
(1)Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα από ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.'' Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3)). Δεν είναι απαραίτητος για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος ο ακριβής προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου. Φτάνει να καταδειχθεί πως αυτό που κλάπηκε δεν ήταν άχρηστο, αλλά είχε κάποια αξία, έστω και μικρή. Τα συστατικά στοιχεία που η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει είναι ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στο δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Ως προς τα αδικήματα της τρίτης έως έκτης κατηγορίας αυτά εδράζονται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 2, 4, 5 και 9 του Περί Σύμβασης, κατά του Εγκλήματος μέσω διαδικτύου Κυρωτικός Νόμος 22(ιιι)/2004, και του άρθρου 20 του Κεφ.
  1. Το Άρθρο 4 του σχετικού Νόμου στο οποίο εδράζεται η τρίτη κατηγορία έχει ως ακολούθως: «
  2. ΄Οποιος με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα εισέρχεται στο σύνολο ή μέρος συστήματος ηλεκτρονικών υπολογιστών, παραβιάζοντας τα μέτρα ασφάλειας διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Το Άρθρο 5 του ίδιου Νόμου που εδράζεται η τέταρτη κατηγορία έχει ως ακολούθως: «
  3. ΄Οποιος με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα παρεμβαίνει με τεχνικά μέσα σε δεδομένα ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία δεν εκπέμπονται δημόσια από, προς ή μέσα σ' ένα σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Το άρθρο 9 στο οποίο στηρίζεται η 5η και 6η κατηγορία έχει ως ακολούθως: «
  4. ΄Οποιος με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα και με σκοπό την καταδολίευση εισαγάγει, μεταβάλλει, διαγράφει ή αποκρύπτει δεδομένα ηλεκτρονικού υπολογιστή με τρόπον ώστε μη αυθεντικά δεδομένα που δημιουργούνται ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παρεμβάσεων να παρουσιάζονται ή να χρησιμοποιούνται για νόμιμους σκοπούς σαν να ήταν αυθεντικά, ανεξάρτητα από το αν τα δεδομένα είναι άμεσα αναγνώσιμα και κατανοητά, διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Η έννοια των «δεδομένων υπολογιστών» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 22(ιιι)/2004 έχει ως ακολούθως: «'Δεδομένα Υπολογιστών'' σημαίνει κάθε αναπαράσταση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών με μορφή κατάλληλη για επεξεργασία σε σύστημα υπολογιστή και συμπεριλαμβάνει πρόγραμμα να προκαλέσει σ' ένα σύστημα υπολογιστή την εκτέλεση μιας λειτουργίας». Η 7η κατηγορία αφορά αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3 4
(1)(α)(ιιι)
(2), 5,7 και 8 του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
  1. Το ΄Αρθρο 3 του πιο πάνω νόμου έχει ως ακολούθως: «
  2. Ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται σε σχέση με αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόμου αυτού θα καλούνται καθορισμένα αδικήματα: (α) Αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. (β) γενεσιουργά αδικήματα». Το Άρθρο 4 του εν λόγω νόμου έχει ως ακολούθως: 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) Δεν έχει καμία σημασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκημα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, (β) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων, (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις. Το ΄Αρθρο 5 του εν λόγω νόμου έχει ως ακολούθως: Γενεσιουργά 5. Γενεσιουργά αδικήματα είναι: αδικήματα (α) Τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο 4, (β) αδικήματα χρηματοδότησης τρομοκρατίας όπως καθορίζονται στο άρθρο 4 των Περί της Διεθνούς Σύμβασης για την Καταπολέμηση της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας (Κυρωτικός και άλλες διατάξεις) Νόμων του 2001 και 2005, καθώς συνδέονται με την τρομοκρατία, (γ) αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόμου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έρχομαι τώρα στο κυριότερο ζήτημα που είναι και το πιο ουσιαστικό, στο κατά πόσο δηλαδή στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Εξετάζοντας κατ' αρχή τα αδικήματα της 3ης, 4ης, 5ης, και 6ης κατηγορίας σημειώνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση μαρτυρία υπό την έννοια της ύπαρξης αυτοπτών μαρτύρων που να είδαν τον κατηγορούμενο να προβαίνει στην παράνομη πρόσβαση, παρέμβαση, πλαστογραφία και απάτη των δεδομένων του υπολογιστή της Αθηνάς Παπαδοπούλου ή την μεταφορά του επίδικου ποσού. Ούτε άμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με πράξεις τρίτου προσώπου που έχει διενεργήσει τις πιο πάνω πράξεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Αθηνάς Παπαδοπούλου μέσω της υπηρεσίας Λαϊκή Τηλετράπεζα (Laiki-e-bank). (Κατηγορείται επίσης και με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα). Ως έχει επισημανθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή μαρτυρίας και όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα ανθρώπινου λάθους, (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 και Chima v. Aστυνομίας Ποινική Έφεση 4/2006, ημερ. 20.11.2007). Όμως ως προς τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της 3ης-6ης κατηγοριών, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δικαιολογεί εύρημα ότι ο κατηγορούμενος είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο, υπό την έννοια του άρθρου 20 του Κεφ. 154, επικοινώνησε μέσω της Λαϊκής Τηλετράπεζας μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή για να πάρει τα στοιχεία και κωδικούς της Αθηνάς Παπαδοπούλου. Επίσης ελλείπει μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο με την μεταφορά του ποσού των €2000, από τον Λογαριασμό της Παπαδοπούλου στο λογαριασμό του κατηγορούμενου ως οι λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών (3ης και 6ης ) αφού ελλείπει μαρτυρία που να δικαιολογεί σύνδεση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή της κας Παπαδοπούλου και της Υπηρεσίας Τηλετράπεζας της Λαϊκής με υπολογιστή που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος είτε ο ίδιος είτε τρίτο πρόσωπο με οδηγίες ή σε γνώση του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου οι εν λόγω κατηγορίες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία αφού η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να τις αποδείξει πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης ούτε η 7η κατηγορία μπορεί να επιτύχει αφού το παράνομο έσοδο που αφορά η εν λόγω κατηγορία συνδέεται με τις λεπτομέρειες της 3ης , 4ης, 5ης, και 6ης κατηγοριών που ως εξηγήθηκε πιο πάνω δεν έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία και ως εκ τούτου ούτε η 7η κατηγορία μπορεί να επιτύχει. Σε σχέση με την 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής αν και ως έχουν διατυπωθεί οι λεπτομέρειες του αδικήματος, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δε θα μπορούσε να συνδεθεί ο κατηγορούμενος αφού η διάπραξης του αδικήματος της κλοπής συνδέεται με την μεταφορά του ποσού των €2000 από τον λογαριασμό της Αθηνάς Παπαδοπούλου στο λογαριασμό του κατηγορουμένου μέσω της υπηρεσίας τηλετράπεζας Λαϊκής όμως εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι υπάρχει περιστατική μαρτυρία που υποδηλεί ότι ο κατηγορούμενος μετά την μεταφορά του ποσού των €2000 στο λογαριασμό του και ενώ διαπίστωσε ότι υπήρχε στο λογαριασμό του επιπρόσθετο ποσό €2.000- το οποίο δεν ανήκε σ' αυτόν (σημειώνω ότι ήδη έχει απορριφθεί η εκδοχή του ότι ανέμενε αντίστοιχο ποσό από πώληση μοτοσικλέτας που είχε στη χώρα του ως ψευδής), παρόλα αυτά μεταξύ 13 Ιουλίου - 15 Ιουλίου οικειοποιήθηκε ποσό €1.840 το οποίο δεν ανήκε στον ίδιο, περιουσία της Αθηνάς Παπαδοπούλου. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θεωρώ ορθό να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται από το Δικαστήριο τροποποίηση του κατηγορητηρίου σ' αυτό το στάδιο με την τροποποίηση των λεπτομερειών της 2ης κατηγορίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου για το πιο πάνω ζήτημα διέπεται από το άρθρο 85.4 του Ποινικού Κώδικα, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου καθορίστηκαν ως ακολούθως στο σύγγραμμα των Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus σελ. 75: 1. Στο τέλος της Δίκης το Δικαστήριο να είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχθεί με μαρτυρία, η διάπραξη αδικήματος από τον κατηγορούμενο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. 2. Ο κατηγορούμενος να μη μπορεί να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου. 3. Ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Με άλλα λόγια, η ποινή που προβλέπεται από τον νόμο για το αδίκημα που προστίθεται στο κατηγορητήριο δε θα πρέπει να υπερβαίνει την ποινή που προβλέπεται για το αρχικό αδίκημα. 4. Ότι ο κατηγορούμενος δε θα επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Σχετικές με την εφαρμογή του άρθρου 85.4 του Ποινικού Κώδικα, είναι και οι υποθέσεις Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας 24 CLR 192, Φορής ν. Δημοκρατίας
(1980)1 ΑΑΔ 152, 177 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, 466 στις οποίες επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τροποποίηση των λεπτομερειών της 2ης κατηγορίας. Συγκεκριμένα:
  1. ΄Εχουν αποδειχθεί με μαρτυρία οι συνθήκες διάπραξης της 2ης κατηγορίας.
  2. Δεν είναι δυνατή η καταδίκη του κατηγορούμενου για το αδίκημα αυτό χωρίς προηγούμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
  3. Η ποινή για το αδίκημα είναι η ίδια.
  4. Καμία δυσμένεια δε θα προκληθεί στον κατηγορούμενο ο οποίος υπερασπίσθηκε τον εαυτό του για το αδίκημα της κλοπής. Επίσης τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της κλοπής είναι τα ίδια που οδήγησαν την Κατηγορούσα Αρχή στην καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Η Υπεράσπιση δε του κατηγορουμένου όπως προβλήθηκε με την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και την ένορκη μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε στην ουσία τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα της κλοπής εκτός από το ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση ότι αυτά τα λεφτά δεν ήταν δικά του. Με αυτή την έννοια, βρίσκω ότι η Υπεράσπιση του κατηγορουμένου δε θα ήταν ουσιαστικά διαφορετική αν εξαρχής το κατηγορητήριο
  5. αναφερόταν στο αδίκημα κλοπής με τις λεπτομέρειες που αναφέρονται πιο πάνω. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω τροποποιώ τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 ως ακολούθως: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 13 Ιουλίου - 15 Ιουλίου 2008 έκλεψε από το λογαριασμό 116-08-0511786 ποσό €1.840- περιουσία της Αθηνάς Παπαδοπούλου. Βάσει λοιπόν της πιο πάνω τροποποίησης ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 3,4,5,6 και
  6. (Υπ.).................................................. Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.