Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άριστος ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 18836/10, 25 Οκτωβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18836/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άριστος ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Κατηγορούμενος ------------------------------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου (κα Μιχαήλ για να ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κος Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στα αδικήματα˙ λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (1η κατηγορία) και κατάχρηση εξουσίας (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τα γεγονότα που αναφέρθηκαν από την κατηγορούσα αρχή˙ ενόσω η αστυνομία διερευνούσε υπόθεση συνωμοσία διάπραξης φόνου, διεφάνη ότι ο κατηγορούμενος, αστυφύλακας στο επάγγελμα που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο κλιμάκιο της Υ.ΚΑ.Ν. αεροδρομίου, χρησιμοποίησε τον προσωπικό του κωδικό πρόσβασης και εισήλθε στο κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα της αστυνομίας όπου φυλάττοντο αρχεία και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος έκανε αναζήτηση για τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα διαπίστωσε προσωπικά δεδομένα του Χαρίτωνα Βίκη. Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με αναμφισβήτητη θέση της υπεράσπισης, αν και ο κατηγορούμενος έγινε κοινωνός διάφορων στοιχείων του Χαρίτωνα Βίκη, όπως αριθμός ταυτότητας, αριθμός τηλεφώνου και λοιπών στοιχείων που αναγράφονται σε τίτλο ιδιοκτησίας οχήματος, εν τούτοις ό,τι μετέδωσε σε τρίτο πρόσωπο ήτο μόνο η διεύθυνση της οικίας του Χαρίτωνα Βίκη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων ο κατηγορούμενος αφότου εξακρίβωσε τη διεύθυνση του Χαρίτωνα Βίκη τη μετέδωσε στο Σπύρο Στυλιανού. Αναμφισβήτητη παρέμεινε και η άλλη θέση της υπεράσπισης ότι ο αναφερόμενος Σπύρος Στυλιανού, δηλαδή το πρόσωπο στο οποίο ο κατηγορούμενος γνωστοποίησε τη διεύθυνση του Χαρίτωνα Βίκη, είναι συγγενής του κατηγορουμένου εξ αίματος, δηλαδή αδελφός του πατέρα του. Όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, μόλις ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε από τα μέλη της αστυνομίας που διερευνούσαν την άλλη υπόθεση, συνωμοσία διάπραξης φόνου, κατά πόσο προέβη στις προαναφερόμενες ενέργειες, απάντησε καταφατικά. Όταν δε συνελήφθη απάντησε «Τι λαλείτε ρε κοπέλλια». Προς μετριασμό της ποινής που δυνατό να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ο ευπαίδευτος συνήγορός του έκαμε αναφορά τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στις προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις. Ο κος Γεωργίου ανέφερε πως το εν λόγω περιστατικό οφείλεται σε αφέλεια του κατηγορουμένου να εξυπηρετήσει ένα συγγενικό του πρόσωπο. Επικαλέστηκε συναφώς τη στάση του κατηγορουμένου αμέσως πριν και αμέσως μετά τη σύλληψή του όπου, αφενός μεν παραδέχθηκε ότι προέβη στις εν λόγω ενέργειες και δεν προσπάθησε να δικαιολογήσει τούτες, αφετέρου δε η απάντησή του στους αστυφύλακες καταδεικνύει, σύμφωνα με το συνήγορο, την πραγματική και εν προκειμένω αφελή αντίληψη που είχε γι΄ αυτές του τις ενέργειες. Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε από τον κο Γεωργίου, ο κατηγορούμενος εντάχθηκε στις τάξεις της αστυνομίας το 2003, ήτο πάντα πιστός και αφοσιωμένος στο καθήκον του, ενώ το 2008 τιμήθηκε με εύφημη μνεία (βλ. έγγραφο Α), καθ΄ ότι με κίνδυνο τη ζωή του συνέβαλε στη σύλληψη προσώπου που πυροβολούσε αδιάκριτα. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι προς διερεύνηση της παρούσης ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 15/04/10 και παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι την 02/07/10, εφόσον παραπέμφθηκε σε κακουργιοδικείο και διετάχθη όπως παραμείνει υπό κράτηση. Επιπλέον, ανέφερε ο κος Γεωργίου, από την 15/04/10, ημερομηνία σύλληψης, ο κατηγορούμενος τέθηκε σε διαθεσιμότητα με αποτέλεσμα να λαμβάνει σήμερα το ήμισυ του βασικού μισθού του, δηλαδή €600. Μέχρι στιγμής έχει στερηθεί μισθούς €7.000, ανέφερε ο κος Γεωργίου, ποσό που θα απωλέσει δια παντός πρόσθεσε, εφόσον εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη και έτσι η όποια ποινή που δυνατό να επιβληθεί δεν τον νομιμοποιεί σε απαίτηση των μισθών που σήμερα του αποκόπτονται. Εν κατακλείδι, ο συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της εκθέσεως του γραφείου ευημερίας που το Δικαστήριο διέταξε να ετοιμαστεί. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις αναφέρθηκε ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από την ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264). Στην προκείμενη περίπτωση τούτη η ποινή είναι ένα έτος φυλάκιση και/ή Λ.Κ.2.000, για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας και δύο έτη φυλάκιση και/ή Λ.Κ.1.500, για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Πέραν όμως της ανώτατης στο νόμο προβλεπόμενης ποινής τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη διάπραξη ενός αδικήματος διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο τόσο στο είδος όσο και στο ύψος της ποινής (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, 402). Παρόλα αυτά έχει νομολογηθεί πως όσο σοβαρό και αν είναι ένα αδίκημα η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, χωρίς όμως τούτη η διαδικασία να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, 227). Στον κατηγορούμενο πιστώνεται εν προκειμένω η ομολογία του στις αρχές, καθώς και η άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, ενέργειες που φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος αντελήφθηκε το σφάλμα του και ότι μεταμέλησε. Το λευκό του ποινικό μητρώο, ιδιαίτερα σε συνδιασμό με τον καλό χαρακτήρα του και τη θετικότατη προϋπηρεσία του στις τάξεις της αστυνομίας, ως περιγράφεται στην εύφημη μνεία, είναι στοιχεία που λαμβάνονται υπ΄ όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, 435). Περαιτέρω, υπ΄ όψιν λαμβάνεται ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη η οποία αναμένεται να λάβει χώραν αμέσως μετά την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Ό,τι αποτιμάται εν προκειμένω είναι οι επιπτώσεις που δυνατόν να έχει στη σταδιοδρομία του κατηγορουμένου η όποια ποινή επιβληθεί και ιδιαίτερα ποινή στερητική της ελευθερίας (βλ. Zak and others ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6, 10). Υπ΄ όψιν λαμβάνονται και οι προσωπικές του κατηγορουμένου περιστάσεις που περιγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας με ιδιαίτερη έμφαση στην ηλικία του, στην οικογενειακή του κατάσταση - αρραβωνιασμένος - και στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και δυνατό να επιδεινωθούν με τυχόν επιβολή ποινής στερητική της ελευθερίας. Δεν παραλείπω να σημειώσω ακόμη ότι ο κατηγορούμενος προφυλακίστηκε και παρέμεινε υπό κράτηση για τα επίδικα αδικήματα για χρονικό διάστημα 79 ημερών. Χωρίς να παραγνωρίζονται οι διατάξεις του άρθρου 117 του Κεφ. 155, κρίνω πως αυτό το γεγονός συνιστά άλλο ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπ΄ όψιν, και δη μετριαστικά, κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όπως προανέφερα η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι μετριαστικά αποτιμώνται και οι μισθολογικές απώλειες του κατηγορουμένου που ανέρχονται στις €7.000. Κρίνω πως στην εν λόγω εισήγηση αρνητικά απαντά το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Σουτζιής (πιο πάνω). Λέχθηκε εκεί ότι: «Επιπρόσθετα, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε πως, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, A. Ashworth, έκδοση 2000, στη σελ. 152, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα, όπου τα αδικήματα είναι άσχετα με την εργασία του, είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός. Αλλά όπου το έγκλημα προκύπτει από την εργοδότηση του κατηγορούμενου και μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. (Δέστε και Barrick
(1985)7 Cr. App. R. (S.) 142). Στην παρούσα περίπτωση τα αδικήματα δεν είναι άσχετα με την εργασία του εφεσείοντα, αλλά, αντίθετα συνδέονται άμεσα με την θέση του». Ως προς τα γεγονότα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων δεν παραγνωρίζω ότι τα προσωπικά δεδομένα που μεταδόθηκαν από τον κατηγορούμενο ήτο η διεύθυνση συγκεκριμένου προσώπου, και τούτο παρ΄ ότι εισερχόμενος ο κατηγορούμενος στο κεντρικό σύστημα της αστυνομίας έγινε κοινωνός και άλλων προσωπικών δεδομένων του ίδιου προσώπου. Περαιτέρω, δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου ήτο για εξυπηρέτηση συγγενικού του προσώπου, ήτοι αδελφού του πατέρα του, και ως τέτοιες δεν είχαν σκοπό το κέρδος και ήτο διακριτές της υπόθεσης που διερευνούσε η αστυνομία - συνωμοσία για φόνο - κατά τη διερεύνηση της οποίας απεκαλύφθη η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Απ΄ όλα τα πιο πάνω συνάγεται πως η θέση της υπεράσπισης ότι η κρινόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά ένα ατυχές και απερίσκεπτο περιστατικό, μοναδική μελανή κηλίδα στον πρώτερο έντιμο βίο του, προσωπικό και επαγγελματικό, είναι ορθή. Εν τούτοις, δεν παραγνωρίζεται ότι οι ενέργειες του κατηγορουμένου συνιστούν κατάχρηση εξουσίας και λήψη και μετάδοση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όσο και αν αυτές οι ενέργειες δεν είχαν σκοπό το κέρδος δεν αμβλύνεται η σοβαρότητα της πράξης, δηλαδή ότι, καταχραζόμενος την εξουσία που του παρείχε η θέση του αστυφύλακα έλαβε γνώση προσωπικών δεδομένων τα οποία, στη συνέχεια μετέδωσε σε τρίτο πρόσωπο. Η εισήγηση του συνηγόρου πως τέτοιες «εξυπηρετήσεις» συνιστούν καθημερινή πρακτική του συνόλου του αστυνομικού σώματος, αφενός δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφετέρου δεν υποβιβάζει και δεν αναιρεί το γεγονός ότι˙ μπορεί μεν ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή να θεωρούσε ότι εξυπηρετούσε συγγενικό του πρόσωπο, γεγονός όμως παραμένει πως εν τέλει η πληροφόρηση που παρείχε χρησιμοποιήθηκε σε υπόθεση συνωμοσίας για διάπραξη φόνου. Πρέπει να γίνει κατανοητό πως ο κάθε ένας που κατέχει εξουσία είναι υποταγμένος σε αυτή και δεν δικαιούται να την ασκεί κατά το δοκούν ή ακόμη, αμελώς και απερίσκεπτα. Σε μια συντεταγμένη πολιτεία μοναδική ατραπός επιβίωσης των θεσμών είναι εκείνη όπου τα πρόσωπα που τάχθηκαν να υπηρετήσουν το θεσμό πράττουν τούτο γνωστικά, συνεσταλμένα, νομότυπα και όχι κατά το δοκούν. Αν η άσκηση εξουσίας από τους κατέχοντες τούτην αφεθεί έρμαιο των προσωπικών τους ορέξεων, έστω και αν τούτες δεν διέπονται από οικονομικά οφέλη, όπως στη δοσμένη περίπτωση, καθίσταται αντιληπτό ότι η νομιμότητα και η ισότητα θα χάσουν την πραγματική και θεωρητική τους υπόσταση, ενώ ο πολίτης θα αφεθεί απροστάτευτος και ανίκανος να αντιδράσει. Εν ολίγοις, μια πολιτεία παραμένει ευνομούμενη και δημοκρατική μόνο όταν όσοι ασκούν εξουσία δεν την καταχρώνται. Από την άλλη, εκεί όπου παρατηρούνται κρούσματα κατάχρησης το Δικαστήριο οφείλει να είναι αυστηρό ούτως ώστε να στέλλονται τα κατάλληλα μηνύματα, εφόσον αδικήματα αυτού του είδους εκθεμελιώνουν την έννομη τάξη και θυματοποιούν όχι μόνο την πολιτεία αλλά πρωτίστως τις μονάδες του κοινωνικού συνόλου. Χωρίς να παραγνωρίζω το σύνολο όσων προαναφέρθηκαν κρίνω πως υπό τις περιστάσεις αρμόζουσα ποινή είναι στερητική της ελευθερίας. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία: Καμία ποινή εφόσον τα γεγονότα της αποτελούν μέρος της δεύτερης κατηγορίας η οποία είναι σοβαρότερη. 2η κατηγορία: Τρεις μήνες φυλάκιση. Ζητήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης όπως αν ήθελε επιβληθεί ποινή φυλάκισης εξεταστεί ενδεχόμενο αναστολής τούτης. Καθοδήγηση εν προκείμενω αντλώ από τις διατάξεις του περί της Υφ Όρων Αναστολή Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ορισμένες Περιπτώσεις Νόμου και τα λεχθέντα της απόφασης Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, 166. Το λευκό του κατηγορουμένου ποινικό μητρώο σε συνδιασμό με τον καλό του χαρακτήρα καθώς και την παραδοχή του, ως ένδειξη μεταμέλειας, συνηγορούν υπέρ του αιτήματος. Περαιτέρω, η ιδιαιτερότητα των γεγονότων που συνιστούν τη διάπραξη του αδικήματος και συγκεκριμένα ότι επρόκειτο για μια αφελή και ανόητη πράξη, διακριτή επιβαρυντικών στοιχείων, όπως οικονομικό κέρδος και άλλα, προσθέτει θετικά στο υποβαλλόμενο αίτημα. Εν τέλει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πειθαρχική δίωξη με ενδεχόμενη ποινή ακόμη και αυτή της αποπομπής από το αστυνομικό σώμα, αλλά και το γεγονός ότι παρέμεινε ήδη υποκράτηση για 79 ημέρες, και τα δυο ως πρόσθετη τιμωρία˙ η πρώτη αναμένεται να επιβληθεί, η δεύτερη έχει επιβληθεί ήδη, προσθέτουν θετικά στο υπό κρίση αίτημα. Για κάθε ένα ξεχωριστά αλλά και για όλους μαζί τους πιο πάνω λόγους κρίνω ορθό να ασκήσω θετικά την εξουσία μου και να αναστείλω την ποινή που επιβλήθηκε για χρονικό διάστημα τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής). (Υπ.) ........................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο