← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φίλιππου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 24538/08, 09.08.10

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φίλιππου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 24538/08, 09.08.10 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24538/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -εναντίον- Φίλιππου Κωνσταντίνου ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 09.08.10 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Παπαντωνίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κλοπής, δυνάμει των άρθρων 255 και 270 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Ό,τι του καταλογίζεται είναι πως 'μεταξύ του έτους 2003 και της 05.11.2007 έκλεψε περιουσία η οποία ήτο εμπιστευμένη σε αυτόν για την ασφαλή φύλαξή της, δηλαδή μια μηχανή αυτοκινήτου μάρκας BMW με αριθμό 03788596-194S1 και ένα κιβώτιο ταχυτήτων συνολικής αξίας £2000, περιουσία του Γιώργου Κυριακίδη'. Προς επίρρωση της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο επτά μάρτυρες. Τούτοι είναι οι· γυναίκα αστ. 1911 Χρ. Ξερού (στη συνέχεια ΜΚ1), α/αστ 1356 Χρ.Τσιόλης (στη συνέχεια ΜΚ2), αστυνόμος Β΄ Β. Κοσμάς (στη συνέχεια ΜΚ3), Αλέκος Πολυκάρπου (στη συνέχεια ΜΚ4), Νίκος Τοφαρίδης (στη συνέχεια ΜΚ5), Γιώργος Κυριακίδης (στη συνέχεια ΜΚ6) και Γιώργος Αντωνίου (στη συνέχεια ΜΚ7). Το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνει και η ένορκη μαρτυρία του κατηγορουμένου, μαρτυρία στην οποία προέβη αφότου κλήθηκε σε απολογία. Είναι εν προκειμένω η θέση του ΜΚ6, ο οποίος είναι ο παραπονούμενος, ότι περί το έτος 2003 επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι μηχανικός στο επάγγελμα, και του ζήτησε να ελέγξει το όχημά του. Ο κατηγορούμενος ήλεγξε τούτο και του ανέφερε ότι η μηχανή του είχε σοβαρό πρόβλημα το οποίο δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί και ότι έχρηζε αντικατάστασης. Ως εκ τούτου, την εν λόγω αντικατάσταση συμφώνησαν να αναλάβει ο κατηγορούμενος έναντι ποσού ΛΚ4000 που θα του κατέβαλλε ο ΜΚ
  2. Αναφορικά δε με τη μηχανή που θα αντικαθίστατο συμφώνησαν όπως τούτη επιστραφεί στο ΜΚ
  3. Παρότι όμως η μηχανή αντικαταστάθηκε και παρότι ο κατηγορούμενος πληρώθηκε το ποσό που συμφωνήθηκε, η παλαιά μηχανή του οχήματος δεν επεστράφη στο ΜΚ6 με την παράδοση του οχήματος. Μετά πάροδο δύο περίπου ετών από την αλλαγή της μηχανής ο ΜΚ6 ενεπλάκη σε δυστύχημα από το οποίο προκλήθηκε ζημιά στο όχημά του. Ως εκ τούτου μετέβη εκ νέου στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου με νέο αίτημα επιδιόρθωσης του οχήματός του. Για αυτή την επιδιόρθωση συμφώνησαν να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των ΛΚ2000, ποσό το οποίο κατέβαλε δια μεταχρονολογημένων επιταγών. Ενόσω όμως αναμένετο η τίμηση τεσσάρων επιταγών (βλ. τεκμήριο 15) για το συνολικό ποσό των ΛΚ1950, ο ΜΚ6 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα του να μην εξαργυρωθούν οι επιταγές, εφόσον δεν του παρεδόθη η παλαιά μηχανή του οχήματός του. Ένεκα τούτου ακολούθησε αγωγή από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της οποίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών συμφώνησαν καταβολή του αναφερόμενου ποσού, νοουμένου ότι ο κατηγορούμενος επέστρεφε στο ΜΚ6 την παλαιά μηχανή του οχήματός του. Ως εκ τούτου, ο ΜΚ6 μετέβη στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου για να παραλάβει την παλαιά μηχανή του οχήματός του όπου εκεί ο τελευταίος του υπέδειξε συγκεκριμένη μηχανή, ο αριθμός της οποίας όμως ήτο διαφορετικός από τον αρχικό και έτσι αρνήθηκε να την παραλάβει. Ακολούθησε δεύτερη συνάντηση όπου και πάλιν του υπεδείχθη κάποια μηχανή, η οποία έφερε τον ορθό αριθμό και έτσι την παρέλαβε. Προς τούτο οι δύο τους - ΜΚ6 και κατηγορούμενος - υπέγραψαν σχετικό έντυπο παράδοσης και παραλαβής της μηχανής (βλ. τεκμήριο 14). Αφότου όμως παρέλαβε τη μηχανή υποψιάστηκε ότι δυνατό να παραποιήθηκε ο αριθμός της και έτσι μετά πάροδο δύο ημερών μετέβη στην αστυνομία και κατήγγειλε την υπόθεση και αιτήθηκε επιστημονική εξέταση της μηχανής που παρέλαβε από τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το ΜΚ3, ο οποίος είναι πτυχιούχος χημικός, η μηχανή που παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στο ΜΚ6 εξετάστηκε και διαπιστώθηκε ότι ο αρχικός αριθμός της είναι απαλειμμένος με μηχανική επέμβαση και στη θέση του είναι επιτόπια κτυπημένος ο αριθμός 03788596-194S
  4. Οι ΜΚ4 και ΜΚ5 ανέφεραν στο Δικαστήριο· ο μεν πρώτος το ιστορικό του οχήματος από την ημερομηνία που εισήχθη στην Κύπρο ως μεταχειρισμένο μέχρι και σήμερα, ο δε δεύτερος τα αποτελέσματα εξέτασης που διενήργησε στο όχημα και δη τον αριθμό της μηχανής του, προτού εγγραφεί στην Κύπρο. Σύμφωνα με το ΜΚ5, προτού το όχημα εγγραφεί στην Κύπρο ήλεγξε τον αριθμό της μηχανής του και έκρινε ότι δεν ήτο παραποιημένος. Η ΜΚ1 ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης και κατέγραψε την καταγγελία του ΜΚ6, ενώ ο ΜΚ2 μετέφερε την επίδικη μηχανή από το αρχηγείο αστυνομίας, όπου εξετάστηκε από το ΜΚ3, στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας. Τέλος, ο ΜΚ7 ανέφερε ότι για κάποιο χρονικό διάστημα ήτο ο μηχανικός του οχήματος, ουδέποτε όμως ήλεγξε τον αριθμό της μηχανής του. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν είναι διαμετρικά αντίθετη της μαρτυρίας του ΜΚ
  5. Δέχεται εν προκειμένω ότι συνεβλήθη με το ΜΚ6 σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη αφορούσε αντικατάσταση της μηχανής του οχήματος του μάρτυρα, και η δεύτερη, επιδιόρθωση τούτου μετά από δυστύχημα. Σύμφωνα όμως με τον κατηγορούμενο, την πρώτη φορά που συνεβλήθη με το ΜΚ6 δεν ήλεγξε ο ίδιος το όχημα του μάρτυρα, εφόσον η συμφωνία τους δεν αφορούσε έλεγχο της μηχανής αλλά αντικατάσταση μόνο. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ουδέποτε ήλεγξε τη μηχανή που αφαίρεσε από το όχημα του ΜΚ6 καθ΄ ότι για τον ίδιο ήτο άχρηστη ένεκα ελαττωματικότητας που του αναφέρθηκε. Είναι περαιτέρω η θέση του κατηγορουμένου ότι όταν ο ΜΚ6 ακύρωσε την τίμηση κάποιων εκ των μεταχρονολογημένων επιταγών που του έδωσε, δικαιολόγησε αυτή την ενέργεια επικαλούμενος καθυστέρηση στην επιδιόρθωση του οχήματος και όχι μη παράδοση της παλαιάς μηχανής. Περαιτέρω, την πρώτη φορά που ο ΜΚ6 μετέβη στο μηχανουργείο του για να παραλάβει τη μηχανή, ως συμφωνήθηκε μεταξύ των συνηγόρων, είχε στην κατοχή του κάποιο χαρτάκι που ανέγραφε κάποιους αριθμούς οι οποίοι όμως δεν ταυτίζονταν με τους αριθμούς της μηχανής που του υπεδείχθη, εφόσον οι αριθμοί που κατείχε δεν ανταποκρίνοντο, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, σε αυτούς που χρησιμοποιούνται στις μηχανές της BMW. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, όταν ο ΜΚ6 μετέβη εκ νέου στο μηχανουργείο του για να παραλάβει τη μηχανή, είχε στην κατοχή του άλλους αριθμούς απ΄ ότι την πρώτη φορά. Του υπεδείχθη περαιτέρω η ίδια ως και την πρώτη φορά μηχανή, ο αριθμός της οποίας ταυτίζετο με τον αριθμό που κρατούσε ο μάρτυρας. Ως εκ τούτου, ο ΜΚ6 παρέλαβε τη μηχανή που του υπεδείχθη. Από την πιο πάνω σύνοψη του μαρτυρικού υλικού φρονώ ότι τα ερωτήματα που ακολουθούν αποκαλύπτουν και τα επίδικα θέματα. Η δε απάντηση των εν λόγω ερωτημάτων θα καθορίσει και την τύχη της υπόθεσης. Σε επίδικο θέμα καθίσταται λοιπόν το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήλεγξε τη μηχανή που αφαίρεσε από το όχημά του ΜΚ6, το κατά πόσο ο ΜΚ6 είχε στην κατοχή του τον αριθμό της μηχανής όταν μετέβη για να παραλάβει τούτην από τον κατηγορούμενο, αν ναι, κατά πόσο αυτός ο αριθμός ήτο ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις που μετέβη για να παραλάβει τη μηχανή και τέλος, κατά πόσο ο αριθμός της μηχανής που παρεδόθη στο ΜΚ6 από τον κατηγορούμενο είναι παραποιημένος, και αν ναι, κατά πόσο αυτή η παραποίηση δυνατό να υφίστατο κατά την εισαγωγή του οχήματος στην Κύπρο. Σημειώνω από τώρα ότι ως προς τα υπόλοιπα θέματα, δηλαδή τις συναλλαγές των δύο - κατηγορούμενου και ΜΚ6, το χρόνο που έλαβαν χώρα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν - όπως το δυστύχημα του ΜΚ6, αποτελούν κοινό τόπο και έτσι λαμβάνονται ως δεδομένα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316 και Αθανασίου κ.α ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Καθ΄ ένας εξ αυτών άφησε θετικές μόνο εντυπώσεις. Χωρίς περιστροφές, αοριστολογίες και αντιφάσεις επεξήγησαν στο Δικαστήριο ό,τι γνώριζαν για την όλη υπόθεση. Περαιτέρω, η μαρτυρία τούτων των μαρτύρων δεν αφορά την όποια συμφωνία των δύο εμπλεκομένων - κατηγορούμενου και ΜΚ
  1. Η σχέση των εν λόγω μαρτύρων με την όλη υπόθεση προέκυψε καθηκόντως και είναι απαλλαγμένη ιδιοτέλειας και προσωπικών συμφερόντων. Η δε μαρτυρία τους παρέμεινε αναμφισβήτητη. Καταλήγω συνεπώς ότι αυτοί οι μάρτυρες είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Τυπικής σημασίας είναι και η μαρτυρία του ΜΚ
  2. Παρότι αυτός ο μάρτυρας σχετίζεται με ένα εκ των δύο εμπλεκομένων, εφόσον ήτο ο αρχικός μηχανικός του οχήματος του ΜΚ6, εντούτοις η μαρτυρία του, της οποίας το περιεχόμενο είναι τυπικής και όχι ουσιαστικής σημασίας, άφησε θετικές εντυπώσεις. Ο ΜΚ7 χωρίς περιστροφές και με σαφήνεια ανέφερε ότι δεν είδε και ούτε ασχολήθηκε με τον αριθμό της μηχανής του οχήματος του ΜΚ
  3. Κρίνω εν προκειμένω ότι και αυτός ο μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Τόσο ο ΜΚ6 όσο και ο κατηγορούμενος κρίνω ότι δεν είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Λέγοντας τούτο δεν εννοώ ότι απορρίπτω τη μαρτυρία τους συλλήβδην, έχω όμως την άποψη, για λόγους που πιο κάτω επεξηγούνται, ότι αναφορικά με τα ερωτήματα που έχει θέσει το Δικαστήριο η μαρτυρία και των δύο ήτο επιτηδευμένη και μοναδικό σκοπό είχε την προώθηση της προσωπικής τους θέσης. Τόσο στο Δικαστήριο όσο και στη γραπτή κατάθεσή του ο ΜΚ6 ανέφερε ότι (βλ. τεκμήριο 11 στην 1η σελίδα) ο λόγος για τον οποίο πήρε το όχημά του στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου ήταν για επιδιόρθωση και όταν ο τελευταίος το ήλεγξε του είπε ότι δεν επιδιορθώνεται και τότε συμφώνησε μαζί του για αλλαγή μηχανής. Είμαι της γνώμης πως η θέση του ΜΚ6 ότι ο κατηγορούμενος ήλεγξε το όχημά του και του είπε πως η μηχανή τούτου δεν επιδιορθώνεται, δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα εφόσον στην ίδια κατάθεση (βλ. τεκμήριο 11, στην 1η σελίδα) ο ΜΚ6 αναφέρει ότι στον κατηγορούμενο παραπέμφθηκε από κάποιο γνωστό του που εργάζεται στο BMW, καθ΄ ότι εκεί, δηλαδή στην εταιρεία BMW, δεν έκαναν αλλαγές μηχανών. Περαιτέρω, ο ΜΚ6 δέχθηκε πως η νέα μηχανή που τοποθετήθηκε στο όχημά του ήτο μεγαλύτερου κυβισμού. Συνάγεται συναφώς ότι πρόθεση του ΜΚ6 δεν ήτο η επιδιόρθωση της προβληματικής μηχανής του οχήματος του αλλά η αντικατάσταση τούτης με άλλη μεγαλύτερου κυβισμού. Ως εκ τούτου, κανένας λόγος υπήρχε για έλεγχο της μηχανής από τον κατηγορούμενο, εφόσον κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει και στην εταιρεία BMW. Επ΄ αυτού του σημείου κρίνω πως ο ΜΚ6 δεν είπε την αλήθεια καθ΄ ότι εκ των πραγμάτων προκύπτει πως επιθυμία του μάρτυρα δεν ήτο η επιδιόρθωση της μηχανής αλλά η αντικατάστασή της με μηχανή μεγαλύτερου κυβισμού. Περαιτέρω, παρότι στην κατάθεσή του ο ΜΚ6 αναφέρει ότι την πρώτη φορά που πήγε στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου για να παραλάβει τη μηχανή είχε στην κατοχή του πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος στο οποίο αναγράφετο ο αριθμός της μηχανής (βλ. τεκμήριο 11, στην 3η σελίδα), στη διά ζώσης μαρτυρία του δέχθηκε πως ό,τι είχε στην κατοχή του δεν ήτο τίποτα άλλο από μια μικρή κόλα που σύμφωνα με τον ίδιο του δόθηκε από το τμήμα οδικών μεταφορών όταν ζήτησε να πληροφορηθεί τον αριθμό της μηχανής που αντικατέστησε. Σε μικρή κόλλα αναφέρθηκε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος όμως ανέφερε ότι ο αριθμός που αναγράφετο σε αυτή ήτο άλλος από τον αναφερόμενο στις λεπτομέρειες της κατηγορίας και μάλιστα ότι ήτο αριθμός που δεν χρησιμοποιείται από την εταιρεία BMW. Επί του προκειμένου είμαι της γνώμης ότι τόσο ο ΜΚ6 όσο και ο κατηγορούμενος υπερέβαλαν εσκεμμένα για υποστήριξη και μόνο της θέσης ενός εκάστου. Από τη μαρτυρία (βλ. μαρτυρία ΜΚ4) συνάγεται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος ήτο κατατεθειμένο στο τμήμα οδικών μεταφορών, ως επισυνημμένο στην αίτηση για αντικατάσταση της μηχανής του οχήματος. Συνεπώς ήτο αδύνατο για το ΜΚ6 να έχει στην κατοχή του τέτοιο πιστοποιητικό την πρώτη φορά που επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο για να παραλάβει τη μηχανή του. Ούτως ή άλλως, τόσο ο ΜΚ6 όσο και ο κατηγορούμενος δέχθηκαν ενόρκως πως ό,τι κατείχε ο πρώτος ήτο μικρό χαρτάκι στο οποίο αναγράφοντο κάποιοι αριθμοί. Αυτή η θέση αποτελεί και διαπίστωση του Δικαστηρίου. Αναφορικά τώρα με τη θέση του κατηγορουμένου ότι αυτοί οι αριθμοί ήτο άλλοι από εκείνους που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, θέση η οποία συνδυάστηκε και με το ότι τη δεύτερη φορά στο ΜΚ6 υπεδείχθη η ίδια μηχανή ως την πρώτη φορά, κρίνω ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγω εφόσον αυτή η θέση του κατηγορουμένου πρωτοεμφανίσθηκε ενόσω ο ίδιος κατέθετε ενόρκως και ουδέποτε τέθηκε στο ΜΚ6 για να δώσει τη δική του θέση. Από την άλλη, αυτή η θέση του κατηγορουμένου είναι αντίθετη των όσων αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμήριο 2 στις σελίδες 4 και 5). Ό,τι συνάγεται από την εν λόγω κατάθεση είναι πως την πρώτη φορά που ο ΜΚ6 μετέβη στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου για να παραλάβει τη μηχανή του, ο τελευταίος του υπέδειξε μια μηχανή που ενθυμείτο ότι ήτο του μάρτυρα. Όταν διεπιστώθη ότι ο αριθμός που έφερε ήταν διαφορετικός από εκείνο που είχε στην κατοχή του ο μάρτυρας, ο τελευταίος αναχώρησε για να επιστρέψει σε νέα ημερομηνία ότε και μαζί αναζήτησαν στην αποθήκη τη μηχανή του. Σε αυτή τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου πουθενά δεν αναφέρεται ότι τη δεύτερη φορά ο ΜΚ6 είχε στην κατοχή του διαφορετικό αριθμό απ΄ ότι την πρώτη φορά. Περαιτέρω, πουθενά δεν αναφέρεται ότι η μηχανή που υπεδείχθη στο ΜΚ6 τη δεύτερη φορά ήτο η ίδια με εκείνη που του υπεδείχθη την πρώτη φορά. Ό,τι μάλιστα συνάγεται από τα συμφραζόμενα του καταθέτοντος είναι πως τη δεύτερη φορά οι δύο τους έψαξαν και εντόπισαν άλλη μηχανή. Τέλος, στο ίδιο απόσπασμα του τεκμηρίου 2 ο κατηγορούμενος έδωσε και επεξήγηση για το λόγο που την πρώτη φορά υπεδείχθη στο ΜΚ6 λανθασμένη μηχανή αναφέροντας ότι· 'αντιλαμβάνεστε ότι εγώ εισάγω περίπου 50-150 μηχανές το χρόνο και τις βάζω όλες μαζί στην αποθήκη μου'. Ό,τι συνάγεται απ΄ όλα τα πιο πάνω είναι πως τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη φορά ο ΜΚ6 είχε στην κατοχή του μικρή κόλλα στην οποία αναγράφετο ο αριθμός της μηχανής και τούτος ο αριθμός είναι αυτός που εν τέλει αποτυπώθηκε στο τεκμήριο 14, δηλαδή ως φαίνεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, καθώς ότι στις δύο περιπτώσεις υποδείχθηκαν στο ΜΚ6 διαφορετικές μηχανές, με τον αριθμό της πρώτης να μην ανταποκρίνεται στον επίδικο. Σημειώνω συναφώς ότι επί του προκειμένου ο κατηγορούμενος δεν είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια, αναιρώντας μάλιστα μέρος των όσων ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή του. Περαιτέρω, ο ΜΚ6 ισχυρίστηκε πως όταν παρέλαβε την επίδικη μηχανή, δηλαδή τη δεύτερη φορά που πήγε στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου για αυτό το σκοπό, ήλεγξε τον αριθμό της και εφόσον ταυτίζετο με τον αριθμό που είχε στην κατοχή του την παρέλαβε και υπέγραψε το τεκμήριο
  4. Ο λόγος, όπως επεξήγησε, που αργότερα, και όχι αμέσως, υποψιάστηκε ότι δυνατό να υπήρχε πρόβλημα, οφείλεται στο τρακ που ένοιωθε εκείνη τη στιγμή καθώς ότι δεν είναι των Δικαστηρίων και δεν αρέσκεται στο να τρέχει συνεχώς στα Δικαστήρια. Κρίνω πως η εν λόγω επεξήγηση του μάρτυρα καταδεικνύει υπερβολή και υστεροβουλία. Σύμφωνα με αναμφισβήτητα γεγονότα ο χρόνος στον οποίο αναφέρεται ο ΜΚ6 ήτο η δεύτερη φορά που μετέβαινε στα υποστατικά του κατηγορουμένου για να παραλάβει την επίδικη μηχανή ενώ είχε προηγηθεί άλλη μια αποτυχημένη προσπάθεια. Γι΄ αυτό και μόνο το λόγο θα ανέμενε κανείς ότι η εξέταση που θα διενεργούσε στη μηχανή θα ήτο ιδιαιτέρως σχολαστική και οι όποιες υποψίες του θα γνωστοποιούντο αμέσως. Περαιτέρω, εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι την πρώτη φορά που μετέβη για να παραλάβει τη μηχανή κανένα τρακ και κανένας άλλος λόγος δεν τον εμπόδισε να αρνηθεί την παραλαβή της, εφόσον μετά από έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι δεν ήτο η δική του. Τέλος, κατά τον αναφερόμενο χρόνο οι εμπλεκόμενοι - ΜΚ6 και κατηγορούμενος - είχαν ήδη δικαστική διαμάχη και είναι στα πλαίσια τούτης που διευθετήθηκαν οι δύο συναντήσεις για παράδοση της επίδικης μηχανής. Ως εκ των πιο πάνω, η επεξήγηση που έδωσε ο ΜΚ6 για το καθυστερημένο της αντίδρασης του δεν συνάδει με τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά ούτε και με την κοινή λογική. Ένεκα όσων προηγήθηκαν θα αναμένετο ότι ο ΜΚ6 θα ήτο καχύποπτος και σχολαστικός και ως εκ τούτου θα ήλεγχε τη μηχανή από την πρώτη στιγμή και δη στην παρουσία του κατηγορουμένου, και όχι σε δεύτερο χρόνο και μακριά από οιονδήποτε άλλο, καθώς επίσης ότι θα προέβαινε σε καταγγελία αμέσως και όχι μετά πάροδο δύο ημερών. Πέραν των πιο πάνω, υποδεικνύω ότι η μαρτυρία του ΜΚ6 απάδει της κοινής λογικής και για ένα άλλο λόγο. Η μαρτυρία του τον φέρει να ζητά την εν λόγω μηχανή από τον κατηγορούμενο επίμονα και κατ΄ επανάληψη. Δεν παραγνωρίζω ότι στη γραπτή κατάθεσή του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι σε μια με δύο περιπτώσεις ο ΜΚ6 του ζήτησε την εν λόγω μηχανή και ότι ο ίδιος αδυνατούσε να την παραδώσει, λόγω μετακόμισης του μηχανουργείου του. Παρόλα αυτά, αν ο ΜΚ6 είχε ενδοιασμούς αναφορικά με τη δυνατότητα παράδοσης τούτης της μηχανής από τον κατηγορούμενο, γιατί τότε συνεβλήθη εκ νέου με τον κατηγορούμενο για επιδιόρθωση του οχήματός του μετά το δυστύχημα, δηλαδή δύο χρόνια μετά την αντικατάσταση της μηχανής; Αν υποψιάζετο ότι ο κατηγορούμενος καταχράστηκε τη μηχανή δεν θα ήτο λογικό να μην εμπιστεύετο τον κατηγορούμενο για δεύτερη φορά; Απορίας άξιον είναι και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η αναζήτηση της μηχανής προέκυψε μετά τη δεύτερη επιδιόρθωση του οχήματος από τον κατηγορούμενο και εν τω μέσω τίμησης μεταχρονολογημένων επιταγών που εξέδωσε στον κατηγορούμενο ως αντάλλαγμα για την τελευταία επιδιόρθωση. Δεν παραγνωρίζεται ακόμη ότι ο ΜΚ6 δέχθηκε ενόρκως πως κατά την επιδιόρθωση του οχήματος μετά το δυστύχημα προβληματιζόταν για τυχόν καταχώριση αγωγής εναντίον της κατασκευαστικής εταιρείας. Περαιτέρω, ερωτήματα εγείρει και ο υπολογισμός της αξίας της μηχανής από το ΜΚ
  5. Δεν αντιλαμβάνομαι εν προκειμένω γιατί ο μάρτυρας προσδιόρισε την αξία της ελαττωματικής μηχανής στις ΛΚ2000, δηλαδή ποσό ανάλογο των μεταχρονολογημένων επιταγών που ακύρωσε και για το οποίο ο κατηγορούμενος τον προσήγαγε στο Δικαστήριο. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η αναζήτηση της μηχανής από το ΜΚ6 ήτο υστερόβουλη και στοχευμένη για απαλλαγή του τελευταίου από καταβολή του υπόλοιπου ποσού που όφειλε στον κατηγορούμενο. Καταλήγω συναφώς ότι η μαρτυρία του ΜΚ6 καθώς και οι όποιες ενέργειές του, όπως και τα σημεία της μαρτυρίας του κατηγορουμένου που υπεδείχθησαν, ήτο επιτηδευμένα και στοχευμένα όχι στην αναζήτηση της αλήθειας αλλά στην υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Ως εκ τούτου, τη μαρτυρία των δύο την αποδέχομαι ως οι επεξηγήσεις που προηγήθηκαν. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων ό,τι απομένει να απαντηθεί είναι το τελευταίο ερώτημα που έθεσε το Δικαστήριο, δηλαδή κατά πόσο απεδείχθη ότι ο αριθμός της μηχανής που παρεδόθη από τον κατηγορούμενο στο ΜΚ6 ήτο παραποιημένος, και αν ναι, πότε παραποιήθηκε. Υπενθυμίζω ότι οι σχετικοί μάρτυρες - ΜΚ3 και ΜΚ5, κρίθηκαν από το Δικαστήριο αξιόπιστοι. Βέβαια το γεγονός και μόνο ότι οι εν λόγω μάρτυρες δεν είχαν πρόθεση να αλλοιώσουν γεγονότα και να προσαρμόσουν τα όποια συμπεράσματά τους κατά το δοκούν, δεν οδηγεί, δίχως άλλο, και σε αποδοχή των συμπερασμάτων τους. Για του λόγου το ασφαλές σημειώνω ότι στην απόφαση Νικολάου v. Σταύρου
(1990)1 ΑΑΔ 746 στη σελ. 750 λέχθηκε ότι· «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works v. Staurou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie v. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1). Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην προκείμενη περίπτωση κανείς εκ των δύο μαρτύρων επεξήγησε τη μεθοδολογία, και προπάντων την εγκυρότητα τούτης, που τον οδήγησε στις όποιες διαπιστώσεις του. Η συνήγορος κατηγορούσας αρχής ανέφερε πως οι εν λόγω μάρτυρες δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αυτή η επισήμανση ανταποκρίνεται όντως στη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Δεν σημαίνει εντούτοις ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται από τη μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ5, εφόσον άγνωστο παραμένει πως και γιατί κατέληξαν στα συμπεράσματα που ανέφεραν στο Δικαστήριο. Σημειώνω εδώ ότι ο ΜΚ5 προέβη σε κάποια επεξήγηση. Ανέφερε συναφώς ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς κατά πόσο ένας αριθμός είναι παραποιημένος, είναι κατόπιν οπτικής εξέτασης, ενίοτε χρησιμοποιώντας φως και μεγεθυντικό φακό, του βάθους των αριθμών, της χάραξης τούτων και του σχεδιασμού τους. Μπορεί μεν να θεωρώ ότι ο ΜΚ5 δεν είχε πρόθεση να ψευσθεί, παρόλα αυτά, και εις αποσαφήνιση των πιο πάνω νομικών θέσεων, σημειώνω τα εξής· Ποιο είναι εν προκειμένω το βάθος χάραξης για την εταιρεία BMW. Ποιο ήταν το βάθος των αριθμών που ήλεγξε ο ΜΚ
  1. Ποιος τύπος αριθμών, δηλαδή γραφής, χρησιμοποιείται από την BMW και ποιος ήτο κατά το χρόνο εξέτασης της μηχανής από το ΜΚ
  2. Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν απαντήθηκαν από τη μαρτυρία. Ούτε όμως ο ΜΚ3 επεξήγησε ποια εξέταση διενήργησε και κατά πόσο τούτη είναι ορθή, αναγνωρισμένη και κατάλληλη. Τα συμπεράσματα τόσο του ΜΚ3 όσο και του ΜΚ5 τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς συνοδεία οιονδήποτε σχετικών επεξηγήσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, και παρότι οι ΜΚ3 και ΜΚ5 κρίνονται αξιόπιστοι, ουδεμία βαρύτητα μπορώ να δώσω στις σχετικές τούτων διαπιστώσεις. Καταλήγω συναφώς ότι αναπάντητο παραμένει το ερώτημα κατά πόσο η μηχανή που παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στο ΜΚ6 έφερε αριθμό που είχε παραποιηθεί, καθώς ότι όταν το εν λόγω όχημα εισήλθε στην Κύπρο με την επίδικη μηχανή ο αριθμός τούτης δεν ήτο παραποιημένος. Έχοντας κατά νου το σύνολο των πιο πάνω διαπιστώσεων υποδεικνύω ότι η αναγνώριση της μηχανής από το ΜΚ6 αφορούσε τη μηχανή μόνο και όχι το κιβώτιο ταχυτήτων, καθώς ότι η αναγνώριση επιτεύχθηκε όχι από οιονδήποτε εξωτερικό ή άλλως πως γνώρισμα της μηχανής, αλλά από τον αριθμό τούτης, ο οποίος κρίθηκε από το ΜΚ3 ότι είχε παραποιηθεί. Εν τη απουσία όμως τέτοιας διαπίστωσης, δηλαδή ότι ο αριθμός της μηχανής που παρέδωσε ο κατηγορούμενος ήτο παραποιημένος, καθίσταται αντιληπτό ότι η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει παραμένει αναπόδεικτη. Από την άλλη οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ως προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι πως περί το έτος 2003 ο κατηγορούμενος άλλαξε την προβληματική μηχανή του οχήματος του ΜΚ6, μετά που του ζητήθηκε από τον τελευταίο και χωρίς ο ίδιος να ελέγξει τη μηχανή. Μετά πάροδο δύο ετών, και ενόσω η παλαιά μηχανή παρέμεινε στην κατοχή του, ο ΜΚ6 του ζήτησε να επιδιορθώσει το όχημά του, ένεκα δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκη. Αφότου το όχημα επιδιορθώθηκε και παραδόθηκε, και σε χρόνο που θα εξαργυρώνοντο μεταχρονολογημένες επιταγές που ο ΜΚ6 έδωσε στον κατηγορούμενο, ο ΜΚ6 ακύρωσε την πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Στη συνέχεια και μετά που ο κατηγορούμενος καταχώρισε εναντίον του αγωγή, αναζήτησε από τον κατηγορούμενο την παλαιά μηχανή του. Σε πρώτη συνάντηση που είχαν οι δυο τους για παράδοση της αναφερόμενης μηχανής, ο ΜΚ6 δεν παρέλαβε τη μηχανή που του υπεδείχθη από τον κατηγορούμενο εφόσον ο αριθμός εκείνης της μηχανής διέφερε από τον αριθμό που έφερε η μηχανή που αντικαταστάθηκε. Σε δεύτερη συνάντηση που είχαν γι΄ αυτό το σκοπό του υπεδείχθη η επίδικη μηχανή, η οποία και παρελήφθη, εφόσον ο αριθμός της ταυτίζετο με τον αριθμό της αρχικής μηχανής. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν οδηγούν βεβαίως σε συμπέρασμα κλοπής της επίδικης μηχανής από τον κατηγορούμενο. Εν τη απουσία απόδειξης ότι ο αριθμός της μηχανής που παρεδόθη από τον κατηγορούμενο στο ΜΚ6 ήτο παραποιημένος, καθώς ότι ο αριθμός της μηχανής που έφερε το όχημα όταν εισήχθη στην Κύπρο εξετάστηκε και δεν ήτο παραποιημένος, δεν εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε μηχανή άλλη από εκείνη που παρέλαβε. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ό,τι προκύπτει είναι πως ο κατηγορούμενος παρέδωσε στο ΜΚ6 μια μηχανή που έφερε τον ίδιο αριθμό με τη μηχανή που αφαίρεσε από το όχημά του περί το έτος
  3. Καμία από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου οδηγεί σε συμπέρασμα πως η μηχανή που παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στο ΜΚ6 είναι μηχανή άλλη από εκείνη που αφαίρεσε από το εν λόγω όχημα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία έξω από κάθε λογική αμφιβολία. Ως εκ των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.