Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας ν. Velichka Aleksandrova GRUYUVAΚ, Αρ. Υποθ.: 24/10, 11 Νοεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 24/10 Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας -εναντίον-
- Velichka Aleksandrova GRUYUVAΚ, από τη Βουλγαρία και τώρα Χαλκοκονδύλη 7, διαμ. 7, Λευκωσία. Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλ. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παφίτης. Κατηγορούμενος: Παρών. Μεταφράστρια από Ελληνικά στα Βουλγάρικα κα Μπιλιάνα Κότσεβα: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος ενώ οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων καταλογίζεται στην Κατηγορούμενη ότι μεταξύ 21.12.2009 και 26.12.2009 συνωμότησε με άλλο πρόσωπο για την αρπαγή της Τζίνα Μετοτίεβα από τη Βουλγαρία (2η κατηγορία) και της Βάσκα Μετοτίεβα (3η κατηγορία) και με απατηλά μέσα παρακώλυσε τα πιο πάνω πρόσωπα να φύγουν από κάποιο μέρος με σκοπό να τους προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό τους. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν οι παραπονούμενες Τζίνα και Βάσκα Μετοτίεβα (ΜΚ1 και ΜΚ2), ο Αστ. 4599 Θεοδωρίδης (ΜΚ3), ο Αστ. 745 Τάσος Κατσικίδης (ΜΚ4), ο Αστ. 3043 Μ. Αριστοδήμου (ΜΚ5), η Αστ. 1327 Μ. Κουτούρη (ΜΚ6), και ο Αστ. 2176 Ι. Μιχαηλίδης (ΜΚ7). Η Κατηγορούμενη μετά που κλήθηκε σε απολογία στηρίχθηκε στη δική της μαρτυρία και κάλεσε ως μάρτυρα τον Παναγιώτη Πιερίδη (ΜΥ1). Δε θα προχωρήσω με εκτενή καταγραφή της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων, εννοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάστηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α. ν. Παπαδοπούλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Στη συνέχεια βέβαια και στο στάδιο που αξιολογείται η μαρτυρία, θα υπάρξουν παραπομπές και σχόλια σε σχέση με επιμέρους σημαντικές πτυχές της δοθείσας μαρτυρίας. Πιστεύω όμως ότι είναι χρήσιμο να γίνει μια καταγραφή των εκατέρωθεν εκδοχών έτσι ώστε να υπάρχει συνοχή και για καλύτερη κατανόηση των σχολίων και συμπερασμάτων που θα ακολουθήσουν. ΄Ηταν η εκδοχή των παραπονουμένων ότι Νοέμβριο του 2009 ενώ ευρίσκοντο στη χώρα τους, τη Βουλγαρία, συμφώνησαν όπως μιλήσουν με την Κατηγορούμενη για να τους βρει δουλειά στην Κύπρο όπου έμενε αυτή. Στις 10.12.2009 συναντήθηκε η Βάσκα μαζί με την Κατηγορούμενη και αφού έμειναν και κάποιες μέρες μαζί η Κατηγορούμενη διευθέτησε να τις φέρει στην Κύπρο αφού τους βρήκε δουλειά της μιας σε πιτσαρία και της άλλης στο μάζεμα σταφυλιών. ΄Ετσι στις 21.12.2009 οι παραπονούμενες και η Κατηγορούμενη ήλθαν στην Κύπρο αεροπορικώς με εισιτήρια που κανόνισε και πλήρωσε η Κατηγορούμενη χωρίς να τους ζητήσει τα λεφτά μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μετά την άφιξη τους στην Κύπρο τις παρέλαβε από το αεροδρόμιο ο Πακιστανός σύζυγος της Κατηγορούμενης και ο αδελφός του και τις πήραν σ' ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, το οποίο βρισκόταν στο δεύτερο όροφο, 20 λεπτά περίπου από το αεροδρόμιο. Εκεί διέμενε η Κατηγορούμενη με το σύζυγος της, η κόρη της Κατηγορούμενης Κάτια με το σύζυγο της και δύο Πακιστανοί φοιτητές. ΄Εμειναν το βράδυ εκεί και αφού ξεκουράστηκαν πήγαν για ύπνο. Ξύπνησαν την επόμενη ημέρα και όταν έπιναν το καφέ τους με την Κατηγορούμενη, αυτή τους είπε ότι δεν υπήρχαν δουλειές και ότι πρέπει να παντρευτούν Πακιστανούς και αυτοί θα τους έδιναν €1.500- στην κάθε μια, γιατί οι ίδιοι ήθελαν να μείνουν περισσότερο στην Κύπρο. Η Βάσκα αρχικά δέχθηκε ενώ η αδελφή της Τζίνα, όχι. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ήλθε στο διαμέρισμα ένας Πακιστανός ονόματι Βέϊτ ο οποίος είδε και του άρεσε η Τζίνα. Η Κατηγορούμενη είπε στη Τζίνα ότι ο Πακιστανός θα της έδινε €500- σε μετρητά και €1.000- μετά το γάμο. Ο Πακιστανός της έδωσε τα €500-, κάποια σε μετρητά και κάποια σε επιταγή, αλλά η Τζίνα δεν τα έπαιρνε και άρχισε να φωνάζει και να κλαίει και η Κατηγορούμενη της είπε ότι αν δεν της επιστρέψει τα λεφτά του εισιτηρίου δε θα την άφηνε να φύγει από την Κύπρο. Το ίδιο βράδυ η Κατηγορούμενη με το σύζυγο της οδήγησε τη Τζίνα, σε μια πολυκατοικία όπου έμενε ο Βέιτ και άφησαν τη Τζίνα εκεί μαζί του ενώ η αδελφή της Βάσκα έκλαιγε όλο το βράδυ μετά από αυτό. Η Τζίνα έμεινε στο σπίτι του Πακιστανού. Η ίδια του εξήγησε ότι δε θέλει να τον παντρευτεί, ήταν φοβισμένη και έκλαιγε. Ο ίδιος δεν την πίεσε και το πρωί του ζήτησε να της δώσει το τηλέφωνο του και μίλησε με τον πατέρα της και του είπε όλα όσα έγιναν. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι το τηλεφώνημα έγινε προς το φίλο της όχι τον πατέρα της. Επίσης κατά την αντεξέταση της είχε αναφέρει ότι ο Πακιστανός το ίδιο βράδυ προσπάθησε να την αγκαλιάσει βγάζοντας τα εσώρουχα του αλλά όταν η ίδια του είπε ότι δεν ήθελε, αυτός σταμάτησε. Μετά που μίλησε με το φίλο της η Τζίνα ζήτησε να την πάρει πίσω στο σπίτι της Κατηγορούμενης όπου βρισκόταν η αδελφή της και πράγματι ο Βέιτ την πήρε στο διαμέρισμα. Εκεί ξαναείπε στην Κατηγορούμενη ότι δεν ήθελε να παντρευτεί και η Κατηγορούμενη την ξαναπείλησε ότι δε θα πήγαινε ποτέ στη Βουλγαρία. Η Κατηγορούμενη μαζί με το Βέιτ είχε κάποια συνομιλία και η Κατηγορούμενη τσακώθηκε με τον Πακιστανό και αυτός έφυγε. Η Κατηγορούμενη ανέφερε στη Τζίνα και τη Βάσκα ότι θα εύρισκε άλλο Πακιστανό γιατί αυτός δε θα επλήρωνε. Η Τζίνα τότε της είπε ότι δεν ήθελε να παντρευτεί, και η Βάσκα για να βοηθήσει την αδελφή της ανέφερε ότι θα παντρευόταν η ίδια και έτσι η Κατηγορούμενη είπε στη Τζίνα ότι θα εύρισκε κάποιο για τη Βάσκα. Μετά από αυτό άρχισαν να έρχονται στο σπίτι πολλοί Πακιστανοί, τις έβλεπαν και μετά έμπαιναν σ' ένα δωμάτιο και συζητούσαν μαζί με την Κατηγορούμενη. ΄Ηλθαν περίπου 30 Πακιστανοί κατά τη διάρκεια που ευρισκόντουσαν οι παραπονούμενες στο σπίτι της Κατηγορούμενης. Το βράδυ των Χριστουγέννων η Βάσκα προσπάθησε να πάρει τηλέφωνο σε διεθνή αριθμό της Αστυνομίας αλλά το κατάλαβε η Κατηγορούμενη και της το άρπαξε. Καθόλη τη διάρκεια που παρέμειναν από 21 Δεκεμβρίου - 26 Δεκεμβρίου δεν τις άφηναν να φύγουν γιατί τις είχαν κλειδωμένες. Στις 26.12.2009 η Τζίνα κατάφερε να φύγει από το διαμέρισμα και να ειδοποιήσει την Αστυνομία, αφού παρέμεινε η πόρτα ανοικτή, για πρώτη φορά. ΄Ολες τις μέρες που ευρίσκονταν στο διαμέρισμα προσπαθούσαν να τις πείσουν να παντρευτούν, παρά τη θέληση τους και τις εκβίαζαν ότι ήταν η μόνη λύση για να τις αφήσουν να πάνε πίσω στη Βουλγαρία. Η Κάτια, η κόρη της Κατηγορούμενης και οι άλλοι δύο Πακιστανοί, που έμεναν στο διαμέρισμα, τις έβλεπαν να κλαίνε, αλλά δεν ήθελαν να αναμειχθούν. Η εκδοχή της Κατηγορούμενης μέσω της ανακριτικής της κατάθεσης αλλά και της δια ζώσης μαρτυρίας της είναι ουσιωδώς διαφορετική. Τα κύρια σημεία της είναι τα εξής: Οι παραπονούμενες είναι συγγενείς της, αφού ο γιος της Κατηγορούμενης ήταν παντρεμένος με τη ξαδέλφη των παραπονουμένων, που μένουν στη Βουλγαρία. Η ίδια τις γνώρισε όταν η νύφη της γέννησε πριν τρία χρόνια. Οι παραπονούμενες της ζήτησαν να τους βρει δουλειά στην Κύπρο, λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Η κατηγορούμενη δέχθηκε και αυτό έγινε όταν βρισκόταν στη Βουλγαρία το Δεκέμβριο του 2009. Η Βάσκα έμεινε μαζί της στο σπίτι που διέμενε στη Βουλγαρία για μια βδομάδα και τα εισιτήρια των παραπονουμένων και το δικό της, για να έλθουν στην Κύπρο, τα πλήρωσε ο σύζυγος της και η κόρη της Κατηγορούμενης. Όταν ήλθαν στην Κύπρο δέχεται ότι οι παραπονούμενες διέμεναν μαζί της, σε διαμέρισμα που έμενε με το σύζυγο της, την κόρη της, το σύζυγο της κόρης της και δύο φοιτητές, αλλά αρνείται ότι προσπάθησε με οποιοδήποτε τρόπο να παντρέψει τις παραπονούμενες. Αρνείται επίσης ότι τις πίεσε για κάτι τέτοιο, και αρνείται ότι τις είχε κλειδωμένες στο σπίτι της. ΄Ηταν περαιτέρω ισχυρισμός της ότι η πόρτα του διαμερίσματος αλλά και του μπαλκονιού ήταν πάντοτε ανοιχτές όταν κάποιος ευρισκόταν από μέσα. Δεν αρνήθηκε ότι τους επισκέφθηκαν διάφορα πρόσωπα, Πακιστανής καταγωγής, αλλά ισχυρίσθηκε ότι αυτοί ήταν φίλοι του συζύγου και του γαμπρού της, καθώς και των δύο φοιτητών που έμεναν στο διαμέρισμα. Κατά την παραμονή των παραπονουμένων στο σπίτι της τις είχαν πάρει βόλτα με το αυτοκίνητο του συζύγου της, πήγαν στο Λούνα Παρκ και επίσης είχαν πάει με την κόρη της Κάτιας στα μαγαζιά στη Λήδρας, όπου μάλιστα οι παραπονούμενες δημιούργησαν προβλήματα στην κόρη της Κατηγορούμενης γιατί είχαν κλέψει από τα καταστήματα που πήγαν. Τέλος αρνήθηκε τις κατηγορίες και επεσήμανε ότι οι παραπονούμενες προέβηκαν ψευδώς σε καταγγελία γιατί ήθελαν να επιστρέψουν στη Βουλγαρία αλλά δεν είχαν λεφτά για να αγοράσουν τα εισιτήρια. ΄Εχοντας λοιπόν σκιαγραφήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση των προσώπων, η μαρτυρία των οποίων σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, συνέβαλε στη διαμόρφωση της μιας ή της άλλης εκδοχής. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο κατά το οποίο το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία Αρχές Αξιολόγησης. Αυτές οι αρχές είναι μεταξύ άλλων η αποτίμηση της σταθερότητας, ευθύτητας και φυσικότητας των απαντήσεων των μαρτύρων, τις ιδιαίτερες σχέσεις και το συμφέρον τους στην υπόθεση, της ύπαρξης ή μη ουσιαστικών αντιφάσεων και της εν γένει συμπεριφοράς τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία των παραπονουμένων λέγω από την αρχή ότι δε μου έδωσαν την εντύπωση προσώπων που είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Χωρίς να αποκλείω ότι στους κόλπους της εκδοχής τους υπήρχαν στίγματα αλήθειας, αυτό δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να σχηματίσει εικόνα ως προς τα διαδραματισθέντα. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους διαπιστώνω ότι η δια ζώσης μαρτυρία τους, σε πολλά σημεία, έρχεται σε αντίφαση με τα όσα ανέφεραν στις γραπτές καταθέσεις τους, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Επίσης σε πολλά σημεία η μαρτυρία της μιας παραπονούμενης έρχεται σε αντίφαση με τα όσα η άλλη ανέφερε στο Δικαστήριο. Παρά την απόλυτη θέση τους ότι η Κατηγορούμενη και ο σύζυγος της τις είχαν κλειδωμένες, τις πίεζαν να παντρευτούν και αυτές ήταν πολύ φοβισμένες, διαφάνηκε από τη μαρτυρία τους ότι η Τζίνα (ΜΚ1) έμεινε εκτός του σπιτιού της Κατηγορούμενης, ως η ίδια ανέφερε, για ένα ολόκληρο βράδυ με κάποιο Πακιστανό, ο οποίος ως και πάλι η ίδια ανέφερε δεν ήταν πιεστικός και της είχε δώσει και το τηλέφωνο του να τηλεφωνήσει στη Βουλγαρία. Παρά τα πιο πάνω η ίδια δεν θεώρησε σκόπιμο να φύγει ή να ζητήσει να την πάρει στην Αστυνομία αλλά του ζήτησε να την επιστρέψει στο σπίτι της Κατηγορούμενης που ήταν η αδελφή της. Επίσης παρά το ότι οι παραπονούμενες συνάντησαν τουλάχιστον τριάντα Πακιστανούς, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν ανέφεραν οτιδήποτε σ' αυτούς για τον εγκλεισμό τους, ούτε ζήτησαν τη βοήθεια τους. Ως διαφάνηκε από τα γεγονότα οι παραπονούμενες βγήκαν με την Κατηγορούμενη και πήγαν σε Λούνα Παρκ και τουλάχιστο δύο φορές πήγα στη Λήδρας για ψώνια με την κόρη της Κατηγορούμενης. Αν πράγματι οι παραπονούμενες ήταν τόσο φοβισμένες, όπως οι ίδιες περιέγραψαν στη μαρτυρία τους, θα ανέμενα ότι στις εν λόγω εξόδους τους θα προσπαθούσαν τουλάχιστο να διαφύγουν από την Κατηγορούμενη και όχι να γυρίσουν στο σπίτι, χωρίς κανένα πρόβλημα. Ούτε βεβαίως θα ανέμενα το βράδυ των Χριστουγέννων να συμμετέχουν μαζί με τους υπόλοιπους σε πάρτυ πίνοντας ποτό ως παραδέχθηκαν τόσο η Τζίνα όσο και η Βάσκα. Αν πράγματι η Κατηγορούμενη τις είχε κλειδωμένες δε θα ανέμενα από την Κατηγορούμενη να τους επέτρεπε να πάρουν τηλέφωνο στη Βουλγαρία και να μιλήσουν με τον πατέρα τους, ενώ από τη μαρτυρία τους προκύπτει ότι μίλησα μαζί του επανειλημμένα. Τα όσα, πιο πάνω, ενδεικτικά αναφέρονται δεικνύουν ότι η εκδοχή τους δεν αντέχει στο βάσανο της λογικής. Παρά το ότι δεν αποκλείω ότι η Κατηγορούμενη προσπάθησε να τους γνωρίσει με Πακιστανούς για να παντρευτούν αυτό δε μπορεί να απομονωθεί στα όσα αναληθή ανέφεραν οι παραπονούμενες για τις συνθήκες παραμονής τους στο διαμέρισμα της Κατηγορούμενης και έτσι δε μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία τους την οποία απορρίπτω στην ολότητα της. Οι Αστυνομικοί ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ7 μου προξένησαν καλή εντύπωση και αποδέχομαι έτσι τη μαρτυρία τους. Ως διαφάνηκε κράτησαν ουδέτερη στάση και διαβίβασαν με αντικειμενικότητα στο Δικαστήριο τα όσα ήλθαν στην αντίληψη τους για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Δε θα στηριχθώ όμως στη διαπίστωση τους ότι, όταν είδαν τις παραπονούμενες, αυτές φαίνονταν φοβισμένες, αφού αυτή η διαπίστωση αποτελεί προσωπική εκτίμηση τους και ούτε η εκτίμηση τους αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πράγματι οι παραπονούμενες ήταν φοβισμένες. Σημειώνω ότι δεν έχω πεισθεί και δεν έχω αποδεχθεί ότι οι παραπονούμενες ήταν πράγματι φοβισμένες. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της Κατηγορούμενης λέγω ότι ούτε αυτή μου έδωσε την εντύπωση προσώπου που είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και τα όσα ανέφερε μου αφήνουν ερωτηματικά σε σχέση με την ειλικρίνεια και αξιοπιστία της. Ειδικότερα δεν έχω πειστεί ότι η Κατηγορούμενη και ο σύζυγος της πλήρωσαν τα εισιτήρια των παραπονουμένων για να τις φέρουν στην Κύπρο από αγνά μόνο κίνητρα, χωρίς αντάλλαγμα, ούτε ότι τις έφεραν στην Κύπρο για να τις βοηθήσουν και να τις τρέφουν αφού ως αναφέρθηκε από την Κατηγορούμενη δεν είχε μέχρι τότε βρει εργασία για τις παραπονούμενες. Ως εκ τούτου βρίσκω ότι οι ενέργειες της Κατηγορούμενης να βοηθήσει τις παραπονούμενες να έλθουν στην Κύπρο είχε οικονομικά κίνητρα και ενόψει του ότι απορρίπτω αυτό το μέρος της μαρτυρίας της η όλη εκδοχή της πάνω στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης δε μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου απορρίπτω και τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Τέλος η μαρτυρία του ΜΥ1 κ. Πιερίδη δε βοηθούσε με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση της Κατηγορούμενης αφού δεν κατέστη δυνατό να καταθέσει το τεκμήριο DVD υπό αναγνώριση. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση και με την απόρριψη της μαρτυρίας των παραπονουμένων δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί ευρήματα ως προς τα γεγονότα που αφορούν την επίδικη περίοδο μεταξύ 21 - 26 Δεκεμβρίου και ειδικότερα τη διαμονή των παραπονουμένων στο διαμέρισμα της Κατηγορούμενης. Επανερχόμενη στα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω ότι καμία μαρτυρία έχει κριθεί αξιόπιστη που αφορά την ουσία των αδικημάτων που η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και ελλείψει πραγματικού υπόβαθρου δε μπορεί να γίνει εξαγωγή συμπερασμάτων για τις κατηγορίες που η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου αυτές υπόκεινται σε απόρριψη. Ενόψει των πιο πάνω η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. €240- έξοδα να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η προσωπική εγγύηση που η Κατηγορούμενη έχει καταθέσει να της επιστραφεί. (Υπ.)............................................ Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο