← Κύπρος

Άντρη Χαραλάμπους ν. Άννα Μενελάου, Αρ. Υπόθεσης: 16716/08, 12 Ιουλίου, 2010

Άντρη Χαραλάμπους ν. Άννα Μενελάου, Αρ. Υπόθεσης: 16716/08, 12 Ιουλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16716/08 Άντρη Χαραλάμπους v. Άννα Μενελάου --------- Ημερομηνία: 12 Ιουλίου, 2010 Εμφανίσεις: Η παραπονούμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για την Κατηγορούμενη: κος Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του ποινικού κώδικα Κεφ. 154 και η δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 242 και 29 του ποινικού κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο: «Η κατηγορούμενη την 22.7.2008 στο Παλαιομέτοχο της Επαρχίας Λευκωσίας, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή στο κοινό πέρασμα, της παραπονουμένης και της κόρης της κατηγορουμένης, που είναι μέρος του σπιτιού της παραπονουμένης, όπου μετέβηκε η παραπονουμένη για εργασία πάνω στον τοίχο από πλευράς του κτήματος της παραπονουμένης, εξύβρισε την Άντρη Χαραλάμπους παραπονούμενη του πιο πάνω κατηγορητηρίου με τη φράση (πουτανάκη) κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας η κατηγορουμένη στις 22.7.2008, στο Παλαιομέτοχο της Επαρχίας Λευκωσίας, σε δημόσιο μέρος, δηλαδή στο κοινό πέρασμα, της παραπονουμένης και της κόρης της κατηγορουμένης, που είναι μέρος του σπιτιού της παραπονουμένης, όπου μετέβηκε η παραπονουμένη για εργασία πάνω στον τοίχο από πλευράς του κτήματος της παραπονουμένης, παράνομα επιτέθηκε στην παραπονουμένη. Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχτηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για απόδειξη της υπόθεσης της παραπονουμένης έδωσαν μαρτυρία η παραπονούμενη Άντρη Χαραλάμπους, ΜΚ1 και η γιαγιά της Ανδριανή Ευαγγέλου, ΜΚ
  2. Μετά που κλήθηκε σε απολογία η Κατηγορούμενη και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η όλη έκταση της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα επικεντρωθώ στα σημαντικότερα στοιχεία της, αυτά που αφορούν και τα υπό εξέταση αδικήματα. Η παραπονούμενη ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μεταξύ της ίδιας και της γιαγιάς της με την οποία διαμένει αφενός και της Κατηγορουμένης η οποία είναι θεία της, αδελφή της γιαγιάς της υπάρχουν πολλές διαφορές που χρονολογούνται εδώ και χρόνια. Έδωσε στο Δικαστήριο μια περίληψη των διαφόρων περιστατικών που έγιναν μεταξύ τους, μαρτυρία η οποία στη μεγαλύτερη της έκταση είναι παντελώς άσχετη με την παρούσα υπόθεση. Σε ότι αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν η θέση της παραπονούμενης ότι τον Ιούλιο του 2008 αποφάσισε να επιδιορθώσει και συγκεκριμένα να μπογιατίσει τους εξωτερικούς τοίχους του σπιτιού της που βρίσκεται στο Παλιομέτοχο. Το σπίτι της είναι κτισμένο πρώτο μπροστά, σε τεμάχιο γης που ανήκει εξ αδιαιρέτου σε 5 πρόσωπα ενώ το σπίτι της Κατηγορουμένης είναι κτισμένο πίσω από το δικό της σπίτι στο ίδιο τεμάχιο. Η Κατηγορούμενη έχει πρόσβαση στο σπίτι της από πλαϊνό πέρασμα από το σπίτι της παραπονούμενης το οποίο παραχωρήθηκε στην Κατηγορουμένη από τον πατέρα της και παππού της παραπονούμενης. Οι εργασίες μπογιατίσματος για τις οποίες η παραπονούμενη μίσθωσε τις υπηρεσίες μπογιατζή απαιτούσαν μεταξύ άλλων και το βάψιμο του πισινού τοίχου της οικίας της και για να μπορέσει ο μπογιατζής να μπογιατίσει τον συγκεκριμένο τοίχο έπρεπε να βρίσκεται στο πέρασμα που οδηγεί στο σπίτι της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούμενη μόλις ο μπογιατζής μπήκε στο πέρασμα άρχισε να του φωνάζει και να του λέει έξω από εδώ, το πέρασμα είναι δικό μου. Τα πιο πάνω έγιναν στην παρουσία της παραπονούμενης προς την οποία και η Κατηγορούμενη κινήθηκε με ορμητικές διαθέσεις, όπως χαρακτηριστικά είπε η Κατηγορούμενη «λλίος τόπος έμεινε για να με κτυπήσει». Η ίδια της ανέφερε ότι το πέρασμα δεν είναι κανενός και επειδή η ίδια αντιλήφθηκε ότι η Κατηγορούμενη είχε σκοπό να παραμείνει στο σημείο εκείνο και να επιβλέπει τον μπογιατζή πήγε στη βεράντα του σπιτιού της όπου βρισκόταν και η γιαγιά της. Η βεράντα έχει κάγκελο. Ενώ στεκόταν στη βεράντα με τη γιαγιά της, η Κατηγορούμενη άρχισε φωνές βλέποντας κατά πάνω της και της έλεγε το πέρασμα είναι δικό μου και πρέπει να πάρετε την άδεια μου για να μπογιατίσετε. Η παραπονούμενη της είπε ότι το πέρασμα δεν ανήκει στην ίδια και τότε η Κατηγορούμενη της είπε «φύγε ρε πουτανάκη που δαμέ, είναι δικό μου το πέρασμα» και «τσίππωσε» από το καγκέλι της βεράντας, δηλαδή προέταξε τα χέρια της πάνω από το καγκέλι με άγνωστες διαθέσεις προς την παραπονούμενη είτε να την κτυπήσει είτε να της τραβήξει τα μαλλιά όπως η ίδια το αντιλήφθηκε. Τότε ο θείος της παραπονούμενης που βρισκόταν εντός της οικίας βγήκε έξω και την τράβηξε από το χέρι για να μην προκληθεί περαιτέρω φασαρία. Τηλεφώνησε στην Αστυνομία Κοκκινοτριμιθιάς, ήρθαν στο σπίτι της δύο Αστυνομικοί οι οποίοι πήγαν στο σπίτι της Κατηγορουμένης και την έκαναν παρατήρηση εξηγώντας της ότι δικαιούται και η παραπονούμενη να βάψει το σπίτι της απρόσκοπτα. Κατά την αντεξέταση της σε σχέση με το πέρασμα ανέφερε ότι το κοτσιάνι του Κτηματολογίου αναφέρει ότι ολόκληρο το ακίνητο περιγράφεται ως αλώνι που πάνω του υπάρχουν κτίρια αλλά δεν αναγράφεται το πέρασμα. Συμφώνησε τελικά με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι το πέρασμα δεν αναγράφεται στο έντυπο του Κτηματολογίου και ότι σε αυτό έχουν δικαίωμα όλοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο μπογιατζής είχε ακούσει και δει το επεισόδιο και κατά πόσο θα ερχόταν στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει υπέρ της παραπονούμενης ανέφερε ότι ενώ ο μπογιατζής τα άκουσε και τα είδε όλα ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να πάει στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Αστυνομία δεν προχώρησε σε ποινική δίωξη της Κατηγορουμένης επειδή ο μπογιατζής είχε διαψεύσει τα όσα έλεγε η ίδια όπως και την υποβολή ότι η γιαγιά της δεν ήταν εκεί. Ήταν η θέση του κου Κιτρομηλίδη ότι η Κατηγορούμενη σε κανένα σημείο δεν ύβρισε την παραπονούμενη ούτε την άγγιξε ούτε την απείλησε και η Κατηγορούμενη επέμενε ότι την έβρισε με τη λέξη «πουτανάκη» και κινήθηκε εναντίον της με απειλητική διάθεση. Για το περιστατικό αυτό η ίδια ειδοποίησε και τον Χριστάκη τον γαμπρό της Κατηγορουμένης ο οποίος της ανέφερε ότι δεν του αρέσουν τα Δικαστήρια και αν έρθει στο Δικαστήριο θα υποστηρίξει τον πιο στενό του συγγενή που είναι η Κατηγορούμενη. Η παραπονούμενη επίσης ανέφερε ότι ο θείος της δεν επιθυμεί να μαρτυρήσει γιατί δεν του αρέσουν τα Δικαστήρια. Στις ίδιες ακριβώς γραμμές και με τις ίδιες φράσεις και λέξεις ως η κατάθεση της παραπονούμενης ήταν και η κατάθεση της γιαγιάς της Μ.Κ.
  3. Η Μ.Κ.2 ανέφερε σε μεγαλύτερη έκταση το χρονικό της διαφοράς της με την αδερφή της και όσον αφορά το συγκεκριμένο επεισόδιο ανέφερε ότι μετά που η Άντρη (παραπονούμενη) πήγε στη βεράντα που βρισκόταν και η ίδια έβρισε την Άντρη με τη φράση «πουτανάκη» και έβαλε τα χέρια της πάνω από το κάγκελο με ορμητικές διαθέσεις χωρίς όμως να ήταν σίγουρη αν θα την έδερνε ή αν θα της τραβούσε τα μαλλιά. Είπε ότι όταν ήρθε η Αστυνομία εξήγησαν στην Κατηγορουμένη ότι δικαιούται η παραπονούμενη να φτιάξει το σπίτι της και να την αφήσει ήσυχη και επανέλαβε ότι τόσο ο γιος της που ήταν παρών στη σκηνή και τράβηξε την Άντρη από το χέρι για να μην γίνουν χειρότερα τα πράγματα αλλά και ο μπογιατζής και ο Χριστάκης ο γαμπρός της Κατηγορουμένης δεν επιθυμούν να δώσουν μαρτυρία στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση της επέμενε ότι λέει την αλήθεια ότι η Κατηγορούμενη ύβρισε την Άντρη με τη φράση «πουτανάκη» και ότι δεν την άγγιξε μεν αλλά κινήθηκε εναντίον της πάνω από τα κάγκελα της βεράντας με ορμητικές διαθέσεις. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι ύβρισε ή επιτέθηκε στην παραπονούμενη. Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης ανέφερε ότι όταν είδε τον μπογιατζή στο πέρασμα της επειδή δεν είχε ενημερωθεί καθόλου ότι θα ερχόταν και κατά την άποψη της έπρεπε να ενημερωθεί, τον ρώτησε τι κάνει και όταν της εξήγησε αυτή απομακρύνθηκε γιατί ήταν εκεί η παραπονούμενη η οποία πάντα κάνει φασαρία και έτσι έφυγε για να μην δημιουργηθεί επεισόδιο. Δέχθηκε ότι ήρθε η Αστυνομία και την ρώτησε αν ύβρισε ή επιτέθηκε στην παραπονούμενη και αυτή αρνήθηκε αναφέροντας ότι τελικά ο τοίχος επιδιορθώθηκε χωρίς να δημιουργήσει η ίδια οποιοδήποτε πρόβλημα. Κατά την αντεξέταση της από την παραπονούμενη ήταν η θέση της ότι πρέπει να ενημερώνεται για τη χρήση του περάσματος που οδηγεί στην κατοικία της και ότι τη συγκεκριμένη μέρα δεν ενημερώθηκε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ένοιωθε εχθρικά προς την παραπονούμενη και τη γιαγιά της επειδή δεν είχε ενημερωθεί, αρνήθηκε ότι μπορούσε να περάσει τα χέρια της πάνω από τον τοίχο της βεράντας και το κάγκελο αφού το ύψος τους είναι τέτοιο που δεν μπορεί κάποιος εύκολα να το περάσει και συμφώνησε ότι την επισκέφθηκε η Αστυνομία μετά από καταγγελία της ίδιας και ότι η θέση της προς την Αστυνομία ήταν ότι ουδέποτε εξύβρισε την παραπονούμενη ή επιτέθηκε σ΄ αυτήν και ανέφερε επίσης ότι τελικά το μπογιάτισμα προχώρησε χωρίς η ίδια να φέρει οποιοδήποτε εμπόδιο. Ήταν η θέση του κου Κιτρομηλίδη ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εναντίον της Κατηγορουμένης τόσο λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε σε ότι αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης ότι ο χώρος είναι δημόσιος, όσον αφορά το αδίκημα της επίθεσης από τη μαρτυρία είναι σαφές ότι η Κατηγορούμενη δεν άγγιξε την παραπονούμενη και ότι οι προθέσεις της σύμφωνα με τη μαρτυρία ήταν άγνωστες, αλλά και ότι υπάρχει μεγάλη αντιφατικότητα και αναξιοπιστία στη μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς παραπονούμενης. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της παραπονούμενης, η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει την Κατηγορουμένη αναφέροντας ότι τα αδικήματα έλαβαν χώρα και ότι η συμπεριφορά της είναι διαχρονική και ότι μια καταδίκη Δικαστηρίου θα θέσει τέλος σ΄ αυτή την κατάσταση που παρατηρείται. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Με γνώμονα τους πιο πάνω κανόνες η αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία. Η παραπονούμενη και η γιαγιά της ολοφάνερα διακατέχονται από εχθρικά αισθήματα προς την Κατηγορουμένη κάτι το οποίο δεν απέκρυψαν ενόσω έδιδαν μαρτυρία. Η μαρτυρία τους όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω ήταν ίδια, χρησιμοποίησαν τις ίδιες φράσεις και λέξεις σε τέτοιο σημείο που να δημιουργείται στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι η μαρτυρία τους ήταν ενορχηστρωμένη και κατασκευασμένη και προμελετημένη και συνεπώς μη πειστική. Πέραν των πιο πάνω αλλά και των υπερβολών που παρατηρήθηκαν εντύπωση κάνει στο Δικαστήριο το γεγονός ότι κανένας από τους αυτόπτες μάρτυρες δηλαδή ο μπογιατζής ο οποίος είναι και ανεξάρτητος μάρτυρας εφόσον δεν συνδέεται συγγενικά με καμία από τις δύο πλευρές, αλλά και ο γιος της Μ.Κ.2 και θείος της παραπονούμενης ο οποίος ήταν παρών στο επεισόδιο, δεν ήρθαν να μαρτυρήσουν στο Δικαστήριο για τα όσα έγιναν τη συγκεκριμένη μέρα. Το πιο πάνω προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση σε σχέση με το θείο της παραπονούμενης που είχε και κάθε λόγο να την υπερασπιστεί. Επίσης, κανένας από τους Αστυνομικούς που εξέτασαν τη καταγγελία της παραπονούμενης δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Όσον αφορά την Κατηγορουμένη πρέπει να αναφέρω ότι η μαρτυρία της ήταν πολύ περιορισμένη, δεν κατέφυγε σε υπερβολές ή σε οποιαδήποτε προσπάθεια εντυπωσιασμού, παρά μόνο σταθερά και λιτά επέμενε ότι τα γεγονότα δεν έγιναν όπως η παραπονούμενη ισχυρίζεται, την ίδια στιγμή όμως δεν μπορώ από το να μην σχολιάσω τη θέση της ότι το πέρασμα είναι δικό της και ότι θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί για τις υπηρεσίες και τις εργασίες του μπογιατζή. Είναι φανερό ότι και η ίδια διακατέχεται από αρνητικά συναισθήματα σε σχέση με την παραπονούμενη και τη γιαγιά της. Το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «
  4. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και, · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens

(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Εισ. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 & Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Στον Ποινικό Κώδικα επίσης ερμηνεύεται και η έννοια της δημόσιας διάβασης η οποία περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προέκυψε ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη στην πρώτη κατηγορία έλαβε χώρα όταν ο μπογιατζής και η Κατηγορούμενη βρίσκονταν στο πέρασμα μεταξύ των δύο σπιτιών και μπογιάτιζε ενώ η παραπονούμενη και η γιαγιά της, βρίσκονταν στη βεράντα του σπιτιού της παραπονούμενης που βλέπει προς το πέρασμα. Σύμφωνα με την μαρτυρία της παραπονουμένης, και της γιαγιάς της, ΜΚ2, η οποία έχει μείνει στο σημείο αυτό αναντίλεκτη και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου τόσο το σπίτι της παραπονούμενης όσο και της Κατηγορουμένης είναι κτισμένα σε ένα τεμάχιο γης το οποίο χαρακτηρίζεται ως αλώνι και το οποίο ανήκει εξ αδιαιρέτου σε 5 άτομα ανά 1/5 μερίδιο. Το πέρασμα που υπάρχει και βασικά είναι δύο περάσματα, ένα σε κάθε πλευρά του σπιτιού της Κατηγορουμένης δικαιούνται να το χρησιμοποιούν όλα τα πρόσωπα που έχουν μερίδιο σχετικό τεμάχιο. Το πέρασμα ή πιο σωστά και τα δύο περάσματα, δεν αναγράφονται ούτε πάνω στο πιστοποιητικό του Κτηματολογίου, ούτε ανήκουν σε κάποιο από τους 5 ιδιοκτήτες αφού ακόμα δεν έγινε διαχωρισμός του τεμαχίου. Από τη δοθείσα αναντίλεκτη μαρτυρία, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο πέρασμα στο οποίο συνέβηκε το ισχυριζόμενο συμβάν δεν αποτελεί δημόσιο χώρο ως αυτός ερμηνεύεται στο Ποινικό Κώδικα, κάτι το οποίο αποτελεί και συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην πρώτη κατηγορία, αλλά φαίνεται να είναι ιδιωτική περιουσία των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών του τεμαχίου. Επομένως από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει λόγω του ότι δεν έχει αποδειχθεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Πέραν τούτου, με βάση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης και της Μ.Κ.2 ως ανωτέρω, έχω μεγάλες αμφιβολίες κατά πόσο η Κατηγορούμενη εκστόμισε τη φράση που ισχυρίζεται η παραπονούμενη. Έτσι λοιπόν και γι΄ αυτό το λόγο η κατάληξη μου θα ήταν εν πάση περιπτώσει η αθώωση και απαλλαγή της Κατηγορουμένης από την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα , είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά του αδικήματος της επίθεσης σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο είναι η επίθεση εναντίον άλλου προσώπου, παράνομα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος ή η κατηγορούμενη να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ.Fagan v Metropolitan Police Commisioner
(1968)3 All E.R. 442). Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 στην παράγραφο Β2.5 σελίδα 162, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο Actus Reus of Assault: « An assault requires conduct which causes the victim to apprehend the imminent application of unlawful force upon him (Ireland
(1998)AC 147, per Lord Steyn at p. 161). A fear of possible violence may suffice (Ireland) and it may also suffice where the victim is unsure as to when exactly the threatened attack may occur; but as the Court of Appeal pointed out in Constanza
(1997)2 Cr App R 492, the conduct in question must at least provoke a fear of violence "at some time not excluding the immediate future". A threat of violence only in the more distant future cannot suffice. As to what amount to unlawful force, see B2.6 and B2.8 to B2.
  1. An omission to act probably cannot amount to an assault, or indeed a battery, but see B2.
  2. The relevant conduct in cases of assault may take the form of threatening acts or gestures, as for example where D brandishes a weapon at V or fires a shot in his direction: but it may also take the form of threatening words, or it may involve acts and words together.» Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος/η κατηγορουμένη ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας των όσων κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού οι εκδοχές και των δύο πλευρών απορρίπτονται, αδυνατώ να προβώ σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα που συνέβηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα, δηλαδή στις 22.7.2008, ενώ η παραπονούμενη και η γιαγιά της βρίσκονταν στη βεράντα της οικίας της παραπονούμενης που είναι πιο ψηλά από το επίπεδο του εδάφους ενώ η Κατηγορούμενη και ο μπογιατζής βρισκόντουσαν μέσα στο πέρασμα, δίπλα από την κατοικία της παραπονούμενης το οποίο οδηγεί στην κατοικία που διαμένει η κατηγορούμενη. Επομένως εφόσον το βάρος βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής για να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο της παραπονούμενης και της γιαγιάς της όσο και της ιδίας της κατηγορουμένης κρίνω ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή όσον αφορά τα έξοδα. (Υπ.).............. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΧΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.