← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 21471/09, 26 Οκτωβρίου, 2010

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 21471/09, 26 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21471/09 Δημοκρατία ν. Ανδρέα Σπύρου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Οκτωβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Κέκκος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Η. Πεκρής. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση των άρθρων 203 και 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και δη ότι στις 23.10.09, στο Δάλι της Επαρχίας Λευκωσίας, εκ προμελέτης, με παράνομη πράξη, δηλαδή, με αλλεπάλληλα κτυπήματα με μαχαίρι, επέφερε το θάνατο στο Σταύρο Γεωργίου, τέως από τον Αναλυόντα («ο Σταύρος»). Αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ο Κατηγορούμενος, έχοντας πληρωθεί από τον Σταύρο το ποσό των €540 για να του παραγγείλει, μέσω διαδικτύου, ένα κλάτς για το αυτοκίνητό του μάρκας Mitsubishi Lancer Evolution, με αριθμούς εγγραφής KSD575, χρώματος άσπρου ("το αυτοκίνητο του Σταύρου"), δεν τήρησε τη συμφωνία, με αποτέλεσμα ο Σταύρος να απαιτεί από αυτόν επιστροφή του ποσού και ότι, ακριβώς, η αδυναμία του Κατηγορούμενου να το επιστρέψει, σε συνδυασμό με την επιμονή και πιέσεις του Σταύρου για το αντίθετο, αποτέλεσαν το κίνητρο για τον Κατηγορούμενο στο να σχεδιάσει τη φυσική του εξόντωση δια της τροχοδρόμησης, από τον ίδιο, συνάντησης σε απόμερο χωράφι στη Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου στις 23.10.09 (με σκοπό, δήθεν, την επιστροφή του ποσού προς τον Σταύρο), κατά την οποία τον σκότωσε, μαχαιρώνοντάς τον συνολικώς 27 φορές σε διάφορα σημεία στην κοιλιά, σπονδυλική στήλη και κεφάλι, με μεγάλο οδοντωτό μαχαίρι. Ο Κατηγορούμενος παραδέχεται ότι επέφερε το θάνατο στον Σταύρο κατά το χρόνο, τόπο και τρόπο που ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή, πλην όμως όχι προμελετημένα. Αποτέλεσε εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι, μη έχοντας άλλη επιλογή λόγω των πιέσεων του Σταύρου για επιστροφή του ποσού και των απειλών του ότι θα τοποθετούσε βόμβα στη μητέρα του (με την οποία ο Κατηγορούμενος είχε πολύ καλές σχέσεις), μετάβηκε στο χώρο συνάντησης με σκοπό να τον πείσει να σταματήσει τις απειλές αυτές και να του εξηγήσει ότι δε μπορούσε να του επιστρέψει όλα τα λεφτά κατά τη δεδομένη εκείνη χρονική στιγμή, κάτι που όμως ο Σταύρος απέρριψε μόλις του προτάθηκε, απειλώντας τον μάλιστα ότι αν δεν του επέστρεφε όλο το ποσό μεμιάς θα υλοποιούσε την απειλή του. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ο Κατηγορούμενος, μετά την εκστόμιση της απειλής από τον Σταύρο, ανέσυρε μαχαίρι και τον μαχαίρωσε, χωρίς όμως να τον σκοτώσει με τη μαχαιριά εκείνη, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συμπλοκή, κατά τη διάρκεια της οποίας τον ξαναμαχαίρωσε επανειλημμένως με αποτέλεσμα να τον φονεύσει. Δε μπορούσε να θυμηθεί πολλές λεπτομέρειες του περιστατικού, στα σίγουρα όμως ουδέποτε επιδίωξε τη θανάτωση του Σταύρου, με τα γεγονότα να λαμβάνουν την άκρως δυσάρεστή τους τροπή, πάνω στον καυγά. Στις προβαλλόμενες εκδοχές τόσον της Κατηγορούσας Αρχής όσον και της Υπεράσπισης καθώς και στο βαθμό που αυτές προτάχθηκαν και προωθήθηκαν ως μοναδικές ή εναλλακτικές άλλων, θα αναφερθούμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια πιο κάτω. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν σειρά παραδεκτών γεγονότων τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Τα γεγονότα αυτά αξιολογήθηκαν και θα πρέπει να θεωρούνται (πέραν από εύρημά μας) και ως αποτελούντα αναπόσπαστο μέρος του υποβάθρου επί του οποίου βασιστήκαμε για να καταλήξουμε στην ετυμηγορία μας. Θα προβούμε σε συγκεκριμενοποιημένη ανάλυση πτυχών των γεγονότων αυτών, όπου κρίνουμε ότι τούτο επιβάλλεται, είτε για σκοπούς διατύπωσης ευρημάτων είτε για καλύτερη κατανόηση άλλων παρεμφερών ζητημάτων. Σε αυτό το στάδιο, και αμέσως πιο κάτω, θα αρκεστούμε στην παράθεση κάποιων από αυτά τα γεγονότα τα οποία, σε συνδυασμό με τις αντίδικες εκδοχές στις οποίες προαναφερθήκαμε, θα δώσουν, ευελπιστούμε, μια πρώτη εικόνα όχι μόνον του θύτη και του θύματος αλλά και όσων έλαβαν χώραν στις 23.10.09 και που οδήγησαν στην άδικη απώλεια ενός νέου ανθρώπου όπως ο Σταύρος και έσπειραν (ευλόγως υποθέτουμε), τη θλίψη και τον οδυρμό στην οικογένεια του (πρωτίστως), αλλά και σε αυτήν του Κατηγορούμενου. Η πληροφορία για ανεύρεση της σορού του Σταύρου λήφθηκε από το Κέντρο Ελέγχου Μηνυμάτων της Αστυνομίας περί η ώρα 06:53 της 24.10.
  2. Αμέσως μετά, ενεργοποιήθηκαν όλοι οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί, με αποτέλεσμα τον άμεσο αποκλεισμό της σκηνής στις 07:05 και την έναρξη συλλογής πληροφοριών για το περιστατικό, μέχρι την επιτόπου μετάβαση των αρμοδίων Αστυνομικών τμημάτων για τα περαιτέρω. Με την άφιξη εκεί των εν λόγω τμημάτων, λήφθηκαν φωτογραφίες τεκμηρίων της σκηνής, της σορού καθώς και μετέπειτα, φωτογραφίες τής ιατροδικαστικής εξέτασης επί της σορού του Σταύρου και του σώματος του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήρια 1, 2, 4, 5 και 6). Από τον αποκλεισμό της σκηνής μέχρι και την ολοκλήρωση των Αστυνομικών ερευνών, κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δεν εισήλθε εκεί ή έγινε οποιαδήποτε επέμβαση σε τεκμήρια που είχαν εντοπιστεί, εκτός στο βαθμό που τούτο ήταν αναγκαίο από τους εμπειρογνώμονες και ανακριτές, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Όλα τα τεκμήρια παραλήφθηκαν και διακινήθηκαν νομίμως και κανονικώς, χωρίς καμία παρέμβαση, μέχρι την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο. Το πτώμα εντοπίστηκε σε ανοικτό χωράφι-αγροτεμάχιο στη συμβολή των οδών Τεύκρου Άνθία και Ζήνωνος, στη Βιομηχανική Ζώνη Ιδαλίου, κοντά στο Λήδρα Bonded («το χωράφι»). Το χωράφι ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, μεγάλο και επίπεδο, χωρίς περίφραξη. Σε αυτό υπήρχαν τρεις χωμάτινες είσοδοι-δρόμοι οι οποίοι συναντιούνταν περίπου στη μέση. Σε κοντινή απόσταση από το σημείο αυτό υπήρχαν μεγάλοι σωροί από ασφαλτοχάλικα, με μια μικρή ράμπα σε έναν από τους σωρούς, που οδηγούσε στην κορυφή του (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 1, 2, 5, 6 και 7). Η σορός, από τη στιγμή που μεταφέρθηκε στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 24.10.09, φρουρόταν αδιαλείπτως μέχρι και την παράδοσή της στους οικείους του για σκοπούς ταφής, έχοντας πρότερα, στις 25.10.09, αναγνωριστεί από συγγενικό πρόσωπο του Σταύρου. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 24.10.09, δυνάμει εντάλματος συλλήψεως, ως το Τεκμήριο 52, κατά την εκτέλεση του οποίου απάντησε «εγώ δεν τον εσκότωσα». Ένταλμα έρευνας που είχε εκδοθεί σχετικώς στις 24.10.09, ως το Τεκμήριο 53, εκτελέστηκε νομίμως και κανονικώς (όπως και το ένταλμα συλλήψεως), την ίδια μέρα. Τα δικαιώματα επικοινωνίας του Κατηγορούμενου και η γραπτή του συγκατάθεση για τη λήψη διαφόρων επιχρισμάτων για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων, επίσης λήφθηκαν συμφώνως των νομοθετικών προσταγών. Στις 24.10.09, ο Αστυφύλακας Μάριος Ηροδότου (Μ.Κ.3), ανέκρινε προφορικώς τον Κατηγορούμενο μαζί με το Λοχία Παντελή Ιορδάνους (Μ.Κ.4), μεταξύ των ωρών 19:10-19:25, οπόταν και ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε σε αυτούς ότι σκότωσε τον Σταύρο, λέγοντας «εγώ τον εσκότωσα, γράψε τα κάτω να σας τα πω όλα». Όταν του επεστήθηκε η προσοχή στο νόμο είπε «θέλω να τα πω να ηρεμήσω». Έτσι, την ίδια ώρα τού λήφθηκε γραπτή κατάθεση, ως το Τεκμήριο 44 ("η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου"). Το μαχαίρι που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος για το φονικό, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 ("το μαχαίρι"). Του είχε δοθεί ως δώρο γενεθλίων από το φίλο του, Νικόλα Παναγή, κατά το 2006, με τον οποίο υπηρέτησαν τη στρατιωτική τους θητεία στις Δυνάμεις Καταδρομών, στο Σταυροβούνι. Ο Σταύρος ήταν παιδί χωρισμένων γονιών. Διέμενε με τη μητέρα του. Ήταν 23 χρονών και τελειόφοιτος φοιτητής στον Τομέα της Διοίκησης Επιχειρήσεων σε Κυπριακό κολλέγιο. Παρακολουθούσε τις σπουδές του κατά τα απογεύματα ενώ κατά τη διάρκεια της μέρας εργαζόταν σε συνεργείο ανελκυστήρων στην εταιρεία DHS Elevator Ltd. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο αυτοκίνητό του. Η Κατηγορούσα Αρχή προς στοιχειοθέτηση της κατηγορίας, κάλεσε δεκαέξι συνολικώς μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία, καλώντας επιπροσθέτως ως μάρτυρα υπεράσπισης το Ψυχίατρο Γιάγκο Μικελλίδη. Ο Υπαστυνόμος Μάριος Παπαευριβιάδους (Μ.Κ.1), κατάθεσε ως ο ορισθείς υπεύθυνος τεκμηρίων τής υπόθεσης, αναφερόμενος στον εντοπισμό, παραλαβή, μεταφορά και παράδοση διαφόρων τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια 7-51). Ο Αρχιλοχίας Μιχάλης Σάββα (Μ.Κ.2), διενήργησε αυτοψία στο χώρο του εγκλήματος το πρωί της επομένης του περιστατικού, ετοιμάζοντας σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία και ανάλυσε (βλ. έγγραφο «Β»), με αναφορά και σε φωτογραφίες που είχαν ληφθεί από τις ανακριτικές αρχές (βλ. Τεκμήριο 1). Ο Αστυφύλακας Μάριος Ηροδότου (Μ.Κ.3), ο Λοχίας Παντελής Ιορδάνους (Μ.Κ.4) και ο Υπαστυνόμος Νεόφυτος Σιάηλος (Μ.Κ.5), αναφέρθηκαν στην εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας εναντίον του Κατηγορούμενου καθώς και στη λήψη τής γραπτής του κατάθεσης. Ο Γιώργος Κυρίζης (Μ.Κ.6), αναφέρθηκε στον εντοπισμό της σορού στις 24.10.09 και στις ενέργειες που έκανε ακολούθως. Προέβη επίσης σε αναφορά στοιχείων που αφορούσαν στην πυκνότητα της οδικής κυκλοφορίας και την ένταση του φωτισμού στον περιβάλλοντα χώρο του εγκλήματος κατά τους χρόνους περί των οποίων ρωτήθηκε σχετικώς. Ο Ραφαέλλος Ανδρέου (Μ.Κ.7), αναγνώρισε το αυτοκίνητο τού Σταύρου ως αυτό που είχε δει στις 23.10.09 και περί η ώρα 20:00, στη περιοχή του εγκλήματος, λέγοντας ότι τη στιγμή εκείνη πρόσεξε καθήμενο στη θέση του οδηγού κάποιο πρόσωπο. Ο Χριστόδουλος Πορκέ (Μ.Κ.8), αναγνώρισε και αυτός στην περιοχή του εγκλήματος το αυτοκίνητο του Σταύρου γύρω στις 19:20 της 23.10.09, προσέχοντας ότι έξω από αυτό βρισκόταν κάποιο άτομο με μακριά μαλλιά. Ο Αστυφύλακας Αλέξης Κανιός (Μ.Κ.9), αναφέρθηκε στη λήψη από τον ίδιο, πληροφορίας η οποία, τελικώς, οδήγησε στον εντοπισμό και σύλληψη του Κατηγορούμενου. Ο Ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Κ.10), αναφέρθηκε στις ιατροδικαστικές εκθέσεις που συνέταξε αναφορικώς με το θύμα (έγγραφο «Ι1») και τον Κατηγορούμενο (έγγραφο «Ι2»), τις οποίες επεξήγησε και ανάλυσε με αναφορά και σε άλλα τεκμήρια, παραθέτοντας ταυτοχρόνως τα ευρήματά του. Ο Αστυφύλακας Γιάννος Πιτσιλλίδης (Μ.Κ.11), είπε για την καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας-Τεκμήριο 55, κάποιων απαντήσεων που είχε δώσει ο Κατηγορούμενος προς τον Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.10), κατά τη διάρκεια της ιατροδικαστικής του εξέτασης. Ο Αναστάσης Ξενοφώντος (Μ.Κ.12), κοινός φίλος του Σταύρου και του Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε στις περιστάσεις που οδήγησαν τον Σταύρο να παραγγείλει το κλάτς από τον Κατηγορούμενο και στη σχετική πληρωμή του πρώτου προς τον τελευταίο. Ο Αστυφύλακας Πανίκος Μοδέστου (Μ.Κ.13), αναφέρθηκε στη διαδικασία υπόδειξης σκηνών στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος, στην παρουσία του, μετά τη σύλληψή του. Ο Δρ. Μάριος Καριόλου (Μ.Κ.14), αναφέρθηκε στα αποτελέσματα επιστημονικής εξέτασης τεκμηρίων στην οποία προέβη εν σχέσει με την υπόθεση, αναλύοντας προς τούτο σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία συνέταξε παραθέτοντας τα ευρήματά του (βλ. έγγραφο «Ν»). Ο Αστυφύλακας Θανάσης Καρεκλάς (Μ.Κ.15), ετοίμασε πρόχειρο και ακολούθως, συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του εγκλήματος, ως το Τεκμήριο 48, το οποίο επεξήγησε και ανάλυσε. Ο υπάλληλος της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Μίλτος Αθανασίου (Μ.Κ.16), αναφέρθηκε σε τηλεφωνικές και τηλεμηνυματικές επικοινωνίες μεταξύ Κατηγορούμενου και Σταύρου μεταξύ 22 και 23.10.09, με σημείο αναφοράς το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 49 (Α και Β) και 51, τα οποία επεξήγησε και ανάλυσε. Ο Κατηγορούμενος (Μ.Υ.1), διατύπωσε τη δική του εκδοχή περί των πραγμάτων, αμφισβητώντας ότι προσχεδίασε ή προγραμμάτισε με οποιονδήποτε τρόπο τη θανάτωση του Σταύρου. Ο Ψυχίατρος Γιάγκος Μικελλίδης (Μ.Υ.2), επεξήγησε και ανάλυσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο (Έγγραφο "O"), εκφράζοντας την άποψη ότι δε θα μπορούσε να είχε προσχεδιάσει το φονικό, για λόγους που ανάπτυξε και προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας των ως άνω μαρτύρων, βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένων των εκδοχών που παρατέθηκαν και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσής τους στην απόφαση (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 486, 534-535). Οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, με την κάθε πλευρά να εκφράζει τις δικές τις απόψεις σε ό,τι αφορά στην εμβέλεια και νομική της σημασία κατ΄ αντιπαραβολή με τα συστατικά στοιχεία της προμελέτης. Ο κ. Πεκρής, εισηγήθηκε ότι μια ορθή ανάλυση των γεγονότων θα καταδείξει εναργώς ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω ούτε άμεση ούτε περιστατική μαρτυρία, τέτοιας τουλάχιστον ποιότητας και εμβέλειας, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην απόδειξη προμελέτης. Πρότεινε επίσης, ότι στη βάση των γεγονότων, κάλλιστα δικαιολογείται εύρημα περί εφαρμογής τής υπεράσπισης της πρόκλησης, ως οι πρόνοιες του άρθρου 208 του Κεφ. 154. Είπε παραλλήλως, ότι έστω και αν η αναφορά του Κατηγορούμενου στη γραπτή του κατάθεση (περί προαπόφασής του να "μπήξει" στον Σταύρο το μαχαίρι που είχε πάρει μαζί του στη συνάντηση σε περίπτωση που τον απειλούσε ότι θα έβαζε βόμβα στη μητέρα του), γινόταν αποδεκτή ως διατυπωθείσα από τον Κατηγορούμενο και όχι αλλοτρίως από τον ανακριτή που λάμβανε την κατάθεση (ως η θέση της Υπεράσπισης), τότε και πάλιν θα αποτελούσε σφάλμα αρχής αν εξομοιωνόταν η απλή αυτή σκέψη του Κατηγορούμενου (για πρόκληση, πιθανώς, σωματικής βλάβης και όχι θανάτου στον Σταύρο), με την ύπαρξη προμελέτης, αφού γενεσιουργός αιτία της επιθετικότητάς του ήταν η συμπεριφορά του θύματος. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος κατά την ώρα διάπραξης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, γεγονός που και αυτό, ιδωμένο στο σύνολο της προκύπτουσας εικόνας, καταδείχνει στην ανυπαρξία προμελέτης. Ο Κατηγορούμενος, είπε ο κ. Πεκρής, ανάφερε με ειλικρίνεια στις ανακριτικές αρχές από την πρώτη στιγμή ό,τι θυμόταν αναφορικώς με τα σύμβαντα που οδήγησαν στη θανάτωση του Σταύρου, παρά την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν και του γεγονότος ότι οι ερωτήσεις που τού τέθηκαν κατά τη σύλληψη ήσαν απόρροια παραβίασης του καθήκοντος των ανακριτικών αρχών να του παράσχουν πρώτα την απαραίτητη προειδοποίηση (caution). Ο κ. Κέκκος, εισηγήθηκε ότι η αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή αποδεικνύει επαρκώς και στον κατάλληλο βαθμό την προμελέτη του Κατηγορούμενου. Στα πλαίσια αυτά, πρότεινε ότι η θεληματική κατάθεση του Κατηγορούμενου αποτελεί πιστή και ακριβή καταγραφή όλων όσων ανάφερε προς τους ανακριτές, για λόγους που λεπτομερώς εξήγησε και ότι με δεδομένη την αυτούσια αποδοχή της κατάθεσης και των αντιφάσεων που προκύπτουν από την αντιπαραβολή του περιεχομένου της με την προφορική μαρτυρία του Κατηγορούμενου, αλλά και από το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, προκύπτει σαφώς ότι ο Κατηγορούμενος προσχεδίασε και εκτέλεσε ψυχρώς το έγκλημα χωρίς οποιανδήποτε πρόκληση. Λάβαμε υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι δικηγόροι. Αξιολογήσαμε τους μάρτυρες καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μάς δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί και σταθεροί, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν απεριφράστως, χωρίς καθόλου να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Τη μαρτυρία όλων των Αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στη Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Είμαστε ικανοποιημένοι πως όλοι ανεξαιρέτως απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν χωρίς οποιεσδήποτε διαθλάσεις. Σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων (τους οποίους απαριθμούμε στην αμέσως επόμενη παράγραφο), σημειώνουμε, ίσως εκ του περισσού, ότι κατά την αξιολόγησή τους, δε θεωρήσαμε τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα τόσον σημαντική όσον στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων, όπως σαφώς υποδεικνύει η νομολογία μας με αναφορά, ανάμεσα σε άλλες, στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65. Κατά τα άλλα, αποδεχόμαστε ότι το ίδιο αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Έχοντας υπόψη τα όσα ανάφεραν εν σχέσει με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ως εμπειρογνώμονες, για τα εξιδικευμένα θέματα επί των οποίων κατέθεσαν, τους μάρτυρες Μιχάλη Σάββα (Μ.Κ.2), Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.10), Μάριο Καριόλου (Μ.Κ.14), Θανάση Καρεκλά (Μ.Κ.15), Μίλτο Αθανασίου (Μ.Κ.16) και Γιάγκο Μικελλίδη (Μ.Υ.2). Οι μάρτυρες αυτοί, πλην του Γιάγκου Μικελλίδη (Μ.Υ.2), περί της μαρτυρίας του οποίου θα αναφερθούμε πιο κάτω, ήσαν αρκούντως λεπτομερείς και συγκεκριμένοι, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις τους με τρόπο τεκμηριωμένο, σαφή, πλήρη και κατανοητό. Παρουσίασαν με επάρκεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν για εξαγωγή των συμπερασμάτων τους, με τρόπο που βοήθησε το Δικαστήριο να καθοδηγηθεί, στο βαθμό που τούτο κρίθηκε αναγκαίο, για να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, προβαίνοντας, με άλλα λόγια, σε ό,τι ακριβώς είχαν καθήκον να πράξουν ως εμπειρογνώμονες μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, 785-787). Για λόγους που επεξηγούμε ακολούθως, ο Κατηγορούμενος δε μας δημιούργησε θετική εντύπωση. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ήταν αντιφατικός και αόριστος σε καίριες πτυχές της μαρτυρίας του, παρουσιάζοντας ενώπιόν μας ένα συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων ισχυρισμών και εκδοχών. Έγινε πολύς λόγος εκ πλευράς κ. Πεκρή περί της συμπερίληψης στη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου, ενοχοποιητικών και επιβαρυντικών ισχυρισμών που ο τελευταίος, φερόμενα, ουδέποτε είχε αναφέρει, με σαφείς αιχμές εναντίον του Αστυφύλακα Μάριου Ηροδότου (Μ.Κ.3), ο οποίος έλαβε την κατάθεση. Ως θέμα λογικής τάξης, θα ασχοληθούμε πρώτα με τη θέση αυτή της Υπεράσπισης αφού η αντιπαραβολή του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου με πτυχές της προφορικής του μαρτυρίας, αποτέλεσε για την Κατηγορούσα Αρχή, κύριο σημείο αναφοράς, δοσμένων, κατ΄ ισχυρισμόν, ουσιωδών και κρίσιμων αντιφάσεων μεταξύ τους που, ως εκ των πραγμάτων, θα πρέπει να οδηγήσει, λέχθηκε, σε απόρριψη της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης. Η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου, κατατέθηκε χωρίς ένσταση από μέρους της Υπεράσπισης. Ως εκ τούτου, δε διεξάχθηκε δίκη εντός δίκης προς διαπίστωση της θεληματικότητας ή του γνησίου της καταγραφής του συνόλου του περιεχομένου της. Για αυτά όμως μπορούμε να ασχοληθούμε και σε αυτό το στάδιο αφού, ούτως ή άλλως, ακόμη και στην περίπτωση που είχε λάβει χώραν μια τέτοια διαδικασία και γινόταν αποδεκτή η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου ως θεληματική και ακριβής, θα είχαμε υποχρέωση να κρίνουμε το περιεχόμενό της όχι μόνον με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που θα έτεινε να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της, με απαραίτητο τον προβληματισμό περί της αλήθειας του και τη δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων ενοχής στο στάδιο της κυρίως δίκης, όπως σαφώς υποστηρίζει η νομολογία μας δια του σκεπτικού αποφάσεων όπως αυτές στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217, 225-227 και Μαύρος, άλλως "Χατζής" ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 466, 473-475, 477-478, αλλά και πιο πρόσφατα (στην κατ΄ αναλογίαν σχετική), Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 14/08, ημ. 12.7.
  1. Ενόψει λοιπόν των δικονομικών χειρισμών της Υπεράσπισης, προσεγγίσαμε τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου με μεγάλη προσοχή, αποφασίζοντας πρώτα απ΄ όλα το βάσιμο και αξιόπιστο των ισχυρισμών του εν σχέσει με το εγερθέν ζήτημα του περιεχομένου της γραπτής του κατάθεσης, πριν σχηματίσουμε άποψη περί της γενικότερης αξιοπιστίας του, και τούτο για να είμαστε απολύτως δίκαιοι με αυτόν και να μην αφήσουμε να παρεισφρήσει στην κρίση μας οτιδήποτε θα μπορούσε να ανακύψει από οποιανδήποτε αντίφαση ή ανακολουθία μεταξύ τής προφορικής του μαρτυρίας και του περιεχομένου της κατάθεσής του. Στη βάση του ίδιου προβληματισμού, αξιολογήσαμε και τις όποιες αναφορές του Γιάγκου Μικελλίδη (Μ.Υ.2), σχετίζονταν με τη ψυχολογική κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο παράθεσης της γραπτής του κατάθεσης, πράττοντάς το τούτο στο στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας και εκδοχής του Κατηγορούμενου, ως προς την εξειδικευμένη και συγκεκριμενοποιημένη πτυχή που εν προκειμένω μας ενδιαφέρει αναφορικώς με το συζητούμενο, έτσι ώστε και πάλιν, να έχουμε ολοκληρωμένη άποψη όλων των σχετικών παραμέτρων που καθάπτονται του εν λόγω ζητήματος, ανεξαρτήτως του αν κατά τη κειμένη διατύπωση του σκεπτικού μας (και εκ των πραγμάτων), ως ζήτημα δομής πια της απόφασης, αυτό παρουσιάζεται να λαμβάνει χώραν με μια πιο επιμερισμένη μορφή. Λόγω της φύσης των τοποθετήσεων που προώθησε η Υπεράσπιση επί του ζητήματος της ακρίβειας της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, αλλά και ευρύτερα, ως εκ του περιεχομένου των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτήν, συμπεριλαμβανομένων ή αφαιρουμένων των σημείων εκείνων περί των οποίων ήγειρε ένσταση ο Κατηγορούμενος (και στα οποία θα αναφερθούμε λίγο πιο κάτω), θεωρούμε χρήσιμη, αν όχι επιβεβλημένη, την αυτούσια παράθεση του περιεχομένου της έτσι ώστε να καταστεί, κατά το δυνατόν, πλήρως αντιληπτή όχι μόνον η επιχειρηματολογία των συνηγόρων, αλλά και η σχετική ανάλυση που ακολουθεί εν σχέσει με τα εγειρόμενα ζητήματα. Το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, έχει ως ακολούθως: «Εχτές έκαμα το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου τζιαι σήμερα που την ώρα που ήρτεν η Αστυνομία στο σπίτι μου άρκεψα να το καταλαβένω. Πριν ένα μήνα περίπου ο Σταύρος που μένει στις περιοχές του Τσερκού έδωσε μου διακόσια σαράντα ευρώ για να του φέρω ένα κλάτς του αυτοκινήτου του μάρκας EVOLUTION. Εγώ είπα του ότι θα του το έφερνα μέσω του INTERNET αλλά οι μέρες επερνούσαν, εγιώ δεν τα κατάφερα να του το φέρω τζιαι ο Σταύρος άρκεψε να θυμώνει, να με απειλά τζιαι να ζητά τα λεφτά του πίσω. Εγιώ είπα μόλις τα έβρω θα του τα δώσω τζιαι ο Σταύρος άρκεψε να μου λαλεί ότι αν δεν του δώσω πίσω τα λεφτά θα έβαλλε πόμπα της μάνας μου. Μέσα σε τούτο το μήνα εμίλησα δύο με τρεις φορές με το Σταύρο τζαι τις τελευταίες μέρες έγινε πιο επίμονος τζιαι πιο απειλητικός ενώ εγώ του εξήγεισα ότι όταν έχω τα λεφτά θα του τα δώσω. Τούτες τες απειλές που μου είπε ότι ήταν να βάλει πόμπα της μάνας μου εγιώ εν τες εδέχουμουν γιατί εν δέχουμε να πειράξει κανένας την μάνα μου τζαι εχτές που εκανόνισα να βρεθούμε με το Σταύρο να μιλήσουμε τζιαι να του εξηγήσω ότι δεν εκατάφερα να έβρω τα λεφτά ακόμα, έπιασα μαζί μου ένα μεγάλο μασιέρι που είχα σπίτι γιατί εφοούμουν τζιαι για τον εαυτό μου τζιαι παραπάνω εφοούμουν τες απειλές που ελάλεν για την μάνα μου. Είπα του να συναντηθούμεν στο δρόμο της Βιομηχανικής που πάεις στην Ποταμιά. Πράγματι εβρεθήκαμεν τζιαμέ η ώρα εφτάμιση τη νύχτα περίπου τζιαι εμιλήσαμεν. Εγιώ του είπα ότι δεν ήβρα τα λεφτά ακόμα. Να σου πω ότι εγιώ είχα πάει πρώτος στο σημείο που κανονίσαμε να βρεθούμεν τζιαι επάρκαρα μέσα στη χωράφα δίπλα που τον κύριο δρόμο τζιαι περίμενα. Μετά επαρπάτησα είκοσι μέτρα περίπου τζιαι επερίμενα τον πάνω στο δρόμο. Μετά που λλίον ήρτεν ο Σταύρος επέρασεν που δίπλα μου αλλά δεν με είδε γιατί εφόρουν μαύρα τζιαι εσταμάτησεν πάνω στο αλτ. Εγιώ έπιασα τον τηλέφωνο τζιαι είπα του ότι είμαι στα δεξιά του τζιαι έρκουμε κάτω. Επεία κοντά του παρπατητός τζιαι μέσα στην κωλόπουγκα την αριστερή είχα το μασιέρι που το είχα μέσα την ώρα που εκατέβηκα που το αυτοκίνητο. Είπα του να πάμεν μέσα στο χωράφι που είχα παρκάρει εγιώ για να μιλήσουμε τζιαμέ. Όταν εφτάσαμεν τζιαμέ είπα του ότι δεν είχα έβρει τα λεφτά ακόμα τζιαι ο Σταύρος είπε μου ότι θα έβαλλε πόμπα της μάνας μου. Εγιώ ετράβησα το μασιέρι που την πούγκα μου, έδειξα του το τζιαι είπα του πάρτο πίσω τούτο που είπες για την μάνα μου. Τούτος είπε ότι εν με φοάτε που κρατώ μασιέρι τζιαι πάλε πόμπα εν να βάλει της μάνας μου. Εγιώ αμέσως έμπηξα του το μασιέρι κάτω αριστερά στο πλευρό τζιε αμέσως ερώτησέ με «Ρε τι κάμνεις;». Εγιώ τον ερώτησα πάλε αν θα βάλει την πόμπα της μάνας μου τζιαι τζίνος είπε μου ναι. Εγιώ αμέσως εξαναμούνταράτον έμπηξε μου ο Σταύρος ππουνιά τζιε έππεσα χαμέ, μόλις επεία να σηκωστώ εκλώτσησε με, αλλά εγιώ εσηκώστηκα τζιαι άρκεψα να του καρφώνω το μασιέρι. Τζίνος εχτύπα μου με τα σιέρκα του για να φύγει αλλά εγιώ εκάρφωνα του το μασιέρι μέχρι που έππεσε χαμέ. Μόλις έππεσε χαμέ εγιώ έπιασα το αυτοκίνητο του έβαλα το μέσα στο χωράφι τζιε έφκαλα το πάνω στα τσιακκίλια. Εκατέβηκα κάτω επεία κοντά στο Σταύρο που ήταν ππεσούμενος, εγύρισα τον ανάσκελα, εκατάλαβα ότι επεθάνησκε, έπιασα το τηλέφωνο του που μέσα στην πούγκα του τζιαι εμπήκα μέσα στο αυτοκίνητο μου τζιαι έφυα βουρητός. Έπιασα νερό που ένα περίπτερο τζιαι επεία μέσα στο πάρκινγκ της Ηλεκτρικής, έπλυνα τα σιέρκα μου που τα γιέματα, επέταξα το τηλέφωνο αφού πρώτα έφκαλα τες κάρτες τζιε επέταξα τες μέσα στο κάλαθο. Κατά τες δώδεκα επεία σπίτι τζιαι έππεσα χωρίς να πω σε κανένα τίποτε. Να σου πω ότι επεία αποφασισμένος ότι αν μου ελάλεν για τη μάνα μου, να του μπήξω το μασιέρι που επείρα μαζί μου. Εμετάνιωσα για ότι έκαμα τζιαι ήταν λάθος μου.» Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Κατηγορούμενου μάς παρέπεμψε στα μέρη εκείνα της γραπτής κατάθεσης του πελάτη του τα οποία ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος ουδέποτε ανάφερε. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Πεκρής υπέδειξε ότι η αναφορά στη γραπτή κατάθεση περί του ότι «.εχτές που εκανόνισα να βρεθούμε με το Σταύρο να μιλήσουμε τζιαί να του εξηγήσω ότι δεν εκατάφερα να έβρω τα λεφτά ακόμα.», ουδέποτε ειπώθηκε απο αυτόν (με τον τρόπο που γράφτηκε) και ότι το τι πραγματικά είπε είναι ότι «... κανονίσαμε με τον Σταύρο να βρεθούμε τζιαμέ», με ουσιώδη, δηλαδή, διαφοροποίηση της θέσης ότι δεν ήταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος που είχε κανονίσει τη φονική συνάντηση αλλά από κοινού με τον Σταύρο. Η διαφορά αυτή είναι σημαντική δεδομένου του επίδικου ζητήματος της προμελέτης, αφού το κατά πόσον η μοιραία συνάντηση είχε αποφασιστεί και σχεδιαστεί από τον Κατηγορούμενο και μόνον από αυτόν, αποτελεί στοιχείο που θα μπορούσε, από μόνον του ή μαζί με άλλα, να οδηγήσει σε κάποια συμπεράσματα αναφορικώς με το επίδικο θέμα της προμελέτης. Παρεμπιπτόντως, η διαπίστωσή μας αυτή αφορά και στούς υπόλοιπους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης εν σχέσει με το εγερθέν ζήτημα και τις περικοπές εκείνες τής κατάθεσης τις οποίες ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ανάφερε. Αναφορικώς με τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι «. άρκεψα να του καρφώνω το μασιέρι. Τζίνος εχτύπαν μου με τα σιέρκα του για να φύγει αλλά εγιώ εκάρφωνά του το μασιέρι μέχρι που έππεσε χαμέ», η θέση του κατά την κυρίως εξέταση ήταν ότι ουδέποτε προέβη σε αυτόν, είτε προφορικώς είτε γραπτώς. Σε σχέση με την αναφορά ότι «.εκατάλαβα ότι επεθάνησκε. », ισχυρίστηκε, κατά την κυρίως εξέταση, ότι το τι είχε αναφέρει ήταν ότι «.την ώρα που τον γύρισα, ο Σταύρος γύρισε τζιαί με είδε στα μάτια τζιαί φοήθηκα τζιαί έπιασα το κινητό τζιαί έφυα». Σε άλλο μέρος της κατάθεσης αναφέρεται «Να σου πω ότι επεία αποφασισμένος ότι αν μου ελάλεν για τη μάναν μου, να του μπήξω το μασιέρι που επήρα μαζί μου», με τον Κατηγορούμενο όμως να διατείνεται στην κυρίως εξέταση, ότι ποτέ δεν είπε κάτι τέτοιο προς τους Αστυνομικούς. Για τούς λόγους που θα αναλύσουμε αμέσως, δε βρίσκουμε έρεισμα στην εισήγηση τής Υπεράσπισης. Κατά την αντεξέταση, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι θεωρεί ορθό το σύνολο της γραπτής του κατάθεσης, πλην του ισχυρισμού ότι τη συνάντηση την είχε κανονίσει ο ίδιος και ότι πήγε εκεί με σκοπό να σκοτώσει τον Σταύρο. Προκύπτει σαφώς ως εκ της αντίφασης και ανακολουθίας αυτής, ότι εν τέλει, ο Κατηγορούμενος επιμένει ότι δύο μόνον πτυχές (από τις τέσσερις που προώθησε ο συνήγορός του ως μη αναφερθείσες κατά τη λήψη της γραπτής κατάθεσης), φαίνεται να μην αναφέρθηκαν, γεγονός που, στοιχειωδώς, αναδεικνύει το αναξιόπιστο και επίπλαστο της αρχικής του αναφοράς, αλλά και μια αξιοσημείωτη έλλειψη σταθερής γραμμής ως προς το θέμα που εδώ αφορά. Δε μπορούμε επίσης να μη σημειώσουμε το γεγονός ότι δε γίνεται καμιά αναφορά στη γραπτή κατάθεση, όπως ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος, περί μετάβασής του στο χώρο συνάντησης με σκοπό να σκοτώσει τον Σταύρο, παρά μόνον περί μετάβασής του εκεί με σκοπό να τον μαχαιρώσει με το μαχαίρι (που είχε πάρει μαζί του), σε περίπτωση που ο τελευταίος τού «.ελάλεν για την μάναν» του. Θεωρούμε ότι και αυτή η πτυχή του πράγματος, η ερμηνεία, δηλαδή, από τον Κατηγορούμενο, ενός κατά τα άλλα σαφούς ισχυρισμού στην κατάθεση του (παρά η αυτολεξεί επανάληψη του από τον ίδιο κατά την προφορική του μαρτυρία), έχει τη δική της σημασία αφού είναι και αυτή, δεικτική της γενικότητας και αοριστίας με την οποία προώθησε τις θέσεις του επί του εγερθέντος ζητήματος. Δεν είναι όμως μόνον αυτά. Παρόλο που ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση, όπως ήδη αναφέραμε, ότι το τι είχε πει κατά τη γραπτή του κατάθεση ήταν ότι, ήταν ο ίδιος και ο Σταύρος που κανόνισαν (μαζί) να βρίσκονταν στο ραντεβού, κατά την αντεξέταση παλινδρόμησε και ισχυρίστηκε ότι τα πράγματα δεν είχαν έτσι και ότι «.ο Σταύρος εν που κανόνισε να βρεθούμε τζιαμέ» και μάλιστα, περί τούτου ήταν σίγουρος, όπως δήλωσε μετά από την υποβολή σχετικής ερώτησης από τον κ. Κέκκο, ο οποίος, όταν επιπροσθέτως τού υπέβαλε ότι η θέση αυτή παρουσιαζόταν ως, τρόπον τινά, νεοφανής, αφού δεν είχε αμφισβητηθεί στην κυρίως εξέτασή του κατά την προηγούμενη δικάσιμο, ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι τη θέση αυτή την είχε, όντως, αμφισβητήσει στο στάδιο εκείνο, επαναλαμβάνοντας ότι «.ο Σταύρος κανόνισε να βρεθούμε τζιαμέ» και ότι «.τα πράγματα έτσι γινήκαν, τούτον είπα και στην αστυνομία», λησμονώντας, προφανώς, ότι αλλού στη γραπτή του κατάθεση είχε πει ότι αυτός ήταν που καθόρισε το σημείο συνάντησης ("Είπα του να συναντηθούμεν στον δρόμο της Βιομηχανικής που πάει στην Ποταμιά"). Ακολούθως όμως η βεβαιότητά του ότι ποτέ δεν είπε ότι το ραντεβού είχε κανονιστεί από κοινού και από τους δύο, αμβλύνθηκε, αφού εμφιλοχώρησε ξαφνικά η έλλειψη μνήμης περί του γεγονότος, με αυτόν να δηλώνει ότι δε θυμόταν να είχε πει κατά την κυρίως εξέταση ότι το ραντεβού είχε κανονιστεί και από τους δυο («κανονίσαμε», ήταν η ακριβής επίδικη αναφορά). Η αντίφαση αυτή κατατάσσεται ως εξίσου ουσιώδης και κρίσιμη, δεδομένης της φύσης τής αμφισβήτησης τού περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Επιπροσθέτως, εκεί που, όπως εξελισσόταν η αντεξέταση του Κατηγορούμενου, φαινόταν να υπήρχε κάποια οριακή σταθερότητα (όσον επίπλαστη και αν φάνηκε εκ των υστέρων να είναι αυτή), σε ό,τι αφορούσε στην προβαλλόμενη εκδοχή περί καταγραφής ισχυρισμών που δεν είχε αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση, σε ερώτηση του κ. Κέκκου αν υπήρχαν και άλλα σημεία εκεί τα οποία δεν αποδεχόταν, προέκυψε ακόμη ένα το οποίο επίσης αμφισβήτησε ως μη διατυπωθέν από τον ίδιο. Πιο συγκεκριμένα, δήλωσε ότι η αναφορά «Έπιασα νερό που ένα περίπτερο τζιαί επεία μέσα στο πάρκιγκ της Ηλεκτρικής, έπλυνα τα σιέρκα μου που τα γέματα.», δε λέχθηκε από αυτόν και ότι το τι είχε πει ήταν ότι «.έπιασα νερό γιατί εδίψουν, και ήπια....». Ως δικαιολογία μη αναφοράς της πτυχής αυτής κατά την κυρίως εξέταση, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν είχε ρωτηθεί σχετικώς από το δικηγόρο του. Του διέφυγε όμως, κατά τα φαινόμενα, ότι κατά τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών στις 24.10.09 και ώρα 22:38, υποδεικνύοντας τη μπουκάλα που εντοπίστηκε στο χώρο στάθμευσης της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ("ΑΗΚ"), στην οδό Φώτη Πίττα στη Λευκωσία, ανάφερε ότι «με τούτην την μπουκάλα του νερού έπλυνα το σιέρι μου που το γαίμα του Σταύρου» (βλ. Τεκμήριο 45), ενώ στις 28.10.09 και ώρα 10:25 (και πάλιν κατά τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών), υπέδειξε το περίπτερο από το οποίο είχε αγοράσει το μπουκάλι νερού στην οδό Φώτη Πίττα 13 στη Λευκωσία, λέγοντας «Τούτο εν το περίπτερο που εγόρασα το νερό που επλύθηκα τζιαι έδειξα σας την πουκάλα την ημέρα που με συλλάβετε» (βλ. Τεκμήριο 47). Οι ανακολουθίες αυτές αξιολογήθηκαν και τούτες, ως καταρρίπτουσες την αξιοπιστία και εκδοχή του Κατηγορούμενου επί του επίδικου ζητήματος. Αντιληπτώς, οι αναφορές του περί του μπουκαλιού του νερού και των λόγων που τον ώθησαν να το αγοράσει, αν δηλαδή, τούτο έγινε για να πιει νερό, και στην εξέλιξη το χρησιμοποίησε για να καθαριστεί από το αίμα του Σταύρου ή το αγόρασε αποκλειστικώς για σκοπούς καθαρισμού του από το αίμα του Σταύρου, δεν υπέχουν ιδιαίτερης σημασίας αφού το ζητούμενο, εδώ, είναι το κατά πόσον οι δηλώσεις του, κατά τη λήψη της γραπτής του κατάθεσης, διατυπώθηκαν επακριβώς όπως εκφράστηκαν και όχι όπως ανακριβώς συνοψίστηκαν ή έγιναν αντιληπτές ή εσκεμμένως προστέθηκαν από τον Μάριο Ηροδότου (Μ.Κ.3). Υπήρξε όμως και συνέχεια στην προβολή νέων σημείων στη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου που αν και δεν είχαν προβληθεί ως αμφισβητούμενες, προέκυψαν ως τέτοιες στην εξέλιξη της μαρτυρίας του. Είχε λοιπόν ρωτηθεί κατά την αντεξέταση επί του ισχυρισμού στην κατάθεση ότι «Είπα του να πάμε μέσα στο χωράφι που είχα παρκάρει εγιώ για να μιλήσουμε τζιαμέ», με αυτόν να αρνείται ότι είχε αναφέρει κάτι τέτοιο και ότι, απλώς, είχε πάει εκεί και άρχισαν να μιλούν («απλά επήα τζιαμέ, αρκέψαμε μιλούσαμε»). Όταν του τέθηκε η αντίφαση, είπε ότι είχε ξεχάσει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ήταν διατυπωμένος στη γραπτή του κατάθεση και ότι γιά αυτόν το λόγο είναι που τον ανακάλεσε. Δε βρίσκουμε τη δικαιολογία πειστική, για να πούμε το λιγότερον. Τουναντίον, τη θεωρούμε και τούτη ως δεικτική της συμφεροντολογικής προσέγγισης και έντονης προσπάθειας που έκανε κατά την προφορική του μαρτυρία να αποστασιοποιηθεί από κάθε τι το οποίο θα μπορούσε δυνητικώς να τον καταστήσει υπόλογο προμελέτης. Άλλο ένα ζήτημα σχετικό με την καταγραφή του περιεχομένου της κατάθεσης είναι και το κατά πόσον είχε διαβαστεί στον Κατηγορούμενο, όπως σχετικώς ανάφερε, υπογράφοντας στο τέλος της. Πιο συγκεκριμένα, έγραψε και υπέγραψε ιδιοχείρως δήλωση στην οποία διατυπωνόταν ότι η κατάθεση τού είχε διαβαστεί από τον καταγραφέα της και ότι αυτός τον είχε πληροφορήσει ότι μπορούσε να προβεί σε οποιεσδήποτε αλλαγές, προσθήκες ή διορθώσεις επιθυμούσε στο περιεχόμενο της και ότι ήταν ορθή και αληθινή και έγινε με την ελεύθερη του βούληση. Ωστόσο, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση, ότι υπόγραψε τη γραπτή του κατάθεση χωρίς να γνωρίζει τι περιεχόταν σε αυτήν επειδή δε γνώριζε το περιεχόμενό της. Απλούστατα, έλεγε αυτά που έλεγε και ακολούθως τούτα καταγράφονταν. Κανείς δεν του την είχε διαβάσει, όπως ούτε και ο ίδιος. Παρά ταύτα, δεν υποβλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της αντεξέτασης τού Μάριου Ηροδότου (Μ.Κ.3) (υπενθυμίζουμε ότι ήταν ο Αστυνομικός που έλαβε την γραπτή κατάθεση) ή στον Παντελή Ιορδάνους (Μ.Κ.4) (στην παρουσία του οποίου λήφθηκε η κατάθεση), ότι, πράγματι, δεν του τη διάβασαν μετά τη συμπλήρωσή της. Θεωρούμε την παράληψη αυτή σημαντική υπό τις περιστάσεις αφού αποστέρησε από τους προαναφερθέντες μάρτυρες τη δυνατότητα να τοποθετηθούν επί του συγκεκριμένου σημείου, πέραν ασφαλώς από το ότι η παράλειψη (αν επρόκειτο περί τέτοιας), υποδηλεί και ανακολουθία στην προώθηση της συγκεκριμένης γραμμής εκ πλευράς Κατηγορούμενου, γεγονός που, και τούτο, αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο το γνήσιο της προβολής της. Εκτός από όλα όσα αναφέραμε πιο πάνω, υπάρχουν πέντε ακόμη πτυχές που μας απασχόλησαν ως επιβεβαιωτικές και τούτες τής αναξιοπιστίας του Κατηγορούμενου και της εκδοχής που πρόταξε αναφορικώς με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Ασχολούμαστε με αυτές ευθύς αμέσως. Η πρώτη, αφορά στον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση ότι, στη λήψη της κατάθεσης, παρόντες (πέραν από τον ίδιο ασφαλώς), ήσαν μόνον οι Μάριος Ηροδότου (Μ.Κ.3) και Παντελής Ιορδάνους (Μ.Κ.4), όχι όμως και ο Νεόφυτος Σιάηλος (Μ.Κ.5), όπως ήταν από την αρχή η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Όμως η θέση αυτή του Κατηγορούμενου δεν είχε υποβληθεί από το δικηγόρο του ούτε στον Σιάηλο αλλά ούτε και στούς Ηροδότου και Ιορδάνους, παρόλο που και οι τρεις είχαν προβεί σε ρητή αναφορά περί της συγκεκριμένης παρουσίας, με μόνη την απουσία του Σιάηλου από το χώρο όπου λαμβανόταν η κατάθεση, για πέντε περίπου λεπτά, για λόγους που εξήγησε. Προκύπτει λοιπόν ουσιαστική ανακολουθία και σε αυτήν την πτυχή της εκδοχής του Κατηγορούμενου. Η δεύτερη, σχετίζεται με υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου Υπεράσπισης στον Μάριο Ηροδότου (Μ.Κ.3), ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε πει αυτά που φερόμενα είπε στην κατάθεσή του απευθείας στον εν λόγω μάρτυρα αλλά σε κάποιον άλλον, τρίτο Αστυνομικό (σε ποιόν, δεν αναφέρθηκε), ο οποίος βρισκόταν στο χώρο λήψης της κατάθεσης. Ωστόσο, εκτός του ότι η θέση αυτή παρέμεινε μετέωρη κατά το υπόλοιπο της αντεξέτασης του μάρτυρα αλλά και των Ιορδάνους και Σιάηλου, δεν επιβεβαιώθηκε ή ενισχύθηκε ούτε καν από τον Κατηγορούμενο ο οποίος ποτέ δεν είχε αναφερθεί σε κάτι τέτοιο αλλά αντιθέτως, ρητώς, παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι αυτά που έλεγε καταγράφονταν από τον Ηροδότου στην παρουσία του Ιορδάνους και στην απουσία (κατά την εκδοχή του πάντοτε), του Σιάηλου, αφού κανείς άλλος δε βρισκόταν στο χώρο λήψης της κατάθεσης. Η ασυνέπεια αυτή στην προβαλλόμενη εκδοχή δίδει και τούτη το στίγμα των ασταθειών τής Υπεράσπισης επί του συζητούμενου θέματος, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, θεωρούμε, περαιτέρω σχολιασμού. Η τρίτη, άπτεται ισχυρισμού τού Κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση, ότι ανέφερε προς την Αστυνομία ότι είχε μαζέψει κάποιο ποσό γύρω στα €120, το οποίο θα έδινε στον Σταύρο έναντι εξόφλησης των χρημάτων που του είχε δώσει ο τελευταίος για την αγορά του κλάτς και ότι, μάλιστα, αυτό το είχε αναφέρει κατά τη λήψη της γραπτής του κατάθεσης, αλλά δεν καταγράφηκε. Η προσφορά του αυτή προς τον Σταύρο, είπε, είχε γίνει κατά την τελευταία συνάντηση που είχε με αυτόν (πριν το ραντεβού που οδήγησε στο φονικό) και δη στο σπίτι του κοινού τους φίλου Αναστάση Ξενοφώντος (Μ.Κ.12), στην παρουσία του τελευταίου στις 22.10.
  2. Ούτε όμως και σε αυτή την περίπτωση η Υπεράσπιση αντεξέτασε τους Ηροδότου, Ιορδάνους και Σιάηλο ή ακόμη και τον Αναστάση Ξενοφώντος, την παρουσία του οποίου (όπως και του πατέρα του τελευταίου), επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος στην απάντησή του. Παρά ταύτα, ο πατέρας του Ξενοφώντος δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση για να δώσει μαρτυρία. Δεν το αναφέρουμε αυτό ως ζήτημα επιβαρυντικό για τον Κατηγορούμενο, αφού επρόκειτο περί θεμιτού χειρισμού εντός των πλαισίων των δικαιωμάτων του. Απόρροια όμως της επιλογής αυτής ήταν και το γεγονός ότι αποστερήθηκε από μαρτυρία η οποία, ενδεχομένως, θα μπορούσε να ενισχύσει τη συγκεκριμένη εκδοχή που πρόβαλε ο Κατηγορούμενος. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Η τέταρτη, αφορά στην κατάληξή μας ότι, στερούμενη πειστικότητας, ήταν και η τοποθέτηση του Κατηγορούμενου ότι δεν πληροφορήθηκε από τον Μάριο Ηροδότου (Μ.Κ.3) ή οποιονδήποτε άλλο εκ των παρόντων Αστυνομικών κατά τη λήψη της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου (ή τέλος πάντων αυτών που θεωρούσε ότι ήσαν παρόντες κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο), περί της δυνατότητας του να την έγραφε ο ίδιος, ιδιοχείρως. Πέραν της απουσίας πειστικότητας κατά την εκφορά του λόγου επί του συγκεκριμένου σημείου, και πάλιν ο ισχυρισμός δεν αποτέλεσε, καθώς έπρεπε, βάση αντεξέτασης και αμφισβήτησης των Ηροδότου, Ιορδάνους και Σιάηλου, έτσι ώστε να μπορούσαν να τοποθετούνταν επί της εκδοχής του Κατηγορούμενου, με την όποια απάντησή τους να αντιπαραβαλλόταν με τη δική του μαρτυρία και εκδοχή. Η πέμπτη, σχετίζεται με ισχυρισμό κατά την αντεξέταση τού Μάριου Ηροδότου (Μ.Κ.3), όπως και κατά την αγόρευση του δικηγόρου Υπεράσπισης, ότι ο εν λόγω μάρτυς, ως συγχωριανός του Σταύρου, διακατεχόταν (ως εκ τούτου), από συναισθηματική φόρτιση, επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο και προσθέτοντας ισχυρισμούς στη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου που αυτός ουδέποτε ανάφερε, θεωρώντας ότι οι ισχυρισμοί αυτοί θα στοιχειοθετούσαν και θα «τσιμέντωναν απόλυτα», όπως χαρακτηριστικά είπε, την υπόθεση εναντίον του και ότι οι Ιορδάνους και Σιάηλος, προσπάθησαν με σθένος να καταδείξουν στο Δικαστήριο ότι αυτά που αναγράφονται στη γραπτή κατάθεση αποτελούν, τωόντι, πιστή καταγραφή των λεχθέντων του προς τον Ηροδότου. Αυτό, πρόσθεσε ο κ. Πεκρής, το έπραξαν οι Ιορδάνους και Σιάηλος στα πλαίσια απεγνωσμένων προσπαθειών τους για συγκάλυψη του συνάδελφου τους Μάριου Ηροδότου. Περαιτέρω απόδειξη τούτου, ισχυρίστηκε ο συνήγορος, αποτελεί και το γεγονός ότι κανείς από τους τρεις προαναφερθέντες δε μπορούσε να αναφέρει επακριβώς το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου και να επαναλάβει προφορικώς αυτά που υποτίθεται (κατά την άποψη του δικηγόρου), είχε πει ο Κατηγορούμενος. Πρόσθεσε επίσης ότι οι Ηροδότου και Ιορδάνους, σε αντίφαση με τον Σιάηλο, είπαν ότι ο τελευταίος βρισκόταν μόνον για μικρό χρονικό διάστημα στο γραφείο όπου λαμβανόταν η γραπτή κατάθεση, ενώ ο ίδιος ο Σιάηλος είχε αναφέρει ότι απουσίασε μόνον για πέντε περίπου λεπτά. Αποκλίνουμε και από αυτές τις θέσεις της Υπεράσπισης. Πέραν του ότι αποδεχθήκαμε ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των Ηροδότου, Ιορδάνους και Σιάηλου, έχουμε να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα. Το γεγονός ότι ο Μάριος Ηροδότου (Μ.Κ.3), ήταν συγχωριανός με τον Σταύρο, δε θα μπορούσε από μόνον του να αποτελέσει επαρκή λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα και τούτο το αναφέρουμε όχι μόνον ως διαπίστωση εδραζόμενη στην κοινή λογική, αλλά και στη βάση αντιστοίχως συναφούς σκεπτικού που διατυπώθηκε στη Μουζάκης ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220, 224, όπου κρίθηκε ότι η συγγένεια μεταξύ δύο μαρτύρων, από μόνη της, δε μπορούσε να αρκέσει ως βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους στην απουσία άλλων παραμέτρων, πόσω μάλλον εδώ όπου η σχέση μάρτυρος και θύματος δεν ήταν καν συγγενική. Τίποτε άλλο δεν καταδείχθηκε κατά την αντεξέταση του Μάριου Ηροδότου ή αναδύεται έστω από το σύνολο της μαρτυρίας του και τους χειρισμούς στους οποίους προέβη, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει συνειρμό, έστω, προς την κατεύθυνση που υπέδειξε ο κ. Πεκρής. Αναφέρθηκε ο δικηγόρος Υπεράσπισης, αποδίδοντας στον Μάριο Ηροδότου αλλότρια κίνητρα (ισχυρισμός, ομολογουμένως, πολύ βαρύς και προσβλητικός για όργανο της τάξης ή οποιονδήποτε άλλον μάρτυρα, στην απουσία ισχυρών ερεισμάτων), ότι το αλλότριον της συμπεριφοράς του, σκοπόν είχε να κτίσει γερά την υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Διερωτάται ωστόσο κανείς, αν πράγματι αυτός ήταν ο στόχος του Μάριου Ηροδότου, τότε για ποιον λόγο, αν μη τι άλλον, να μην έγγραφε στο τέλος της κατάθεσης, αντί του γενικότερου «.επήα αποφασισμένος ότι αν μου ελάλεν για την μάνα μου, να του μπήξω το μασιέρι που επήρα μαζί μου», το σαφώς πιο συγκεκριμενοποιημένο, στοχευμένο και απολύτως ενοχοποιητικό σε ό,τι αφορά στην ύπαρξη προμελέτης ισχυρισμό ότι το «μπήξιμο του μαχαιριού» που είχε πάρει μαζί του ο Κατηγορούμενος, αποσκοπούσε στη θανάτωση του Σταύρου. Κατά την εκδοχή της υπεράσπισης, ευκόλως θα μπορούσε ο μάρτυς να διατύπωνε κάτι τέτοιο στην κατάθεση του Κατηγορούμενου δεδομένου μάλιστα ότι, εξίσου αλλοτρίως, απέφυγε εσκεμμένως να του τη διαβάσει μετά που συμπληρώθηκε ή να τον αφήσει να τη διαβάσει ο ίδιος, με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση του ισχυρισμού. Ας μη ξεχνούμε (και ευστόχως εντόπισε το σημείο ο κ. Κέκκος στην αγόρευσή του), ότι ο Κατηγορούμενος είχε ήδη ομολογήσει προφορικώς ότι θανάτωσε τον Σταύρο, πριν τη λήψη της γραπτής του κατάθεσης. Ξέχωρα από αυτό, προσθέτουμε ότι, έτσι και αλλιώς, ο Κατηγορούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία παραδέχθηκε ότι, πράγματι, μετέβη στο χώρο συνάντησης με τον Σταύρο έχοντας κατά νουν, ακριβώς, όλα όσα είχε συναφώς αναφέρει δια της αμφισβητηθείσας δήλωσής του στη γραπτή του κατάθεση, ότι δηλαδή, πήγε εκεί αποφασισμένος να μαχαιρώσει τον Σταύρο σε περίπτωση που τον απειλούσε ξανά ότι θα τοποθετούσε βόμβα στη μητέρα του. Σε σχέση με τα περί της αδυναμίας των Ηροδότου, Ιορδάνους και Σιάηλου να αναφερθούν με ακρίβεια κατά τη μαρτυρία τους στα επίδικα εκείνα μέρη της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου που ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ανάφερε, τίποτε δεν προκύπτει που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποδοχή των θέσεων που υποστήριξε η Υπεράσπιση. Οι τρεις μάρτυρες, εκεί όπου τους ζητήθηκε, αναφέρθηκαν με σχετική ακρίβεια στην ουσία αυτών που ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει στην παρουσία τους κατά τη λήψη της κατάθεσης. Μάλιστα, θα λέγαμε, ότι αν αντιθέτως, οι τρεις αυτοί μάρτυρες ήσαν πράγματι σε θέση να αναπαράξουν αυτούσια και σε πλήρη ταύτιση, το περιεχόμενο τού μέρους εκείνου της γραπτής κατάθεσης που τους ζητούνταν κατά την αντεξέταση, τότε αυτό θα μπορούσε, ίσως, να έστρεφε το μυαλό αλλού και δη στην πιθανότητα ύπαρξης κάποιας μορφής προσυνεννόησης ή επιτήδευσης στη μαρτυρία τους. Από όλες τις απαντήσεις που έδωσαν οι τρεις προαναφερθέντες μάρτυρες στα πλαίσια της αντεξέτασής τους ως προς τη δυνατότητά τους να επαναλάβουν προφορικώς αυτά που είχε πει ο Κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση, μας εντυπωσίασε ιδιαίτερα η ειλικρίνεια και σκληρή (και αποστομωτική για το συνήγορο Υπεράσπισης, καθώς παρατηρήσαμε πρωτογενώς), περιγραφή στην οποία προέβη ο Μάριος Ηροδότου, σε σχετική υποβολή του κ. Πεκρή ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε τού είχε αναφέρει (σε σχέση με τον Σταύρο), ότι «εκατάλαβα ότι επεθάνησκε» (χωρίς μάλιστα να αντεξεταστεί περαιτέρω επί τούτου). Είπε ο μάρτυς ότι, όχι μόνον η αναφορά αυτή αληθώς έγινε από τον Κατηγορούμενο, αλλά και ότι ο τελευταίος «.μου έκαμε και με ήχο στο στόμα του πώς ήταν το θύμα την ώρα που πεθάνισκε και κατάλαβα μάλιστα, μου είπε ότι πεθάνισκε και μου έκαμε τον ήχο με το στόμα του, με τον λαιμό του». Θεωρούμε αχρείαστο κάθε περαιτέρω σχολιασμό. Καμιά αντίφαση δεν εντοπίσαμε (σε αντίθετη με το τι εισηγήθηκε ο κ. Πεκρής), στη μαρτυρία των Ηροδότου και Ιορδάνους εν σχέσει με αυτή του Σιάηλου σε ό,τι αφορά στη χρονική διάρκεια της παραμονής του τελευταίου στο γραφείο όπου λαμβανόταν η κατάθεση (και παραβλέπουμε προς στιγμήν, χάριν συζήτησης, τη θέση του Κατηγορούμενου ότι, ούτως ή άλλως, ο Σιάηλος ποτέ δεν ήταν παρών κατά τη λήψη της κατάθεσης). Οι Ηροδότου και Ιορδάνους (όπως και ο ίδιος ο Σιάηλος), ήσαν σαφείς ότι ο τελευταίος δεν παρίστατο καθ΄ όλη τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης, εξού και ο Ηροδότου δεν κατάγραψε στη τελευταία παράγραφο της κατάθεσης ότι παρών κατά τη λήψη της ήταν, πέραν του Ιορδάνους και ο Σιάηλος, όπως συναφώς εξήγησε κατά την αντεξέτασή του. Θα προσθέταμε επίσης ακόμη μια πτυχή που μας απασχόλησε στη μαρτυρία των Ηροδότου, Ιορδάνους και Σιάηλου και στην οποία δεν αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος Υπεράσπισης, πλην όμως προκύπτει από τη μαρτυρία και χρήζει, κρίνουμε, κάποιου σχολιασμού. Ο Ηροδότου είχε αναφέρει ότι κατάγραφε λέξη προς λέξη και επακριβώς, χωρίς οποιανδήποτε παρέμβαση από τον ίδιο, όλα όσα τού έλεγε ο Κατηγορούμενος και ότι το τι τελικώς αποτυπώθηκε στην κατάθεση του τελευταίου ήταν απόρροια του χειρισμού αυτού. Ο μάρτυς τα είπε αυτά σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος ενεργούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ωστόσο, ο Παντελής Ιορδάνους ανάφερε κατά την αντεξέταση ότι ο ίδιος, σε κάποια στάδια της κατάθεσης, ενδεχομένως και να είχε υποβάλει κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις προς τον ανακρινόμενο Κατηγορούμενο, η αναγκαιότητα των οποίων ίσως και να είχε προκύψει από το γεγονός ότι μπορεί να μην είχε ακούσει ή κατανοήσει καλώς κάτι το οποίο είχε πει ο Κατηγορούμενος. Τούτο, ασφαλώς, δε συγκρούεται, εκ των πραγμάτων, με τη μαρτυρία και εκδοχή του Ηροδότου, αφού ο πρώτος μιλούσε για τον εαυτό του και μόνον. Ο Σιάηλος, είχε αναφέρει ότι ούτε ο Ηροδότου αλλά ούτε και ο Ιορδάνους υπέβαλαν οποιανδήποτε ερώτηση προς τον Κατηγορούμενο κατά τη λήψη της κατάθεσης, τονίζοντας μάλιστα ότι ο τελευταίος ήταν πολύ ξεκάθαρος σε αυτά που έλεγε και ότι ως εκ τούτου δε χρειάζονταν να του υποβληθούν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Κρίνουμε ότι δεν υπάρχει αντίφαση στις δύο αυτές αναφορές διότι, με δεδομένο ότι δεν αντεξετάστηκε ο Ιορδάνους επί ποιών ακριβώς πτυχών ήταν που ζήτησε διευκρινίσεις από τον Κατηγορούμενο και ποιο ήταν, τελικώς, το επακόλουθο των απαντήσεών του αλλά και σε ποια χρονική στιγμή της κατάθεσης έγινε αυτό, το ότι ο Σιάηλος είχε πει ότι βγήκε από το γραφείο όπου λαμβανόταν η κατάθεση για πέντε περίπου λεπτά, δε θα μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο οι όποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις είχαν υποβληθεί από τον Ιορδάνους, να τέθηκαν κατά τη διάρκεια της απουσίας του Σιάηλου. Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου, ήταν θεληματική, λήφθηκε νομίμως και κανονικώς και με πλήρη σεβασμό στα δικαιώματά του, με το περιεχόμενο της να αντικατοπτρίζει με ακρίβεια όλα όσα ο ίδιος είχε αναφέρει προς τον Μάριο Ηροδότου (Μ.Κ.3). Βεβαίως, η δεκτότητα της γραπτής κατάθεσης-ομολογίας του Κατηγορούμενου δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά μόνον ότι αποτελεί στοιχείο υποκείμενο σε αξιολόγηση προκειμένου να διακριβωθεί ο βαθμός και έκταση στην οποία θα έπρεπε να προσδοθεί πίστη στο περιεχόμενό της ως αντικατοπτριστικό της πραγματικότητας. Έχουμε ήδη προβεί πιο πάνω σε κάποια αναφορά ως προς τη μεθοδολογία προσέγγισης της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου με αναφορά στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου και Μαύρος άλλως Χατζής ν. Δημοκρατίας. Θα προσθέταμε, με αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, 112-113 (το οποίο βασίστηκε στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου R v. Dunkan
(1981)73 Cr. App. Rep. 359), ότι κατά την αξιολόγηση ομολογίας, όπως αυτή του Κατηγορούμενου, το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του Κατηγορούμενου. Είναι όμως ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη και να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Δεν επιβάλλεται μονολιθική αποδοχή ή απόρριψη του συνόλου της ομολογίας. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη και αυτήν ακολουθήσαμε. Παντελώς αστήρικτους (και αόριστους, θα πρέπει να πούμε), στη βάση της μαρτυρίας που δόθηκε, βρίσκουμε και τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης περί ελλιπούς και πλημμελούς προειδοποίησης του Κατηγορούμενου από την Αστυνομία κατά (και μετά), τη σύλληψη του. Καταλήγοντας σε αυτό είχαμε υπόψη το περιεχόμενο των Δικαστικών Κανόνων και τη νομολογία που τους ερμήνευσε και ανάλυσε (βλ. Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Μια Πρακτική Προσέγγιση, 1994, σελ. 319-329). Ως εκ της επιλογής τής Υπεράσπισης να μη ζητήσει τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης σε σχέση με τα θέματα που τέθηκαν αναφορικώς με το ακριβές του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης του Κατηγορούμενου, η κατάληξή μας περί της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας και εκδοχής του σε σχέση με το όλον ζήτημα αποτέλεσε, εκ των πραγμάτων, αναπόσπαστο μέρος της συνολικής θεώρησης της αξιοπιστίας του επί όλων των άλλων ζητημάτων με τα οποία καταπιάστηκε στη μαρτυρία του. Όπως θα αναλύσουμε αμέσως πιο κάτω, υπήρξαν και άλλες πτυχές της μαρτυρίας του και των εκδοχών που πρόβαλε (πέραν δηλαδή αυτών που ήδη προαναφέρθηκαν), οι οποίες χαρακτηρίζονταν από παρόμοια γενικότητα, ασάφεια, αμφιταλάντευση, αντίφαση, ασυνέπεια και απουσία πειστικότητας. Ο Κατηγορούμενος, είπε, για παράδειγμα στην κυρίως εξέταση, ότι το κλάτς που είχε παραγγείλει για τον Σταύρο στοίχιζε γύρω στα €240 και ότι ανάλαβε, κατ΄ ουσίαν, ο ίδιος την ευθύνη για κάποιες ζημιές ύψους €300 περίπου, στο αυτοκίνητο του Σταύρου, οι οποίες προκλήθηκαν λόγω της καθυστερούσας παράδοσης του εξαρτήματος, με αποτέλεσμα η συνολική οφειλή του προς τον Σταύρο να ανέλθει στα €540 περίπου. Τον ισχυρισμό όμως αυτό δεν τον ανάφερε στη γραπτή του κατάθεση. Ανάφερε όμως, είναι γεγονός, ότι το ποσό που του είχε δώσει ο Σταύρος δεν ανερχόταν σε €540, όπως είναι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά σε €240. Τη θέση αυτή ωστόσο δεν την υπόβαλε στον Αναστάση Ξενοφώντος (Μ.Κ.12), ο οποίος ανάφερε ότι ήταν παρών όταν ο Σταύρος έδωσε το ποσό των €540 στον Κατηγορούμενο για την αγορά του εξαρτήματος. Ούτε και υπόβαλε στον εν λόγω μάρτυρα τα περί ζημιών που κατ΄ ισχυρισμόν προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο του Σταύρου και ότι για αυτές μάλιστα παραδέχθηκε ευθύνη ο Κατηγορούμενος, αναλαμβάνοντας να πληρώσει στον Σταύρο το επιπρόσθετο ποσό των €300 περίπου. Θεωρούμε την παράληψη ουσιώδη αφού ο Ξενοφώντος ήταν αυτόπτης μάρτυς της συναλλαγής που έλαβε χώραν και των λεπτομερειών που τη συνέθεσαν και θα μπορούσε, αν ρωτιόταν κατά την αντεξέταση, να διασαφηνίσει στην Υπεράσπιση τις όποιες πτυχές επιθυμούσε σε σχέση με το ζήτημα, κάτι που δεν έγινε. Ο Κατηγορούμενος υπήρξε επίσης αντιφατικός στις αναφορές του ως προς το γιατί είχε αποφασίσει να πάρει μαζί του το μαχαίρι στη συνάντηση με τον Σταύρο τη μέρα του φονικού, λέγοντας, τη μια, ότι το πήρε για δική του προστασία αφού τον φοβόταν, την άλλη για να δώσει μήνυμα-απειλή στον Σταύρο σε περίπτωση που τολμούσε να επαναλάβει την απειλή περί τοποθέτησης βόμβας στη μητέρα του και την άλλη (όπως στη γραπτή του κατάθεση), και για τους δύο αυτούς λόγους. Η αντίφαση κατατάσσεται και τούτη ως ουσιώδης και σημαντική αφού άπτεται του ελατηρίου τού Κατηγορούμενου αλλά και των σκέψεων του σε σχέση με το λόγο που τον οδήγησε στη μεταφορά ενός τέτοιου φονικού όπλου στη συνάντηση με τον Σταύρο. Χρειάζεται, ομολογουμένως, κάποιος να πάρει στα χέρια το οδοντωτό μαχαίρι-Τεκμήριο 13, συνολικού μήκους 30 εκατοστών, με μήκος λεπίδας 17,5 εκατοστά και πλάτος 3 εκατοστά (με σχετικό επί τούτου, το Τεκμήριο 56(α-γ)), για να συλλάβει πλήρως το νόημα του χαρακτηρισμού του ως φονικού, πέραν ασφαλώς ότι σε παρόμοια διαπίστωση προέβη κατά τη μαρτυρία του και ο Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Κ.10). Επί του ζητήματος της επικινδυνότητας του μαχαιριού, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι το θεωρούσε, πράγματι, επικίνδυνο και ότι δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει ότι χρησιμοποιώντας το θα σκότωνε τον Σταύρο. Είπε επίσης, ότι ενώ μιλούσε με τον Σταύρο στο χωράφι για κανένα δεκάλεπτο, ο τελευταίος τού ζήτησε τα λεφτά που του χρωστούσε, πιο απειλητικά και πιο πιεστικά από τις προηγούμενες φορές και ότι, τότε, είπε στον Σταύρο ότι δεν είχε όλα τα λεφτά εκείνη τη στιγμή παρά μόνον τα μισά, με τον τελευταίο όμως να επιμένει και να ζητά αυθωρεί πληρωμή όλου του ποσού. Η θέση αυτή αποτελεί νέα εκδοχή μια και ο Κατηγορούμενος δεν είχε αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ότι είχε προσφέρει προς τον Σταύρο τα μισά λεφτά που του χρωστούσε ή έστω κάποιο ποσό έναντι της οφειλής. Ανάφερε επίσης, κατά την κυρίως εξέταση, ότι, όταν ο Σταύρος αρνήθηκε τα λεφτά που του είχε προσφέρει, τον απείλησε ότι θα έβαζε βόμβα στη μητέρα του, με αποτέλεσμα, ο Κατηγορούμενος να ανασύρει το μαχαίρι, με τον Σταύρο να του επαναλαμβάνει ότι θα τοποθετούσε τη βόμβα (ενώ μάλιστα κατευθυνόταν προς τα πάνω του με άγριο ύφος) και στο τέλος να κατορθώνει να τον γρονθοκοπήσει, με αποτέλεσμα (ο Κατηγορούμενος) να πέσει στο έδαφος. Στη γραπτή του κατάθεση όμως, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι την πρώτη μαχαιριά την κατάφερε στον Σταύρο αμέσως μετά που αυτός τον απείλησε, για πρώτη φορά, ότι θα έβαζε βόμβα στη μητέρα του και ότι αμέσως μετά το μαχαίρωμα, ο Σταύρος τον ρώτησε «Ρε τι κάμνεις;». Τότε, ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε αν θα έβαζε βόμβα στη μητέρα του, με τον Σταύρο να απαντά καταφατικά. Με αυτά, ο Κατηγορούμενος «εξαναμούνταρέ τον» Σταύρο με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τον γρονθοκοπήσει και να πέσει στο έδαφος και να αρχίσει να τον κλωτσά τη στιγμή που προσπαθούσε να σηκωστεί, με τον Κατηγορούμενο να το κατορθώνει, τελικώς, και να αρχίσει να τον μαχαιρώνει. Παρατηρείται λοιπόν και σε αυτή την πτυχή, σαφής και ουσιώδης διάσταση μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας του Κατηγορούμενου και της γραπτής του κατάθεσης ως προς τη σειρά διαδραμάτισης των γεγονότων που περίγραψε, αφού το γρονθοκόπημα του Σταύρου ακολούθησε και δεν προηγήθηκε του πρώτου μαχαιρώματος, όπως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία, αλλά και ούτε ποτέ ο Σταύρος κινήθηκε προς το μέρος του με άγριο ύφος. Επίσης, στην κυρίως εξέταση, είπε ότι σε κάποιο σημείο μετά που σηκώστηκε από χάμω, ο Σταύρος τον γρονθοκόπησε ξανά και τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα το μαχαίρι που κρατούσε ο Κατηγορούμενος να πέσει στο έδαφος ενώ ταυτοχρόνως ο Σταύρος τον κτυπούσε. Σε κάποιο στάδιο σταμάτησε να τον κτυπά. Ο Κατηγορούμενος σκέφτηκε τότε ότι ο Σταύρος θα επιχειρούσε να πάρει το μαχαίρι ο ίδιος, με αποτέλεσμα, όπως ήταν χάμω, να πιάσει αυτός το μαχαίρι, προλαβαίνοντας τον Σταύρο, ο οποίος ερχόταν προς τα πάνω του. Τότε τον μαχαίρωσε, με τον Σταύρο να αρχίζει να τον κτυπά και πάλι. Σηκώστηκε από το έδαφος, δοκίμασε να τον κλωτσήσει μια-δύο φορές και να τον γρονθοκοπήσει, εκείνος όμως τον απόφυγε. Ακολούθως τον ξανάσπρωξε, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να μετακινηθεί προς τα πίσω και ενώ ο Σταύρος άρχισε να κατευθύνεται ξανά προς το μέρος του, «γύρισε» το μαχαίρι και τον τραυμάτισε "ή στο πρόσωπο ή κάπου στον ώμο", με αποτέλεσμα ο Σταύρος να πέσει στο έδαφος. Πουθενά όμως στη γραπτή κατάθεση δε διατυπώθηκε αυτή η εκδοχή. Ανακολουθία και εδώ. Τόνισε επιπλέον στην κυρίως εξέταση, ότι μετά που ο Σταύρος έπεσε στο έδαφος (για τελευταία, αντιλαμβανόμαστε, φορά), τον τράβηξε και έσυρε για περίπου ενάμιση μέτρο, τον γύρισε προς τα πάνω και όταν τον είδε να κινεί το κεφάλι, φοβήθηκε, αφήνοντας το μαχαίρι εκεί. Είπε χαρακτηριστικά «Τον τράβησα περίπου 1-1.5 μέτρο απόσταση, τον γύρισα προς τα πάνω μου τζιαί τον είδα ότι τάραξε η κκελέ του, φοήθηκα, άηκα το μαχαίρι τζιαμέ.». Κατοπινά όμως, σε άλλο μέρος της κυρίως εξέτασης, είπε ότι ο λόγος που φοβήθηκε, με αποτέλεσμα να πάρει το κινητό του Σταύρου και να φύγει, ήταν ότι όταν τον γύρισε ανάσκελα, ο Σταύρος τον είδε στα μάτια, με αποτέλεσμα να φοβηθεί. Η διαφορά στις δύο εκδοχές είναι, θεωρούμε, πασιφανής αφού στη μεν πρώτη περίπτωση υπήρξε, απλώς, μια κίνηση του κεφαλιού του Σταύρου, στη δε δεύτερη, ανταλλαγή βλεμμάτων. Οι δύο αυτές πτυχές έχουν τη σημασία τους αφού σκοπούσαν, κατά την αντίληψή μας, στο να δικαιολογήσουν την υποτιθέμενη κατάσταση πανικού και φόβου στην οποία, κατ΄ ισχυρισμόν, περιήλθε ο Κατηγορούμενος μετά το περιστατικό και τη δήθεν αδυναμία του να θυμηθεί ουσιώδεις λεπτομέρειες του φονικού. Εκτός τούτου, δε μπορεί να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα, ούτε η μια ούτε η άλλη εκδοχή αναφέρθηκαν από τον Κατηγορούμενο στη γραπτή του κατάθεση. Άλλη έκφανση της μαρτυρίας την οποία κρίνουμε επίπλαστη και συμφεροντολογική, ήταν και το ότι, επιλεκτικώς, πρότασσε την έλλειψη μνήμης σε σχέση με κρίσιμες πτυχές των γεγονότων, όπως για παράδειγμα, τον αριθμό, έκταση και φύση των μαχαιρωμάτων που επέφερε στον Σταύρο μετά τα πρώτα τρία μαχαιρώματα (που για κάποιον λόγο θυμόταν και περίγραψε), παρόλο που, όπως παραδέχθηκε, γνώριζε ότι τα είχε επιφέρει ο ίδιος, ασχέτως του αν δεν τα θυμόταν. Ωστόσο, θυμόταν πολύ καλώς τα γεγονότα όπως τα περίγραψε στη γραπτή του κατάθεση χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ότι υπήρξαν λεπτομέρειες περί του αριθμού ή της έκτασης των μαχαιρωμάτων (ή του επεισοδίου γενικώς), που δε θυμόταν. Προέβη επίσης σε υποδείξεις σκηνών, όπως για παράδειγμα, του σημείου όπου είχε πετάξει το μαχαίρι στο χωράφι, στα τελικά στάδια διεκπεραίωσης των άνομων πράξεών του, χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ότι είχε οποιαδήποτε έλλειψη μνήμης. Απλώς, αυτό εξυπηρετούσαν τα συμφέροντά του, να αποφύγει, δηλαδή, την αιτιολόγηση των πολλαπλών κτυπημάτων που κατάφερε στον Σταύρο (και ίσως τον κίνδυνο, τα εκτεταμένα και επαναληπτικά αυτά κτυπήματα να θεωρούνταν, ορθώς, ως ενδεικτικά ύπαρξης προμελέτης), τη στιγμή που ο Σταύρος ήταν αδύνατον να αντιδράσει ή να αποτελέσει ευλόγως πραγματική απειλή για τη σωματική του ακεραιότητα ή κίνδυνο για τη μητέρα του. Δεν ήταν, βεβαίως, η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε με τρόπο αποκλειστικώς εξυπηρετικό των δικών του συμφερόντων, προβάλλοντας διάφορες αιτιάσεις, ακριβώς, για να αποφύγει τις επιπτώσεις των πράξεών του. Για παράδειγμα, απόφυγε να αναφέρει την αλήθεια σε δυο περιπτώσεις στον Μάριο Ηροδότου (ΜΚ 13), πριν δώσει σε αυτόν τη γραπτή του κατάθεση. Την πρώτη, κατά το χρόνο εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης -Τεκμήριο 52, όπου του απάντησε «εγώ δεν τον εσκότωσα» και τη δεύτερη, κατά την εκτέλεση του Εντάλματος Έρευνας - Τεκμήριο 53, όταν ο ίδιος μάρτυς τού υπέδειξε κουτί μέσα στο οποίο φαινόταν να υπήρχε προηγουμένως κάποιο μαχαίρι (και που τελικώς ήταν το μαχαίρι- Τεκμήριο 13), όταν του είπε ότι εκεί μέσα υπήρχε κάποιο μαχαίρι το οποίο όμως είχε δώσει σε κάποιο φίλο του και όχι ότι ήταν εκείνο με το οποίο σκότωσε τον Σταύρο και άφησε/πέταξε στη σκηνή του εγκλήματος. Ως δικαιολογία για τα ψέματα αυτά (διότι περί ψεμάτων ο λόγος, αφού λίγο αργότερα παραδέχθηκε το φονικό, με το μαχαίρι που υποτίθεται ότι είχε δώσει στο φίλο του), πρόταξε το γεγονός ότι δεν ήθελε να προβεί σε παραδοχή μπροστά στη μητέρα του. Όσον όμως και αν η δικαιολογία αυτή θα μπορούσε, αντικειμενικώς, να κριθεί ως αποδεκτή κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, που δεν υπάρχουν εδώ, εντούτοις δεν παύει από του να εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται, εν προκειμένω, από συμφεροντολογικά κίνητρα. Τέτοια κίνητρα διείπαν και την παραδοχή του ότι απέκρυψε από τη μητέρα του το γεγονός ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους δεν εργαζόταν, επειδή η τελευταία τον ήθελε να βρει δουλειά. Επιπροσθέτως, σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης, αρνήθηκε ότι προθυμοποιήθηκε, ακούγοντας τον Σταύρο να μιλά για κλάτς, να τον εφοδιάσει με το εν λόγω εξάρτημα και ότι δε μπορούσε να δώσει απάντηση πώς και ο Σταύρος γνώριζε ότι ασχολούνταν με την παραγγελία εξαρτημάτων αυτοκινήτων μέσω του διαδικτύου. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι είχε εντοπίσει το εξάρτημα με τη τιμή αγοράς του σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα (eBay) και ότι την παραγγελία θα τη διεκπεραίωνε μέσω κάποιου Μάριου Γεωργίου, ο οποίος εργαζόταν ως υπάλληλος στη Ford. Σε αυτόν ήταν που θα έδινε τα λεφτά για να πρόβαινε στην παραγγελία αφού ο ίδιος δεν ήταν κάτοχος πιστωτικής κάρτας για να μπορούσε να προχωρήσει μέσω του διαδικτύου, όπως απαιτούνταν. Αυτά όμως αποτελούν (και πάλιν), νέα εκδοχή, πέραν ασφαλώς και από το γεγονός ότι το τι εξάγεται στο τέλος είναι ότι, με δική του παραδοχή, ο Κατηγορούμενος ουδέποτε προέβη στην παραγγελία του εξαρτήματος και ότι, έχοντας ξοδέψει τα λεφτά που του είχε δώσει ο Σταύρος, τον κοροϊδευε συνεχώς, αρχικώς για την παραλαβή του εξαρτήματος και στη συνέχεια για την επιστροφή των χρημάτων, όπως εξάλλου του είχε περιγράψει σε αδρές γραμμές την κατάσταση ο Σταύρος (όπως ευλόγως μπορούμε να συμπεράνουμε), κατά τη συνάντησή τους την προηγούμενη του φονικού, στο σπίτι του Αναστάση Ξενοφώντος (Μ.Κ.12). Σημειώνοντας ότι υπήρξαν και (πολλές) άλλες αντιφάσεις του Κατηγορούμενου στη μαρτυρία του (τις οποίες όμως δε θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αφού δε θα προσθέτανε οτιδήποτε, πλέον, στην τελική μας κατάληξη), κρίνουμε τον Κατηγορούμενο ως αναξιόπιστο και απορρίπτουμε τη μαρτυρία του. Ο Γιάγκος Μικελλίδης (Μ.Υ.2), μας δημιούργησε και αυτός αρνητική εντύπωση. Οι τοποθετήσεις του χαρακτηρίζονταν από γενικολογία, αοριστία και ατεκμηρίωτα συμπεράσματα. Με κανέναν τρόπο δεν κατόρθωσε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με το υπόβαθρο εκείνο που θα μπορούσε, στοιχειωδώς, να συνδράμει στη διαμόρφωση άποψης από το Δικαστήριο επί των ζητημάτων που κατάθεσε. Καταρχάς, ήταν υπερβολικός κατά τη διατύπωση, στο ιατρικό του πιστοποιητικό, της διαφοράς ύψους που είχε ο Σταύρος από τον Κατηγορούμενο, σε μια προσπάθεια, κρίνουμε, να αιτιολογήσει ότι το μαχαίρι δεν το είχε πάρει μαζί του για να σκοτώσει τον Σταύρο αλλά επειδή φοβόταν ότι ο τελευταίος θα του προκαλούσε σοβαρή σωματική βλάβη. Ο Κατηγορούμενος είχε ύψος 1.81 μ. και ο Σταύρος 1.85 μ., με τον τελευταίο να είναι, όντως, πιο σωματώδης από τον πρώτο, σε αυτό όμως το γεγονός δεν αναφέρθηκε ο μάρτυς ως διαμορφωτικού της άποψής του. Περίγραψε τον Σταύρο ως πολύ πιο ψηλό από τον Κατηγορούμενο ενώ στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του καταρρίπτεται όχι μόνον από την παραδοχή του Κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση, ότι ο Σταύρος ήταν λίγο πιο ψηλός από αυτόν (και έχει σημασία ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δε φαίνεται να συμμερίζεται την εντύπωση του Ψυχιάτρου περί της μεγάλης διαφοράς ύψους αφού είναι ο ίδιος που υποτίθεται ότι θεωρούσε το στοιχείο αυτό ως συστατικό του φόβου του), αλλά και από την ιατροδικαστική εξέταση στην οποία προέβη ο Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Κ.10), τόσον στη σορό του Σταύρου όσον και στον Κατηγορούμενο (βλ. Έγγραφα "Ι1" και "Ι2"). Είχε πει επίσης ότι ο λόγος που κλήθηκε στο Δικαστήριο ήταν για να δώσει μαρτυρία περί της προσωπικότητας του Κατηγορούμενου, κατά πόσον δηλαδή «.είναι άτομο ικανό να τραβήσει το μασιαίρι και να κάνει τριάντα μασιερκές. Τίποτε άλλο» και ότι αυτό θα μπορούσε «.να το μαρτυρήσ(ει) 4 μήνες πριν, 8 μήνες πριν, πριν ή μετά να κάμει το έγκλημα. Δεν έχει καμιά σχέση το χρονικό διάστημα. Μιλούμε για πράγματα τα οποία δεν αλλάζουν. Η προσωπικότητα δεν αλλάζει, το αν είσαι ικανός να το κάμεις. Η επιθετικότητα δεν αλλάζει. Η ψυχοπάθεια δεν αλλάζει». Το ζήτημα όμως που, κατ΄ ουσίαν, παρέμεινε αναπάντητο από το μάρτυρα είναι το ότι ο Κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως της άποψης του Ψυχιάτρου, δυστυχώς, απέδειξε ως εκ των πράξεων του και του αποτελέσματος τους, ότι ήταν, πράγματι, ικανός να δολοφονήσει συνάνθρωπό του με τον τρόπο που έπραξε. Εκτός αυτού, ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση περί της μεθοδολογίας και βάσης επί της οποίας στηρίχθηκε για να καταλήξει στο τι ο ίδιος προσδιόρισε ως την ποιότητα της προσωπικότητας του Κατηγορούμενου. Ανάφερε ότι είχε ζητήσει από αυτόν να του πει, γενικώς, για τη ζωή του και τις εμπειρίες του στο σχολείο και στο στρατό, ενώ αλλού στη μαρτυρία του ανάφερε ότι τα γεγονότα αυτά ποσώς τον ενδιέφεραν για σκοπούς αξιολόγησης. Όταν του υποδείχθηκε ότι στο ιατρικό του πιστοποιητικό προβαίνει σε αναφορές γεγονότων, απάντησε ότι αυτές έχουν απλώς περιγραφική μορφή και ότι δεν είναι σε αυτά που στηρίχθηκε για να προβεί στη γνωμάτευσή του, η οποία, καθώς είπε, συνοψίζεται στη τελευταία παράγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού, επισημαίνοντας ότι «Τα άλλα όλα είναι πράγματα τα οποία μου είπαν και τα οποία ούτε καν ενδιαφέρθηκα να μάθω από κανένα άλλο αν είναι αλήθεια ή όχι». Η τελευταία όμως παράγραφος στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυς (και σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκε), εμπεριέχει αναφορά σε γεγονότα και μάλιστα τέτοια που εμφανώς προσδιορίζονται ως μέρος της βάσης επί της οποίας στηρίχθηκε για να προβεί στην αξιολόγηση και εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Επιπλέον, αναφέρθηκε στο (προβληθέν ως γεγονός, εκ πλευράς Υπεράσπισης) «.του εντόνου φόβου σχεδόν πανικού», κάτω από το κράτος του οποίου βρισκόταν, υποτίθεται, ο Κατηγορούμενος κατά τις κρίσιμες στιγμές του φονικού αλλά και μετά, όπως και σε άλλα γεγονότα και πληροφόρηση που έλαβε περί της ηλικίας και απουσίας ιστορικού αρνητικής ή επιθετικής συμπεριφοράς του. Προφανώς (και δικαιολογημένα θα λέγαμε), ο κ. Κέκκος πασχίζοντας να εξάξει από το μάρτυρα τη μεθοδολογία και προσέγγιση βάσει της οποίας προέβη στην αξιολόγηση του Κατηγορούμενου, επέμεινε στο να έδιδε ο μάρτυς, με τρόπο κατανοητό, συγκροτημένο και συγκεκριμενοποιημένο, τον τρόπο ενέργειας του, με αυτόν όμως να προτάσσει το γεγονός ότι ο συνήγορος δεν ήταν Ψυχίατρος και ως εκ τούτου ανίκανος να αντιληφθεί, καν, το πνεύμα της Ψυχιατρικής. Στην εξέλιξη της αντεξέτασης, ο μάρτυς ανάφερε ότι, στο τέλος, το μόνο πράγμα που διερεύνησε ήταν η σχέση του με τον Κατηγορούμενο, τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο ο τελευταίος τού μιλούσε, τη θετικότητα, αρνητικότητα και αντιδραστικότητά του. Με βάση όμως αυτή την τοποθέτηση, η αξιολόγηση της ποιότητας της προσωπικότητας του Κατηγορούμενου περιορίστηκε αποκλειστικώς στα όποια συμπεράσματα θα μπορούσαν να εξαχθούν από το μάρτυρα ως εκ της πρωτογενούς διαπροσωπικής επαφής που είχε μαζί του (κατά τη μια και μοναδική συνάντηση που είχαν στις 2.6.10, περί της χρονικής διάρκειας της οποίας όμως δε μπορούσε να τοποθετηθεί επειδή δε θυμόταν), χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα ή πληροφόρηση, ενώ κατά την κυρίως εξέταση, είχε αναφέρει, βασιζόμενος σε πληροφόρηση που έλαβε σε ό,τι αφορά στην απουσία οποιωνδήποτε προβλημάτων στη ζωή του Κατηγορούμενου πριν το φονικό, ότι δεν ταιριάζει η συμπεριφορά του με κάποιο «.που μασιαιρώνει 30 φορές.» και ότι το έγκλημα συνέβηκε υπό το κράτος άλλων συναισθημάτων, ενδεχομένως (από ότι συναγάγαμε), φόβου, τον οποίο όμως, σημειωτέον, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υποβάθμισε κατά την αντεξέτασή του ως «.τζειν τον λλίον τον φόον, πάντα έσεις λλίον φόον μέσα σου». Δε μπορούσε, είπε ο μάρτυς, ο Κατηγορούμενος (η προσωπικότητα του οποίου είχε ήδη διαμορφωθεί από τα δώδεκα του χρόνια) «.ξαφνικά που ποττέ του δεν αντίδρασε σε πρόκληση, που ποττέ του δε μάλλωσε στο σχολείο, παντού, ξαφνικά να πιάει το μασιαίρι τζιαί να μασιαιρώσει». Όταν ρωτήθηκε αν αυτά που είχε κατανοήσει περί της προσωπικότητας του Κατηγορούμενου, τα έλεγε με απόλυτη σιγουριά, απάντησε με τρόπο Πυθιακό, λέγοντας ότι «Πιστεύκω στην αβεβαιότητα. Πιστεύκω ότι ο άνθρωπος πρέπει μην ξεπερνά τα όρια του. Πιστεύκω εκείνα τα οποία πρέπει να πιστεύκω. Σίγουρος δεν είμαι, απολύτως σίγουρος, για τα πράγματα πώς έγιναν. Εγώ μιλώ για την προσωπικότητα του. Μπορεί τα πράγματα να είναι διαφορετικά αλλά εγώ νομίζω ότι είναι έτσι». Καθόλου δεν εντυπωσιαστήκαμε ή βοηθηθήκαμε από την απάντηση αυτή, ακριβώς, ως εκ του περιεχομένου της. Υπήρξαν όμως και άλλες πτυχές της μαρτυρίας του μάρτυρα που μας προβλημάτισαν. Ανάφερε, λόγου χάριν, στο ιατρικό του πιστοποιητικό, ότι αμφισβητεί τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου προς την Αστυνομία «.διότι όπως είναι γνωστό όποιος διαπράξει φόνο μπαίνει σε μια συγχυτική κατάσταση, τουλάχιστον για μια βδομάδα μετά τη διάπραξη του φόνου εξού και ο Αντρέας δεν θυμάται πόσες μαχαιριές έδωσε στο θύμα και γι΄ αυτό έκανε τις άσκοπες μετακινήσεις του αυτοκινήτου και του πτώματος» και διότι θέτει υπό αμφισβήτηση «.την κατάθεση κατά πόσον ο ίδιος είχε την διαύγεια πνεύματος να καταθέσει ακριβώς εκείνα τα οποία συνέβηκαν». Το πρώτον που επισημαίνουμε αναφορικώς με την τοποθέτηση αυτή (και που δεν άπτεται της αξιοπιστίας του μάρτυρα υπό τις περιστάσεις), είναι ότι η εν λόγω τοποθέτηση, ως μαρτυρία πια, συγκρούεται με το περιεχόμενο της Ψυχιατρικής έκθεσης του Δικανικού Ψυχίατρου Ευάγγελου Αναστασίου ημερομηνίας 26.10.09 (η οποία εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός και συντάχθηκε, πασιφανώς, σε χρόνο λιγότερο της μιας βδομάδας από τη μέρα του φονικού, με τη Ψυχιατρική εξέταση να λαμβάνει χώραν στις 26.10.09 και τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου να λαμβάνεται, υπενθυμίζουμε, στις 24.10.09), όπου αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την εξέτασή του, είχε διαύγεια, πολύ καλή επικοινωνία και απαντούσε πλήρως επί αυτών που ρωτιόταν και ότι δεν πάσχει από ψυχική διαταραχή, το δε νοητικό του επίπεδο και συμπεριφορά τον καθιστούν άτομο με πλήρη επίγνωση και ευθύνη των πράξεών του, με ικανότητα παρακολούθησης και αντίληψης της δικαστικής διαδικασίας και συνεργασίας με το δικηγόρο του. Ζητήθηκε από το μάρτυρα κατά την αντεξέταση, να αιτιολογήσει το συμπέρασμά του περί της συγχυτικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε ο Κατηγορούμενος. Παρέπεμψε επί τούτου στη δική του προσωπική εμπειρία ως Ψυχιάτρου έχοντας δει «.πολλούς φονιάες», όταν κάποτε εργαζόταν στις Κεντρικές Φυλακές, λέγοντας ότι η διάπραξη φόνου προκαλεί στο θύτη «.μια σύγχυση που διαρκεί γύρω στη μια εβδομάδα.» και ότι από όλους τους δολοφόνους που είχε δει, μόνον έναν είδε που δεν ήταν συγχυσμένος. Δε βρήκαμε την αιτιολογία αυτή βοηθητική ή κατατοπιστική αφού, χαρακτηρίζεται από αοριστία και έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης. Εν πάση περιπτώσει, το τι θα μπορούσε να εξαχθεί από αυτή την τοποθέτηση του μάρτυρα είναι (δεδομένης της εξαίρεσης του ενός «φονιά» που είδε να μην είναι συγχυσμένος μετά τη δολοφονία), ότι η θέση του δεν είναι απόλυτη και άρα είναι δυνατόν ο Κατηγορούμενος να αποτελεί την εξαίρεση στον (κατά τον κ. Μικελλίδη), κανόνα περί της συγχυτικής κατάστασης που προκαλεί στο θύτη η διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυς ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενήργησε με καθαρό μυαλό και ότι ήταν συγχυσμένος κατά την κατάθεσή του προς την Αστυνομία. Δεν εξήγησε όμως πού βάσισε τη θέση του αυτή. Σε επακόλουθη ερώτηση κατά την αντεξέταση περί του ότι η θέση που προώθησε ήταν απόλυτη και λανθασμένη, πρόταξε, αντί άλλης δικαιολογίας, ως επαρκή την ειδικότητά του ως Ψυχιάτρου. Παραθέτουμε τις ερωταπαντήσεις κατά την αντεξέταση, τις οποίες θεωρούμε ιδιαιτέρα διαφωτιστικές ως προς τον τρόπο που ο μάρτυς αντιμετώπισε το όλον θέμα: «Ε. Σας υποβάλω κύριε Μικελλίδη ότι αυτή η αναφορά σας ότι όποιος διαπράξει φόνο μπαίνει σε μια συγχυτική κατάσταση είναι απόλυτη θέση και λανθασμένη. Α. Ρε κουμπάρε είσαι ψυχίατρος; Ε. Λέω τη θέση μου και περιμένω— Α. Σαν εισαγγελέας μου λαλείς τούτο το πράμα είναι λάθος. Εγώ σου λαλώ σαν ψυχίατρος που είδα 15-20 άτομα τέτοια ότι μπαίνουν σε μια συγχυτική κατάσταση. Ε. Μπορεί να μπαίνουν. Α. Και μπορώ να σου αναφέρω αυτή τη στιγμή ονόματα πεθαμένων που μπήκαν σε συγχυτική κατάσταση. Ε. Επειδή είναι πεθαμένοι και δεν μπορούμε να τους ρωτήσουμε δε χρειάζεται.» Ακολούθως, ο μάρτυς, για να επιρρώσει το συμπέρασμά του περί συγχυτικής κατάστασης του Κατηγορούμενου και ενώ προηγουμένως (υπενθυμίζουμε), ανάφερε ότι ουδόλως τον απασχόλησαν τα γεγονότα, τα οποία θεώρησε ότι έπρεπε να αναφέρει στο ιατρικό του πιστοποιητικό για περιγραφικούς και μόνον σκοπούς, παρέπεμψε σε γεγονότα, που αφορούσαν στον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι δε θυμόταν για ποιον λόγο μετακίνησε το αυτοκίνητο του Σταύρου στη σκηνή από το σημείο όπου βρισκόταν και το στάθμευσε σε άλλο σημείο, αλλά ούτε και για το ότι μετακίνησε το πτώμα, αφού ούτε για τη μια ούτε για την άλλη ενέργεια «.υπήρχε καμιά λογική .». Παρεμβάλλουμε ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δε θυμόταν περί της μετακίνησης του αυτοκινήτου ή του πτώματος, παρά μόνον ότι αναφέρθηκε στους λόγους που τον ώθησαν να τα πράξει αυτά, αφού τόσον για τη μετακίνηση του αυτοκινήτου όσον και για αυτήν του πτώματος έδωσε περιγραφή κατά την προφορική του μαρτυρία. Η ανακριβής διατύπωση εκ πλευράς μάρτυρος αυτών που πρόταξε ως γεγονότα διαμορφωτικά της κρίσης του περί ανυπαρξίας λογικής στις ενέργειες του Κατηγορούμενου, έχει τη δική της βαρύτητα αφού δε μπορεί να γνωρίζουμε ποια θα ήταν η άποψη του μάρτυρα αν γνώριζε ή θυμόταν με ακρίβεια αυτά που του είχε ισχυριστεί ο Κατηγορούμενος. Ούτε και εν πάση περιπτώσει ανάλυσε το συμπέρασμά του περί της ανυπαρξίας λογικής πίσω από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου και με βάση ποιο σταθερό κριτήριο λογικής πέρανε αυτά στα οποία αναφέρθηκε. Προέκυψε επακολούθως κατά την αντεξέταση ότι ο μάρτυς δε γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος, μετά το φονικό, πήρε το τηλέφωνο του Σταύρου, το μετάφερε στη Λευκωσία, το άνοιξε, αφαίρεσε τις κάρτες που υπήρχαν μέσα και μερικά λεπτά μετά τη διάπραξη του αδικήματος επικοινώνησε με φίλο του για να δημιουργήσει άλλοθι. Ισχυρίστηκε όμως ότι, ούτως ή άλλως, τα περιστατικά αυτά δε θα άλλαζαν τη γνώμη του περί της συγχυτικής κατάστασης του Κατηγορούμενου, κατατάσσοντας τις εν λόγω ενέργειες ως «σπαστικές» (ενδεχομένως να εννοούσε σπασμωδικές, όπως διατύπωσε και στο ιατρικό του πιστοποιητικό), χωρίς όμως να εξηγεί με οποιαδήποτε επάρκεια και με βάση την ίδια λογική, για ποιον λόγο τότε βασίστηκε στη φερόμενη απουσία μνήμης του Κατηγορούμενου αναφορικώς με τη μετακίνηση του αυτοκινήτου και του πτώματος για να καταλήξει στο συμπέρασμα περί ύπαρξης συγχυτικής κατάστασης. Βρίσκουμε ότι και σε αυτήν την πτυχή της μαρτυρίας του ο μάρτυς ήταν ασαφής, αυτοαναιρούμενος και καθόλου διαφωτιστικός για το Δικαστήριο. Υπάρχουν όμως και άλλα. Στο ιατρικό του πιστοποιητικό ανάφερε ότι, από ό,τι πιστεύει, το έγκλημα δεν ήταν προμελετημένο ή προσχεδιασμένο και ότι, απλώς, ο Κατηγορούμενος φοβήθηκε και αντέδρασε με σπασμωδικό τρόπο. Κατά την αντεξέταση εντούτοις παρουσιάστηκε κάπως μπερδεμένος ως προς τον ορισμό της προμελέτης, γεγονός που ασφαλώς υπέχει σημασίας αφού αφορά ευθέως στα συμπεράσματά του - και αφήνουμε κατά μέρος το γεγονός ότι η μαρτυρία του επί του έσχατου αυτού συμπεράσματος (ultimate issue), αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, μη αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Blackstone´s Criminal Practice 2010, παρ. F10.7, F10.9 και F10.10). Είπε αρχικώς (μεταξύ άλλων), ότι «Φόνος εκ προμελέτης σημαίνει να τραβήσεις τον σιεπέττο και να του τες σύρεις και να φύεις που τζιαμέ και να μην σε κόφτει τίποτε και να πάεις έσσω να ππέσεις». Αυτή η αντίληψη περί προμελέτης είναι σαφώς διαφορετική από εκείνη που ανάφερε ή άφησε να νοηθεί στο ιατρικό του πιστοποιητικό εν σχέσει με την ύπαρξη του προσχεδιασμού ως συστατικού στοιχείου της προμελέτης. Μια άλλη πτυχή της μαρτυρίας του, η οποία θα μπορούσε να ρίξει φως ως προς το τι ακριβώς εννοούσε σε σχέση με την έννοια της προμελέτης, είναι και η αναφορά του ότι «δεν μπορεί ξαφνικά ένα μαρτούδι που έχει 6 φίλους, μια ζωή χωρίς καταχρήσεις κτλ ξαφνικά να πιάσει τη μασιαίρα και να φκεί στα βουνά να σφάξει τον άλλον, δεν γίνεται», από την οποία όμως πηγάζει η έλλειψη αναφοράς ή νύξης περί του στοιχείου της προμελέτης ή της έννοιας του προσχεδιασμένου φόνου, όπως ήταν η έκφραση που χρησιμοποίησε στις τελευταίες τέσσερις γραμμές του ιατρικού του πιστοποιητικού. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης και πιο κοντά στην κοινή έννοια της προμελέτης και του προσχεδιασμού, ανάφερε συναφώς ότι «Μιλούμε κατά πόσον ο άνθρωπος είχε που μέσα του το έγκλημα, δηλαδή αν πήγε τζιαμέ με το μασιαίρι να τον σφάξει». Η σύγχυση λοιπόν του μάρτυρα επί του συζητούμενου προκύπτει φανερή. Βεβαίως, δεν κρίνουμε εδώ τις νομικές γνώσεις του μάρτυρα περί του ορισμού ή σημασίας της προμελέτης, παρά μόνον αξιολογούμε τις τοποθετήσεις του στη βάση των όρων που ο ίδιος χρησιμοποίησε για να πείσει το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε απρομελέτητα. Τέλος, άλλες δύο πτυχές της μαρτυρίας του μάς προβλημάτισαν. Η πρώτη, αφορά στην αντίδρασή του στη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το ιατρικό του πιστοποιητικό δεν είναι αντικειμενικό «.και έχει τη μορφή υπεράσπισης από ένα συνήγορο υπεράσπισης». Απάντησε στο ερώτημα, αφού μεσολάβησαν κάποιες άλλες διευκρινιστικές τοποθετήσεις, ότι «Ούτε που τα ριάλια με κόφτει, απλώς ελυπήθηκά τον. Καταλαβαίνεις το τούντο πράμα; Ελυπήθηκά τον. Στα 20 του, ένα καλό παιδί, ο οποίος δεν είχε τίποτε προηγουμένως, που επήε τζιαί έκαμε μια πελάρα μια νύχτα να καταστραφεί. Αυτός είναι ο λόγος που είμαι δαμέ». Θεωρούμε, στη βάση της θέσης αυτής, ιδωμένης και στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας του, ότι η όλη του αντίκριση διακατεχόταν από συναισθηματισμό αντί μιας πιο αντικειμενικής και αποστασιοποιημένης προσέγγισης που ευλόγως θα αναμενόταν από εμπειρογνώμονα επί των ζητημάτων αυτών. Εδώ, και χωρίς να υπαινισσόμαστε ότι το ένα κατά ανάγκην αποκλείει το άλλο, ο συναισθηματισμός του στάθηκε εμπόδιο στην έκφραση αντικειμενικής κρίσης σε αυτά που κλήθηκε να γνωματεύσει και να δώσει μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου. Η δεύτερη, αφορά στην κάπως αλλοπρόσαλλη τοποθέτηση του αναφορικώς με τον τομέα της Δικανικής Ψυχιατρικής και στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι Δικανικός Ψυχίατρος αλλά γενικός ψυχίατρος. Εμείς, δε μπορούμε να τοποθετηθούμε, στην απουσία σχετικής μαρτυρίας, για τη σημασία που δυνατόν να ενέχει η διαφοροποίηση μεταξύ Δικανικής και Γενικής Ψυχιατρικής. Ο προβληματισμός μας έγκειται αλλού, στο ότι, με άλλα λόγια, ενώ ο μάρτυς αναγνώρισε στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του την ύπαρξη κλάδου Δικανικής Ψυχιατρικής αλλά και την ειδικότητα του Δικανικού Ψυχίατρου (λέγοντας μάλιστα ότι δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να γίνει Δικανικός Ψυχίατρος και ότι στην Κύπρο ο μοναδικός Δικανικός Ψυχίατρος είναι ο Ευάγγελος Αναστασίου «.που έστειλε η κυβέρνηση και μετεκπαιδεύτηκε στην δικανική ψυχιατρική»), δήλωσε μετέπειτα ότι ουδέποτε είχε ακούσει περί του όρου «δικανικός ψυχίατρος». Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του, στο οποίο αποτυπώνεται γλαφυρά η αντίφαση: «E. Η έκθεση σου κύριε Μικελλίδη σου λέω ότι δεν είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη. Δεν άπτεται των θεμάτων που θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει μια έκθεση δικανικού ψυχίατρου. Είναι μάλλον μια έκθεση συνηγόρου υπεράσπισης και αυτό αποδεικνύεται. A. Αρέσκει μου πολλά ο τρόπος που χρησιμοποιάς τον δικανικό ψυχίατρο. Εγιώ που είμαι 30 χρόνια ψυχίατρος πρώτη φορά ακούω τούτο το όνομα, δικανικός ψυχίατρος. E. Δέστε αυτό το έγγραφο που σας δίνω. A. Του δικανικού ψυχίατρου; E. Και δέστε τι λέει για τους δικανικούς ψυχίατρους. A. Εν καλοί άνθρωποι, δεν αμφιβάλλω. E. Θέλω να κατατεθεί στο Δικαστήριο. Επειδή είπατε δεν υπάρχει αυτός ο όρος. Δικαστήριο: Πρώτη φόρα το ακούει λέει. Μάρτυρας: Ούτε γραπτώς τον είδα. Στην Αγγλία, τότε που σπούδαζα εγώ στην Αγγλία ήταν 4, τώρα εγινήκασιν καμιά 25αρκά. Τώρα εσύ έκαμες μου τον forensic psychiatrist σαν τον Άγιο Πέτρο. κος. Κέκκος: Δηλαδή ο Ευάγγελος Αναστασίου ‑‑ Μάρτυρας: Πήγε κάποια χρόνια στην Αγγλία, πότε έγινε forensic psychiatrist; E. Αφού υπογράφει ως δικανικός ψυχίατρος, ως forensic psychiatrist. A. Σημαίνει ότι έκαμε 2 χρόνια σε φρενοκομείο, σε ψυχιατρείο στην Αγγλία, αυτό σημαίνει. E. Και αυτό σημαίνει ότι είναι δικανικός ψυχίατρος; A. Και εγώ έκαμα 4 χρόνια ψυχίατρος στις φυλακές και δεν είμαι δικανικός ψυχίατρος.» Παρόλο που θεωρούμε, με κάθε σεβασμό, ότι το περιεχόμενο από την περικοπή της αντεξέτασης πιο πάνω, δε χρειάζεται ιδιαίτερο σχολιασμό από μέρους μας, λέγουμε, απλώς, ότι προκύπτει και από τούτη την πτυχή της μαρτυρίας του μάρτυρα, η έλλειψη σταθερής βάσης επί της οποίας θα μπορούσαμε να στηριχθούμε για να κρίνουμε αυτά που καλούμαστε να κρίνουμε στη βάση της μαρτυρίας του. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του Γιάγκου Μικελλίδη (Μ.Υ.2), ως μη πειστική και στερημένη οποιασδήποτε ουσιώδους βαρύτητας, για τους λόγους που εξηγήσαμε. Θα προχωρήσουμε τώρα στην παράθεση της νομικής πτυχής των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, ως εκ των εγερθέντων θεμάτων, για λεπτομερειακή ανάλυση. Η προμελέτη αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του κακουργήματος τού φόνου, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Πρόκειται για έννοια πλήρως αποσαφηνισμένη, η οποία ορίστηκε αυθεντικώς στην Κύπρο, στην υπόθεση R. v. Shaban
(1908)8 C.L.R. 82, 84, με επακόλουθη εφαρμογή σε πολλές άλλες υποθέσεις, μετά τη θέσπιση του Άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (μια και εκδόθηκε ενώ ακόμα βρισκόταν σε ισχύ ο Οθωμανικός Ποινικός Κώδικας), όπως φερ΄ειπείν, στην Aristidou v.The Republic
(1967)2 C.L.R. 43, 74-78 (Ολομέλεια). Η προμελέτη αποτελεί θέμα πραγματικό. Απαιτεί προγενέστερο σχεδιασμό ή σκέψη τής αποτρόπαιης πράξης, υπό περιστάσεις που επιτρέπουν ψύχραιμο αναλογισμό. Για να καταστεί ο φόνος προμελετημένος βάσει του άρθρου 204 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, ο δράστης θα πρέπει να είχε την ευκαιρία να προβεί στο σχετικό αναλογισμό και να την απόρριψε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η πράξη του ισοδυναμεί με σχεδιασμένο φόνο εν ψυχρώ, δηλαδή, φόνο εκ προμελέτης. Αν ο δράστης βρίσκεται σε ήρεμη νοητική κατάσταση, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ του σχεδιασμού και της εκτέλεσης θα μπορούσε να ήταν πολύ βραχύ. Δε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για προμελέτη από μόνον το γεγονός της θανάτωσης μια και η προμελέτη θα πρέπει να αποδειχθεί ως ξεχωριστό γεγονός. Η προμελέτη, δηλαδή, δεν εξομοιώνεται αλλά, τουναντίον, διακρίνεται από την πρόθεση πρόκλησης θανάτου, η οποία εκδηλώνεται με την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο. Πρέπει να αποδειχθεί ως η κινητήριος δύναμη για τη θανάτωση του θύματος, με την αιτιώδη σχέση μεταξύ της και της θανάτωσης να πρέπει να είναι άμεση, με τις περιστάσεις της θανάτωσης, αποτιμώμενες είτε μεμονωμένως είτε συνολικώς (όπως προσφάτως επανέλαβε το Ανώτατο Δικαστήριο στη Γαβριήλ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 203/07, ημ. 21.12.09), να παρέχουν μαρτυρία περί ύπαρξης προμελέτης, στο βαθμό και έκταση που διαφωτίζουν περί των προθέσεων του κατηγορούμενου, πριν την έναρξη της ανθρωποκτόνου επίθεσης. Αναφορικώς με το ζήτημα της φόνευσης εξαιτίας πρόκλησης, το άρθρο 208 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι όταν η παράνομη φόνευση εκ πλευράς κατηγορούμενου προκύπτει υπό περιστάσεις που άλλως πως θα συνιστούσαν φόνο εκ προμελέτης, τότε αν ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη αυτή σε βρασμό ψυχικής ορμής που οφείλεται σε ξαφνική πρόκληση, δηλαδή, σε άδικη πράξη, ύβρη ή εκνευρισμό τέτοιας φύσης ώστε να θεωρούνταν ότι αποστερεί το συνετό άνθρωπο, της ικανότητας για αυτοέλεγχο πριν παρασχεθεί ο χρόνος για κατευνασμό της ψυχικής του ορμής, τότε θα είναι ένοχος ανθρωποκτονίας και όχι φόνου εκ προμελέτης. Το τι ισοδυναμεί με πρόκληση δε μπορεί να τύχει ανελαστικής ερμηνείας, με την κάθε περίπτωση να επιβάλλει εξέταση αναλόγως των δικών της περιστάσεων, στη βάση όμως, πάντοτε, του αντικειμενικού κριτηρίου που καθορίζει το άρθρο 208 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Κρίνεται ως απολύτως θεμιτό στα πλαίσια αξιολόγησης της ύπαρξης πρόκλησης, να ληφθεί υπόψη η νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου κατά το χρόνο της φερόμενης πρόκλησης, χωρίς όμως η αξιολόγηση αυτή να ξεφεύγει από τη νομική οριοθέτηση του υπό αναφορά άρθρου (βλ. R v. Lesbini
(1914)3 ΚB 1116). Η κατάληξη περί της ύπαρξης πρόκλησης μπορεί να προκύψει από το σύνολο της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, νοουμένου ασφαλώς ότι τούτη κρίνεται ως αξιόπιστη. Το ξαφνικόν της πρόκλησης δεν εξυπακούει κατ΄ ανάγκην ύπαρξη της, αμέσως πριν την παράνομη πράξη της φόνευσης, αλλά μπορεί να αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα, εξαιτίας συσσώρευσης θυμού ή βρασμού ένεκα προγενέστερων πράξεων ή συμπεριφοράς του θύματος (βλ. H. Gour, Penal Law of India, 10η έκδ, 1996, Τομ. 3, σελ. 2332). Με αυτά, θα προχωρήσουμε αμέσως πιο κάτω στη διατύπωση των τελικών μας ευρημάτων, πέραν ασφαλώς εκείνων στα οποία ήδη καταλήξαμε και παραθέσαμε ανωτέρω. Γύρω στις αρχές Οκτωβρίου 2009, και ενώ οι δύο φίλοι Αναστάσης Ξενοφώντος (Μ.Κ.12) και Σταύρος Γεωργίου, το θύμα του φονικού, βρίσκονταν στην περιοχή «Παπαφιλίππου» στη Λευκωσία, ο Σταύρος είπε στον Αναστάση Ξενοφώντος ότι χρειαζόταν δίσκο του κλάτς για το αυτοκίνητό του. Εκείνη τη μέρα, στον ίδιο χώρο, βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος διέμενε στην οδό Αγίου Νικολάου 37, στην Παλλουριώτισσα, με τη μητέρα του και ήταν ηλικίας 21 χρονών. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ο Κατηγορούμενος ήρθε σε επαφή επιτόπου με τον Αναστάση Ξενοφώντος και τον Σταύρο και έχοντας προθυμοποιηθεί να βοηθήσει τον τελευταίο στην εξεύρεση του εξαρτήματος, τους είπε, ψευδώς, ότι μπορούσε να το παραγγείλει μέσω διαδικτύου έναντι τιμής €
  1. Ο Σταύρος αποδέχθηκε και πλήρωσε εκεί τον Κατηγορούμενο με το εν λόγω ποσό. Η πληρωμή έγινε στην παρουσία του Αναστάση Ξενοφώντος. Ο Κατηγορούμενος είπε στον Σταύρο (και πάλιν ψευδώς), ότι το κλάτς θα παραλαμβανόταν σε μια βδομάδα. Ουδέποτε όμως το είχε παραγγείλει. Μετά πάροδο δύο εβδομάδων και επειδή το κλάτς δεν παραλαμβανόταν, ο Σταύρος άρχισε να ζητά επιμόνως από τον Κατηγορούμενο την επιστροφή των λεφτών που του είχε πληρώσει για την παραγγελία. Ο Κατηγορούμενος όμως δεν επέστρεφε τα λεφτά αφού τα είχε ήδη ξοδέψει και δε μπορούσε να βρει άλλα για να τον πληρώσει. Μια μέρα πριν το φονικό, δηλαδή το απόγευμα της Πέμπτης 22.10.09 και γύρω στις 18:00, ο Σταύρος επισκέφθηκε τον Αναστάση Ξενοφώντος στο σπίτι του και του ανάφερε ότι, λίγο πριν, υποτίθεται ότι θα συναντιόταν με τον Κατηγορούμενο στο σπίτι του τελευταίου για να του έδιδε πίσω τα λεφτά, όμως η συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε, με αποτέλεσμα ο ίδιος να καταλήξει στο σπίτι του Αναστάση Ξενοφώντος. Νωρίτερα το μεσημέρι της ίδιας μέρας και μεταξύ των ωρών 11:29 και 12:40, ο Σταύρος έστειλε τρία τηλεμηνύματα (SMS), προς το κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου, με τα οποία τον καλούσε, σε έντονο ύφος και απειλητικά (παρόλο που ο Κατηγορούμενος δεν τα θεώρησε ως τέτοια, όπως είπε στην αντεξέταση), να του επιστρέψει τα λεφτά, άλλως πως θα γινόταν ". της πουτάνας." και ότι (αν δεν του τα επέστρεφε) ".εν να δερτούμε προειδοποιώ σε". Αυτό το μήνυμα στάλθηκε στις 11:
  2. Ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε, με αποτέλεσμα στις 12:20, ο Σταύρος να του αποστείλει ακόμη ένα τηλεμήνυμα καλώντας τον να απαντήσει διότι με τη μη απάντησή του δυσκόλευε τη θέση του και ότι το απόγευμα που θα ερχόταν δε θα ήταν ήρεμος. Ούτε και σε αυτό το τηλεμήνυμα απάντησε ο Κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα, είκοσι λεπτά αργότερα, ο Σταύρος να του στείλει ακόμη ένα λέγοντάς του ότι, είτε με το καλό είτε με το κακό, θα έπαιρνε τα λεφτά του και για αυτό τον καλούσε να αποφασίσει ποιόν από τους δυο τρόπους προτιμούσε (βλ. Τεκμήριο 51). Ενώ λοιπόν ο Σταύρος βρισκόταν στο σπίτι του Αναστάση Ξενοφώντος, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο. Ο Σταύρος τού είπε ότι βρισκόταν στο σπίτι του Αναστάση Ξενοφώντος, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να πάει και αυτός εκεί γύρω στις 18:00, για να μιλήσουν σε σχέση με την επιστροφή των λεφτών. Ο Κατηγορούμενος, και πάλιν δεν είχε καμιά πρόθεση να επιστρέψει τα λεφτά στον Σταύρο αφού δεν τα είχε. Κατά τη συνάντηση στο σπίτι του Αναστάση Ξενοφώντος, ο Σταύρος ζήτησε και πάλιν τα λεφτά από τον Κατηγορούμενο λέγοντάς του μάλιστα ότι τον κοροϊδεύει. Παρά ταύτα η συζήτηση διεξήχθη σε πολιτισμένα πλαίσια και χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις. Ο Κατηγορούμενος είπε στον Σταύρο ότι δεν είχε εκείνη τη στιγμή τα λεφτά, αναφέροντάς του όμως ότι θα μπορούσε να τον πλήρωνε την επόμενη μέρα και εισηγήθηκε προς τούτο να συναντιόνταν στο Δάλι, για να μοιράσουν, δήθεν, τη διαφορά της απόστασης από το σπίτι του Σταύρου στον Αναλυόντα και του ιδίου στην Παλλουριώτισσα. Ο Σταύρος δέχθηκε. Με προτροπή λοιπόν του Κατηγορούμενου, η συνάντηση καθορίστηκε για την 19:30 της 23.10.09 (σε χώρο παραπλήσιο του χωραφιού όπου, παραδεκτώς, βρέθηκε το πτώμα του Σταύρου, στη Βιομηχανική Ζώνη Ιδαλίου). Ο χώρος ήταν γνωστός στον Κατηγορούμενο. Ήταν ιδανικός (και το ήξερε), για την πραγματοποίηση των άνομων σκοπών που είχε προαποφασίσει, την εκτέλεση δηλαδή του Σταύρου, ο οποίος τον πίεζε συνεχώς για την επιστροφή των λεφτών τα οποία δε μπορούσε με κανένα τρόπο να εξεύρει αφού ήταν άνεργος και περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων. Αυτό ήταν το ελατήριο του το οποίο, αν και δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος, δεν παύει από του να αποτελεί στοιχείο ανίχνευσης της κινητήριας δύναμης που τον ώθησε να δράσει με τον τρόπο που έδρασε. Η συνάντηση, αν άλλες ήσαν οι βουλές του Κατηγορούμενου, θαυμάσια θα μπορούσε να λάμβανε χώραν σε οποιοδήποτε κατοικημένο σημείο (με την ευρεία και συνήθη έννοια που αποδίδεται στον όρο, εν αντιθέσει με κάποιο χώρο σε Βιομηχανική Περιοχή, ιδιαίτερα κατά το βράδυ), εντός της κωμόπολης Ιδαλίου, όπως για παράδειγμα, σε κάποια καφετερία ή άλλο παρεμφερή χώρο, κάτι που και πάλιν θα συγκέραζε το μοίρασμα της απόστασης μεταξύ των χώρων διαμονής τους. Μάλιστα, η επιλογή αυτή θα πρέπει να ήταν και ασφαλέστερη για τον Κατηγορούμενο ο οποίος, όπως μας είπε, φοβόταν τον Σταύρο και τις αντιδράσεις του αλλά (υποτίθεται) και τις απειλές και πιεστική του επιμονή. Δε μπορεί παρά να ήσαν νωπά ακόμη στη μνήμη του τα τηλεμηνύματα που του είχε στείλει ο Σταύρος στις 22.10.09, αλλά και η ακάλεστη επίσκεψη του Σταύρου στο σπίτι του για να ζητήσει τα λεφτά του, περίπου μια με μιάμιση εβδομάδα πριν το φονικό, όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος μας ανέφερε κατά την αντεξέταση. Παρενθέτουμε εδώ ότι, όπως επίσης παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ο Κατηγορούμενος, ο χώρος συνάντησης δεν προσφερόταν στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένων των απειλών του Σταύρου και του γεγονότος ότι του "έβκαλε φόο". Διερωτάται κάποιος για ποιόν λόγο ο Κατηγορούμενος δε συνοδεύθηκε από κάποια τρίτα πρόσωπα στη συνάντηση (φίλο ή κάποιο από τα τρία μεγαλύτερα του αδέλφια), έτσι ώστε να διασφάλιζε, τρόπον τινά, κάποιο ισοζύγιο ή τη δημιουργία, έστω, κάποιων αναστολών, ως εξ αυτού, στον Σταύρο σε περίπτωση που τα πράγματα έβγαιναν εκτός ελέγχου. Αυτή όμως η πασιφανώς λογική επιλογή δεν τροχοδρομήθηκε από τον Κατηγορούμενο διότι, απλούστατα, κάτι τέτοιο θα ήταν ασυνταίριαστο με τους σχεδιασμούς του. Ο Κατηγορούμενος πριν φύγει από το σπίτι του για τη συνάντηση, πήρε μαζί του το μαχαίρι - Τεκμήριο 13, το οποίο είχε στο δωμάτιο του, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει ως το όπλο εκτέλεσης του Σταύρου. Είχε πλήρη αντίληψη και επίγνωση της επικινδυνότητας του μαχαιριού για εκείνον που θα δεχόταν τα κτυπήματά του, εξού και το επέλεξε. Ήταν αποφασισμένος να σκοτώσει τον Σταύρο παρόλο που κατά τη συνάντηση που είχαν πριν, στο σπίτι του Αναστάση Ξενοφώντος, τα πράγματα κύλησαν σχετικώς ήρεμα, χωρίς απειλές εκ πλευράς θύματος. Ξεκινώντας από το σπίτι για τη συνάντηση, ήξερε ότι ο λόγος που πήγαινε σε αυτήν ήταν για να φονεύσει τον Σταύρο και όχι, τάχατες, για να του επιστρέψει τα λεφτά που του χρωστούσε ή μέρος αυτών. Ακόμη και αν ήθελεν γίνει αποδεκτή η εκδοχή του (ή τέλος πάντων, μια από αυτές), ότι, δηλαδή, μετέβαινε στη συνάντηση με σκοπό να προτείνει στον Σταύρο επιστροφή μέρους του οφειλόμενου ποσού, η πρότασή του αυτή (γνωρίζοντας τις προηγούμενες αρνητικότατες αντιδράσεις του θύματος), ήξερε ότι θα συναντούσε τη ζωηρή απαρέσκεια του τελευταίου και συνεπώς (στη βάση της ίδιας λογικής), την εκφορά απειλών από μέρους του, έπ΄ ουδενί αποκλειόμενης της απειλής για τοποθέτηση βόμβας στη μητέρα του. Βεβαίως, ένας αναπόφευκτος συνειρμός που θα μπορούσε να γίνει θα ήταν και το γιατί ο Κατηγορούμενος δεν πληροφόρησε τον Σταύρο σε ένα, έστω, από τα τηλεμηνύματα ή τα 14 τηλεφωνήματα τα οποία αντάλλαξαν μεταξύ τους τη μέρα εκείνη του φονικού (συμφώνως του περιεχομένου των Τεκμηρίων 49 (Α και Β) και 51), ότι δε θα μπορούσε να του επιστρέψει όλο το ποσό που του χρωστούσε (όπως του είχε υποσχεθεί κατά τη συνάντηση στο σπίτι του Αναστάση Ξενοφώντος) και ότι σκοπός του ήταν να του πρότεινε μερική, μόνον, αποπληρωμή των οφειλομένων. Τα περί απειλών για τοποθέτηση βόμβας στη μητέρα του από τον Σταύρο αποτελούν, θεωρούμε, εφευρήματα του Κατηγορούμενου με σκοπό την αποφυγή ανάληψης του συνόλου των επιπτώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν για αυτόν ως εκ του προμελετημένου φόνου. Έχουμε ήδη απορρίψει ως αναξιόπιστη την εκδοχή του ότι οι υποτιθέμενες αυτές απειλές ήσαν το αίτιο (υπό αίρεση ή άλλως πως), που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο μαχαίρωμα του Σταύρου, με τον τρόπο που περίγραψε ο Κατηγορούμενος ή αυτό που στην εξέλιξη του επεισοδίου οδήγησε, όντως, στο ειδεχθές γεγονός. Ήδη, αναφερθήκαμε στον τρόπο που προσεγγίσαμε τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου και αναλύσαμε τους λόγους των αντιφατικών και ανακόλουθων εκδοχών που πρόταξε σε σχέση (και) με αυτό το ζήτημα. Δε χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Σημασία έχει ότι αυτά που ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση αναφορικώς με την πρόθεσή του να μαχαίρωνε τον Σταύρο σε περίπτωση που τον απειλούσε ότι θα τοποθετούσε βόμβα στη μητέρα του, και να γίνονταν πλήρως αποδεκτά από εμάς, και πάλιν δε θα δικαιολογούσαν την αντίδραση του Κατηγορούμενου, αφού το τι προκύπτει από τη σχετική περικοπή της κατάθεσης αλλά και την προφορική του μαρτυρία, είναι ότι ήταν η προοπτική εκστόμισης (και μόνον), της απειλής, που θα αποτελούσε την αιτίαση που αφεύκτως θα τον οδηγούσε στο μαχαίρωμα και όχι το ότι θεωρούσε την εν λόγω απειλή ως πραγματική και όχι απλώς ως κενή περιεχομένου και αβάσιμη (idle threat). Έχει σημασία εδώ να υπενθυμίσουμε ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε πρόταξε την αυτοάμυνα ή την κατάσταση ανάγκης (βάσει του άρθρου 17 του Κεφ. 154), ως υπεράσπιση (αντιθέτως ο κ. Πεκρής προέβη σε δήλωση περί του αντιθέτου), κάτι που αν γινόταν, θα οδηγούσε σε διήθηση των γεγονότων και εκδοχών του, μέσα από διαφορετικό πρίσμα ανάλυσης, παρόλο που και η υπεράσπιση αυτή, υπό το φως της αξιολόγησης και των ευρημάτων μας, και πάλιν θα ήταν ασύμβατη με αυτά και ως εκ τούτου καταδικασμένη σε απόρριψη. Ο Κατηγορούμενος πριν μεταβεί στη φονική συνάντηση μερίμνησε ευσχήμως και με σαφή στόχευση και σκοπιμότητα να δημιουργήσει για τον εαυτό του ψευδές άλλοθι λέγοντας στη μητέρα του ότι μεταξύ των ωρών 20:00 και 24:00 (τη μέρα του εγκλήματος), θα βρισκόταν στην εργασία του ως φρουρός ασφαλείας στην ΑΗΚ. Αυτό το είπε (ενάντια στα συμφέροντά του), κατά την αντεξέταση. Γνωρίζουμε όμως ότι (και το παραδέχθηκε και τούτο ο Κατηγορούμενος), ότι τα περί εργοδοσίας του στην ΑΗΚ ήταν ψέμα. Περί του ψέματος αυτού μάς δικαιολογήθηκε ότι το προώθησε επειδή ντρεπόταν, κατ΄ ουσίαν, να πει στη μητέρα του ότι δε δούλευε. Δεν εξήγησε όμως πώς και ήρθαν έτσι τα πράγματα έτσι ώστε να της αναφέρει τη μοιραία εκείνη μέρα ότι κατά το χρόνο που θα λάμβανε χώραν η συνάντησή του με τον Σταύρο θα εργαζόταν, αν και ρωτήθηκε, απαντώντας ότι δε μπορούσε να θυμηθεί το λόγο. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος πρόταξε για ακόμη μια φορά τη μητέρα του ως ασπίδα για να δικαιολογήσει τις έκνομες του ενέργειες. Προκύπτει όμως και κάτι άλλο από την ενέργεια του Κατηγορούμενου να ψευσθεί στη μητέρα του ότι κατά το χρόνο του φονικού θα βρισκόταν δήθεν στην εργασία του. Αυτό δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι το ίδιο ψέμα είπε και στον Αναστάση Ξενοφώντος (Μ.Κ.12), λίγο μετά που σκότωσε τον Σταύρο (και άρα δεν ήταν ένα αθώο ψέμα που είχε πει μόνον στη μητέρα του για να μην τη λυπήσει που στην πραγματικότητα δεν εργαζόταν, όπως άφησε να νοηθεί κατά την αντεξέτασή του), όταν του τηλεφώνησε για να το ρωτήσει αν είχε δει καθόλου τον Σταύρο διότι δεν είχε τηρήσει το ραντεβού μαζί του, λέγοντας του ότι, αν τον έβλεπε, να του έλεγε να πάει στην ΑΗΚ, όπου θα δούλευε για να τον πληρώσει. Σε αυτή την πτυχή θα αναφερθούμε και πιο κάτω. Τώρα όμως, αυτό το αναφέρουμε για να καταδείξουμε συσχετισμό μεταξύ του ψευδούς άλλοθι που προσπάθησε να δημιουργήσει ο Κατηγορούμενος αναφορικώς με τη μητέρα του και της ενίσχυσής του με αυτά που είπε στον Αναστάση Ξενοφώντος. Ο Κατηγορούμενος έφθασε στο σημείο συνάντησης μισή ώρα περίπου πριν τον καθορισμένο χρόνο, αναμένοντας εκεί τον Σταύρο. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί ότι γνώριζε την περιοχή. Πήγε εκεί πρώτος (και αρκετά πιο νωρίς), για να ασχοληθεί επιτόπου με τις τελευταίες πινελιές του εγχειρήματός του. Μέρος του σχεδιασμού ήταν η στάθμευση του αυτοκινήτου του, με αριθμό εγγραφής DAF30 (βλ. φωτογραφίες 1 μέχρι 3 στο Τεκμήριο 2), εντός του χωραφιού. Το σημείο αυτό το έδειξε ο Κατηγορούμενος κατά τις υποδείξεις σκηνών, ως το Τεκμήριο 46 και τη φωτογραφία 83 του Τεκμηρίου
  3. Δεν περίμενε όμως τον Σταύρο μέσα στο αυτοκίνητο. Αντιθέτως, το είχε αφήσει σταθμευμένο εκεί, προχωρώντας σε άλλο σημείο, το οποίο και πάλιν υπέδειξε στη φωτογραφία 91 του Τεκμηρίου 2, όπου και "τσουλλοκάθησε", όπως είπε, πίσω από τοίχο, περιμένοντας τον να περάσει με το αυτοκίνητό του. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι η αναμονή του αυτή πίσω από τον τοίχο σκοπό είχε στο να του δώσει τη δυνατότητα ελέγχου άφιξης του Σταύρου στο χώρο (αν, για παράδειγμα θα ερχόταν μόνος ή όχι), οπόταν και αναλόγως θα έπραττε. Ο Σταύρος κατέφθασε, σταθμεύοντας, καθώς είπαμε, αρχικώς στη γωνία των οδών Ζήνωνος και Τεύκρου Ανθία, σε σημείο που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος στη φωτογραφία 82 του Τεκμηρίου
  4. Τούτο ενισχύεται και από τη μαρτυρία των Ραφαέλλου Ανδρέου (Μ.Κ.7) και Χριστόδουλου Πορκέ (Μ.Κ.8). Τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο στο κινητό τηλέφωνο του Κατηγορούμενου στις 19:43:39 και μίλησαν για 41 δευτερόλεπτα. Κατά την τελευταία αυτή τηλεφωνική τους συνομιλία, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στον Σταύρο να στρίψει προς το χωματόδρομο (όπως αποτυπώθηκε συμμετρικώς στο Τεκμήριο 48) και να σταθμεύσει το αυτοκίνητό του στο χωράφι, εκεί που ήταν ήδη σταθμευμένο το δικό του αυτοκίνητο. Έτσι και έγινε. Ο Σταύρος, πέρασε μπροστά από το σημείο όπου ήδη καθόταν "τσουλλοκαθηστός" ο Κατηγορούμενος, ντυμένος στα μαύρα, για να μη γίνεται ευκόλως αντιληπτός στο σκοτάδι, όπως και έγινε, λόγω και του γεγονότος ότι ο φωτισμός δεν ήταν εν πάση περιπτώσει επαρκής. Τότε, ο Κατηγορούμενος, έχοντας πλήρη ηρεμία και έλεγχο των πράξεών του και με σκοπό τη ψυχρή και προμελετημένη υλοποίηση του σχεδίου του, κατευθύνθηκε πεζή προς το σημείο που στάθμευσε ο Σταύρος στο χωράφι, κοντά στο δικό του αυτοκίνητο, έχοντας τοποθετήσει προηγουμένως το φονικό μαχαίρι στην πίσω αριστερή τσέπη του παντελονιού του για να μην είναι ορατό από τον Σταύρο, επιζητώντας την κατάλληλη στιγμή για την εκτέλεση του. Ο φωτισμός στο σημείο στάθμευσης των αυτοκινήτων (και όχι τυχαίως), ήταν και πάλιν ανεπαρκής. Για αυτό ήταν που στάθμευσε ο Κατηγορούμενος το δικό του αυτοκίνητο εκεί από πριν έτσι ώστε να μετατρεπόταν σε σταθερό σημείο αναφοράς. Διανύοντας την απόσταση από το σημείο που βρισκόταν πίσω από τον τοίχο μέχρι το σημείο που στάθμευσε ο Σταύρος (γύρω στα 50 μέτρα), ο Κατηγορούμενος είχε άπλετο χρόνο για δεύτερες, ωριμότερες και ψυχραιμότερες σκέψεις, όπως είχε βεβαίως και κατά τη διάρκεια της μισής περίπου ώρας που βρισκόταν στο χώρο καρτερώντας τον. Μόλις πλησίασε τον Σταύρο και παντελώς απρόκλητα, τον μαχαίρωσε στην αριστερή πλάγια κοιλιακή χώρα (λίγο πιο κάτω από την καρδιά), δημιουργώντας του τραύμα μήκους 3,5 εκατοστών, με αποτέλεσμα την έξοδο εντερικών ελίκων, λόγω των δοντιών του μαχαιριού που είχαν αντίθετη φορά με τη λεπίδα και το ως εκ τούτου γάντζωμα πάνω σε αυτά της σάρκας και των σωθικών του (βλ. φωτογραφίες 165 και 166 του Τεκμηρίου 4). Ένεκα της φύσεως του τραύματος, ο Σταύρος διατηρούσε ακόμη τη δυνατότητα κάποιων κινήσεων και αντίδρασης. Διαπιστώνοντας ότι δεν πέθανε, ο Κατηγορούμενος τού ξαναεπιτέθηκε. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.10) και τα συναφή του ευρήματα κατά την ιατροδικαστική εξέταση της σορού αλλά και του Κατηγορούμενου (τα οποία υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε, καθιστώντας τα αναπόσπαστο μέρος του σκεπτικού μας), ο Κατηγορούμενος αντέδρασε (ασφαλώς), προσπαθώντας να αμυνθεί και να αποτρέψει το μοιραίο. Ακόμη και κατά εκείνη τη στιγμή (μετά δηλαδή από την πρώτη μαχαιριά), ο Κατηγορούμενος, διαπιστώνοντας ότι ο Σταύρος δεν είχε πεθάνει, είχε επαρκή χρόνο να αποστεί από αυτά που θα ακολουθούσαν έχοντας στο κάτω - κάτω (και συμφώνως μιας των εκδοχών του), δώσει ήδη σαφές μήνυμα προς τον Σταύρο να σταματήσει να απειλεί τη μητέρα του (ή και τον ίδιο). Δεν το έπραξε όμως και τούτο επειδή σκοπό είχε να τον εξοντώσει. Ήταν στα πλαίσια των απεγνωσμένων προσπαθειών του Σταύρου να προστατευθεί από τα αλλεπάλληλα μαχαιρώματα του Κατηγορούμενου που κατόρθωσε να τον χτυπήσει σε διάφορα μέρη του σώματος του με αποτέλεσμα, μάλιστα, να βρεθεί και γενετικό του υλικό στη χειρολαβή του μαχαιριού. Δε διαπιστώθηκε τραυματισμός από το μαχαίρι στο σώμα του Κατηγορούμενου. Ο Σταύρος αντιπάλεψε ευρισκόμενος σε πασιφανώς δυσμενή θέση λόγω της πρώτης μαχαιριάς, διεξάγοντας άνιση μάχη άμυνας. Αυτή τη συμπλοκή είναι που ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί για ίδιον όφελος και προτάξει ως ενισχυτική της θέσης του ότι, ό,τι έγινε συνέβη στα πλαίσια ενός στιγμιαίου καυγά. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος με αποφασιστικότητα και απώτερο σκοπό τη θανάτωση του Σταύρου, το μαχαίρωσε βίαια και επαναληπτικά άλλες 26 φορές (με κάποιες από τις μαχαιριές να του επιφέρονται ενώ βρισκόταν είτε σωριασμένος στο έδαφος είτε γονατιστός, με τον Κατηγορούμενο να βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο από αυτόν), προκαλώντας του, κατά σειράν, τραύματα στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης και της κεφαλής, ήτοι, τραύμα διαστάσεων 1 Χ 0,2 εκατοστών στη αριστερή μασχαλιαία χώρα (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 83), τραύμα διαστάσεων 0,4 Χ 0,1 εκατοστών στην αριστερή υποκλείδια χώρα (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 84), τραύμα διαστάσεων 0,2 Χ 0,1 εκατοστών στην πρόσθια τραχηλική χώρα (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 85), άλλα 14 τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής ως ακολούθως: τραύμα διαστάσεων 0,9 Χ 0,2 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 86), 4,8 Χ 1 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφίες 87 και 88), 1,8 Χ 0,2 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφίες 89 και 90), 1,2 Χ 0,1 (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφίες 91 και 92), 5 Χ 0,1 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 93), 5 Χ 0,1 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφίες 97 και 98), 1 Χ 0,01 (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 94), 1,4 Χ 1,6 (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφίες 95 και 96), 3,8 Χ 0,5 (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφίες 95 και 96), 3,8 Χ 0,5 (βλ. Τεκμήριο 3,φωτογραφίες 96, 97 και 98), 1,5 Χ 0,1 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 100), 2,7 Χ 0,1 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 100), 4 Χ 0,3 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 101), 5 Χ 0,2 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφία 103), 2,5 Χ 0,1 εκατοστών (βλ. Τεκμήριο 3, φωτογραφίες 105 και 106), τραύμα διαστάσεων 4 Χ 1 εκατοστών στην δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα (βλ. Τεκμήριο 4, φωτογραφίες 107, 186, 187 και 188), τραύμα διαστάσεων 2 Χ 0,5 εκατοστών στην δεξιά πρόσθια τραχηλική χώρα (βλ. Τεκμήριο 4, φωτογραφίες 108 και 109), τραύμα διατάσεων 1 Χ 0,1 εκατοστών στον αντίχειρα του δεξιού χεριού (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφία 41 και Τεκμήριο 4, φωτογραφίες 110 και 111), τραύματα διαστάσεων 2,5 Χ 0,9 εκατοστών, 3,5 Χ 0,5 εκατοστών, 4,3 Χ 0,5 εκατοστών, 1,2 Χ 0,5 εκατοστών και 4,2 Χ 0,5 εκατοστών στην δεξιά ωμοπλατιαία χώρα (βλ. Τεκμήριο 4, φωτογραφίες 118, 119 και 120). Ως αποτέλεσμα των μαχαιρωμάτων στο κεφάλι και ενός άλλου τυφλού τραύματος στο θόλο του κρανίου στη μετωπιαία χώρα (βλ. Τεκμήριο 4, φωτογραφίες 147 και 148), καθώς και ενός διαμπερούς τραύματος στη δεξιά πλάγια ινιακή χώρα (βλ. Τεκμήριο 4, φωτογραφίες 149, 150, 151, 153 και 154), του προκλήθηκε αιμορραγία στον εγκέφαλο στη δεξιά ινιακή χώρα με χάλαση της αρχιτεκτονικής λόγω εισδοχής στην κρανιακή κοιλότητα του μαχαιριού το οποίο διαπέρασε το κρανίο που είχε πάχος 0,8 εκατοστά (χαρακτηρίζεται από τα σκληρά οστά του ανθρώπου), και έφτασε μέχρι τον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει και τραύμα στην δεξιά κροταφική χώρα βάθους 2 εκατοστών. Όλα τα τραύματα που δέχθηκε ο Σταύρος μπορούσαν να του επιφέρουν το θάνατο, είτε από μόνα τους είτε σε συνδυασμό μεταξύ τους, σε περίπτωση που δεν τύγχαναν άμεσης ιατρικής αντιμετώπισης, όπως και έγινε. Το θλαστικό τραύμα στον αριστερό νεφρό του Σταύρου δεν προκλήθηκε από το μαχαίρι αλλά από ενέργειες του Κατηγορούμενου, πιθανώς κλωτσιές, κατά τη διάρκεια του περιστατικού και των προσπαθειών αυτοάμυνας του θύματος. Με βάση τα ευρήματά μας, θεωρούμε ότι με κανένα τρόπο δεν θα δικαιολογείτο εδώ εύρημα περί φόνευσης του Σταύρου εξαιτίας πρόκλησης εκ πλευράς του προς τον Κατηγορούμενο, βάσει των προνοιών του άρθρου 208, Κεφ. 154, όπως εισηγήθηκε ο κ. Πεκρής. Το αυτοκίνητο του Σταύρου βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση κατά το συμβάν του φονικού, με τον Κατηγορούμενο να το μετακινεί αργότερα και να το παρκάρει βίαια και απότομα πίσω από σωρούς με ασφαλτοχάλικα που βρίσκονταν στον άμεσο χώρο, όπως φαίνεται, μεταξύ άλλων στις φωτογραφίες 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 του Τεκμηρίου
  5. Υπήρξε άμεση επαφή του Σταύρου με το αριστερό κάτω μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του, με το αίμα που εντοπίστηκε εκεί να είναι δικό του. Παρέμεινε εντούτοις απροσδιόριστος ο τρόπος με τον οποίον επήλθε η επαφή αυτή. Αναφορικώς με τις σταγόνες αίματος που εντοπίστηκαν κατά μήκος της αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου του Σταύρου, αυτές προέκυψαν είτε από άμεση επαφή του Σταύρου με τα σημεία αυτά είτε μεταφέρθηκαν εκεί μέσω άλλου οργάνου ή αντικειμένου. Το ίδιον ισχύει και για την κηλίδα αίματος του Σταύρου που εντοπίστηκε στον αριστερό μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου, ως η φωτογραφία 137 του Τεκμηρίου
  6. Τα ευρήματά μας αυτά εξάγονται αδιαμφισβητήτως από τις συναφείς διαπιστώσεις του εμπειρογνώμονα Αρχιλοχία Μιχάλη Σάββα (Μ.Κ.2) και του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.10). Το πτώμα του Σταύρου βρέθηκε επί τόπου στο χωράφι, στο σημείο 1, στη φωτογραφία 24 του Τεκμηρίου
  7. Στο εν λόγω σημείο σύρθηκε από τον Κατηγορούμενο, από το σημείο 2, όπως αντικατοπτρίζεται στη φωτογραφία 72 του Τεκμηρίου 1 (όπου υπάρχει μεγάλη κηλίδα αίματος), έτσι ώστε να μην είναι ευκόλως ορατό από το δρόμο, με τον Κατηγορούμενο να το μετακινεί με κατεύθυνση αγγλικού ερωτηματικού ακολουθώντας κυκλική πορεία από το σημείο 2 και ακολούθως προς το σημείο 3 και από εκεί προς το σημείο 6 και τέλος προς την τελική θέση, στο σημείο
  8. Ως εκ του συρσίματος, προκλήθηκαν εκδορές τριβής στο θώρακα και στο πρόσωπο του Σταύρου, ο οποίος κατά το σύρσιμο αυτό βρισκόταν μπρούμυτα, με τον Κατηγορούμενο να τον γυρίζει ακολούθως ανάσκελα. Το μαχαίρι εντοπίστηκε από την Αστυνομία σε σωρό σκουπιδιών σε κοντινή απόσταση από το πτώμα (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 66, 67, 68 και 69). Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος άφησε το φονικό όπλο στη σκηνή παραμένει, εν προκειμένω, στοιχείο ουδέτερο και δεν αποκλίνει από τα ήδη διαμορφωθέντα συμπεράσματα και ευρήματά μας. Το αναφέρουμε αυτό διότι έγινε κάποια συζήτηση κατά τις προφορικές αγορεύσεις ως προς τη σημασία που θα μπορούσε να αποκτήσει το γεγονός στα πλαίσια αξιολόγησης των περιστάσεων που θα μπορούσαν να σταχυολογηθούν ως δεικτικές ύπαρξης ή ανυπαρξίας προμελέτης. Δε θεωρούμε ότι θα μπορούσε να εξαχθεί απαρεγκλίτως εύρημα ότι επειδή ο Κατηγορούμενος άφησε στη σκηνή του εγκλήματος το μαχαίρι, δεν είχε προσχεδιάσει το φονικό. Εν πάση περιπτώσει και για ό,τι αυτό θα μπορούσε να αξίζει, υπογραμμίζουμε ότι παρόμοια πράξη (ή παράλειψη) του κατηγορούμενου στην υπόθεση Pieris v. The Republic
(1963)1 C.L.R. 87, 90, να αφήσει το μαχαίρι καρφωμένο στο σώμα του θύματος, δε φαίνεται να αποτέλεσε στοιχείο ανατρεπτικό του ευρήματος προμελέτης. Δεν έχουμε επίσης καμιά απολύτως αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος, μετά που διαπίστωσε το θάνατο του Σταύρου, εσκεμμένως, αλλοίωσε (καθώς περιγράψαμε), τη σκηνή του εγκλήματος, μετακινώντας το αυτοκίνητο του θύματος με σκοπό να προκαλέσει σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Πάνω σε αυτή την πτυχή δεν παραβλέπουμε ότι ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Κ.10), ανάφερε ότι η εκ πλευράς Κατηγορούμενου μετακίνηση του θύματος, τα μαχαιρώματα που του επέφερε και άλλες ενέργειες στις οποίες προέβη, ήσαν αψυχολόγητες, χωρίς λογική, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση πανικού. Σημειώνουμε ότι πέραν του ότι ο μάρτυς δεν κατέχει την εμπειρογνωμοσύνη για τέτοιου είδους ευρήματα, η περιγραφή που έδωσε δεν αποκλείει με κανένα τρόπο την υλοποίηση ενός προσχεδιασμένου φονικού υπό το καθεστώς που περιγράφθηκε. Ο θάνατος του Σταύρου καθορίστηκε από τον ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους ότι επεσυνέβη γύρω στις 19:45, στοιχείο που συνάδει και με το γεγονός ότι το τελευταίο τηλεφώνημα μεταξύ Κατηγορούμενου και θύματος συμπληρώθηκε γύρω στις 19:44, με τον Κατηγορούμενο να τηλεφωνά για πρώτη φορά μετά το επεισόδιο (εκτός και αν πρόβαινε σε τηλεφωνήματα κατά τη διάρκεια των μαχαιρωμάτων, κάτι που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε και που βρίσκουμε ότι δε συνέβη), στις 20:02:03 και ενώ ακόμη βρισκόταν εντός της Βιομηχανικής Ζώνης Ιδαλίου. Απορρίπτουμε τη θέση του Κατηγορούμενου ότι πριν το φονικό και αμέσως μετά που συναντήθηκε με τον Σταύρο υπήρξε μεταξύ τους δεκάλεπτη περίπου συζήτηση σε ήρεμους τόνους, όπως ισχυρίστηκε. Η απόρριψη τούτη, παρεμβάλλουμε, εντάσσεται στα πλαίσια κρίσης της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης, με κάποιες αποδεκτές εκφάνσεις της (και αναφερόμαστε και σε άλλες τέτοιες, αλλού στην απόφασή μας), να προκύπτουν είτε διότι αποτέλεσαν δηλώσεις εναντίον του συμφέροντός του είτε διότι ενισχύονται από άλλη μαρτυρία. Κατατάσσουμε την εκδοχή αυτή ως ένα εκ των υστέρων δημιούργημα του Κατηγορούμενου για να πείσει ότι, όποιες και αν ήταν οι αποδιδόμενες σε αυτόν προθέσεις πριν τη συνάντηση με τον Σταύρο, το δεκάλεπτο που μεσολάβησε θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ακυρωτικό κάθε προγενέστερης εκφρασθείσας ή συναχθείσας πρόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, έστω ότι η συνομιλία αυτή πράγματι έλαβε χώραν, το περιεχόμενό της δεν ήταν διαφορετικό στην ουσία του από εκείνο που ταλάνιζε τους δυο πριν τη συνάντηση. Αντιθέτως, ήταν απολύτως συναφές, και το αίτιο, μάλιστα, που βρίσκονταν εκεί. Τούτες οι περιστάσεις διαφοροποιούν πολύ τα πράγματα από εκείνα που συζητήθηκαν στην υπόθεση Ονησίλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, 572-573 (την οποία πρόταξε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Κατηγορούμενου για να πείσει περί του αντιθέτου), εν σχέσει με το, κατά το Εφετείο, πρωτόδικο σφάλμα εξομοίωσης της απλής σκέψης του κατηγορούμενου-εφεσείοντα με προμελέτη και παραγνώριση ότι τα μετέπειτα συμβάντα της μέρας του φονικού, καταμαρτυρούσαν ότι οι σκέψεις του κατηγορούμενου-εφεσείοντα ήσαν παροδικές και ότι, στην πραγματικότητα, γενεσιουργό αιτία για τα μετέπειτα διαδραματισθέντα, αποτέλεσε κάποια συζήτηση που επακολούθησε μεταξύ του και του θύματος, η οποία μετέβαλε τη διάθεσή του έναντι της, από ερωτική σε εχθρική. Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπήρξε καμιά μεταβολή συναισθημάτων ή διάθεσης. Υπάρχει όμως ακόμη μια διάσταση που μας απασχόλησε αναφορικώς με τη φερόμενη δεκάλεπτη συνομιλία μεταξύ Κατηγορούμενου και Σταύρου, και τούτη δεν είναι άλλη από την παντελή απουσία πειστικότητας και λογικής ως προς την προβληθείσα έκταση και περιεχόμενό της, αφού όπως ήσαν αποκρυσταλλωμένα τα πράγματα κατά τον κρίσιμο χρόνο και με τη συνάντηση να έχει συγκεκριμένη σκοπιμότητα, την πληρωμή, δηλαδή (κατά τον Κατηγορούμενο), μέρους του οφειλόμενου ποσού προς τον Σταύρο, δεν υπήρχε λόγος για μια τόσο εκτεταμένη (υπό τις περιστάσεις), συζήτηση μεταξύ των δύο, ήρεμης μάλιστα, τη στιγμή που η θέση του Σταύρου ήταν σαφώς και καθέτως εναντιωματική. Στιγμές μετά που ο Κατηγορούμενος διαπίστωσε το θάνατο του Σταύρου και έχοντας πλήρη επίγνωση των πράξεών του, πήρε το κινητό τηλέφωνο του θύματος (με αριθμό 99308193), με σκοπό να το καταστρέψει και να αποσυνδέσει τον εαυτό του από τα δεδομένα των τηλεμηνυμάτων και τηλεφωνημάτων που είχε ανταλλάξει με αυτόν τη μέρα του φονικού και προγενέστερα. Στις 20:02:03, λοιπόν, τηλεφώνησε με το κινητό του τηλέφωνο στον Αναστάση Ξενοφώντος και τον ρώτησε (όπως είπε), αν είχε βρεθεί με τον Σταύρο. Το έπραξε αυτό ενώ γνώριζε ότι ο τελευταίος κειτόταν στο χωράφι νεκρός και με τον ίδιο να έχει μάλιστα ακόμη στα χέρια του το αίμα του (πλύθηκε μετά, με μπουκάλι νερού που αγόρασε από περίπτερο κοντά στα γραφεία της ΑΗΚ, στην οδό Φώτη Πίττα, στη Λευκωσία). Ο Αναστάσης Ξενοφώντος τού απάντησε αρνητικά, με τον Κατηγορούμενο να του εξηγεί ότι είχαν συμφωνήσει να βρίσκονταν έξω από τη μάντρα αυτοκινήτων "Τροκκούδη" για να του έδινε τα λεφτά που του χρωστούσε, αλλά ο Σταύρος δεν πήγε. Ο Αναστάσης Ξενοφώντος, αν και γνώριζε για το ραντεβού των δύο στη Βιομηχανική Ζώνη Ιδαλίου, δε γνώριζε το ακριβές της σημείο. Ο Αναστάσης Ξενοφώντος προσπάθησε να εντοπίσει τον Σταύρο τηλεφωνικώς, χωρίς όμως (και ασφαλώς), αποτέλεσμα. Τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο και του είπε τα σχετικά. Τότε, ο Κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πολύ καλώς τι θα έλεγε, είπε στον Αναστάση Ξενοφώντος να πληροφορούσε τον Σταύρο, αν τον εντόπιζε, να μετέβαινε στη δουλειά του στην ΑΗΚ για να του δώσει τα λεφτά. Έχουμε ήδη αναφερθεί στα ψέματα του Κατηγορούμενου περί της εργασίας του στην ΑΗΚ αλλά και προς τη μητέρα του, όπως και στην προσπάθειά του να δημιουργήσει, στη δική του αντίληψη, ψευδές άλλοθι για όλους τους ευνόητους λόγους. Οδεύοντας προς Λευκωσία και φεύγοντας από τη σκηνή του εγκλήματος, τηλεφώνησε άλλες δυο φορές στον Αναστάση Ξενοφώντος σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, για να καταλήξει τελικώς στο χώρο στάθμευσης της ΑΗΚ στην οδό Φώτη Πίττα στη Λευκωσία και να καταστρέψει και πετάξει εκεί, σε σημεία που υπέδειξε κατά τις υποδείξεις σκηνών (στις 24.10.09), ως το Τεκμήριο 45, το κινητό τηλέφωνο του Σταύρου, καθώς και τη μπαταρία και τις κάρτες του κινητού τηλεφώνου. Με το ξημέρωμα της μέρας και τον εντοπισμό της σορού του Σταύρου και την έναρξη του ανακριτικού έργου, ο Αναστάσης Ξενοφώντος κλήθηκε για κατάθεση στην Αστυνομία, κατά τη διάρκεια της οποίας δέχθηκε τηλεφώνημα στο κινητό του από τον Κατηγορούμενο στις 16:12:43 (η κατάθεση του άρχισε στις 15:20 και τέλειωσε στις 16:45), κατά το οποίο τον πληροφόρησε, και πάλιν ψευδώς και προσχηματικώς, ότι την προηγούμενη μέρα κάποιος με μαύρο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο από το Παραλίμνι τον είχε απειλήσει ότι «εν να σας σάσω ούλλους». Ο Αναστάσης Ξενοφώντος ανησύχησε, εκλαμβάνοντας αυτά που του είχε πει ο Κατηγορούμενος ως αφορώντα στην παρέα ή σε κάποιο συγκεκριμένο μέλος της. Ο Κατηγορούμενος ρώτησε τον Αναστάση Ξενοφώντος αν είχε στο μεταξύ μιλήσει με τον Σταύρο. Αυτός του απάντησε αρνητικά και ο Κατηγορούμενος έκλεισε το τηλέφωνο. Όλες αυτές οι παραπλανητικές ενέργειες του Κατηγορούμενου έγιναν με απόλυτη συνείδηση και προγραμματισμό εκ πλευράς του με σκοπό την αποστασιοποίησή του από το έγκλημα (που γνώριζε ασφαλώς ότι διέπραξε). Ενεργούσε με πλήρη διαύγεια και επίγνωση των πράξεών του, έχοντας λίγο πριν, υλοποιήσει την προσχεδιασμένη απόφασή του να θέσει μια και καλά, τέλος στις πιεστικές (και απολύτως δικαιολογημένες υπό τις περιστάσεις), απαιτήσεις του Σταύρου για επιστροφή των λεφτών του. Η μαρτυρία (άμεση και περιστατική), στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, δε συμβιβάζεται με οποιονδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, παρά μόνον με την ενοχή του Κατηγορούμενου στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας, είχαμε υπόψη και αυτοκαθοδηγηθήκαμε από τη σχετική νομολογία όπως, για παράδειγμα, τις αποφάσεις Ahmad v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 207/09, ημ. 3.6.10 και Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560, 580. Ως εκ των ως άνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ύπαρξη προμελέτης εκ πλευράς του Κατηγορουμένου και κατ΄επέκτασην, την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος ευρίσκεται ένοχος ως το κατηγορητήριο, ότι δηλαδή, στις 23.10.09, στο Δάλι της Επαρχίας Λευκωσίας, στη Βιομηχανική Ζώνη Ιδαλίου, εκ προμελέτης, με παράνομη πράξη, δηλαδή με αλλεπάλληλα κτυπήματα με μαχαίρι, επέφερε το θάνατο του Σταύρου Γεωργίου, τέως από τον Αναλυόντα. (Υπ.) ............. Χ. Σολομωνίδης. Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Σάντης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.