Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Όλγας Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 14638/08, 29.6.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14638/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Όλγας Πέτρου ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 29.6.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για την Κατηγορουμένη: κα Ε. Βραχίμη Κατηγορουμένη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η - EX TEMPORE Αντικείμενο της παρούσης είναι η κατηγορία που παρέμεινε να αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη, και αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3,
(1)
(4), 15, 16, 22 και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119 (Ι)/2000. Δεύτερη κατηγορία που αντιμετώπιζε η κατηγορουμένη δυνάμει του ίδιου νόμου και αφορούσε το αδίκημα πράξης στην παρουσία ανήλικου τέκνου, απερρίφθη ως αναπόδεικτη μόλις η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της. Προς υποστήριξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι· η γυναίκα αστυφύλακας 1132 Α. Κατσαρά (στη συνέχεια ΜΚ1) και ο Μάριος Πέτρου (στη συνέχεια ΜΚ2), δηλαδή η αστυφύλακας που χειρίστηκε την υπόθεση και το πρόσωπο που υπέβαλε το παράπονο. Ας σημειωθεί περαιτέρω πως όταν η κατηγορουμένη κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Η θέση του ΜΚ2 και της κατηγορουμένης είναι ταυτόσημη αναφορικά με το ότι οι δύο τους ήτο ανδρόγυνο και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή την 11ην Δεκεμβρίου 2007, βρίσκοντο σε διάσταση. Συμφωνούν ακόμη ότι την εν λόγω ημερομηνία και περί τις 10:35 συναντήθηκαν στο χώρο στάθμευσης του Δ΄ δημοτικού σχολείου Λακατάμειας, όπου φοιτούν τα παιδιά τους. Και οι δύο θέλουν το εν λόγω συναπάντημα να είναι τυχαίο και όχι προγραμματισμένο, καθώς ότι στο χώρο στάθμευσης πρώτος μετέβη ο ΜΚ2 και στη συνέχεια ακολούθησε η κατηγορουμένη, η οποία συνοδεύετο από τα δύο παιδιά τους και κάποια φίλη της ονόματι Liudmyla. Εκεί όπου οι θέσεις των δύο πλευρών διαφέρουν είναι αναφορικά με ό,τι διαδραματίστηκε σε τούτη τη συνάντηση. Ο μεν ΜΚ2 διατείνεται ότι μόλις έγινε αντιληπτός από την κατηγορουμένη η τελευταία εξήλθε του οχήματος που επέβαινε, μαζί και τα παιδιά, και ζήτησε από τα παιδιά να τον προσεγγίσουν και να του πουν ότι είναι 'μεθύστακας, αλκοολικός, ψυχοπαθής και ότι δεν θέλουν να πάνε μαζί του'. Μάλιστα, σύμφωνα με το ΜΚ2, αμέσως μετά ο υιός του, ονόματι Στέφανος, έτρεξε προς το μέρος του και του είπε 'παπά δεν θέλω να είμαι μαζί σου'. Τότε η κατηγορουμένη τράβηξε το Στέφανο προς το μέρος της και άρχισε να υβρίζει το ΜΚ2 με τις φράσεις 'αλκοολικέ' και 'μεθύστακα'. Όταν ο ίδιος της υπέδειξε να σταματήσει, δηλαδή να προκαλεί φασαρία και να τον υβρίζει μπροστά στα παιδιά, του επιτέθηκε με γροθιές στο πρόσωπο και τον έγδαρε με τα κλειδιά που κρατούσε στο χέρι της. Στον αντίποδα η κατηγορουμένη ισχυρίζεται πως όταν μετέβη στον εν λόγω χώρο στάθμευσης, στάθμευσε το όχημά της περί τα δέκα μέτρα μακριά από εκείνο του συζύγου της. Τη δεδομένη στιγμή ο ΜΚ2 βρισκόταν εντός του οχήματος και εξήλθε μόλις η κατηγορουμένη, τα παιδιά και η φίλη της εξήλθαν από το δικό τους όχημα. Αμέσως τους προσέγγισε και άρχισε, φωνάζοντας, να καλεί τα παιδιά να πάνε κοντά του. Όταν συνάντησε την άρνηση των παιδιών να τον ακολουθήσουν, παρά την επιμονή του, άρχισε να την υβρίζει αποκαλώντας την 'πουτάνα' και ότι 'όλες οι φίλες της είναι πουτάνες'. Είναι περαιτέρω η θέση της κατηγορουμένης ότι η ίδια δεν επιτέθηκε στο ΜΚ2 και ότι δεν κρατούσε τα κλειδιά, εφόσον τα είχε αφήσει στο όχημα. Πέραν των πιο πάνω το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνουν η μαρτυρία της ΜΚ1, δηλαδή της ανακρίτριας της υπόθεσης, καθώς και παραδεκτά γεγονότα. Τα παραδεκτά γεγονότα συνιστούν δήλωση των συνηγόρων ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 αποτελεί πιστή μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του περιεχομένου του τεκμηρίου 2, δηλαδή κατάθεσης στη ρωσική γλώσσα που έδωσε η κατηγορουμένη στην αστυνομία. Περαιτέρω, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του οι δύο πλευρές κατέθεσαν ως τεκμήριο το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 11.12.2007 (βλ. τεκμήριο 7). Το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό αναγράφει τα αποτελέσματα εξέτασης που έτυχε ο ΜΚ2 μετά από το επίδικο επεισόδιο. Αναφορικά όμως με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 οι δύο πλευρές δήλωσαν ότι τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 7 'κακοποίηση κτυπήθηκε από την πρώην σύζυγο του στο πρόσωπο με κλειδιά', είναι ό,τι ο παραπονούμενος ανέφερε στον ιατρό. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης και από την υπεράσπιση οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις, με κάθε πλευρά να εισηγείται ότι αξιόπιστη είναι η μαρτυρία που η ίδια παρουσίασε. Οι συνήγοροι συμφώνησαν συναφώς ότι η όλη υπόθεση κρίνεται στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και της όποιας αξιολόγησης τούτων από το Δικαστήριο. Παρακολούθησα τους μάρτυρες και την κατηγορουμένη κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 133). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η ΜΚ1 αντεξετάστηκε επί μακρόν αναφορικά με τις ενέργειες και τις διαπιστώσεις της, και αμφισβητήθηκε συναφώς για τις θέσεις της. Δεν έχω κανένα εν προκειμένω λόγο να πιστεύω ότι η ΜΚ1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Από τις απαντήσεις της, οι οποίες είναι απαλλαγμένες αντιφάσεων και αμφιβολίας, αποκαλύπτεται η ακεραιότητα και ανεξαρτησία της μάρτυρος από τους δύο εμπλεκόμενους, καθώς και η αληθοφάνεια των ισχυρισμών της. Ήταν συναφώς η θέση της ΜΚ1, για την οποία αμφισβητήθηκε, ότι στο πρόσωπο του ΜΚ2, και συγκεκριμένα στη μύτη, είδε σημάδια. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται εμμέσως από τα παραδεκτά γεγονότα, δηλαδή το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, εφόσον ό,τι προκύπτει από το περιεχόμενο τούτου είναι πως ο ιατρός που εξέτασε το ΜΚ2 διαπίστωσε ότι έφερε εκδορά ρινός. Ούτως ή άλλως η ΜΚ1 είδε το ΜΚ2 μετά που επισκέφθηκε τον ιατρό. Το γεγονός και μόνο ότι αυτή η παρατήρηση δεν συμπεριλήφθηκε από τη μάρτυρα στη γραπτή κατάθεσή της, δεν αλλοιώνει την ορθότητα και την αλήθεια της θέσης της. Τέλος, η επιλογή της μάρτυρος να κατηγορήσει την κατηγορουμένη, παρότι είχε κατά νου τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης και της φίλης της ονόματι Liudmyla (βλ. τεκμήριο Β για αναγνώριση), δεν αναιρεί την ακεραιότητα της μάρτυρος, η οποία κατ΄ επανάληψη ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν είχε κανένα λόγο να μην πει την αλήθεια, θέση η οποία όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και αντικρούστηκε. Από την άλλη, τα στοιχεία που η ΜΚ1 είχε στα χέρια της, δηλαδή το παράπονό του ΜΚ2 και το σημάδι που η μάρτυρας αντιλήφθηκε, είμαι της γνώμης πως εξ αντικειμένου δικαιολογούσαν την επιλογή της να κατηγορήσει την κατηγορουμένη, παρά τους διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς της τελευταίας και της φίλης της. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η ΜΚ1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και έτσι τη μαρτυρία της την αποδέχομαι ως ορθή. Θετικές εντυπώσεις άφησε και η κατηγορουμένη. Η μαρτυρία της, απαλλαγμένη αντιφάσεων, υπερβολών και αοριστολογιών, απαντά σε όλα τα επίδικα θέματα. Από την άλλη η αντεξέταση που έτυχε ο ΜΚ2 ανέδειξε, αφενός το μένος του για την κατηγορουμένη, αφετέρου την ανειλικρίνεια των ισχυρισμών του. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν εμφανής η προσπάθεια του ΜΚ2 να αναδείξει εαυτό ως στοργικό και φιλεύσπλαχνο πατέρα, καθώς και η ετοιμότητά του να κακολογήσει την κατηγορουμένη για τις ευρύτερες γονικές της υποχρεώσεις. Δεν είναι βέβαια οι υπερβολές και οι ατεκμηρίωτες καταγγελίες αφεαυτών που οδηγούν στο αναξιόπιστο των ισχυρισμών του μάρτυρα. Τα αποτελέσματα όμως που προκύπτουν όταν αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του ΜΚ2 ενταχθεί στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, είναι ό,τι αναδεικνύει την αναλήθειά του. Διαπιστώνεται έτσι η πληθώρα των αντιφάσεων στη μαρτυρία του, η υπερβολή του, και ο εξωραϊσμός, δια συγκαλύψεως, των δικών του πράξεων, εις αντιδιαστολή εκείνων της κατηγορουμένης. Προκειμένου να αναδείξει το αψεγάδιαστο των δικών του ενεργειών σε ερώτηση που του τέθηκε αναφορικά με την από μέρους του τήρηση του Διατάγματος επικοινωνίας, ο ΜΚ2 απάντησε ότι το τηρεί πιστά και κατά γράμμα. Τούτη όμως η απάντηση αντικρούει ό,τι στη γραπτή κατάθεση, τεκμήριο 6, ανέφερε ο ΜΚ2 στην αστυνομία. Εκεί ο μάρτυρας ανέφερε ότι 'τόσο εγώ όσο και η γυναίκα μου δεν είμαστε συνεπείς σύμφωνα με το Διάταγμα Δικαστηρίου'. Η αντίφαση, καθώς και οι υπερβολές στη μαρτυρία του, δεν σταματάνε εδώ. Ενώ ο μάρτυρας διατείνεται ότι σε ουκ ολίγες περιπτώσεις κατήγγειλε την κατηγορουμένη για παρακοή Διατάγματος, μόλις ερωτήθηκε εάν η αστυνομία προώθησε οιανδήποτε υπόθεση στο Δικαστήριο, παρέπεμψε στα αρχεία της αστυνομίας και ζήτησε η απάντηση να ληφθεί από εκεί. Όταν δε ερωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος προέβη σε οποιαδήποτε ένδικα μέτρα εναντίον της κατηγορουμένης, έψεξε τον πρώην συνήγορό του καθ΄ ότι του έδωσε οδηγίες τις οποίες όμως δεν εκτέλεσε και γι΄ αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, τον απάλλαξε. Όλα αυτά τη στιγμή που αποδέχεται ότι η κατηγορουμένη καταχώρισε εναντίον του πολλές αιτήσεις παρακοής Διατάγματος, με μιαν μάλιστα να τον έχει οδηγήσει στη φυλακή για ένα μήνα. Όταν δε του αναγνώζεται μέρος της περί ου ο λόγος απόφασης, αμφισβητεί, εμμέσως, ακόμη και αυτά τα ευρήματα, δηλώνοντας ότι 'το παιδί δεν το κράτησα παράνομα. Ήταν με τη θέλησή του. Αυτό το γνωρίζει το Γραφείο Ευημερίας'. Τα πιο πάνω είναι όσα αναδεικνύουν τις υπερβολές του ΜΚ2, την αοριστολογία της μαρτυρίας του, την πρόθεσή του για αυτοαπαλλαγή από τις όποιες δικές του άνομες ενέργειες, και εν τέλει την αμφισβήτηση και αυτής ακόμη της απόφασης του Δικαστηρίου που τον έκρινε ένοχο για παρακοή Διατάγματος και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός μηνός, απόφαση η οποία δεν εφεσιβλήθηκε. Τα πιο πάνω γνωρίσματα της μαρτυρίας του ΜΚ2 δεν περιορίζονται σε επιμέρους μόνο ζητήματα. Επεκτείνονται και καλύπτουν όλο το φάσμα της μαρτυρίας του. Ο ΜΚ2 δέχθηκε εν προκειμένω ότι μια ημέρα πριν από το επίδικο επεισόδιο τα παιδιά του έφυγαν από το σχολείο που βρίσκονταν και μετέβησαν στην οικία της κατηγορουμένης. Ερωτηθείς μάλιστα συναφώς, με έντονο ύφος έψεξε την κατηγορουμένη και ισχυρίστηκε ότι η ίδια είναι που πήρε τα παιδιά δίχως να ενημερώσει τη φροντίστρια, καθώς ότι το σχολείο κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Δεν αποφαίνομαι βεβαίως για το αναφερόμενο περιστατικό, ό,τι όμως ξενίζει είναι πως η κατηγορουμένη ανέφερε τούτο στη γραπτή κατάθεσή της (βλ. τεκμήριο 3), δικαιολογώντας έτσι και το λόγο που την επόμενη, δηλαδή την 11.12.07, βρέθηκε στο χώρο στάθμευσης του σχολείου η ώρα 10:35, ενώ ο ΜΚ2 τήρησε σιγήν ιχθύος. Περαιτέρω, δεν είναι μόνο η σιωπή του ΜΚ2 που ξενίζει, αλλά και το ότι στη δική του κατάθεση (βλ. τεκμήριο 6) αφήνει να νοηθεί πως η παρουσία του στο χώρο του επεισοδίου ήτο τυχαία και εμφορούμενη από γονικό ενδιαφέρον. Όπως ανέφερε εκεί 'Σήμερα 11.12.07 και περί ώρα 10:35 πήγα στο Δ' Δημοτικό Λακατάμειας που είναι μαθήτρια η κόρη μας για να τη δω και να ρωτήσω τους δασκάλους της αν είναι καλή στα μαθήματά της'. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο ΜΚ2 υπέρβαλε όταν στην κατάθεσή του ανέφερνε ως λόγο παρουσίας του στο χώρο του επεισοδίου το ενδιαφέρον του για τη θυγατέρα του, χωρίς καμία αναφορά στα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας. Περαιτέρω, οι κατηγορίες που ενόρκως εξαπέλυσε κατά της κατηγορουμένης, αναφορικά με συμμετοχή της στο επεισόδιο που προηγήθηκε της επίδικης ημερομηνίας, μάλλον όψιμο και αλλότριο παρά πραγματικό αποδεικνύεται, εφόσον όταν την επομένη μπορούσε να το θέσει στην αστυνομία δεν το έπραξε ενώ στο Δικαστήριο ήτο λαλίστατος και πρόθυμος να επιρρίψει ευθύνες στην κατηγορουμένη. Περαιτέρω, ενώ στο τεκμήριο 6 ο ΜΚ2 άφησε να νοηθεί πως το επεισόδιο εξελίχθηκε στην παρουσία και των δύο παιδιών, με την κατηγορουμένη μάλιστα να ζητά και από τα δύο παιδιά να τον αποκηρύξουν (βλ. τεκμήριο 6, 'απευθυνόμενη στα δύο παιδιά είπε'), ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοροποιήθηκε και ανέφερε πως η θυγατέρα του προχώρησε και ότι το επεισόδιο εκτυλίχθηκε παρουσία του υιού του και μόνο. Διάσταση όμως παρατηρείται στα λεγόμενα του ΜΚ2 και για τον τρόπο που η κατηγορουμένη του κατάφερε τα κτυπήματα. Στη γραπτή κατάθεσή του ο ΜΚ2 ανέφερε πως η κατηγορουμένη τον κτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο. Όταν όμως ζητήθηκε από το μάρτυρα να υποδείξει πως τον κτύπησε η κατηγορουμένη, υπέδειξε τα χέρια του με ανοικτές τις παλάμες. Όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε κατά πόσον γνωρίζει τι είναι κτύπημα με γροθιά, υπέδειξε το άκρο του χεριού με τα δάχτυλα σφικτά κλειστά. Όταν τέλος του υποδείχθηκε η αντίφαση μεταξύ των δύο θέσεων, ανέφερε ότι στην αστυνομία δεν τους υπέδειξε, όπως στο Δικαστήριο, τι εννοούσε γροθιά, καθώς ότι τους ανέφερε πως του επιτέθηκε με τα χέρια. Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του ΜΚ2, ενός μάρτυρα που μοναδικός σκοπός του ήτο η εκδίκηση και ταλαιπωρία της τέως συζύγου του, μέσω υπερβολών και αοριστιών, και όχι η αποκάλυψη της αλήθειας. Δεν παραγνωρίζω εδώ ότι κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 παρεισέφρυσε στο μαρτυρικό υλικό, ως εξ ακοής, και η μαρτυρία της Liudmyla Lichina. Το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο δεν κλήθηκε ως μάρτυρας, αναφέρει μεν πως κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορουμένη κρατούσε στα χέρια της κλειδιά, θέλει όμως και το ΜΚ2 να τις πλησιάζει και να ομιλεί ελληνικά, καθώς και την κατηγορουμένη να μην εμπλέκεται σε επίθεση. Η μαρτυρία αυτή δεν υποβλήθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης και έτσι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν τεκμηριώθηκαν με απαιτούμενη ασφάλεια. Γι΄ αυτό το λόγο σε αυτή τη μαρτυρία δεν αποδίδω καμιά βαρύτητα. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι τα παραδεκτά γεγονότα θέλουν το ΜΚ2 να φέρει εκδορά ρινός. Αυτό και μόνο το γεγονός, διακριτό αξιόπιστης μαρτυρίας να το υποστηρίζει και προπαντός να το επεξηγεί, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η κατηγορουμένη είναι που προκάλεσε αυτή την εκδορά. Άλλωστε η ΜΚ1 είδε το ΜΚ2 αφότου επισκέφθηκε τον ιατρό και συγκεκριμένα μετά πάροδο τεσσάρων ωρών από το επεισόδιο, ενώ η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει κατά πόσο ο ΜΚ2 επισκέφθηκε τον ιατρό αμέσως μετά το επεισόδιο. Συγκεραστικά όλων των πιο πάνω διαπιστώνω ότι την 11.12.07, στη συνάντηση που είχαν η κατηγορουμένη με το ΜΚ2 στο χώρο στάθμευσης του Δ΄ δημοτικού σχολείου Λακατάμειας, η κατηγορουμένη δεν επιτέθηκε στο ΜΚ2. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει έξω από κάθε λογική αμφιβολία τη διάπραξη των αδικημάτων της πρώτης κατηγορίας. Συνακόλουθα, η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο