← Κύπρος

Παύλος Παπουλίδης ν. Λεωνίδα Καλιάνου κ.α., Υπόθεση αρ.: 19234/08, 28 Σεπτεμβρίου, 2010

Παύλος Παπουλίδης ν. Λεωνίδα Καλιάνου κ.α., Υπόθεση αρ.: 19234/08, 28 Σεπτεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 19234/08 Παύλος Παπουλίδης εναντίον

  1. Λεωνίδα Καλιάνου
  2. Αντώνη Σάββα Κατηγορουμένων -------------------------------- 28 Σεπτεμβρίου, 2010 Ρ. Βραχίμης, εμφανίζεται για τον παραπονούμενο Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης, εμφανίζεται για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και
  3. Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Επικαλούμενος γεγονότα που συνέβησαν στις 31.3.06 και τις ημέρες που ακολούθησαν, ο παραπονούμενος διώκει τον κατηγορούμενο αρ. 1 για κοινή επίθεση (άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε - 1η κατηγορία) και για εξαπάτηση μάρτυρος (άρθρο 119 του Κεφ. 154 - 5η κατηγορία). Επίσης, διώκει τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2 (εφεξής «οι κατηγορούμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) για δημόσια βλάβη (άρθρο 115 του Κεφ. 154 - 2η και 3η κατηγορία) και για συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης (άρθρο 121 του Κεφ. 154 - 4η κατηγορία). Όπως καταγράφεται στις λεπτομέρειες, ενώ στις 31.3.06 ο κατηγορούμενος αρ. 1 επετέθηκε στον παραπονούμενο κτυπώντας τον στο πρόσωπο, στη συνέχεια αυτός και ο κατηγορούμενος αρ. 2 έδωσαν ψευδείς καταθέσεις στον αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου ισχυριζόμενοι πως θύμα της επίθεσης υπήρξε ο κατηγορούμενος αρ. 1 και δράστης ο παραπονούμενος. Οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν για να κατηγορήσουν ψευδώς τον παραπονούμενο για εγκληματική ενέργεια. Επίσης, ο κατηγορούμενος αρ. 1 εξαπάτησε τον προαναφερθέντα αστυφύλακα, ο οποίος επρόκειτο να κληθεί ως μάρτυρας σε δικαστική διαδικασία, παραδίδοντάς του, ως τεκμήριο, ένα πουκάμισο και 3 κουμπιά. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 10.4.09 και ολοκληρώθηκε αρκετούς μήνες αργότερα (στις 7.7.10). Η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης οφείλεται κυρίως στο γεγονός πώς, διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας και αφού κατέθεσαν δύο μάρτυρες κατηγορίας και προσκομίσθηκε έγγραφη μαρτυρία, απεσύρθηκε ο συνήγορος των κατηγορουμένων. Η εξεύρεση νέου δικηγόρου, για να τους εκπροσωπήσει, απεδείχθηκε δυσχερής για τους κατηγορουμένους. Πριν από την απόσυρση του πρώτου συνηγόρου των κατηγορουμένων κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, πιστά αντίγραφα του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση αρ. 17401/06 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλου Παπουλίδη (τεκμήριο 1), της γραπτής κατάθεσης του αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου, ημερ. 25.4.06 (τεκμήριο 2), των γραπτών καταθέσεων που έδωσαν στον αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου ο κατηγορούμενος αρ. 1 (τεκμήριο 3), ο κατηγορούμενος αρ. 2 (τεκμήριο 4) και ο παραπονούμενος (τεκμήριο 7), της γραπτής καταγγελίας που απήγγειλε ο αστυφύλακας Σ. Σταύρου στον παραπονούμενο (τεκμήριο 6) και της γραπτής κατάθεσης της Πόπης Ιωάννου (τεκμήριο 5). Κατετέθηκε, επίσης, αντίγραφο της απόφασης στην προαναφερθείσα υπόθεση αρ. 17401/06, ημερ. 30.3.07 (τεκμήριο 8). Ας σημειωθεί πως δια της δικαστικής απόφασης ημερ. 30.3.07 (τεκμήριο 8) ο παραπονούμενος (και εκεί κατηγορούμενος) αθωώθηκε και απηλλάγηκε από την κατηγορία της εισόδου, στις 31.3.06, στο γραφείο του κατηγορούμενου αρ. 1 με σκοπό τη διάπραξη επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης, αυτός αθωώθηκε και απηλλάγηκε από την κατηγορία της πρόκλησης, κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, τέτοιας βλάβης στον κατηγορούμενο αρ.
  4. Η αθώωση και η απαλλαγή του παραπονουμένου (και εκεί κατηγορουμένου) υπήρξε το αποτέλεσμα πλήρους ακρόασης. Ο νέος συνήγορος των κατηγορουμένων, εμφανισθείς κατά τη δικάσιμο ημερ. 5.11.09, υπέβαλε αίτημα όπως η διαδικασία εκδίκασης της προκείμενης υπόθεσης διακοπεί γιατί οι πελάτες του δεν θα τύχουν δίκαιης δίκης. Επικαλούμενος τα όσα έλαβαν χώραν στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης αρ. 17401/06 καθώς και τη σχετική ετυμηγορία, ο κ. Τριανταφυλλίδης υπεστήριξε πως το παρόν Δικαστήριο, το οποίο έχει ενώπιόν του τα ίδια περιστατικά, δεν μπορεί να αξιολογήσει την αξιοπιστία προσώπων τα οποία έχουν ήδη αξιολογηθεί από αμόβαθμο Δικαστήριο με γνώμονα ισόβαθμο βάρος απόδειξης. Το αίτημα για διακοπή της δίκης απερρίφθηκε ως αβάσιμο για τους λόγους που παρατίθενται στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 5.12.
  5. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.12.09 ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων επανήλθε και ζήτησε την παραπομπή σχετικού ερωτήματος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για γνωμάτευση. Ο κ. Τριανταφυλλίδης επικαλέστηκε το άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε). Και το αίτημα αυτό απερρίφθηκε. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 22.12.
  6. Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο παραπονούμενος κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Κ.5) και κάλεσε ως μάρτυρες την Ανδριάνα Μαλεκίδου (Μ.Κ.1), Πρωτοκολλητή στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τον αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου (Μ.Κ.2), την πρώην συνάδελφό του Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3) καθώς και την Μελίνα Παπαγεωργίου (Μ.Κ.4), γραφέα στο Αρχείο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Για να προωθήσουν την υπεράσπισή τους κατέθεσαν ενόρκως οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι και κάλεσαν, ως μάρτυρες υπεράσπισης, τον Παρασκευά Ζορλή (Μ.Υ.1), υπεύθυνο στο Αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας («το Νοσοκομείο»), την Άντρη Μακρή (Μ.Υ.2) Πρωτοκολλητή στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και την Βαλεντίνα Θεοφάνους (Μ.Υ.3), πρώην υπάλληλο της εταιρείας «L.K. Leoroof Ltd» της οποίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ιδιοκτήτης και διευθυντής υπήρξε ο κατηγορούμενος αρ. 1 (εφεξής «η εταιρεία «Leoroof»). Επιπλέον των όσων οι διάδικοι και οι μάρτυρές τους κατέθεσαν προφορικώς και ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, και διάφορα έγγραφα. Ακολουθεί σύνοψη και σχολιασμός της μαρτυρίας: Η Ανδριάνα Μαλεκίδου (Μ.Κ.1) κατέθεσε τα τεκμήρια 1 έως και
  7. Προσέθεσε πως μετά το πέρας της εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης αρ. 17401/06 η ίδια παρέδωσε στον αρμόδιο αστυνομικό ένα πουκάμισο και κάποια κουμπιά που ευρίσκοντο στο φάκελο της διαδικασίας, κατατεθειμένα ως τεκμήρια. Ο αστυφύλακας 1862 Σ. Σταύρου (Μ.Κ.2) δήλωσε τα εξής: Περί τις 16:35 της 31.3.06 και ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού στη Λευκωσία («ο Σταθμός Λυκαβηττού»), του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος αρ. 1 και του κατήγγειλε ότι δέχθηκε επίθεση από τον παραπονούμενο. Αργότερα ο κατηγορούμενος αρ. 1 προσήλθε στον Σταθμό Λυκαβηττού και του παρέδωσε ένα λευκό σχισμένο πουκάμισο το οποίο, ως ισχυριζόταν, φορούσε όταν έλαβε χώραν το περιστατικό. Ο ίδιος παρέπεμψε τον κατηγορούμενο αρ. 1 για ιατρική εξέταση. Εν τω μεταξύ, και συγκεκριμένα περί τις 16:45 προσήλθε στον Σταθμό Λυκαβηττού και ο παραπονούμενος ο οποίος του κατήγγειλε πώς δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο αρ.
  8. Παρέπεμψε και αυτόν για ιατρική εξέταση. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, έλαβε γραπτές καταθέσεις από τον παραπονούμενο (τεκμήριο 7) και τους κατηγορουμένους (τεκμήρια 3 και 4). Στις 13.4.06 κατηγόρησε γραπτώς τον παραπονούμενο (τεκμήριο 6). Αφού εξέτασε το επίδικο περιστατικό, ετοίμασε δύο φακέλους και εισηγήθηκε, στους προϊσταμένους του, την ποινική δίωξη τόσον του παραπονουμένου όσον και του κατηγορουμένου αρ.
  9. Εν τέλει, κλήθηκε στο Δικαστήριο, ως μάρτυρας κατηγορίας, μόνον στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης εναντίον του παραπονουμένου, οπότε κατάθεσε, ως τεκμήριο, και το προαναφερθέν σχισμένο πουκάμισο. Εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ο αστυφύλακας 1862 Σ. Σταύρου (Μ.Κ.2) ανεγνώρισε τους κατηγορουμένους, ως τα πρόσωπα τα οποία ανέκρινε εν σχέσει με το περιστατικό και από τα οποία έλαβε τις γραπτές καταθέσεις ως τα τεκμήρια 3 και
  10. Η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3) δήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή της, πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως υπάλληλος, με γραμματειακά καθήκοντα, στην εταιρεία «Leoroof». Πλέον εργάζεται αλλού λόγω καλύτερου ωραρίου. Ενόσω εργαζόταν στην εταιρεία «Leoroof» χώρος εργασίας της ήσαν γραφεία επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού αρ. 14Β-Γ στη Λευκωσία. Τα γραφεία αποτελούνταν από δύο δωμάτια: ένα δωμάτιο με είσοδο επί της Λεωφόρου («το πρώτο δωμάτιο») και έναν δεύτερο δωμάτιο το οποίο χρησιμοποιούσε το γραμματειακό προσωπικό, δηλαδή η ίδια και η λογίστρια της εταιρείας «Leoroof», η Βαλεντίνα. Στο πρώτο δωμάτιο υπήρχε ένα τραπέζι συνεδριάσεων και γύρω από αυτό καρέκλες. Τα δύο δωμάτια είχαν κοινό τοίχο κατασκευασμένο, έως και το ύψος των 80 εκ. περίπου, από αδιαφανές υλικό. Το υπόλοιπο μέρος του τοίχου, έως και την οροφή, ήταν κατασκευασμένο από γυαλί. Στον τοίχο αυτό υπήρχε προσαρτημένο παραπέτασμα (blinds) το οποίο, ως επί τον πλείστον, ήσαν ανεβασμένο. Παρομοίως κατασκευασμένη ήταν και η ενδιάμεση θύρα: το δεύτερο μισό της ήταν κατασκευασμένο από γυαλί. Το απόγευμα της 31.3.06 βρισκόταν στην εργασία της και καθόταν στο γραφείο της, σε απόσταση περίπου 5 μ. από το σημείο όπου εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Αυτό εξελίχθηκε στο πρώτο δωμάτιο και τα δεδομένα του χώρου, ως προαναφέρονται, της επέτρεψαν να δει όλα όσα συνέβησαν: Περί τις 16:00 ο παραπονούμενος, είσηλθε στα γραφεία της εταιρείας «Leoroof» για να πληρωθεί. Η συνάδελφός της Βαλεντίνα την είχε ενημερώσει για την ήδη διευθετηθείσα, για εκείνη την ώρα, επίσκεψη του παραπονουμένου. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 βρισκόταν στο πρώτο δωμάτιο, καθισμένος πίσω από το τραπέζι συνεδριάσεων. Απέναντί του καθόταν ο κατηγορούμενος αρ.
  11. Όταν ο παραπονούμενος εισήλθε στο πρώτο δωμάτιο, ο κατηγορούμενος αρ. 1 του φώναξε «έβγα έξω». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αρ. 1 σηκώθηκε, πλησίασε τον παραπονούμενο και τον κτύπησε, με το αριστερό του χέρι, στο δεξιό μάγουλο. Επενέβη αμέσως ο κατηγορούμενος αρ. 2, ο οποίος απεμάκρυνε τον κατηγορούμενο αρ. 1 και οδήγησε τον παραπονούμενο έξω. Ο παραπονούμενος δεν αντέδρασε στο κτύπημα. Απλώς βγήκε έξω. Αμέσως μετά, ο κατηγορούμενος αρ.1, στην παρουσία της ιδίας και του κατηγορούμενου αρ. 2, έσχισε το λευκό πουκάμισο που φορούσε και το τύλιξε. Της ζήτησε δε να τηλεφωνήσει στον Σταθμό Λυκαβηττού για να καταγγείλει ότι ο παραπονούμενος του επετέθηκε. Πράγματι, αυτή σχημάτισε τον αριθμό τηλεφώνου του Σταθμού Λυκαβηττού, όμως δίσταζε να προβεί στην ψευδή καταγγελία. Τότε ο κατηγορούμενος αρ. 1 της πήρε το τηλέφωνο και προέβη στην ψευδή καταγγελία ο ίδιος. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος αρ. 1 κατέβασε το παραπέτασμα (blinds) του τοίχου, της είπε «Εσύ δεν είδες τίποτε» και ανεχώρησε κρατώντας το σχισμένο πουκάμισό του. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας πληροφόρησε για το γεγονός πώς ουδέποτε κλήθηκε από την Αστυνομία να καταθέσει εν σχέσει με το επίδικο περιστατικό. Αντεξετασθείσα, η Πόπη Ιωάννου (Μ.Ε.3) ενίσχυσε την αξιοπιστία των όσων, κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή της. Ο απέριττος, σαφής και σταθερός λόγος με τον οποίο απευθύνθηκε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέτασή της δεν αλλοιώθηκε. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η κάποια αναστάτωση και συναισθηματική έντασή της όταν κλήθηκε, από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων, κατ΄ επανάληψιν, να εξηγήσει το λόγο της παρουσίας της στο Δικαστήριο στο πλευρό του παραπονούμενου. Η μάρτυρας εξήγησε πως, πληροφορηθείσα για την εκκρεμότητα της ποινικής υπόθεσης αρ. 17401/06 και για το γεγονός πως ο παραπονούμενος κινδύνευε να φυλακιστεί για αδικήματα τα οποία δεν διέπραξε, απεφάσισε να καταθέσει υπέρ του. Την παρότρυναν προς τούτο οι γονείς της οι οποίοι της ανέφεραν πως όφειλε να πει την αλήθεια για όσα γνώριζε. Κατά την αντεξέταση οι απαντήσεις της Πόπης Ιωάννου (Μ.Κ.3) επί όλων των ερωτήσεων συνέπεσαν, κατά περιεχόμενο, με όσα εδήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή της και υπήρξαν το ίδιο άμεσες. Όταν της υπεβλήθηκε πώς ο παραπονούμενος επετέθηκε στον κατηγορούμενο αρ. 1, η μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά επισημαίνοντας και τη διαφορά στη σωματική διάπλαση των δύο ανδρών. Ανέφερε πώς ο κατηγορούμενος αρ. 1 είναι ψηλός και ευτραφής ενώ ο παραπονούμενος είναι μέτριου αναστήματος και αδύνατος. Όταν της υπεβλήθηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το παραπέτασμα (blinds) στον κοινό τοίχο των δύο δωματίων ήταν κατεβασμένο και, έτσι, ήταν αδύνατον γι΄ αυτήν να δει όσα εξελίχθηκαν, η μάρτυρας επέμεινε πώς το παραπέτασμα ήταν ανεβασμένο ως συνήθως. Τέλος, κατά την αντεξέτασή της, η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3) πληροφόρησε για το γεγονός πώς μεταξύ των καθηκόντων της στην εταιρεία «Leoroof» ήταν και η ανάληψη, κάθε εβδομάδα από την τράπεζα, χρημάτων για την πληρωμή των εργατών της εταιρείας. Η ίδια ετοίμαζε τους φακέλους με το μισθό του κάθε εργάτη. Υπήρξαν, μάλιστα, φορές που η ίδια πλήρωσε τους εργάτες. Ας σημειωθεί πως η αλήθεια της τελευταίας αυτής απάντησης δεν αμφισβητήθηκε. Η Μελίνα Παπαγεωργίου (Μ.Κ.4) κατέθεσε, ως τεκμήρια 9 έως και 13, αλληλογραφία του συνηγόρου του παραπονούμενου με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Διά της επιστολής του ημερ. 9.5.07 (τεκμήριο 9) ο κ. Βραχίμης ενημερώνει το Γενικό Εισαγγελέα για την αθωωτική απόφαση στην ποινική υπόθεση αρ. 17401/06 και ζητεί την συγκατάθεσή του για συνοπτική εκδίκαση ενός κατηγορητηρίου εναντίον των κατηγορουμένων στο οποίο θα περιελαμβάνετο και η κατηγορία για ψευδορκία δυνάμει των άρθρων 110 και 111 του Κεφ.
  12. Με την επιστολή του ημερ. 1.6.07 (τεκμήριο 10) ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατία πληροφορεί το κ. Βραχίμη πως απεφάσισε να αναστείλει την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων διά της ποινικής υπόθεσης αρ. 17401/
  13. Προφανώς η απόφαση αυτή του Γενικού Εισαγγελέα οφείλεται σε παραδρομή. Με επιστολή του ημερ. 17.9.07 (τεκμήριο 11) ο κ. Βραχίμης επισημαίνει την παραδρομή και επανέρχεται στο αίτημα που υπέβαλε διά της επιστολής του ημερ. 9.5.07 (τεκμήριο 9). Με τρίτη επιστολή του ημερ. 4.2.08 (τεκμήριο 12) ο κ. Βραχίμης ζητεί να απαντηθούν οι επιστολές του ημερ. 9.5.07 και 17.9.07 (τεκμήρια 9 και 11, αντιστοίχως). Ο Γενικός Εισαγγελέας απήντησε στις 17.4.08 (τεκμήριο 13) αρνούμενος να συγκατατεθεί για τη δίωξη του κατηρούμενου αρ. 1 για ψευδορκία. Η Μελίνα Παπαγεωργίου (Μ.Κ.4) δεν αντεξετάσθηκε επί των ζητημάτων αυτών. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.5), Έλληνας υπήκοος, δήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, πως εργάστηκε στην εταιρεία «Leoroof» για μερικούς μήνες. Παραιτήθηκε στις 28.2.
  14. Τώρα ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Επειδή η επιταγή για τον τελευταίο μισθό του είχε ανακληθεί, διευθετήθηκε αμέσως, μέσω της υπαλλήλου της εταιρείας «Leoroof» Βαλεντίνας, συνάντησή του με τον κατηγορούμενο αρ. 1 στα γραφεία της εταιρείας για τις 31.3.06 στις 16:
  15. Πράγματι, ο ίδιος έφθασε εκεί περί τις 16:20 και όταν εισήλθε στο πρώτο δωμάτιο, συνάντησε τους κατηγορουμένους. Αμέσως ζήτησε να μάθει το λόγο της ανάκλησης της επιταγής και διεκδίκησε το μισθό του. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 τον έβρισε και του είπε να φύγει. Ο ίδιος επέμεινε να πληρωθεί. Τότε ο κατηγορούμενος αρ. 1 τον πλησίασε, κόλλησε το στήθος του στον δεξιό του ώμο και τον έσπρωξε. Προειδοποίησε τον κατηγορούμενο αρ. 1 να μην τον κτυπήσει. Αυτός του είπε «Βγες έξω ρε μαλάκα», «θα σε στείλω στα πευκάκια», «θα σε γαμήσω». Επενέβηκε ο κατηγορούμενος αρ. 2 ο οποίος είπε στον κατηγορούμενο αρ. 1 να σταματήσει. Αντί τούτου, ο κατηγορούμενος αρ. 1 τον κτύπησε στο κεφάλι με τα χέρια του. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος αρ. 2 απεμάκρυνε τον κατηγορούμενο αρ. 1 και, έτσι, απεφεύχθηκε χειρότερη εξέλιξη. Όμως, ο κατηγορούμενος αρ. 1, συνέχισε να του λέει «Άντε γαμήσου». Έφυγε αμέσως για να καταγγείλει την υπόθεση στον παραπλήσιο Σταθμό Λυκαβηττού. Εκεί ο αρμόδιος αστυνομικός τον παρέπεμψε για ιατρική εξέταση. Καθ΄ οδόν προς το Νοσοκομείο του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος αρ. 1 ο οποίος τον απείλησε με τη φράση «Μη διανοηθείς να κουνηθείς, θα σε καθαρίσω, δεν θα βγεις ζωντανός». Παρά τις απειλές, κατήγγειλε τον κατηγορούμενο αρ. 1 για επίθεση. Την επόμενη, την 1.4.06, ευρισκόμενος στο Τρόοδος με φίλους, κτύπησε ελαφρά το χέρι του. Επεσκέφθηκε τον κατηγορούμενο αρ. 2, ο οποίος διαμένει σε παρακείμενο χωριό, και αυτός προσεφέρθηκε να τον συνοδεύσει στο Νοσοκομείο. Κατά τη συνάντησή τους αυτή, ο κατηγορούμενος αρ. 2 του εξέφρασε την λύπη και την απογοήτευσή του για το περιστατικό και τον πληροφόρησε πώς μετά από αυτό ο κατηγορούμενος αρ. 1 έσχισε μόνος το πουκάμισο που φορούσε και κατήγγειλε, στην Αστυνομία, ψευδώς ότι ο ίδιος δέχθηκε επίθεση. Επίσης, ο κατηγορούμενος αρ. 2 του υπεσχέθηκε πώς θα κατέθετε υπέρ του την αλήθεια. Τα ίδια του επανέλαβε σε μεταγενέστερη συνάντησή τους, παρουσία τρίτων. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο παραπονούμενος (Μ.Κ.5) δήλωσε, επίσης, πώς ουδέποτε κλήθηκε ως μάρτυρας σε άλλην ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αρ.
  16. Και προσέθεσε πώς όταν έλαβε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης αρ. 17401/06 συνειδητοποίησε πως η μόνη που θα μπορούσε να τον βοηθήσει ήταν η πρώην συνάδελφός του Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3). Αυτή υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας εφ΄ όσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθόταν στο γραφείο της και μπορούσε να δει όσα συνέβαιναν στο πρώτο δωμάτιο επειδή ο ενδιάμεσος τοίχος ήταν φτιαγμένος από γυαλί, το δε παραπέτασμα (blinds) ήταν ανεβασμένο. Με τη μεοσλάβηση τρίτου προσώπου, η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3) κατέθεσε ως μάρτυρας στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση. Αντεξετασθείς, ο παραπονούμενος (Μ.Κ.5) πληροφόρησε πως, ο μισθός του για το Φεβρουάριο του έτους 2006 του κατεβλήθηκε πολύ μεταγενέστερα και αφού κατεχώρισε, εναντίον του κατηγορούμενου αρ. 1, ποινική υπόθεση για ακάλυπτη επιταγή. Επίσης, εξήγησε πως λέγοντας στην γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 7) πως ο κατηγορούμενος αρ. 1 τον «κτύπησε στο κεφάλι τρεις φορές με τα δύο του χέρια» περιγράφει το χαστούκι που δέχθηκε στο πρόσωπο καθώς και το γεγονός πως μετά το χαστούκι ο κατηγορούμενος αρ. 1 συνέχισε να βιαιοπραγεί αρπάζοντας τον από το κεφάλι δύο φορές. Σημειώνω πως, ο παραπονούμενος παρέμεινε, κατά την αντεξέτασή του, σαφής και σταθερός στις απαντήσεις του. Μάλιστα, η έκφραση και οι αντιδράσεις του, όταν απαντούσε σε ερωτήσεις και υποβολές που αφορούσαν αυτό καθ΄ εαυτό το περιστατικό, φανέρωναν πρόσωπο έντονα και ειλικρινά θιγμένο και στεναχωρημένο εξ αιτίας ανοίκειας και απρόκλητης επίθεσης που δέχθηκε. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπάλληλος της εταιρείας «Leoroof». Τώρα εργάζεται στο δημόσιο. Τέσσερις ημέρες μετά το περιστατικό έδωσε σύντομη γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 4) όπου αναφέρει τα εξής: Το απόγευμα της 31.3.06, ημέρα Παρασκευή, βρισκόταν με τον κατηγορούμενο αρ. 1 στα γραφεία της εταιρείας «και (ε)βγαζ(αν) μαζί το πρόγραμμα της Δευτέρας». Περί της 16:30 έφθασε εκεί ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος αρ. 1 του είπε «Έφκα έξω από το γραφείο μου η ώρα 18:00 έχουμε ραντεβού». Επειδή ο παραπονούμενος δεν συμμορφώθηκε, ο κατηγορούμενος αρ. 1 τον πλησίασε. Τότε ο παραπονούμενος άρπαξε τον κατηγορούμενο αρ. 1 από το λαιμό και του έσχισε το πουκάμισο. Αμέσως επενέβηκε ο ίδιος και τους χώρισε. Έσπρωξε δε τον παραπονούμενο και τον έβγαλε έξω από το δωμάτιο, στο πεζοδρόμιο. Στην αρχή της κυρίως εξέτασής του, ο κατηγορούμενος αρ. 2 υιοθέτησε ο περιεχόμενο της ως άνω γραπτής κατάθεσης (τεκμήριο 4). Στη συνέχεια, όμως, απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου του, διαφοροποίησε, σε κάποια σημεία, την εκδοχή του περί των γεγονότων και, κυρίως, την εμπλούτισε με όσα θεωρούσε χρήσιμα για την υπεράσπισή του: Κατ΄ αρχάς αναίρεσε την αρχική του θέση πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος και ο κατηγορούμενος αρ. 1 «(ε)βγαζ(αν) το πρόγραμμα της Δευτέρας» και θυμήθηκε πως επειδή ήταν Παρασκευή, ημέρα πληρωμών για τους εργάτες της εταιρείας, προετοίμασε κατάλληλα το χώρο: κατέβασε το παραπέτασμα (blinds) στον ενδιάμεσο τοίχο και κλείδωσε την θύρα που επέτρεπε την είσοδο στα γραφεία της εταιρείας διά μέσου του δωματίου όπου βρισκόταν το γραμματειακό προσωπικό. Έπραξε αυτά για λόγους ασφαλείας. Και επειδή το παραπέτασμα (blinds) στον ενδιάμεσο τοίχο ήταν κατεβασμένο, η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3), που, πράγματι, βρισκόταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο γραφείο της, δεν μπορούσε να δει όσα εξελίχθηκαν στο πρώτο δωμάτιο. Όσον αφορά στην πόρτα στον ενδιάμεσο τοίχο, ο κατηγορούμενος αρ. 2 είπε ότι ρύθμισε ο ίδιος το μηχανισμό της ώστε μόλις τη χρησιμοποιήσει κάποιος αυτή να κλείνει για να υπάρχει ηχομόνωση στα δύο δωμάτια. Περαιτέρω, απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου του, ο κατηγορούμενος αρ. 2 δέχθηκε πως μετά το περιστατικό ο παραπονούμενος τον επεσκέφθηκε στο σπίτι του. Ήταν βράδυ Κυριακής, ενάμιση μήνα μετά το περιστατικό δηλαδή περί τα μέσα Μαΐου. Ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι κτύπησε στα «χιόνια» και του ζήτησε να τον μεταφέρει στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου. Ο ίδιος του προσέφερε τσάϊ και, στη συνέχεια, τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Καθ΄ οδόν συνέστησε στον παραπονούμενο να συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο αρ.
  17. Κατά την αντεξέτασή του, ο κατηγορούμενος αρ. 2, με λόγο πλατειαστικό απήντησε με ζήλο σε κάθε ερώτηση προσθέτωντας συνεχώς νέες διαστάσεις στο κάθε τι: Εν πρώτοις, θυμήθηκε πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος εισήλθε στα γραφεία της εταιρείας «Leoroof» οργίλος και απειλητικός και απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο αρ. 1 του είπε απότομα «θέλω τα λεφτά μου». Θυμήθηκε, επίσης, πως ο ίδιος συμβούλευσε τον κατηγορούμενο αρ. 1 να ανακαλέσει την επιταγή για το μισθό του παραπονουμένου γιατί ο τελευταίος καταχράστηκε λεφτά της εταιρείας και γενικώς ενεργούσε αντιδεοντολογικά. Χαρακτήρισε την Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3) ως άτομο που αντιδρά έντονα και με συναισθηματισμό, η οποία είχε τάσεις αυτοκτονίας, κάπνιζε πολύ και είχε οικογενειακά προβλήματα. Ισχυρίσθηκε πως όταν η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3) αντελήφθηκε το περιστατικό, «την έπιασε αμόκ». Ερωτηθείς πώς είναι δυνατόν «να την έπιασε αμόκ» αφού, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, αυτή δεν είδε το περιστατικό, ο κατηγορούμενος αρ. 2 απήντηση «Λόγω των φωνών που άκουσε». Κληθείς να περιγράψει τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος αρ. 2 είπε ότι πρόκειται για άντρα με ύψος 1,60μ. έως και 1,65μ και αδύνατο. Όμως, σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ο κατηγορούμενος αρ. 2 προσέθεσε πως ο παραπονούμενος εκπαιδεύτηκε σε ειδικό σώμα του στρατού και ήταν δυνατός. Ενόρκως κατέθεσε και ο κατηγορούμενος αρ.
  18. Επί της ουσίας περιέγραψε το περιστατικό ως και ο κατηγορούμενος αρ.
  19. Επιπλέον, συχνά με ύφος εχθρικό και εκφορά λόγου απότομη, ο κατηγορούμενος αρ. 1 ανέφερε τα εξής: Υπηρέτησε ως Αστυνομικός για δεκατέσσερα

(14)χρόνια, από το έτος 1990 έως και το έτος 2003. Τους τελευταίους έξι
(6)μήνες της υπηρεσίας του αυτής εργάσθηκε στον Σταθμό Λυκαβηττού. Ανεκάλεσε την επιταγή που έδωσε στον παραπονούμενο για τον μισθό του του Φεβρουαρόυ του έτους 2006 «γιατί νομίζ(ει) ότι (ο παραπονούμενος) δεν βοήθησε να πάρ(ουν) μια δουλειά από το Ισραήλ.». Όμως όταν διευθέτησε τη συνάντηση με τον παραπονούμενο για τις 18:00 το απόγευμα της 31.3.06 πρόθεσή του ήταν «να τον πληρώσ(ει) και να φύγ(ει)». Παρά το ότι «ένιωθ(ε) ότι (ο παραπονούμενος) εργαζόταν για τους ανταγωνιστές (του)» και ήθελε, για το λόγο αυτό, να τον καταγγείλει στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε.), εντούτοις, δεν το έπραξε γιατί «δεν είχε κανένα όφελος να τον τιμωρήσ(ει)». Επίσης, ο κατηγορούμενος αρ. 1 ανέφερε πώς ουδέποτε έλαβε κατηγορητήριο για εναντίον του ποινική διώξη. Τέλος, περιέγραψε τον εαυτό του ως ψηλό και εύσωμο, τον δε παραπονούμενο ως άντρα με ύψος το οποίο φθάνει μέχρι το δικό του στήθος. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο κατηγορούμενος αρ. 1 ερωτήθηκε κατά πόσον «καλαμαρίζει» και κατά πόσον χρησιμοποιεί τη φράση «θα σε στείλω στα πευκάκια». Ο κατηγορούμενος αρ. 1 απήντησε αρνητικά. Επίση, του ζητήθηκε να γράψει το ονοματεπώνυμό του σε χαρτί. Αυτός το έπραξε χρησιμοποιώντας το δεξί του χέρι (τεκμήριο 15). Ο Παρασκευάς Ζορλής (Μ.Υ.1) κατέθεσε, ως τεκμήριο 17, έντυπο του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου, ημερ. 31.3.06, το οποίο αφορά στον παραπονούμενο και στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, και η εξής ιατρική διαπίστωση: «.. Φέρει ελαφρά εκχύμωση δεξιάς ζυγωματική περιοχής ...». Ο μάρτυρας προσέθεσε πως, εκτός από το τεκμήριο 17, δεν υπάρχει άλλη καταχώριση σχετική με τον παραπονούμενο στο Αρχείο του Νοσοκομείου. Ο Παρασκευάς Ζορλής (Μ.Υ.1) κατέθεσε, επίσης, ως τεκμήριο 18, αντίστοιχο έντυπο ίδιας ημερομηνίας, το οποίο αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 1 και στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, η εξής ιατρική διαπίστωση: «.. Φέρει τυπική ερυθρότητα λαιμού ...». H Άντρη Μακρή (Μ.Υ.2) κατέθεσε το φάκελο της διαδικασίας στην ποινική υπόθεση αρ. 10285/2006 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Παύλος Παπουλίδης ν. 1) L.K.Leoroof Ltd 2) Λεωνίδας Καλιάνος. Διά της ποινικής υπόθεσης αρ. 10286/2006 ο παραπονούμενος εγκαλεί τον κατηγορούμενο αρ. 1 και την εταιρεία «Leoroof» για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Πρόκειται για επιταγή με ημερομηνία πληρωμής τις 31.3.
  1. Όπως καταγράφεται σε πρακτικά της διαδικασίας εν τέλει ο κατηγορούμενος αρ. 1 παρεδέχθηκε ενοχή. Η Βαλεντινα Θεοφάνους (Μ.Υ.3) δήλωσε πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρξε και αυτή υπάλληλος της εταιρείας «Leoroof». Δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού γιατί δεν εργαζόταν τα απογεύματα. Για το περιστατικό πληροφορήθηκε μόνον όταν έλαβε κλήση μάρτυρα για το Δικαστήριο. Ουδείς προηγουμένως της ανέφερε ο,τιδήποτε. Η μάρτυρας περιέγραψε το χώρο εργασίας της ως και η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3). Ανέφερε πώς το παραπέτασμα στον ενδιάμεσο τοίχο ήταν συνήθως ανεβασμένο, προσθέτοντας πως αυτό «κάποτε έκλεινε . όταν ασχολούνταν με κάτι σοβαρό». Τέλος, περιέγραψε την Πόπη Ιωάννου ως «αρκετά ευαίσθητη» η οποία όμως «δεν αναστατωνόταν εύκολα». Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο έλεγχος της στάσης και της συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρος καθώς και της λογικής συνοχής των όσων είπαν είναι απαραίτητος για να διακριβωθεί ο βαθμός αξιοπιστίας του καθ΄ ενός. Όπως δέχθηκαν και οι δύο πλευρές, η προκείμενη υπόθεση βασίζεται, κυρίως, στην αξιοπιστία των προσώπων που υπήρξαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες του περιστατικού. Έχω ήδη αναφερθεί στη θετική εντύπωση που απεκόμισα για τον παραπονούμενο καθώς και για την Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3). Σημειώνω πως και οι δύο απευθύνθηκαν προς το Δικαστήριο με λόγο θετικό και άμεσο, οι δε εκδοχές τους περί τα ουσιώδη γεγονότα χαρακτηρίζονται από λογική συνοχή και συμπίπτουν. Περαιτέρω σημειώνω πώς η αξιοπιστία της δήλωσης της Πόπης Ιωάννου (Μ.Κ.3) πως είδε τον κατηγορούμενο αρ. 1 να χαστουκίζει τον παραπονούμενο στο δεξιό μάγουλο με το αριστερό του χέρι δεν κλονίζεται από το γεγονός πώς, κληθείς από το συνήγορό του, ο κατηγορούμενος αρ. 1 έγραψε, ενώπιον του Δικαστηρίου, το ονοματεπώνυμό του με το δεξιό του χέρι (τεκμήριο 15). Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 μπορεί να χρησιμοποιεί το δεξιό του χέρι για να γράφει το ονοματεπώνυμό του δεν σημαίνει πώς αδυνατεί να χρησιμοποιεί και το αριστερό του χέρι. Ούτε η αξιοπιστία της δήλωσης του παραπονούμενου (Μ.Κ.5) πώς, μεταξύ άλλων υβριστικών και απειλητικών του απηύθυνε ο κατηγορούμενος αρ. 1, ήταν και η φράση «Θα σε στείλω στα πευκάκια» κλονίζεται από τον ισχυρισμό του τελευταίου πως ο ίδιος «δεν καλαμαρίζ(ει)» και δεν χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη φράση. Στο βαθμό αξιοπιστίας των δηλώσεων του κατηγορουμένων αρ. 1 αναφέρομαι πιο κάτω. Επιπλέον, σημειώνω πως δυσκολεύομαι να δεχθώ πως ένας αλλοδαπός, ως ο παραπονούμενος, ο οποίος τώρα ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, απεφάσισε να υποβάλει τον εαυτό του στα έξοδα και την ταλαιπωρία της ιδιωτική ποινικής δίωξης στη Δημοκρατία του πρώην εργοδότη του και ενός πρώην συναδέλφου του γνωρίζοντας πώς οι αιτιάσεις του είναι ψευδείς. Παρομοίως, δυσκολεύομαι να δεχθώ πως μια νεαρή και συγκροτημένη γυναίκα, ως η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3), απεφάσισε να ψευδομαρτυρήσει εναντίον του πρώην εργοδότη της και ενός πρώην συναδέλφου της, στα πλαίσια ποινικής δίωξης εναντίον τους για σοβαρά αδικήματα, απλώς και μόνον για να βοηθήσει έναν, επίσης, πρώην συνάδελφό της ο οποίος τώρα ζει και εργάζεται στο εξωτερικό και με τον οποίο η ίδια δεν συνδέεται. Δεδομένων των προσωπικών περιστάσεων του παραπονουμένου και της Πόπης Ιωάννου (Μ.Κ.3), όπως αυτές προκύπτουν από την ενώπιόν μου μαρτυρία, και δεδομένης της εμφάνισής τους ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω πως, εν προκειμένω, οι αποφάσεις και οι ενέργειές τους ωθούνται από γνήσια και έντιμα κίνητρα. Θεωρώ, συναφώς, και τα δύο πρόσωπα ως αξιόπιστους μάρτυρες. Αξιόπιστες θεωρώ και τις ουσιώδεις δηλώσεις των υπολοίπων μαρτύρων της Ανδριάνας Μαλεκίδου (Μ.Κ.1), του αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου (Μ.Κ.2), της Μελίνας Παπαγεωργίου (Μ.Κ.4), του Παρασκευά Ζορλή (Μ.Υ.1), της Άντρης Μακρή (Μ.Υ.2) και της Βαλεντίνας Θεοφάνους (Μ.Υ.3). Άλλωστε, οι ουσιώδεις δηλώσεις των μαρτύρων αυτών δεν αμφισβητήθηκαν . Αντιθέτως, η εντύπωση που απεκόμισα για τους κατηγορουμένους δεν ήταν αυτή αξιόπιστων προσώπων. Ανεφέρθηκα ήδη στην ύποπτη βιασύνη του κατηγορούμενου αρ. 2 να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις της αντεξέτασης, εμπλουτίζοντας συνεχώς την εκδοχή του, καθώς και στο συχνά εχθρικό και απότομο ύφος με το οποίο απαντούσε ο κατηγορούμενος αρ.
  2. Προσθέτω πως η εκδοχή των γεγονότων που οι κατηγορούμενοι επεχείρησαν να παρουσιάσουν είναι διάτρητη εφ΄ όσον παραμένουν αναπάντητα τα εξής δύο κρίσιμα ερωτήματα: Πρώτον, εάν πράγματι ο κατηγορούμενος αρ. 1 σκόπευε, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, να εξοφλήσει τον τελευταίο μισθό του παραπονούμενου κατά την προγραμματισθείσα συνάντηση της 31.3.06 γιατί ενοχλήθηκε τόσον πολύ όταν ο τελευταίος προσήλθε στη συνάντηση ενωρίτερα και γιατί τον αποπήρε λέγοντας του «Έφκα έξω από το γραφείο μου η ώρα 18:00 έχουμε ραντεβού» (δείτε στη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου αρ. 2, τεκμήριο 4). Σημειώνω πως ουδείς των κατηγορουμένων ισχυρίσθηκε πως η πρόωρη προσέλευση του παραπονουμένου στα γραφεία της εταιρείας «Leoroof» διέκοψε οιανδήποτε σημαντική εργασία τους. Εάν οι προθέσεις του κατηγορούμενου αρ. 1 έναντι του παραπονούμενου ήσαν, πράγματι, αγαθές, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, τότε θα ανέμενε κανείς πως θα συγχωρούσε την πρόωρη προσέλευσή του, θα τον εξοφλούσε και το θέμα θα έληγε. Δεύτερον, ουδείς των κατηγορουμένων εξήγησε πειστικά ποιός λόγος ασφάλειας επέβαλε να κατεβεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το παραπέτασμα (blinds) στον ενδιάμεσο τοίχο και να διακόψει την οπτική επαφή του δωματίου το οποίο χρησιμοποιούσε το γραμματειακό προσωπικό με το πρώτο δωμάτιο. Υπενθυμίζω, πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η μόνη που βρισκόταν στο δωμάτιο του γραμματειακού προσωπικού ήταν η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3). Όμως, αυτή ήταν πρόσωπο έμπιστο εφ΄ όσον ο εργοδότης της, δηλαδή ο κατηγορούμενος αρ. 1, μεταξύ άλλων της ανέθεσε και καθήκοντα μισθοδοσίας των εργατών της εταιρείας του. Όπως η ίδια η Πόπη Ιωάννου (Μ.Κ.3) ανέφερε, και δεν αμφισβητήθηκε, κάθε εβδομάδα έκανε η ίδια την ανάληψη, από την τράπεζα, των αναγκαίων χρημάτων και αυτή ετοίμαζε τους φακέλους με το μισθό κάθε εργάτη. Έτυχαν μάλιστα περιπτώσεις που έδωσε, η ίδια τους φακέλους αυτούς σε εργάτες. Υπενθυμίζω, ακόμα, πώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρ. 2 ανέφερε πώς εκείνο το απόγευμα ο ίδιος κλείδωσε και την θύρα που επέτρεπε την είσοδο στα γραφεία της εταιρείας μέσω του δωματίου όπου βρισκόταν το γραμματειακό προσωπικό. Από ποιόν λοιπόν κινδύνευαν και ήθελαν να προφυλακτούν οι κατηγορούμενοι όταν, ως ισχυρίζονται, κατέβασαν το παραπέτασμα του ενδιάμεσου τοίχου; Η απουσία πειστικών εξηγήσεων στα ερωτήματα αυτά καθιστούν τα όσα οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται διάτρητα. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω πως τα ουσιώδη γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Το απόγευμα της Παρασκευής 31.3.06, περί τις 16:20, ο παραπονούμενος, πρώην υπάλληλος της εταιρείας «L.K. Leoroof Ltd», της οποίας ιδιοκτήτης και διευθυντής υπήρξε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος αρ. 1, επεσκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού αρ. 14Β-Γ στη Λευκωσία, για να συναντήσει τον πρώην εργοδότη του ως είχαν συνεννοηθεί. Σκοπός της συνάντησης των δύο ανδρών ήταν η διευθέτηση της εκκρεμότητας του τελευταίου μισθού του παραπονουμένου. Όταν ο παραπονούμενος εισήλθε στα γραφεία της εταιρείας, ο κατηγορούμενος αρ. 1, στην παρουσία του κατηγορούμενου αρ. 2, απρόκλητα και αναίτια τον κτύπησε με το αριστερό του χέρι στο δεξιό μάγουλο. Ο παραπονούμενος δεν αντέδρασε βίαια ούτε επιθετικά. Επενέβηκε ο κατηγορούμενος αρ. 2, απεμάκρυνε τον κατηγορούμενο αρ. 1 και οδήγησε τον παραπονούμενο έξω από τα γραφεία. Ο παραπονούμενος πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού όπου και κατήγγειλε το περιστατικό. Παρεπέμφθηκε για ιατρική εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου ιατρός διαπίστωσε «.. Ελαφρά εκχύμωση δεξιάς ζυγωματικής περιοχής ...». Εν τω μεταξύ, ευρισκόμενος στα γραφεία της εταιρείας «Leoroof», στην παρουσία του κατηγορούμενου αρ. 2 και της υπαλλήλου της εταιρείας Πόπης Ιωάννου, ο κατηγορούμενος αρ. 1 έσχισε ο ίδιος το πουκάμισο που φορούσε και το τύλιξε. Επίσης, αυτός ζήτησε από την Πόπη Ιωάννου να τηλεφωνήσει στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού και να καταγγείλει ψευδώς ότι ο ίδιος δέχθηκε επίθεση από τον παραπονούμενο. Όταν η υπάλληλος αρνήθηκε, το έπραξε ο ίδιος. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος αρ. 1 μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού και κατήγγειλε, στον αρμόδιο αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου, γνωρίζοντας το ψεύδος της καταγγελίας του, ότι δέχθηκε επίθεση από τον παραπονούμενο. Παρέδωσε στον αστυφύλακα αυτόν το σχισμένο πουκάμισό του γνωρίζοντας ότι πρόκειται περί ενός ψευδούς τεκμηρίου. Πράττωντας αυτά, ο κατηγορούμενος αρ. 1 σκόπευε να επηρεάσει τη μαρτυρία του αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου όταν αυτός θα εκαλείτο, ως μάρτυρας, ενώπιον του Δικαστηρίου. Το περιστατικό της επίθεσης του κατηγορούμενου αρ. 1 εναντίον του παραπονούμενου εξελίχθηκε στην παρουσία της προαναφερθείσας Πόπης Ιωάννου, η οποία, καθισμένη στο γραφείο της, είχε οπτική επαφή με το δωμάτιο όπου βρισκόντουσαν οι διάδικοι, εφ΄ όσον το παραπέτασμα (blinds) στον ενδιάμεσο γυάλινο τοίχο ήταν ανεβασμένο. Μετά το περιστατικό, οι κατηγορούμενοι συνεννοήθηκαν και κατηγόρησαν ψευδώς τον παραπονούμενο ότι επετέθηκε εναντίον του κατηγορούμενου αρ.
  3. Προς τούτο έδωσαν και οι δύο, εν γνώσει τους, ψευδείς γραπτές καταθέσεις στον εξεταστή της υπόθεσης αστυφύλακα 1862 Σ. Σταύρου. Επί τη βάσει αυτών των καταθέσεων ο παραπονούμενος διώχθηκε διά της ποινικής υπόθεσης αρ. 17401/06 (Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας) Ασυντομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλου Παπουλίδη. Στα πλαίσια εικδίκασης της υπόθεσης αυτής κατετέθηκε, από την κατηγορούσα αρχή, ως τεκμήριο, το προαναφερθέν σχισμένο πουκάμισου του κατηγορούμενου αρ.
  4. Παρά το ότι ο παραπονούμενος κατήγγειλε, στις 31.3.06, αρμοδίως τον κατηγορούμενο αρ. 1 για την επίθεση που δέχθηκε, και παρά το ότι έδωσε σχετική γραπτή κατάθεση στον εξεταστή αστυνομικό, εντούτοις, ο κατηγορούμενος αρ. 1 δεν διώχθηκε από τον αρμόδιο Αστυνομικό Διευθυντή. Ο παραπονούμενος απεφάσισε να διώξει ποινικώς ο ίδιος τους κατηγορούμενους και ενημέρωσε σχετικώς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 9.5.07 ζητώντας τη συγκατάθεσή του για συνοπτική εκδίκαση κατηγορητηρίου το οποίο θα απέδιδε στον κατηγορούμενο αρ. 1 και το αδίκημα της ψευδορκίας δυνάμει των άρθρων 110 και 111 του Κεφ.
  5. Ο Γενικός Εισαγγελέας απήντησε στον παραπονούμενο έναν περίπου έτος μετά (στις 17.4.08) αρνούμενος να συγκατατεθεί. Το προκείμενο κατηγορητήριο κατεχωρίστηκε στις 2.10.
  6. Τα γεγονότα αυτά επαρκούν για να αποδείξουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τόσον την αντικειμενική όσον και την υποκειμενική υπόσταση όλων των επίδικων αδικημάτων όπως αυτά διαγράφονται από τα άρθρα 242, 119, 115 και 121 του Κεφ.
  7. Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση των επίδικων αδικήματων, δηλαδή όσον αφορά στην πρόθεση των δραστών, σημειώνω πως αυτή προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων και της συμπεριφοράς τους (Halsbury´s Laws at England, fourth edition reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ, Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371 - 2). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπόθεση επιτυγχάνει. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες αρ. 1, 2, 4 και
  1. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες αρ. 3 και
  2. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.