← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέα Φραντζίδη, Αρ. Υπόθεσης: 19017/10, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέα Φραντζίδη, Αρ. Υπόθεσης: 19017/10, 24 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19017/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέα Φραντζίδη Κατηγορούμενου ------------------------------- Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Λοϊζου Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 48 συνολικά κατηγορίες. Τούτες αφορούν τα αδικήματα˙ διάρρηξη κατοικίας (14 κατηγορίες), κλοπή από κατοικία (14 κατηγορίες), κλοπή (15 κατηγορίες), απόπειρα διάρρηξης κατοικίας (2 κατηγορίες), απόπειρα κλοπής (2 κατηγορίες) και κατοχή ναρκωτικής ουσίας τάξεως Β (1 κατηγορία). Από τα γεγονότα που αναφέρθηκαν προκύπτει ότι˙ μετά από καταγγελία που υπέβαλε η Μ.Κ.1 επί του κατηγορητηρίου η αστυνομία μετέβη στην οικία της και διεπίστωσε ότι άγνωστος διέρρηξε τούτην, ως αναφέρεται στην κατηγορία 1, και έκλεψε ότι αναγράφεται στην κατηγορία

  1. Έρευνες που διενήργησε ο Μ.Κ.5 οδήγησαν σε δερμάτινο σακάκι που βρίσκετο δίπλα από την οικία της Μ.Κ.1 και εντός του οποίου υπήρχε φωτογραφία του κατηγορουμένου. Περαιτέρω έρευνες της αστυνομίας οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ενέχετο, πέραν της αναφερόμενης διάρρηξης, και στις υποθέσεις που αφορούν οι κατηγορίες 41 έως
  2. Την 20/07/2010 ο κατηγορούμενος συνελήφθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ερχόμενος από Ελλάδα, και ανέφερε «Ήρθα στην Κύπρο να ξεκαθαρίσω όλες μου τις υποθέσεις». Αργότερα την ίδια ημέρα προέβη σε υποδείξεις σκηνών διαρρήξεων και κλοπών, και στη συνέχεια σε ομολογία που οδήγησε στην εξιχνίαση του συνόλου των κατηγοριών που παραδέχθηκε, εκ των οποίων μεγάλος αριθμός είχε ταξινομηθεί άνευ εξιχνίασης. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τρεις προηγούμνες καταδίκες. Τούτες είναι οι 12455/00 στην οποία την 26/09/01 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ετών για το αδίκημα της διάρρηξης και ενός έτους για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία, 446/04 στην οποία την 17/02/04 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ετών για το αδίκημα της διάρρηξης και 18031/07 στην οποία την 07/09/07 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της νυχτερινής διάρρηξης. Όπως ανέφερε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής σε κάθε μία από τις αναφερόμενες καταδίκες λήφθηκαν υπόψιν αρκετές άλλες υποθέσεις, είτε ως εκκρεμούσες στο αρχείο της αστυνομίας, είτε ως υποθέσεις Δικαστηρίου. Για του λόγου το ασφαλές κατατέθηκε στο Δικαστήριο έντυπο που αναγράφει το σύνολο των προηγούμενων καταδικών του κατηγορούμενου. Όπως εκεί αναφέρεται στην υπόθεση 12455/00 λήφθηκαν υπόψιν άλλες 14 υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν τα αδικήματα διάρρηξη και κλοπή από κατοικία. Στις άλλες δυο υποθέσεις, 446/04 και 18031/07, αν και δεν λήφθηκαν υπόψιν επιπλέον υποθέσεις διαπιστώνεται ότι αφορούσαν μεγάλο αριθμό κατηγοριών διαρρήξεων και κλοπών από κατοικία. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου για μετριασμό της ποινής που δυνατό να επιβληθεί ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο του οποίου η ζωή του πρόσφερε πολλές εκπλήξεις και κακουχίες. Ανέφερε συναφώς ότι οι γονείς του κατηγορουμένου χώρισαν όταν τούτος ήταν πολύ μικρός, ενώ όταν ήταν 11 μόλις ετών έχασε τη μητέρα του με την οποία ήταν στενά συνδεδεμένος. Ο κος Λοϊζου ανέφερε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος από νεαρή ηλικία τελούσε υπό την κηδεμονία του γραφείου ευημερίας, στερήθηκε τόσο αγάπης, όσο και οικονομικής στήριξης. Όλα τα πιο πάνω, ανέφερε ο συνήγορος, αν και δεν απαλλάσσουν τον κατηγορούμενο από ευθύνη των πράξεων του, εν τούτοις αναδεικνύουν και την ευθύνη της συντεταγμένης πολιτείας η οποία στάθηκε ανίκανη να βοηθήσει τον κατηγορούμενο να επανενταχθεί στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Είναι γεγονός πως τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή είναι πολύ σοβαρά. Η ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή αποκαλύπτει τούτο δεόντως (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1991)2 Α.Α.Δ. 264). Στην προκείμενη περίπτωση το αδίκημα της διάρρηξης επισύρει ανώτατη ποινή φυλάκισης 7 έτη, η κλοπή από κατοικία 5 έτη, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας τάξεως Β 8 έτη, η κλοπή 3 έτη, και η απόπειρα διάπραξης κακουργήματος, είτε διάρρηξης είτε κλοπής, 2 έτη. Πέραν όμως αυτής της ανώτατης ποινής η έξαρση στη διάπραξη αδικημάτων αυτού του είδους, η οποία έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104), είναι άλλο ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψιν. Σημειώνεται λοιπόν ότι στη δοσμένη περίπτωση η αναφερόμενη έξαρση συνιστά επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο στοιχείο. Επιβαρυντικά όμως προσμετράται και η όλη δράση του κατηγορούμενου, ως προκύπτει από το πρόσωπο του κατηγορητηρίου αλλά και τα γεγονότα που αναφέρθηκαν. Συνάγεται εν προκειμένω ότι μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2010 ο κατηγορούμενος προέβη σε 14 διαρρήξεις οι οποίες είχαν ως επακόλουθο αντίστοιχο αριθμό κλοπών από κατοικία. Πέραν τούτου, επωφελούμενος ο κατηγορούμενος πιστωτικές κάρτες που έκλεψε από κάποιες από τις κατοικίες που διέρρηξε, προέβη σε περαιτέρω κλοπές, χρησιμοποιώντας δηλαδή τούτες τις κάρτες. Αποτιμούμενα σε αξία τα λάφυρα του κατηγορουμένου από το σύνολο της άνομης συμπεριφοράς του ανέρχονται σε €36.423. Ας σημειωθεί δε ότι το σύνολο των κλοπιμαίων δεν εντοπίστηκε καθώς ότι τα θύματα δεν έχουν αποζημιωθεί. Καθίσταται ως εκ τούτου αντιληπτό ότι η χρονική έκταση της άνομης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, οι οικονομικές επιπτώσεις που άφησε, καθώς επίσης ο αριθμός των θυμάτων που απασχόλησε, είναι στοιχεία που αποτιμώνται στην επιμέτρηση της ποινής που δυνατό να επιβληθεί. Τέλος, οι σωρεία των προηγούμενων καταδικών του κατηγορουμένου είναι άλλη μια συνιστώσα που λαμβάνεται υπόψιν τόσο στο είδος όσο και στο ύψος της ποινής που δυνατό να επιβληθεί. Έχει βεβαίως νομολογηθεί ότι προηγούμενη καταδίκη δεν δικαιολογεί εκ νέου τιμωρία. Καταδεικνύει εντούτοις την εν γένει συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ειδικότερα την αρνητική αντίληψη και στάση του για τους νόμους της πολιτείας καθώς και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, με απότοκο την εξασθένηση δυνατότητας ένδειξης επιείκιας στο πρόσωπο του (βλ. Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 142). Στη δοσμένη περίπτωση οι τρεις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου, στις οποίες λήφθηκαν υπόψιν σωρεία άλλων υποθέσεων, και στις οποίες επιβλήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης στις 26/09/01, 17/02/04 και 07/09/07, επιμαρτυρούν ότι δεν έγινε κατορθωτό να συμμορφωθεί ο κατηγορούμενος ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτος την ατραπό της ανομίας, καθώς ότι ο κατηγορούμενος δεν τρέφει κανένα σεβασμό και εκτίμηση στους νόμους και στα αισθήματα του κοινωνικού συνόλου. Πέραν όλων των πιο πάνω στοιχείων, επιβαρυντικών κατά τα άλλα, είναι αντιληπτό ότι η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Δεν παραγνωρίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν συνεπάγει ούτε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος, όπως ούτε της αποτροπής, όπου και όταν επιβάλλεται ως μια εκ των συνισταμένων της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, 227). Στην προκείμενη περίπτωση σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος είναι σχετικά νεαρό πρόσωπο. Σημειώνεται περαιτέρω ό,τι αναφέρεται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου. Δεν παραγνωρίζεται συνεπώς ότι από νεαρής ηλικίας ο κατηγορούμενος βίωσε το χωρισμό των γονέων του, την απομάκρυνση - τόσο οικονομική όσο και αισθηματική - του πατέρα, η οποία υφίσταται μέχρι σήμερα, καθώς και το θάνατο του μοναδικού προσώπου από το οποίο γνώρισε στοργή και αγάπη, δηλαδή της μητέρας του. Όλες οι προσωπικές και οικογενειακές του κατηγορουμένου περιστάσεις δεν με αφήνουν ούτε ασυγκίνητο όπως ούτε αδιάφορο. Συνιστούν στοιχεία τα οποία έλαβα υπόψιν μου κατά την επιμέτρηση της ποινής, χωρίς όμως να παραγνωρίζω ότι σε σοβαρά αδικήματα, ως τα υπό κρίση, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις περιορισμένη έχουν σημασία (βλ. Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 58, 62). Ό,τι πιστώνεται στον κατηγορούμενο ως σοβαρό μετριαστικό στοιχείο είναι, πέραν της παραδοχής του στο Δικαστήριο, η ομολογία του στις διωκτικές αρχές και η συνακόλουθη συνεργασία του μαζί τους, προβαίνοντας σε υποδείξεις σκηνών, ομολογία και συνεργασία που οδήγησε στην εξιχνίαση όλων των κατηγοριών που παραδέχτηκε και τούτο παρότι πλείστες εξ΄ αυτών είχαν καταχωριστεί ως ανεξιχνίαστες. Αυτή λοιπόν η στάση του κατηγορουμένου δεν μένει απαρατήρητη και αποτιμάται ως σοβαρό μετριαστικό στοιχείο. Δεν αποκρύβω ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια επιμέτρησης και εξατομίκευσης της ποινής είχα αποτυπωμένες στο μυαλό μου τις εισηγήσεις του συνηγόρου του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα ότι γι΄ αυτή την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ευθύνη έχει και η συντεταγμένη πολιτεία που μέχρι σήμερα δεν κατόρθωσε, πέραν της τιμωρίας, να αναμορφώσει τον κατηγορούμενο και να τον επανεντάξει στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ως μια χρήσιμη πλέον μονάδα. Σημειώνω εν προκειμένω ότι σε κάποιο βαθμό συμμερίζομαι τη θέση του συνηγόρου και ειδικότερα ότι εκ των πραγμάτων συνάγεται αποτυχία του συστήματος για αποτροπή του κατηγορουμένου από επανάληψη ανάλογων έκνομων πράξεων και επανένταξη στο κοινωνικό σύνολο. Είναι περαιτέρω γεγονός πως μια εκ των παραμέτρων της ποινής είναι και η αναμόρφωση του κατηγορούμενου η οποία δεν παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο (βλ. Tatarı v. The Republic
(1970)2 C.L.R. 6). Στην προκείμενη περίπτωση, ένεκα όλων των προαναφερθέντων, δυστυχώς μόνο να εύχομαι μπορώ, όπως τούτη η υπόθεση είναι και η τελευταία για τον κατηγορούμενο. Παρόλα αυτά, δεν παραλείπω να αναφέρω ότι όπως έχει περαιτέρω νομολογηθεί, ενίοτε, αναγνωρίζοντας το Δικαστήριο της δυσχέρειες του συστήματος για αναμόρφωση ενός κατηγορούμενου, οφείλει, αν μη τι άλλο, να διαφυλάξει το κοινωνικό σύνολο από διάπραξη σοβαρών αδικημάτων (βλ. Hamdaz v. The Republic
(1988)2 C.L.R. 201, 204). Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι τόσο η φύση των αδικημάτων όσο και η συχνότητα επανάληψης τους από τον κατηγορούμενο καθιστούν τον περιορισμό του επιβεβλημένο για τη διαφύλαξη του κοινωνικού συνόλου. Από την άλλη ας σημειωθεί περαιτέρω ότι όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, 79 από τον αείμνηστο δικαστή Νικήτα: «Η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί, όπως τονίσαμε και σε άλλες περιπτώσεις, μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία. Τα ελαφρυντικά που έθεσε ενώπιόν μας ο κ. Κακουλλής δεν παραγνωρίστηκαν από τον πρωτόδικο δικαστή. Ήταν ενώπιόν του και τα έλαβε υπόψη, αφού τα μνημονεύει ρητά. Ομολογουμένως όμως είχε να αντιμετωπίσει μια σοβαρή υπόθεση υποτροπής, που έχει σχέση με αδικήματα τα οποία διαπράττονται με καταθλιπτική συχνότητα. Είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου». Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι μοναδική αρμόζουσα για τον κατηγορούμενο ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορίες 1, 11, 13, 15, 20, 22, 24, 31, 33, 39, 41, 43, 47 και 50: 4 έτη φυλάκιση. Κατηγορίες 2, 12, 14, 16, 21, 23, 25, 32, 34, 40, 42, 44, 48, 51: 3 έτη φυλάκιση. Κατηγορίες 4, 7, 8, 9, 26, 27, 29, 35, 36, 37, 45, 52, 53, 54, 55: 2 έτη φυλάκιση. Κατηγορίες 30, 46: 18 μήνες φυλάκιση. Κατηγορίες 38, 49: 18 μήνες φυλάκιση. Κατηγορία 57: 4 μήνες φυλάκιση. Οι ποινές να συντρέχουν. (Υπ.) ....................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.