← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίνου Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 14290/08, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίνου Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 14290/08, 14 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14290/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Μαρίνου Γεωργίου Κατηγορούμενου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Σεπτεμβρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κορέλλης με κ. Α. Αλέξη Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία για επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη (Π.Κ.243) και τη δεύτερη για εξύβριση (Π.Κ. 99) εις βάρος του παραπονούμενου. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν και κατέθεσαν οι Λοχ. 3263 Χ. Αντωνιάδης (ΜΚ1) και ο παραπονούμενος Κώστας Γεωργίου (ΜΚ2). Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση (ως είχε δικαίωμα) και κάλεσε ως μάρτυρες τους Μιχάλη Γιαννακού (ΜΥ1) και Αναστάσιο Γεωργίου (ΜΥ2). Τα γεγονότα της υπόθεσης σχετίζονται με τα όσα διαδραματίστηκαν στις 10.12.2007 στη Λεωφ. Βύρωνος στη Λευκωσία, μετά από τροχαίο ατύχημα στο οποίο είχαν εμπλακεί με τα αυτοκίνητα τους ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα ο παραπονούμενος ισχυρίζεται πως ενώ κάποια στιγμή συζητούσε με τον πατέρα του παραπονούμενου ο τελευταίος άρχισε να τον εξυβρίζει και τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει και να τραυματιστεί. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την δεύτερη κατηγορία, ότι δηλαδή εξύβρισε τον κατηγορούμενο, αλλά αρνήθηκε ότι τον έσπρωξε. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 υποστήριξαν την εκδοχή του κατηγορούμενου. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Ο Λοχ. 3263 Χ. Αντωνιάδης ήταν στην πραγματικότητα ανεξάρτητος μάρτυρας, η μαρτυρία του αφορούσε περισσότερο διαδικαστικά ζητήματα και δεν αμφισβητήθηκε. Τον θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή και δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Από αυτή συνάγεται πως ο παραπονούμενος υπέβαλε την καταγγελία του την ίδια μέρα (10.12.2007) περί τις 21.45 μ.μ. και παρέλαβε ιατρικό έντυπο για εξέταση. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως ο παραπονούμενος εξετάστηκε το ίδιο βράδυ περί τις 23.30 μ.μ. από τον ιατρό Δρα Μάντη, ο οποίος και συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο για τα ευρήματα του, (δηλαδή το Τεκμήριο 5). Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία πως τα όσα αναφέρονται σ' αυτό αποτυπώνουν την κατάσταση του παραπονούμενου εκείνο το βράδυ. Συγκεκριμένα αποτελούν ευρήματα μου πως:
  2. i)Το δάκτυλο του δεξιού του ποδιού ήταν πρησμένο και παρουσίαζε αιμάτωμα διαμέτρου 0,5-1,0 cm κάτω από το νύχι του μεσαίου δακτύλου.
  3. ii)Υπήρχε τραύμα δεξιού αγκώνα με πόνο κατά την έκταση - προέκταση του αγκώνα. Ο Λοχ. 3263 έλαβε επίσης γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του πατέρα του (επειδή τότε ήταν ανήλικος) και τον κατηγόρησε γραπτώς λαμβάνοντας την απάντηση: «Δεν τον κτύπησα αλλά παραδέχομαι ότι τον ύβρισα (Τεκμ. 2, 3). Στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος δήλωσε τα εξής: «Έχω πολύ άγχος γιατί είμαι αθώος, για αυτό έγραψα αυτή τη δήλωση. Μετά που εττουμπάραμε με τον παραπονούμενο συζητήσαμε για λίγο και είπαμε να έρθει ο πατέρας μου για να συζητήσουμε. Ήμουν στο πεζοδρόμιο και αυτός στο δρόμο. Ούτε πετάχτηκα από το κιγκλίδωμα, ούτε τον έσπρωξα, ούτε του κόντεψα. Το μόνον που έγινε ήταν η εξύβριση και απολογούμαι για αυτό. Τον έβρισα επειδή παρόλο που έφταιγε για το δυστύχημα έλεγε ότι φταίω και να του πληρώσω τις ζημιές του.» Υπενθυμίζεται σ' αυτό το σημείο πως παρότι το σύνολο του περιεχομένου της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου γίνεται δεκτό ως μαρτυρία (υπ. Διευθυντής Τμ. Τελωνείων ν. Καλλή

(1996)2 ΑΑΔ 55), εντούτοις αυτό αξιολογείται και κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψιν και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται, το δε Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης του κατηγορουμένου και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή ή περιέχει δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του κατηγορουμένου (υπ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 109). Επίσης υπενθυμίζεται πως ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου και δεν αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο. Μια τέτοια δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία. Η αξία της είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (υπ. Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91, Αρέστης Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 91/08, ημερ. 12.7.2010 και Αχτάρ ν. Αστ., Ποιν. Εφ. 207/08 ημερ. 16.7.2010). Μέσα από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί παραμένει αναντίλεκτο πως στις 10.12.2007 και περί ώρα 19.15 μ.μ. ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος οδηγούσαν τα αυτοκίνητα τους επί της Λεωφ. Βύρωνος στη Λευκωσία με κατεύθυνση το παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο πρώτος κρατούσε την αριστερή λωρίδα και ο δεύτερος της δεξιά. Κάποια στιγμή ο παραπονούμενος θέλησε να αλλάξει λωρίδα και στην προσπάθεια του αυτή συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Το όχημα του παραπονούμενου κτυπήθηκε στο δεξιό μπροστινό μέρος και ακινητοποιήθηκε στο δρόμο, ενώ ο κατηγορούμενος προχώρησε λίγο και στάθμευσε εκτός δρόμου. Οι δύο οδηγοί κατέβηκαν και ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον πατέρα του (ΜΥ2) και έδωσε το τηλέφωνο στον παραπονούμενο για να μιλήσουν. Όπως αναφέρει ο παραπονούμενος, ο ΜΥ2 του είπε ότι θα ερχόταν εκεί για να διευθετήσουν μεταξύ τους τις ζημιές και του ζήτησε να μην καλέσουν την Αστυνομία. Να σημειωθεί πως πράγματι ο κατηγορούμενος δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη ως μαθητευόμενος οδηγός και για αυτό δεν επιθυμούσε την εμπλοκή της Αστυνομίας, αφού αυτό προφανώς θα οδηγούσε στην ποινική δίωξη του. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ2 (Τεκμ. 7). Άλλωστε αυτό παραδέχεται και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δηλώνοντας στην κατάθεση του ότι νευρίασε και δεν ήθελε να έρθει η Αστυνομία διότι δεν είχε ακόμη βγάλει ασφάλεια. Όταν έλαβε το τηλεφώνημα ο ΜΥ2 ευρίσκετο στο κατάστημα πώλησης ελαστικών του αδελφού του και επειδή δεν μπορούσε να οδηγήσει (λόγω προβλήματος στο μάτι) δέχθηκε να τον μεταφέρει στο σημείο του ατυχήματος ο ΜΥ1 που ήταν προμηθευτής και συνεργάτης του αδελφού του, πράγμα που έγινε. Φθάνοντας στο σημείο ο ΜΥ2 συνάντησε τον παραπονούμενο και ξεκίνησαν να συζητούν. Υπάρχει μια πρώτη διαφωνία για το αν συζητούσαν στην άκρη του δρόμου ή στο μέσον, όπως ισχυρίζεται η υπεράσπιση. Πρέπει να σημειωθεί πως όπως αναφέρει ο ΜΥ2 έφθασαν εκεί περί τις 7.30-8.
  1. «το βράδυ» πράγμα που καταδεικνύει πως είχε ήδη νυκτώσει. Δεν αμφισβητήθηκε πως ο κατηγορούμενος με τους συνεπιβάτες του και τον ΜΥ1 παρέμειναν στο πεζοδρόμιο όταν ξεκίνησαν να συζητούν ο παραπονούμενος με τον πατέρα του (ΜΥ2). Ο ΜΥ1 για τον εαυτό του δέχθηκε πως «επειδή υπήρχεν ο κύριος δρόμος επερνούσαν αυτοκίνητα, δεν υπήρχεν λόγος να είμαι στη μέση του δρόμου.» Τόσον αυτός όμως (ΜΥ1), όσον και ο ΜΥ2 επέμειναν πως η συζήτηση παραπονούμενου-πατέρα διεξήγετο στη μέση του δρόμου. Πρέπει να σημειώσω πως δεν δέχομαι την εκδοχή των ΜΥ1 και ΜΥ
  2. Θεωρώ εντελώς παράλογο υπό αυτές τις περιστάσεις οι δύο να συζητούσαν στη μέση του δρόμου. Δέχομαι ως αξιόπιστη και ειλικρινή τη θέση του παραπονούμενου, η οποία συνάδει με την λογική, πως συζητούσαν στην άκρη του δρόμου κοντά στο πεζοδρόμιο. Άλλωστε όπως φαίνεται τόσον ο κατηγορούμενος, όσον και ο ΜΥ1 ήταν σε θέση να ακούουν τη συνομιλία αυτή, κάτι που σίγουρα θα ήταν δυσκολότερο - αν όχι αδύνατο - εάν οι δύο ευρίσκοντο στη μέση του δρόμου και παράλληλα περνούσαν αυτοκίνητα, όπως έχει αναφερθεί. Πολύ σύντομα μετά τη συνάντηση των δύο διεφάνη πως ο καθένας είχε διαφορετική άποψη για το ποιον βάραινε η ευθύνη για το ατύχημα. Τα πνεύματα οξύνθηκαν και υπάρχουν αναφορές που καταδεικνύουν ότι ο ΜΥ2 φώναζε στον παραπονούμενο ότι φταίει. Αυτό αναφέρει ο τελευταίος στην κατάθεση του, χωρίς να αμφισβητηθεί, ενώ και ο ίδιος ο ΜΥ2 στη δική του κατάθεση ομολογεί πως ο παραπονούμενος του έλεγε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του. Ο ΜΥ2 επιμένει πως πρώτος εισηγήθηκε στον παραπονούμενο να καλέσει την Αστυνομία. Σημασία έχει όμως πως κάποια στιγμή ο παραπονούμενος είπε ότι θα καλούσε την Αστυνομία. Αυτό το άκουσε και ο κατηγορούμενος και ως προς το τι ακολούθησε είναι βοηθητικές κάποιες αναφορές του ίδιου του πατέρα. Είπε συγκεκριμένα πως εκείνη την ώρα «εξαγριώθηκεν» ο κατηγορούμενος και είπε κάποια πράγματα στον παραπονούμενο, πως όταν είπε ο παραπονούμενος να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία «εξοργίστηκε» ο κατηγορούμενος και είπεν κάποια λόγια παραπάνω και τέλος πως ο κατηγορούμενος του είπε να καλέσει την Αστυνομία και εκεί τον εξύβρισε. Περίπου αυτά αναφέρει και ο ΜΥ1 λέγοντας πως σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος άρχισε και φώναζε και ύβριζε τον παραπονούμενο λόγω του ότι εκείνος ήθελε να πληρώσει ο κατηγορούμενος. Δεν έχω πειστεί για την ειλικρίνεια και αξιοπιστία των ΜΥ1 και ΜΥ2 ούτε στο σημείο αυτό που είναι και το ουσιώδες της υπόθεσης. Ο τρόπος που απαντούσαν, η διστακτικότητα και αμηχανία τους τόσο σ' αυτό το θέμα όσον και όσον αφορά το σημείο στο οποίο συνομιλούσαν ΜΚ2 και ΜΥ2 μου δημιούργησε την πεποίθηση πως απλώς προσπαθούσαν να υποστηρίξουν και καλύψουν την εκδοχή και δράση του κατηγορούμενου αντιστοίχως. Ο ΜΥ1 υπό την πίεση της αντεξέτασης υποχρεώθηκε στο τέλος να δηλώσει πως δεν ξέρει αν ο κατηγορούμενος κτύπησε τον παραπονούμενο και πως απ' ότι είδε ο ίδιος δεν τον κτύπησε, αφήνοντας έτσι ανοικτό και το ενδεχόμενο να τον κτύπησε, ενώ και για τον πατέρα ήταν φανερή η δυσκολία που είχε νιώθοντας υποχρεωμένος να υποστηρίξει τον οξύθυμο γιο του. Είμαι σίγουρος πως η φιλία και συνεργασία του ΜΥ1 με τον αδελφό του ΜΥ2, όπως και η γνωριμία του με τον ίδιο τον ΜΥ2, καθώς και η σχέση πατρότητας του τελευταίου με τον κατηγορούμενο επηρέασε αναμφίβολα τη μαρτυρία τους, ούτως ώστε να είναι η ευνοϊκότερη που μπορούσε για τον κατηγορούμενο. Αντιθέτως έχω τη γνώμη πως ο παραπονούμενος ήταν αξιόπιστος και ειλικρινής. Η σταθερότητα, αμεσότητα και τεκμηρίωση ήταν στοιχεία που χαρακτηρίζουν όλη τη μαρτυρία του. Πέραν της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα πρέπει να παρατηρήσω πως οι υποβολές ότι η εκδοχή του είναι ψευδής και κατασκευασμένη θεωρώ πως δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική, καθότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν είχε ανάγκη να ισχυριστεί ότι τον έσπρωξε ο κατηγορούμενος. Θα μπορούσε πολύ ευκολότερα να εμπλέξει τον ΜΥ2 ο οποίος ήταν δίπλα του στο δρόμο. Εξέτασα και την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, πλην όμως δεν έχω εντοπίσει σ' αυτή κάτι το πειστικό το οποίο να ανατρέπει την αξιόπιστη μαρτυρία του παραπονούμενου. Όσον αφορά την εκδικαζόμενη κατηγορία η δήλωση του στην πραγματικότητα ήταν μια απλή άρνηση που δεν πρόσεθεσε κάτι στα γεγονότα. Παρόλα αυτά ακόμα και μέσα απ' αυτή επιβεβαιώνεται η εξαγρίωση και ο θυμός του τη συγκεκριμένη στιγμή. Ήδη έχει παραδεχθεί την δεύτερη κατηγορία ότι εξύβρισε με τις φράσεις «γαμώ τη ράτσα σου», «γαμώ την μάνα σου», ενώ στην γραπτή κατάθεση του δέχεται ότι είπε και τις φράσεις «ππουστοππεζέβεγκε», «μαλάκα» και διάφορα άλλα που δεν ενθυμείτο επειδή -όπως είπε- ήταν συγχισμένος. Καταλήγω πως τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψε ο παραπονούμενος. Ο 17χρονος (τότε) κατηγορούμενος εξαγριωμένος και εξοργισμένος μόλις άκουσε ότι θα ερχόταν Αστυνομία, άρχισε να υβρίζει τον παραπονούμενο, συγχίστηκε και όρμησε εναντίον του. Το κιγκλίδωμα δεν αποτέλεσε εμπόδιο για αυτόν αφού κατάφερε να περάσει πάνω από αυτό και να σπρώξει τον παραπονούμενο με τα χέρια του δυνατά στον αριστερό ώμο με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την ισορροπία του και να πέσει προς τα δεξιά με δύναμη πάνω στο κιγκλίδωμα και να κτυπήσει στο δεξί χέρι και στο δεξί του πόδι στα δάκτυλα. Ο ΜΥ1 και ο ΜΥ2 έπιασαν τον κατηγορούμενο για να τον συγκρατήσουν και τον απομάκρυναν οπότε ο παραπονούμενος βρήκε την ευκαιρία να σηκωθεί και να πάει στο αυτοκίνητο όπου κλειδώθηκε περιμένοντας την Αστυνομία. Το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) περιγράφει τραύματα που συνάδουν πλήρως με τις κινήσεις, την φορά πτώσης και το σημείο πρόσκρουσης του παραπονούμενου και δεν δέχομαι την υποβολή ότι αυτά είχαν ήδη προκληθεί από το ατύχημα. Αντιθέτως η αξιοπιστία του παραπονούμενου καλύπτει και αυτό το ζήτημα, δηλαδή όσον αφορά τον τρόπο που προκλήθηκαν. Νομική Πτυχή: Όσον αφορά τη νομική πτυχή το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα προνοεί πως όποιος διαπράττει επίθεση προκαλούσαν πραγματική σωματική βλάβη είναι ένοχος πλημμελήματος. Αναμφίβολα το σπρώξιμο στον ώμο με τα δύο χέρια συνιστά επίθεση στον παραπονούμενο. Όσον αφορά τη σωματική βλάβη στις υποθέσεις Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 και Skaros v. Police
(1985)2 C.L.R. 192 μια επιπόλαιη αμυχή, μια γρατσουνιά στο λαιμό και ένα κοκκίνισμα στο μέτωπο ήταν αρκετό για την καταδίκη με βάση το άρθρο Π.Κ. 243. Συνεπώς κρίνεται πως και το αιμάτωμα του δακτύλου αλλά και το αναφερόμενο (χωρίς αμφισβήτηση) τραύμα στον ώμο συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Με βάση όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι έχουν στοιχειοθετηθεί και τα συστατικά στοιχεία της πρώτης κατηγορίας στην οποίαν ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.