Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14906/08, 19.07.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14906/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
(1914)A.C. 599, 609). Ο δε βαθμός απόδειξης του εθελούσιου κατάθεσης που τίθεται εν αμφιβόλω είναι ο ίδιος με εκείνον που εφαρμόζεται στο τελικό στάδιο της διαδικασίας από τον κριτή των γεγονότων, δηλαδή έξω από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. R. v. Sfongaras 22 CLR 113). Τέλος, σε αυτή την ενδιάμεση και παρεμβαλλόμενη διαδικασία το Δικαστήριο έχει συγκεκριμένο και προδιαγεγραμμένο έργο να επιτελέσει, το οποίο δεν είναι άλλο από εξέταση των λόγων που η υπεράσπιση επικαλείται εις αμφισβήτηση του εθελούσιου της κατάθεσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou and Pikis, στη σελ. 139 'The judge must, however, difficult though it maybe, restrict his deliberations to findings strictly necessary to determine the question of admissibility and must refrain from making findings of fact that may damage irreparably the credibility of a witness, in the case, particularly the accused'. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω στρέφομαι να αξιολογήσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Επαναλαμβάνω ότι η όποια κρίση του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των επίδικων γι΄ αυτή τη διαδικασία θεμάτων και δεν πρέπει να εκληφθεί ως δεδομένη και δεσμευτική για την κυρίως δίκη, όπου η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού επεκτείνεται και καλύπτει κάθε παράμετρο τούτου. Πριν οτιδήποτε άλλο αξίζει να λεχθεί εδώ ότι όπως προκύπτει από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς μέρος των γεγονότων συνιστά κοινό τόπο. Τούτα είναι τα ακόλουθα. Αφενός μεν ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 26.04.08 και ώρα 11:00, καθώς ότι η οικία του ερευνήθη μεταξύ των ωρών 11:05 με 11:
- Αφετέρου δε κοινό τόπο αποτελεί ότι μετά πάροδο δεκαπέντε με είκοσι λεπτών ο κατηγορούμενος βρίσκετο ήδη στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Περαιτέρω, κατάθεση λήφθηκε από τον κατηγορούμενο μεταξύ των ωρών 17:00 με 17:30, στη συνέχεια, και συγκεκριμένα η ώρα 17:40, του λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα, ενώ ελεύθερος αφέθηκε η ώρα 18:
- Σε κάποιο χρόνο μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου στο ΤΑΕ Λευκωσίας μετέβη τόσο ο πατέρας του όσο και ο δικηγόρος Λάμπρος Πιερή (ΜΥ1). Τέλος, ενόσω ο κατηγορούμενος βρίσκετο στο ΤΑΕ, μετακινήθηκε από το γραφείο όπου αρχικά είχε τοποθετηθεί. Μεταφέρθηκε στο γραφείο του ΜΚ4, στη συνέχεια στο γραφείο του ΜΚ1 και αργότερα στο χώρο όπου ο ΜΚ3 του έλαβε παρειακά επιχρίσματα. Περαιτέρω, από τη σύνοψη του μαρτυρικού υλικού συνάγεται ότι από τους μάρτυρες υπεράσπισης ο μόνος που έχει ιδίαν γνώση για τις απειλές ή πιέσεις που ασκήθηκαν σε συσχετισμό με κράτηση, καθώς και τη ψυχολογική βία που ασκήθηκε δια ειρωνείας και παράλειψης παροχής φαγητού και νερού, είναι ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης, δηλαδή ότι η αστυνομία τεχνηέντως αποστέρησε τον κατηγορούμενο από το δικαίωμα του για υπηρεσίες δικηγόρου, καθώς και επικοινωνίας με τον πατέρα του. Έχοντας αυτά τα δεδομένα υπόψιν μου, προχωρώ σε σχολιασμό των εκατέρωθεν θέσεων. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι η κάθε μαρτυρία κρίνεται τόσο αυτοτελώς όσο και υπό το φως του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, κρίνω ότι ευχερέστερος είναι ο ξεχωριστός σχολιασμός της κάθε μιας από τις θέσεις που υπέβαλε η υπεράσπιση για απόρριψη της επίδικης κατάθεσης, τεκμήριο 3ΔΔ
- Αναφέρω εξαρχής ότι οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής, εν αντιθέσει με τους μάρτυρες υπεράσπισης, μου έκαναν καλή εντύπωση. Μπορεί μεν να μην ενθυμούντο κάθε δεδομένη στιγμή με λεπτομέρεια, ήτο όμως σαφείς και αυθόρμητοι στις απαντήσεις τους χωρίς περιστροφές και αοριστολογίες. Διαπιστώνω ότι σε καμία περίπτωση υπερέβαλαν, ενώ ακόμη χωρίς δισταγμό απάντησαν τόσο για την παρουσία των ΜΥ1 και ΜΥ2 στα γραφεία του ΤΑΕ, όσο και για το ότι δεν πρόσφεραν στον κατηγορούμενο φαγητό. Η δε μαρτυρία τους είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και συμβατή της κοινής λογικής. Από την άλλη η μαρτυρία της υπεράσπισης καλύπτεται από πέπλο αοριστολογίας και ασάφειας. Για πλείστα τόσα θέματα τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο ΜΥ2 είχαν επιλεκτική μνήμη. Από την άλλη υπερβολή, εμπάθεια και αντίφαση είναι ότι χαρακτηρίζει τη μαρτυρία της υπεράσπισης στο σύνολό της, πλείστες τόσες θέσεις της οποίας απάδουν της κοινής λογικής. Πρώτη εξετάζω τη θέση του κατηγορουμένου ότι δέχθηκε απειλές για κράτηση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε εν προκειμένω ότι ο ΜΚ1 του εξήγησε κάποια γεγονότα καθώς επίσης ονόματα και προσωνύμια ούτως ώστε να τα επαναλάβει στη συνέχεια ο ίδιος για να τα καταγράψει το πρόσωπο που ελάμβανε την κατάθεση, δηλαδή ο ΜΚ
- Σημειώνεται εν πρώτοις ότι η εν λόγω θέση για πρώτη φορά εμφανίστηκε ενόσω ο κατηγορούμενος κατέθετε ενόρκως, εφόσον η σχετική πτυχή της ένστασης της υπεράσπισης ήθελε το ΜΚ1 να υπαγορεύει στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος να καταγράφει την κατάθεση. Στην ένορκη μαρτυρία του δέχθηκε όμως ότι πλην των υπογραφών του, τις οποίες υπέδειξε, και της προτελευταίας παραγράφου της επίδικης κατάθεσης, δηλαδή ότι διάβασε την πιο πάνω κατάθεση και συμφώνησε με το περιεχόμενό της, το υπόλοιπο μέρος της κατάθεσης δεν το κατέγραψε ο ίδιος αλλά ο ΜΚ
- Ως εκ των πιο πάνω γεννάται το εξής ερώτημα· αν ο ΜΚ1 μοναδικό στόχο είχε την εξασφάλιση ομολογίας από τον κατηγορούμενο γιατί να του εξηγούσε διάφορα γεγονότα και προσωνύμια; Γιατί μάλιστα να τον καλούσε μετά να τα επαναλάβει για να τα καταγράψει ο ίδιος, δηλαδή ο μάρτυρας; Δεν θα ήτο λογικό, υπό το φως των ισχυρισμών της υπεράσπισης πάντα, είτε να παρουσίαζε στον κατηγορούμενο μια κατάθεση που ο ίδιος θα είχε ενωρίτερα καταγράψει και να τον καλούσε να την υπογράψει, είτε την ίδια ώρα να ζητούσε από τον κατηγορούμενο να καταγράψει ό,τι θα του υπαγόρευε; Δεν διαλανθάνει μάλιστα την προσοχή μου ότι, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, κατά το χρόνο που ελαμβάνετο η επίδικη κατάθεση από το ΜΚ1, ο τελευταίος τον πίεζε να συντομεύουν. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, δηλαδή υπήρχε στενότητα χρόνου, προς τι τότε η κωλυσιεργία επανάληψης γεγονότων και προσωνυμίων; Πέραν όμως των πιο πάνω, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή όταν ελαμβάνετο η κατάθεση από το ΜΚ1, ο τελευταίος ήτο καλός μαζί του. Μάλιστα χαμογελούσε και τον καλόπιανε με κάποιο τρόπο για να αναφέρει, νοείται ο κατηγορούμενος, αυτά που ήθελε να ακούσει. Κρίνω πως ούτε αυτή η θέση συνάδει με την κοινή λογική. Αφενός μεν πως γίνεται να ήτο καλός ο μάρτυρας με τον κατηγορούμενο όταν κατά τον ίδιο χρόνο τον απείλησε ότι αν δεν έδιδε την εν λόγω κατάθεση θα τον παρουσίαζε στο Δικαστήριο για να ζητήσει την κράτησή του. Ό,τι δυσκολεύομαι εν ολίγοις να αντιληφθώ αλλά και να αποδεχθώ είναι ότι ο κατηγορούμενος χαρακτηρίζει το μάρτυρα καλό, παρά το ότι τον απείλησε ότι θα τον έθετε υπό κράτηση. Αφετέρου, διακριτή της κοινής λογικής είναι και η άλλη παράμετρος του ισχυρισμού του κατηγορουμένου, δηλαδή ότι ο μάρτυρας τον καλόπιανε για αν του πει αυτά που ήθελε. Η εν λόγω θέση θα είχε λογικό υπόβαθρο μόνο αν ο κατηγορούμενος γνώριζε οτιδήποτε για τη διερευνώμενη υπόθεση. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της κατάθεσης ήτο καθ΄ ολοκληρίαν υποβολιμαίο από το μάρτυρα. Ποιος λόγος υπήρχε τότε ο ΜΚ1 να καλοπιάνει τον κατηγορούμενο για να του πει κάτι για ένα θέμα που ούτως ή άλλως δεν γνώριζε οτιδήποτε; Σε τέτοια περίπτωση αναμενόμενο θα ήτο η παρουσίαση και μόνο μιας ψευδούς κατάθεσης και η απαίτηση να την προσυπογράψει, ένεκα απειλής για κράτηση, και όχι οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι πλην των όσων ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι του είπαν οι ΜΚ1 και ΜΚ4, η οποία άλλη αναφορά σε απειλές που δέχθηκε ήτο αόριστη και ασαφής, δηλαδή χωρίς να εξειδικεύει συγκεκριμένο πρόσωπο και περιεχόμενο απειλής. Ανάλογη μάλιστα, ήτο και η θέση που πρωτοεμφανίστηκε όταν ο κατηγορούμενος κατέθετε ενόρκως, δηλαδή ότι οι αστυφύλακες, τα ονόματα των οποίων ουδέποτε αναφέρθηκαν, επιχείρησαν και πριν τις 17:00 να του πάρουν κατάθεση. Αυτοί οι ισχυρισμοί, οι οποίοι ουδέποτε τέθηκαν στους μάρτυρες και δεν συμπεριλήφθηκαν στην ένσταση της υπεράσπισης, δεν μπορούν να επιτύχουν. Η δε θέση του ΜΚ1 ότι όταν είδε τον κατηγορούμενο αυτός φαινόταν χαμένος, καθώς και η επεξήγηση του κατηγορουμένου ότι η ώρα 17:00 υπέκυψε στις πιέσεις εφόσον ήτο κουρασμένος και επιθυμούσε να μεταβεί σπίτι του και επειδή δεν γνώριζε οτιδήποτε για τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας, είναι ασύμβατη της αντεξέτασης που έτυχαν οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής και ιδιαίτερα ο ΜΚ1, ο οποίος όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε για τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος ήτο ευδιάθετος, αλλά κτίζοντας σε αυτό η υπεράσπιση του υπέβαλε ότι ήτο ευδιάθετος επειδή θα τέλειωνε η όλη διαδικασία και θα αφήνετο ελεύθερος. Αυτή βεβαίως η εκ των υστέρων διαφοροποίηση της θέσης της υπεράσπισης αποδυναμώνει τη σχετική θέση. Παρόλα αυτά, αν ο κατηγορούμενος αγνοούσε την όλη διαδικασία, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε και διαρκής απαίτησή του ήτο η συνάντηση με τον πατέρα του ή κάποιο δικηγόρο, πως τότε κατόρθωσε να ξεφύγει από τα πλοκάμια των προηγούμενων ανακριτών που τον πολιορκούσαν συνεχώς, σύμφωνα με τον ίδιο, απειλώντας τον μάλιστα ότι αν δεν δώσει κατάθεση θα τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου με αίτημα οκταήμερης προσωποκράτησης. Από την άλλη, αν όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας δεν είδε τον πατέρα του και δεν γνώριζε κατά πόσο του βρήκε δικηγόρο, ποιο δικηγόρο ζητούσε,; Περαιτέρω διάσταση στη γραμμή της υπεράσπισης εντοπίζεται και στις απειλές που ξεστόμισε ο ΜΚ
- Ενώ στο μάρτυρα υπεβλήθη ότι υπέδειξε στον κατηγορούμενο να καταγράψει ότι θα του υπαγόρευε ο ΜΚ1, εφόσον δεν είναι τίποτε, νοείται η όλη υπόθεση, ούτως ώστε να τελειώνουν και να πάνε σπίτια τους να κάνουν Πάσχα, ο κατηγορούμενος θέλει το μάρτυρα να του λέει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι βρίσκετο σε πολύ δύσκολη θέση και ότι θα είχε μεγάλο και σοβαρό πρόβλημα αν δεν ομολογούσε ότι ήτο παρών στα επεισόδια. Ποια όμως από τις πιο πάνω θέσεις ευσταθεί, ότι η ομολογία εκμαιεύτηκε ένεκα υποδείξεων ότι η υπόθεση είναι ήσσονος σοβαρότητος, ή ένεκα απειλών για κράτηση γι΄ αυτήν ακριβώς τη σοβαρότητα της υπόθεσης; Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν τις παλινδρομήσεις όχι μόνο της γραμμής της υπεράσπισης αλλά και του κατηγορουμένου εν σχέσει με τον ισχυρισμό του για απειλές που δέχθηκε από τα μέλη της αστυνομίας. Όλα όσα προανέφερα προδήλως καταδεικνύουν το αντιφατικό, αλλοπρόσαλλο και φανταστικό, των σχετικών θέσεων του κατηγορουμένου. Υπερβολή όμως είναι ό,τι χαρακτηρίζει και την άλλη θέση του κατηγορουμένου, δηλαδή ότι συγκεραστικά των πιο πάνω του ασκήθηκαν πιέσεις άλλου είδους, και συγκεκριμένα ότι όχι μόνο δεν του χορήγησαν φαγητό και νερό, αλλά και ότι τον ειρωνεύτηκαν για την απαίτησή του να τον προμηθεύσουν με φαγητό. Όλοι ο μάρτυρες κατηγορούσας αρχής, πλην του ΜΚ3, δέχθηκαν εν προκειμένω ότι δεν πρόσφεραν και δεν χορήγησαν στον κατηγορούμενο φαγητό ή νερό. Ήτο όμως η θέση τους ότι ουδέποτε τους ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Ο ΜΚ3 ανέφερε σχετικά ότι μόλις αφίχθηκαν στα γραφεία του ΤΑΕ ρώτησε τον κατηγορούμενο αν επιθυμούσε να πιει οτιδήποτε και έλαβε αρνητική απάντηση. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε ενόρκως ότι προτού αναχωρήσουν από την οικία του ο ΜΚ3 του είπε να πιει γάλα, όπως και έπραξε και περαιτέρω, όταν πλέον ήταν στα γραφεία του ΤΑΕ του επέτρεψε να καπνίσει. Αν λοιπόν πρόθεσή των μελών της αστυνομίας ήτο η μεθοδευμένη άσκηση ψυχολογικής βίας στον κατηγορούμενο, ούτως ώστε να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη ομολογία, πως τότε συνάδει η συμπεριφορά του ΜΚ3 για την οποία ο κατηγορούμενος έκανε λόγο. Γιατί δηλαδή να τον συμβουλεύσει αρχικά να προγευματίσει και εν συνεχεία να του επιτρέψει την ανακούφιση και χαλάρωση τσιγάρου, όταν απώτερος σκοπός τόσο εκείνου όσο και των υπολοίπων μελών της ανακριτικής ομάδας ήτο η εξασφάλιση ομολογίας το ενωρίτερο δυνατό. Περαιτέρω, στην έκταση που αυτή η θέση στράφηκε κατά του ΜΚ4 καταλογίζοντας του ειρωνικά σχόλια, διαπιστώνω ότι αστάθεια και αντίφαση είναι ό,τι χαρακτηρίζει τη θέση του κατηγορουμένου. Ενώ αρχικά δήλωσε ότι η αναφορά από το ΜΚ4 σε καλαμάρι, ως συγκεκριμένο είδος φαγητού, έγινε επειδή ήτο νηστείες, ανεξεταζόμενος στη συνέχεια δέχθηκε πως κάτι τέτοιο, δηλαδή αναφορά σε νηστείες, δεν ειπώθηκε από το ΜΚ
- Γιατί λοιπόν ο κατηγορούμενος δεν ενθυμάται με ακρίβεια ένα τέτοιο ειρωνικό σχόλιο το οποίο, σύμφωνα με την υπεράσπιση, συνιστά ψυχολογική βία η οποία συνέβαλε καταλυτικά στην απόσπαση μιας ψευδούς ομολογίας. Χωρίς να παραγνωρίζω το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και χωρίς αυτή η θέση του κατηγορουμένου να διακρίνεται από το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, ως πιο πάνω έχει κριθεί, και από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, διαπιστώνω πως, πλην του ότι οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ4 και ΜΚ5 δεν τον χορήγησαν με φαγητό και νερό, θέση που αποδέχονται και οι ίδιοι οι μάρτυρες, η θέση του περί ειρωνείας και ψυχολογικής πίεσης, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Οξύμωρη, ανακόλουθη, αντιφατική και υπερβολική είναι και η άλλη θέση της υπεράσπισης, δηλαδή ότι τα μέλη της αστυνομίας αποστέρησαν τον κατηγορούμενο από δικαίωμα επικοινωνίας με το συνήγορο καθώς και τον πατέρα του. Σημειώνω κατ΄ αρχάς ότι κανενός εκ των τριών μαρτύρων υπεράσπισης η μαρτυρία ως προς το πού, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες συναντήθηκαν μετά την κατάθεση του κατηγορουμένου, ταυτίζεται. Ενώ ο ΜΥ1 κάνει λόγο για συνάντηση που έλαβε χώρα στον προθάλαμο του ΤΑΕ και μεταφέρθηκε στο κλιμακοστάσιο τούτου, ο κατηγορούμενος, παλινδρομώντας, ανέφερε το χώρο στάθμευσης του ΤΑΕ, ενώ ο ΜΥ2 το κλιμακοστάσιο. Παρότι ο ΜΥ1 θέλει να συναντά τον πατέρα του κατηγορουμένου (ΜΥ2) από την πρώτη στιγμή που μετέβη στο ΤΑΕ καθώς και αργότερα όταν είδε τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος και ο πατέρας του δίδουν εντελώς διαφορετική εκδοχή για τη συνάντηση που είχαν με το δικηγόρο (ΜΥ1). Ο κατηγορούμενος αοριστολογώντας και παλινδρομώντας και πάλιν αναφέρει ότι συναντήθηκε με το ΜΥ1 όταν ο πατέρας του πήγε να φέρει το όχημα για να φύγουν, ενώ ο πατέρας θέλει να μεταβαίνει στο ΤΑΕ κατόπιν τηλεφωνήματος που έλαβε ότι ολοκληρώθηκε η διαδικασία και μπορούσε να παραλάβει τον υιό του. Αντίφαση υφίσταται και για το περιεχόμενο της συζήτησης που είχαν τα τρία πρόσωπα. Ο μεν ΜΥ1 θέλει τούτο να είναι περισσότερο τυπικό, δηλαδή να τους δίδει τα στοιχεία του, εφόσον ο κατηγορούμενος του φάνηκε να είναι χαμένος, ο δε κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ανέφερε στο συνήγορο ό,τι προηγήθηκε, ενώ ο ΜΥ2 αναφέρει πως ο υιός του τον πληροφόρησε ότι ο τον βοήθησε κάποιος αστυφύλακας να δώσει κατάθεση και ότι δεν είναι τίποτε. Οι πιο πάνω θέσεις, παρεμφερείς του επίδικου θέματος και όχι επί της ουσίας, αναδεικνύουν εντούτοις αντίφαση στη μαρτυρία της υπεράσπισης και αφήνουν αναπάντητα ερωτήματα. Αν ο ΜΥ1 είδε το ΜΥ2 στα γραφεία του ΤΑΕ μόλις μετέβη εκεί πως τότε ο τελευταίος δηλώνει ότι μετέβη όταν του τηλεφώνησαν να πάει να παραλάβει τον υιό του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΜΥ1 όταν είδε τον πατέρα του κατηγορουμένου στα γραφεία του ΤΑΕ του ανέφερε ότι δεν γνώριζε σε ποιο γραφείο ήταν ο υιός του, καθ΄ ότι τον μετακινούσαν συνεχώς και ότι δεν ήταν συνεχώς εκεί, νοείται ο πατέρας. Εγείρεται και πάλιν το ερώτημα, αν τούτη η στιχομυθία ευσταθεί και διημείφθη εντός του χώρου των γραφείων του ΤΑΕ, γιατί απεκρύβη από τον πατέρα ενόρκως; Περαιτέρω, εφόσον ο ισχυρισμός του πατέρα του κατηγορουμένου είναι ότι αφενός μεν δεν του επέτρεψαν να δει τον υιό του αφετέρου δε η συμπεριφορά των μελών της αστυνομίας έναντι του ήτο άσχημη, πως τότε πληροφορήθηκε την όποια μετακίνηση του υιού του και πληροφόρησε το ΜΥ1; Περαιτέρω έκπληξη προκαλεί και η άλλη θέση της υπεράσπισης που εκφράστηκε από το ΜΥ1, δηλαδή το συνήγορο που μετέβη στο ΤΑΕ για να δει τον κατηγορούμενο. Έχω αναφέρει στην αρχή τούτης της απόφασης κάθε τι το οποίο, σύμφωνα με το μάρτυρα, έλαβε χώρα στα γραφεία του ΤΑΕ. Η παραδοξότητα τούτης της θέσης επικεντρώνεται στο ότι ο μάρτυρας έχει την άποψη ότι τα όσα εκεί διαδραματίσθηκαν συνιστούσαν προσπάθεια απόκρυψης του κατηγορουμένου και ως εκ τούτου αποστέρησης του τελευταίου από το δικαίωμά του να επικοινωνήσει με συνήγορο της επιλογής του. Εκ των πραγμάτων τούτη η θέση κρίνεται ανυπόστατη. Αν θεωρήσει κανείς αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΥ1 ως ανταποκρινόμενη στα πραγματικά γεγονότα θα διαπιστώσει ότι όχι μόνο εισέβαλε στα γραφεία του ΤΑΕ σαν μαινόμενος ταύρος αλλά και ότι τα μέλη της αστυνομίας του επέτρεψαν να εισέλθει και σε άλλα γραφεία ως να μην επρόκειτο για ένα νευραλγικό τομέα της αστυνομικής αρχής. Οι δε έφοδοι του μάρτυρα σε δύο τουλάχιστον γραφεία με γλαφυρότητα αποτυπώνονται στη δική του μαρτυρία όταν αναφέρει πως εισερχόμενος πρώτα εντός του γραφείου του ΜΚ4 και στη συνέχεια σε άλλο γραφείο, στα οποία κάποια πρόσωπα ανακρίνοντο, αμέσως ρώτησε τα πρόσωπα που βρίσκοντο στα δύο αυτά γραφεία τα ονόματά τους, με τον πρώτο μάλιστα να αρνείται να του πει τούτο. Αν λοιπόν επετράπη στον κο Πιερή να δράσει τοιουτοτρόπως, πως τούτο συνάδει με ισχυριζόμενη πρόθεση των μελών της αστυνομίας να κρύψουν τον κατηγορούμενο και να μην τον αφήσουν να έλθει σε επαφή με το συνήγορό του. Αν αυτή ήτο η πρόθεση της αστυνομίας, δεν θα απαγόρευαν την είσοδο του συνηγόρου από γραφείο σε γραφείο, με τον τρόπο που ο ίδιος περιέγραψε; Ένα άλλο ερώτημα που εγείρεται αφορά την ισχυριζόμενη από την υπεράσπιση πρόθεση της αστυνομίας στο σύνολό της. Αν πρόθεση των μελών της αστυνομίας ήτο η εξασφάλιση ομολογίας από τον κατηγορούμενο το συντομότερο δυνατό, ούτως ώστε να μην έλθει σε επικοινωνία με συνήγορο, γιατί ανέμεναν μέχρι τις 17:00 να πάρουν κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Αν περαιτέρω προτίθοντο να τον απειλήσουν με κράτηση, γιατί να μην τον έθεταν αμέσως ενώπιον Δικαστηρίου και έτσι να εξασφάλιζαν πρώτα την κράτησή του και στη συνέχεια, με αυτήν πλέον ανά χείρας, να προχωρούσαν στην εκτέλεση των όποιων άνομων προθέσεών τους; Όλα τα πιο πάνω ερωτήματα δεν απαντώνται από την αλλοπρόσαλλη, αντιφατική και εκτός λογικών πλαισίων μαρτυρία της υπεράσπισης. Εκθεμελιώνουν δε τους προβαλλόμενους από την υπεράσπιση ισχυρισμούς καθιστώντας τους ανυπόστατους ενώ αναδεικνύουν παράλληλα ότι ο προθέσεις και οι ενέργειες των μελών της αστυνομίας ήτο αγνές και ειλικρινείς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία των κατηγορουμένου, ΜΥ1 και ΜΥ2 απορρίπτεται, στην έκταση που συγκρούεται με τη μαρτυρία των ΜΚ1 μέχρι και ΜΚ
- Καταλήγω δε ότι για τη λήψη της επίδικης κατάθεσης ο κατηγορούμενος δεν απειλήθηκε με κράτηση και ούτε του υπαγορεύθηκε τι να πει. Περαιτέρω, δεν του ασκήθηκε ψυχολογική βία, παρότι δεν του προσφέρθηκε φαγητό και νερό, πλην της προσφοράς του ΜΚ3 περί ώρα 11:30 για παροχή νερού. Τέλος, ο κατηγορούμενος δεν αποστερήθηκε του δικαιώματος επικοινωνίας είτε με τον πατέρα, είτε με το συνήγορό του εφόσον δεν κρύβετο από τα μέλη της αστυνομίας από γραφείο σε γραφείο. Μπορεί μεν ο κατηγορούμενος να μην ήλθε σε επαφή με το δικηγόρο Λάμπρο Πιερή, τούτο όμως δεν οφείλετο σε ενέργειες των μελών της αστυνομίας και συγκεκριμένα προσπάθειά τους να κρύψουν τον κατηγορούμενο. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι η επίδικη κατάθεση, τεκμήριο 3ΔΔ1, δόθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου και δεν περιβάλλεται από περιστάσεις που αφήνουν υπόνοια μεθοδευμένης και άνομης συμπεριφοράς από τα μέλη της αστυνομίας, ως οι εισηγήσεις της υπεράσπισης. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο