Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Nasir Iqbal κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14463/08, 28.06.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14463/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- Nasir Iqbal
- Muhammad Iqbal
- Yasir Manzoor
- Tariq Farroq Waris
- Mohammad Rashid ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ Ημερομηνία: 28.06.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ, κα Γιάλλουρου (για να ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο 3: κα Αγγελίδου, κα Δήμου (για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 3 παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, στο αδίκημα υποβοήθηση υπηκόου τρίτης χώρας να διέλθει του εδάφους της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. απόφαση ημερ. 16.06.10) την 11.07.2008 η ώρα 04:00 το όχημα του κατηγορουμένου ανεκόπη από την αστυνομία και διεπιστώθη ότι εντός τούτου επέβαιναν· ο ίδιος ως οδηγός, κάποιος Rashid, ως συνοδηγός και δύο γυναίκες, ονόματι Marwa Amuflin και Ebithal Hadiada, μαζί με τέσσερα ανήλικα παιδιά. Τα παιδιά και οι δύο γυναίκες δεν είχαν άδεια εισόδου στη Δημοκρατία ενώ η είσοδος τους σε αυτή έγινε σε άγνωστη θαλάσσια περιοχή στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Την επόμενη ημέρα πέρασαν πεζές στις ελεύθερες περιοχές, και συγκεκριμένα στον Αστρομερίτη και επιβιβάστηκαν στο όχημα του κατηγορουμένου. Στις ελεύθερες περιοχές πέρασαν με τη βοήθεια του Rashid και τρίτων άγνωστων προσώπων και στη συνέχεια επιβιβάστηκαν στο όχημα του κατηγορουμένου που μετέβη στο μέρος, ενώ αργότερα, μετά πάροδο δέκα λεπτών, ανεκόπησαν από την αστυνομία. Προς εξατομίκευση της ποινής που δυνατό να επιβληθεί η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας που το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες να ετοιμαστεί. Αναφέρθηκε στις προσωπικές και οικογενειακές του κατηγορουμένου περιστάσεις, καθώς επίσης στο περιορισμένο της συμμετοχής του και στο ότι δεν απεκόμισε οιονδήποτε οικονομικό όφελος, ενώ τέλος, εξέφρασε την απολογία και τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου για τις πράξεις του. Είναι γεγονός πως το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι πολύ σοβαρό. Η ανώτατη ποινή που επισύρει, ήτοι οκτώ έτη φυλάκισης και/ή €34172 πρόστιμο, ομολογεί τούτο δεόντως. Εντούτοις, η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής που δυνατό να επιβληθεί, παρά τη δεδομένη σοβαρότητα του αδικήματος, δεν ατονεί. Η εν λόγω υποχρέωση δεν σημαίνει όμως ότι οδηγεί και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος ή ακόμη του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, 227). Στην προκείμενη περίπτωση υπόψιν μου έλαβα τα ακόλουθα: (α) Από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε οιονδήποτε οικονομικό ή άλλο όφελος από τις ενέργειές του. (β) Διαφαίνεται ακόμη ότι τρίτα πρόσωπα ήταν εκείνα που διευθέτησαν την είσοδο των λαθρομεταναστών στην Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή σε άγνωστη θαλάσσια περιοχή στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, ενώ η εμπλοκή του κατηγορουμένου περιορίζεται στη στιγμή που οι λαθρομετανάστες πέρασαν από τις κατεχόμενες στις ελεύθερες περιοχές και επιβιβάστηκαν στο όχημά του. Διαφαίνεται εν προκειμένω ότι ο ρόλος του κατηγορουμένου ήτο περιορισμένος και διακριτός των ενεργειών των λαθρομεταναστών και των τρίτων προσώπων, ως πιο πάνω αναφέρεται. (γ) Ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. (δ) Είναι νεαρής ηλικίας. (ε) Είναι ύπανδρος και εργάζεται, ενώ στην Κύπρο διαμένει με τη σύζυγο του η οποία είναι Ευρωπαία υπήκοος. (στ) Υπόψιν μου έλαβα και καθετί άλλο που αναφέρεται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, ιδιαίτερα αναφορικά με τις οικογενειακές και οικονομικές του κατηγορουμένου περιστάσεις. (ζ) Δεν παραλείπω ακόμη ότι από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα, παρήλθε χρονικό διάστημα περί τα δύο έτη, (η) Σημειώνω ότι για τα άγνωστα πρόσωπα και τον Rashid (κατ. 5, για τον οποίο ανεστάλησαν οι κατηγορίες) δεν προχώρησε η υπόθεση εφόσον στην εξέλιξη τούτης οι κατηγορίες εναντίον των υπολοίπων ανεστάλησαν. (θ) Τέλος, υπόψιν μου έλαβα, έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας την απολογία του κατηγορουμένου για την διάπραξη του αδικήματος, ως ένδειξη μεταμέλειας, έστω και καθυστερημένα. Τα πιο πάνω είναι όλα όσα αποτιμήθηκαν με τη σοβαρότητα του αδικήματος και τα γεγονότα που συνιστούν τη διάπραξη του. Ό,τι πρέπει να λεχθεί εδώ είναι πως η διάπραξη του αδικήματος αφεαυτή δεν παραγνωρίζει μόνο τους νόμους και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιφέρει, περαιτέρω, διάβρωση και αλλοίωση στον πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό ιστό της κοινωνίας της χώρας μας. Πέραν των πιο πάνω, είναι αντιληπτό πως η μαζική κάθοδος λαθρομεταναστών, ανεξέλεγκτη όντας, εγκυμονεί διάπραξη και άλλων αδικημάτων, φερειπείν αναζήτηση παράνομης εργασίας, αναγκαίων για την επιβίωση των λαθρομεταναστών που αγνοούνται και είναι ανύπαρκτοι για τη συντεταγμένη πολιτεία. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα είχα κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου. Καθοδήγηση εν προκειμένω τόσο για το είδος όσο και το ύψος της ποινής άντλησα από την απόφαση της υπόθεσης Husein v. Αστυνομίας Π.Ε. 149/08 ημερ. 12.02.2007. Καταλήγω συναφώς ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις μοναδική αρμόζουσα ποινή είναι στερητική της ελευθερίας. Ως εκ τούτου, στη δεύτερη κατηγορία στον κατηγορούμενο επιβάλλω ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Ζητήθηκε από τη συνήγορο του κατηγορουμένου όπως εάν ήθελε επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας, εξετασθεί το ενδεχόμενο αναστολής εκτελέσεως. Τέτοιο αίτημα διέπεται βεβαίως από τις πρόνοιες· του περί της Υφ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου, Ν.95/72. Σχετικές περαιτέρω είναι και οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, Κυριάκου v. Αστυνομίας Π.Ε.117/09, 5.11.09 και Σκ. Χριστοδούλου v. Αστυνομίας Π.Ε. 214/09, 29.10.10. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι καμία εκ των σχετικών παραμέτρων, γεγονότα διάπραξης του αδικήματος και προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις, δικαιολογούν αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε. Είμαι πεπεισμένος πως η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αφήνει περιθώρια αναστολής της ποινής, παρά τις όποιες προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις. Ως εκ τούτου το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της ποινής απορρίπτεται. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο