Δημοκρατία ν. Christian Bordei Iulian, Αρ. Υπόθεσης: 7928/09, 17 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7928/09 Δημοκρατία v. Christian Bordei Iulian Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Ιουνίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Κ. Κυθραιώτου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Χρ. Χριστοδουλίδης. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 χρόνων και κατάγεται από τη Ρουμανία. Αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες στις οποίες έχει παραδεχθεί ενοχή: 1. Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία). 2. Διενέργεια πράξεων που στοχεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α), Κεφ. 154 (3η κατηγορία). 3. Μεταφορά μαχαιριού εκτός κατοικίας, κατά παράβαση των άρθρων 82
(2)και 86, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.144(Ι)/02(4η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και την κατηγορία της απόπειρας φόνου, η οποία όμως ανεστάλη μετά την παραδοχή του στις πιο πάνω κατηγορίες. Τα γεγονότα που συνθέτουν τις κατηγορίες στις οποίες παραδέχθηκε ενοχή ο Κατηγορούμενος είναι, σε συντομία, τα ακόλουθα. Στις 29.5.09 και περί ώρα 21:00 ο Κατηγορούμενος μαζί με τους Vasile Bordei και Marius Aurelian Bogdan μετέβηκε στη μπυραρία «ΕΣΠΕΡΙΔΕΣ» στο Δάλι για να γιορτάσουν τα γενέθλια του. Στο μπαρ της εν λόγω μπυραρίας καθόταν ο Costea Marius Gabriel (ο 1ος Παραπονούμενος) από τη Ρουμανία μαζί με δύο ομοεθνείς φίλους του. Περί ώρα 23:00 της ίδιας ημέρας, ο 1ος Παραπονούμενος πήγε στο τραπέζι όπου καθόταν ο Κατηγορούμενος με την παρέα του για να χαιρετίσει τον Vasile Bordei τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως. Τότε ο Marius Aurelian Bogdan είπε στον Παραπονούμενο 1 να βγουν έξω από τη μπυραρία για να καβγαδίσουν, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε λόγο και ο 1ος Παραπονούμενος του απάντησε ότι δε θέλει προβλήματα. Τότε ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε πάνω και επιτέθηκε στον 1ο Παραπονούμενο χτυπώντας τον με ένα σπασμένο ποτήρι στο δεξιό του αυτί προκαλώντας του αιμορραγία. Ο 1ος Παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου ο επί καθήκοντι ωτορινολαρυγγολόγος ο οποίος τον εξέτασε διαπίστωσε ότι παρουσίαζε θλαστικό τραύμα στον τράγο και στην έσω επιφάνεια του πτερυγίου του δεξιού αυτιού. Έγινε συρραφή του τραύματος (8 ράμματα) και συνεστήθη αντιβιοτική θεραπεία από το στόμα και επανεξέταση στα εξωτερικά ιατρεία εντός μιας βδομάδας, γι' αυτό και απελύθη. Στο επεισόδιο ενεπλάκησαν και άλλοι αλλοδαποί οι οποίοι βρίσκονταν στη μπυραρία. Στη συνέχεια, με την παρέμβαση άλλων προσώπων και του φρουρού ασφαλείας, οι πιο πάνω αλλοδαποί σταμάτησαν να καβγαδίζουν και ο Κατηγορούμενος εξήλθε τη μπυραρίας μαζί με το φίλο του Marius Aurelian Bogdan. Όταν ο φρουρός ασφαλείας βγήκε από τη μπυραρία ο Κατηγορούμενος γύρισε προς το μέρος του και του έριξε ένα τασάκι. Στη συνέχεια ο φρουρός εισήλθε ξανά στη μπυραρία και τηλεφώνησε στον ιδιοκτήτη της μπυραρίας και τον ενημέρωσε για τα συμβάντα. Όταν ο φρουρός ασφαλείας ξαναβγήκε έξω από τη μπυραρία είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά ένα ξύλο και το φίλο του μια σιδερένια βέργα μπογιατίσματος. Εκείνη την ώρα κατέφθασε στο μέρος ο ιδιοκτήτης της μπυραρίας ο οποίος είπε στον Κατηγορούμενο και το φίλο του να αφήσουν τα αντικείμενα που κρατούσαν και αφού οι δύο τελευταίοι το έπραξαν, ο Κατηγορούμενος προχώρησε να διασταυρώσει το δρόμο. Από τη μπυραρία «ΕΣΠΕΡΙΔΕΣ» εκείνη την ώρα περνούσε τυχαία ο Πέτρος Πέτρου (ο 2ος Παραπονούμενος) με το αυτοκίνητο του, ο οποίος σταμάτησε καθότι ο δρόμος ήταν κλειστός από τα σταματημένα αυτοκίνητα και τους εμπλεκόμενους και δεν μπορούσε να περάσει. Ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητο του έχοντας το δεξιό του χέρι και το κεφάλι του έξω από το παράθυρο του οδηγού και προσπαθούσε να αντιληφθεί τι διαδραματίζετο έξω από τη μπυραρία άκουσε μια φωνή να λέγει «Πρόσεχε ρε Πετρή, μασιέριν». Αμέσως αποτραβήκτηκε και προσπάθησε να βάλει το κορμί του μέσα στο αυτοκίνητο αλλά ο Κατηγορούμενος τον τραυμάτισε καρφώνοντας ένα μαχαίρι που κρατούσε, με λεπίδα περίπου 15 εκατοστών το οποίο κατέληγε σε μυτερή άκρη, στη δεξιά του ωμοπλάτη. Στην προσπάθεια του να κατεβεί από το αυτοκίνητο ο 2ος Παραπονούμενος δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο νέα επίθεση με το μαχαίρι στη δεξιά παρειά. Ο 2ος Παραπονούμενος μεταφέρθηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και στη συνέχεια παραπέμφθηκε στο γναθοπροσωποχειρούργο Δρα Γεώργιο Παντέλα ο οποίος διαπίστωσε ότι είχε τραύμα βάθους περίπου 5 εκατοστών στη δεξιά παρειά που άρχιζε από το εξωτερικό και προχωρούσε στο σώμα της γλώσσας. Στη συνέχεια ειδοποιήθηκε ο επί καθήκοντι αναισθησιολόγος και ο 2ος Παραπονούμενος διακομίστηκε στο χειρουργείο όπου κρίθηκε ότι απειλείτο η αεραγωγός οπόταν διασωληνώθκε και έγινε περιποίηση και συρραφή του τραύματος. Την 1.6.09 ο ιατροδικαστής Δρ Νικόλας Χαραλάμπους διενήργησε ιατροδικαστική εξέταση στον 2ο Παραπονούμενο κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος έφερε κλειστό τραύμα με συγκολλητικές ταινίες στη δεξιά παρειακή χώρα, θλαστική εκχύμωση της γλώσσας δεξιά και εξοίδηση γλώσσας. Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του, δεν ήταν δυνατό να εξεταστεί και στο οπίσθιο μέρος του σώματος. Ο 2ος Παραπονούμενος παρέμεινε στον αναπνευστήρα μέχρι και τις 6.6.09, του έγινε τραχειοστομία και απολύθηκε στις 9.6.
- Μέχρι σήμερα παρακολουθείται κατά διαστήματα από το Δρα Παντέλα, ο οποίος τον εξέτασε και την 1.2.
- Από τον τραυματισμό του δεν υπάρχει οποιαδήποτε μόνιμη βλάβη εκτός από τα σημάδια που έχει στη δεξιά παρειά λόγω του μαχαιρώματος και στη γλώσσα λόγω της τραχειοστομίας που υπέστη. Ο 2ος Παραπονούμενος παρακολουθείται επίσης από το νευρολόγο - ψυχίατρο Δρα Κυριάκο Βερεσιέ. Σύμφωνα με την ιατρική έκθεση του τελευταίου, ημερομηνίας 1.2.10 (Τεκμήριο 8), ο 2ος Παραπονούμενος παρακολουθείται στο ιατρείο του από τις 21.12.06 για πρόβλημα κατάθλιψης. Μετά τον τραυματισμό του παρουσίασε σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης του (ανησυχία, κακή διάθεση, αϋπνίες, νευριάζει με το παραμικρό) και έκτοτε συνεχίζει τη θεραπεία του. Η κατάσταση του κατά την εξέταση του την 1.2.10, παρόλο ότι παρουσιάζει σχετική βελτίωση, θεωρείται ακόμη σοβαρή (παρά τη λήψη φαρμάκων δυσκολεύεται ακόμη στον ύπνο και έχει κατάθλιψη) και θα εξακολουθήσει να λαμβάνει θεραπεία. Στις 30.5.09 και ώρα 01:30 ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στην Αστυνομία και παραδόθηκε από μόνος του λέγοντας με σπασμένα ελληνικά «έχω μαχαιρώσει κάποιον στη μπυραρία». Στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήλθε στην Κύπρο μια βδομάδα περίπου πριν από το συμβάν και ότι μετά τη συμπλοκή που έγινε μέσα στη μπυραρία μετέβηκε στην οικία όπου διέμενε, πήρε το μαχαίρι από την κουζίνα με το οποίο και χτύπησε τον 2ο Παραπονούμενο, ο οποίος ήταν άγνωστο πρόσωπο γι' αυτόν και ξαναγύρισε πίσω στη μπυραρία. Κατά τη διάρκεια της ανακριτικής κατάθεσης η Αστυνομία συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης με τη βοήθεια διερμηνέως και αφού επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Δεν έχω να πω τίποτε.» Ακολούθως ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του τα οποία και υπέγραψε λέγοντας ότι δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει. Κατά την ιατρική εξέταση του Κατηγορούμενου η οποία έγινε νομότυπα από τον ιατροδικαστή Δρα Νικόλα Χαραλάμπους στις 30.5.09, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος έφερε πολλαπλά παλαιά τραύματα διαφόρων ηλικιών στον αριστερό αντιβραχίονα, 2 εκδορές διαστάσεων 3,5 x 0,2 εκ. και 4 x 0,2 εκ. στο κάτω τριτημόριο της αριστερής κνήμης, 4 εκδορές στη ραχιαία χώρα των δακτύλων του δεξιού χεριού και θλαστική εκχύμωση διαστάσεων 14 x 1,5 εκ. και 15 x1,4 εκ. στην αριστερή ωμοπλατιαία χώρα. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ο Κατηγορούμενος ήταν απόλυτα συνεργάσιμος με την Αστυνομία. Η συνεργασία του συνίστατο στη λήψη δύο παρειακών του επιχρισμάτων και στη διενέργεια έρευνας στην οικία του με τη γραπτή του συγκατάθεση, στην υπόδειξη σκηνών και στην παροχή της γραπτής του συγκατάθεσης (σε δύο περιπτώσεις) όπως, αντί να λάβει μέρος σε αναγνωριστικές παρατάξεις οι οποίες ήσαν προς το συμφέρον του, περάσει οποιοδήποτε πρόσωπο από τα γραφεία της Αστυνομίας όπου βρισκόταν για σκοπούς αναγνώρισης του. Ο Κατηγορούμενος δε βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του στους πιο κάτω παράγοντες.
- Στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου.
- Στο νεαρό της ηλικίας του.
- Στην έμπρακτη μεταμέλειά του η οποία εκδηλώθηκε με τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος μετά την τέλεση των αδικημάτων.
- Στην άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και στη συνεργασία του με την αστυνομία.
- Στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως περιγράφονται στην έκθεση κοινωνικής έρευνας.
- Στην πολύ καλή διαγωγή και εργατικότητα του Κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια της κράτησης του ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές.
- Στις οικονομικές και άλλες επιπτώσεις που τυχόν φυλάκιση του Κατηγορούμενου θα έχει τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του.
- Στην έλλειψη προσχεδιασμού.
- Στο ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ. 10.Στα ψυχολογικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
- Στη συναισθηματική φόρτιση με την οποία διακατείχετο ο Κατηγορούμενος και η οποία οδήγησε στην απώλεια του αυτοελέγχου του. Επικαλούμενος τους πιο πάνω παράγοντες ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή της οποιασδήποτε ποινής φυλάκισης ήθελε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Το αδίκημα του άρθρου 228(α), Κεφ. 154 (3η κατηγορία) στο οποίο ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή είναι πολύ σοβαρό και τιμωρείται, κατ' ανώτατο όριο, με φυλάκιση δια βίου. Το αδίκημα του άρθρου 243 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 χρόνια και το αδίκημα του άρθρου 82
(2)με φυλάκιση μέχρι 1 χρόνο. Η προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως τα Δικαστήρια δεν μένουν μόνο στην προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Για τα θέματα αυτά θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Πριν εξετάσουμε τους παράγοντες που έχει επικαλεστεί η Υπεράσπιση για μετριασμό της ποινής θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις. Εγκλήματα τα οποία εμπεριέχουν την χρήση ή απειλή χρήσης βίας εναντίον του προσώπου είναι πολύ σοβαρά. Η χρήση βίας καθώς και η επίδειξη δύναμης, εκτός από τους φυσικούς κινδύνους στους οποίους εκθέτουν τα θύματα, τείνουν να υπονομεύσουν το αίσθημα προσωπικής ασφάλειας, το οποίο είναι τόσο ουσιώδες για την ευημερία των πολιτών (Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Γενικά η χρήση βίας για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού άλλου από αμυντικό σκοπό είναι απαράδεκτη καθότι αψηφά τον αντικειμενικό σκοπό κάθε πολιτισμένης κοινωνίας να έχει τη λογική ως το μέτρο των δικαιωμάτων των ατόμων και το όργανο με το οποίο να τα επιδιώκει. Το είδος και το ύψος της ποινής εξαρτάται από τη φύση της επίθεσης, το βαθμό των τραυμάτων και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την πρόκληση των τραυμάτων. Περαιτέρω, η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων για την οποία μπορούμε να αντλήσουμε δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις που αφορούν σε εγκλήματα βίας κατά των συνανθρώπων μας και οι οποίες άγονται ενώπιον των Δικαστηρίων, επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια προσεγγίζουν με αυστηρότητα τέτοια αδικήματα με σκοπό την αποτροπή τους χωρίς βεβαίως να ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, 227). Κατά την επιμέτρηση της ποινής σε αδικήματα με σοβαρό τραυματισμό λαμβάνονται υπόψη πέραν κάποιων γενικότερων παραγόντων, κάποιοι ειδικότεροι παράγοντες σχετικοί με την ίδια τη φύση του αδικήματος. Οι παράγοντες αυτοί συνοψίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Thomas on Principles of Sentencing, 1970 το οποίο υιοθετήθηκε από το Εφετείο μας στην υπόθεση Kaouras v. Republic
(1977)2 C.L.R. 335, 337 (σε ελεύθερη μετάφραση): «Οι ποινές στην πλειοψηφία των υποθέσεων κυμαίνονται μεταξύ των 3 και 7 ετών φυλάκισης. Ο πλέον σημαντικός παράγοντας ο οποίος επηρεάζει την επιλογή της ποινής φαίνεται να είναι το στοιχείο της προμελέτης. Άλλοι παράγοντες οι οποίοι φαίνονται να είναι σχετικοί περιλαμβάνουν το βαθμό και την έκταση των τραυμάτων που εσκοπούντο να προκληθούν και που τελικά προκλήθηκαν. Η χρήση όπλου φαίνεται να είναι σημαντικός παράγοντας κυρίως ως ένδειξη προμελέτης. Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σημαντική συμβάλλοντας στη μείωση της σοβαρότητας του αδικήματος.» Αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο Κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), στη σελίδα 130 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος για αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και στο εύρος των ποινών.» Στην Kaouras (πιο πάνω) ο εφεσείων, μετά από συζήτηση, κτύπησε την παραπονούμενη στο κεφάλι με σιδερένια ράβδο προκαλώντας της σοβαρά τραύματα που την άφησαν αναίσθητη. Η ζωή της κινδύνευσε για κάποιο χρονικό διάστημα αλλά τελικά ανάρρωσε πλήρως. Πρωτόδικα θεωρήθηκε ότι η συμπεριφορά της παραπονούμενης πριν από την πράξη του κατηγορούμενου συνιστούσε πρόκληση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2½ ετών για το αδίκημα του άρθρου 228(α) η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Φαναρτζής v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 43, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 46 ετών, είχε απρόκλητα επιτεθεί στον παραπονούμενο και του κατάφερε επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, στη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του και σταμάτησε μόνο ύστερα από επέμβαση τρίτου προσώπου. Ο κατηγορούμενος περιγραφόταν ως σχιζοφρενής που διαχώριζε μεταξύ του καλού και του κακού αλλά είχε μειωμένη κρίση. Το Εφετείο έκρινε πως η ποινή δεν μπορούσε να επικριθεί ως έκδηλα υπερβολική. Στην Χ' Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, ποινή φυλάκισης 3½ ετών επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ο εφεσείων είχε τραυματίσει με μαχαίρι τον παραπονούμενο αλλά υπήρχε απουσία οργάνωσης και σχεδιασμού. Ο εφεσείων δεν είχε παραδεχθεί ενοχή αρχικά αλλά στη συνέχεια άλλαξε την απάντηση του στην κατηγορία από μη παραδοχή σε παραδοχή. Έχουμε διεξέλθει την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον Κατηγορούμενο για σκοπούς επιβολής ποινής. Σύμφωνα με αυτήν ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών και κατάγεται από τη Ρουμανία. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Φοίτησε για δέκα χρόνια σε σχολείο της χώρας του. Η μητέρα του, ηλικίας 56 χρόνων, δεν εργάζεται γιατί αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο πατέρας του, ηλικίας 59 ετών, δεν εργάζεται και λαμβάνει σύνταξη. Το πρώτο παιδί της οικογένειας απεβίωσε σε βρεφική ηλικία. Έχει ένα αδελφό ο οποίος διαμένει μαζί με τους γονείς του στη Ρουμανία ο οποίος αντιμετωπίζει επίσης σοβαρά προβλήματα υγείας. Έχει ακόμη δύο αδέλφια τα οποία ζουν και εργάζονται στην Αλάμπρα. Είναι άγαμος αλλά διατηρεί δεσμό με γυναίκα της ίδιας καταγωγής, ηλικίας 20 ετών, η οποία δεν εργάζεται. Από προηγούμενο δεσμό του απέκτησε ένα παιδί, ηλικίας σήμερα 3 ετών, το οποίο διαμένει με τη μητέρα του στη Ρουμανία, για το οποίο πάντοτε επιδείκνυε ενδιαφέρον τόσο συναισθηματικά όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Κατά την εφηβική και νεανική του ηλικία δεν ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά. Ουδέποτε έκανε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών ωστόσο έκανε χρήση υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ. Αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Έχει επίσης τεθεί ενώπιον μας και επιστολή ημερομηνίας 9.2.10 του Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Φυλακών στην οποία αναφέρεται ότι από την ημέρα της εισδοχής του στις φυλακές στις 12.6.09, παρά το γεγονός ότι είναι υπόδικος και δεν υποχρεούται να εργάζεται, ο Κατηγορούμενος έχει αιτηθεί να εργάζεται και έχει τοποθετηθεί από την αρμόδια επιτροπή ως καθαριστής. Μέχρι σήμερα δεν έχει δημιουργήσει κανένα πρόβλημα και η διαγωγή καθώς και η εργατικότητα του είναι πολύ καλή. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 24.2.10 το οποίο εξέδωσε ο Δρ. Λούης Καριόλου ο οποίος εξέτασε τον Κατηγορούμενο ο τελευταίος «διαγνωστικά παρουσιάζει μια δευτερογενή αγχώδη καταθλιπτική διαταραχή που οφείλεται στην φυσιολογική άμυνα της προσωπικότητας του απέναντι στις τρέχουσες δυσμενείς συνθήκες σε σχέση με την κατηγορία που του απευθύνεται.» Η ακολουθήσασα νευρολογική εξέταση στην οποία υπεβλήθη ο Κατηγορούμενος στις 18.5.10 από τη Δρα Ανδριανή Φλουρέντζου κρίθηκε φυσιολογική. Οι κρίσεις που έχει είναι, κατά πάσα πιθανότητα, κρίσεις υστερίας. Αξιολογήσαμε προς όφελος του Κατηγορούμενου τις οικογενειακές, προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις όπως εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στις οποίες έγινε περαιτέρω αναφορά από τον συνήγορο Υπεράσπισης, το λευκό του ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, καθώς και τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του. Να σημειώσουμε όμως πως, παρόλο ότι οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται, σύμφωνα με τη νομολογία, μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Δεν παραβλέπουμε επίσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος λίγες ώρες μετά τα συμβάντα, μετέβηκε από μόνος του στην Αστυνομία όπου και παραδόθηκε προβαίνοντας σε άμεση ομολογία. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή αφού αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων και αυτό αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Δεν παραβλέπουμε επίσης την αυθόρμητη και απόλυτη συνεργασία του με την Αστυνομία όπως έχει καταγραφεί στα γεγονότα ανωτέρω. Οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορούμενου εκδηλώνουν την έμπρακτη μεταμέλεια του. Τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος αποτελούν παράγοντα που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρηση της. Όμως τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια φυλάκιση (Attorney - General v. Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). Έγινε εισήγηση ότι ο Κατηγορούμενος πριν και κατά την διάπραξη του εγκλήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης. Αυτό δεν αμφισβητείται από την Κατηγορούσα Αρχή. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 αναφέρεται ότι, στον ευαίσθητο τομέα της ποινής, η μέθη μπορεί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο. Στην Pernell κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, ο Πικής Π. ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 434: «Στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος... Η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τη μέθη, ενώ η μέθη αποτελεί στοιχείο, το οποίο υπεισέρχεται στην αποτίμηση της. Η επήρεια του ποτού, κάτω από την οποία τελούσαν οι Εφεσείοντες κατά το χρόνο διάπραξης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν, μετριάζει τη σοβαρότητα τους». Η μέθη κάτω από την οποία τελούσε ο Κατηγορούμενος είναι ελαφρυντικός παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Από την άλλη όμως δεν αγνοούμε ότι ο Κατηγορούμενος τραυμάτισε τον 2ο Παραπονούμενο σε ευαίσθητα σημεία του σώματος του χρησιμοποιώντας επιθετικό όπλο και δη μαχαίρι μήκους 15 εκατοστών. Τέλος δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι από την παράνομη ενέργεια του Κατηγορουμένου ο 2ος Παραπονούμενος παρουσίασε αιμορραγία, υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις και τοποθετήθηκε σε αναπνευστήρα για μια περίπου εβδομάδα. Επιβαρυντικό είναι και το γεγονός ότι και τα δύο επεισόδια έγιναν σε δημόσιο χώρο ενώπιον τρίτων (Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 581). Η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η συναισθηματική φόρτιση ή ένταση, από την οποία διακατέχεται ο δράστης του εγκλήματος κατά το χρόνο διάπραξης του εγκλήματος, συνιστά παράγοντα μετριασμού της ποινής. Ο λόγος έγκειται στην εξασθένηση, λόγω της έντασης του αυτοελέγχου του δράστη (βλ. Christodoulou v. Republic
(1974)2 C.L.R. 4 και Ιωάννου κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 λέχθηκε στις σελίδες 611 και 612 ότι: «Η συναισθηματική φόρτιση (ένταση), κάτω από την οποία λειτουργεί ο δράστης του εγκλήματος, προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας - (βλ. μεταξύ άλλων, Georghios Kyprianou v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 158, Costas Christodoulou Katsiaris v. Republic
(1975)2 C.L.R. 17 Σάββα v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 231, 238, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, 208). Ο λόγος έγκειται στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου, που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος». Στην παρούσα υπόθεση θα λάβουμε επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα της 1ης και 3ης κατηγορίας καθ' ον χρόνο τελούσε κάτω από συναισθηματική φόρτιση, η οποία του δημιουργήθηκε λόγω του καβγά, στον οποίο κάναμε αναφορά πιο πάνω, αλλά και λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας της μητέρας του. Βαρύτητα θα δώσουμε και στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε με οποιοδήποτε προσχεδιασμό ή προμελέτη. Τουναντίον θεωρούμε ότι ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε αφού τελούσε, ως προαναφέρθηκε, κάτω από την επήρεια αλκοόλ και συναισθηματική φόρτιση. Από την άλλη δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (3η κατηγορία) προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στο αδίκημα αφού το θύμα καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο του και, εκ των πραγμάτων, ήταν αδύνατο να ενεργήσει προς υπεράσπιση του εαυτού του. Σημειώνουμε ότι το αρχικό κτύπημα που επέφερε ο Κατηγορούμενος στον 2ο Παραπονούμενο ήταν στη δεξιά ωμοπλάτη και το δεύτερο στη δεξιά παρειά χωρίς να παραγνωρίζουμε, προς όφελος του Κατηγορούμενου, ότι ο 2ος Παραπονούμενος δεν έχει οποιαδήποτε μόνιμη βλάβη εκτός από τα σημάδια στη δεξιά παρειά λόγω του μαχαιρώματος και τα σημάδια στη γλώσσα λόγω της τραχειοστομίας που υπέστη. Δεν παραβλέπουμε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε ευθύς εξ αρχής το μαχαίρι μαζί του αλλά πήγε στο σπίτι του και το έφερε μετά τον καβγά που έγινε στη μπυραρία. Σημειώνουμε ότι τα εγκλήματα εναντίον της ζωής και του προσώπου παρουσιάζουν ιδιαίτερη έξαρση τον τελευταίο καιρό, γεγονός που καθιστά επιτακτική την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Αφού συνεκτιμήσαμε όλα όσα προαναφέραμε, αφού σταθμίσαμε κάθε σχετικό με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντα και αφού λάβαμε υπόψη τις συνθήκες και περιστατικά της υπόθεσης κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτη. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης τις οποίες επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο: 1η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 1 έτους. 3η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 5 ετών. 4η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Νοείται βεβαίως ότι η περίοδος έκτισης της ποινής φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Γενικός Εισαγγελέας ν. Παντελή
(2000)2 Α.Α.Δ. 384). (Υπ.) .......... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο