Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαρίλαου Χαριλάου, Αρ. Υπόθεσης: 1731/08, 18 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1731/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαρίλαου Χαριλάου Κατηγορούμενου ------------------------------- Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κος Ηλ. Στεφάνου (κος Σπύρου για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε δυο κατηγορίες. Ό,τι αφορούν είναι τα αδικήματα˙ κλοπή υπό υπαλλήλου και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Όπως επεξηγήθηκε από τις δυο πλευρές, κατηγορούσα αρχή και υπεράσπιση, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος ήτο διευθυντής και μοναδικός εργαζόμενος σε υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στον Κάτω Πύργο. Την 12/05/08 το υποκατάστημα επισκέφθηκε ο εσωτερικός ελεγκτής της τράπεζας, για διενέργεια σχετικού ελέγχου. Αρχικά καταμέτρησε το ταμείο εξυπηρέτησης πελατών, το οποίο βρέθηκε ισολογισμένο. Όταν στη συνέχεια ζήτησε από τον κατηγορούμενο τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου, ούτως ώστε να καταμετρηθεί το περιεχόμενο του, ο τελευταίος ανέφερε˙ αρχικά ότι δεν τα έβρισκε, ενώ αμέσως μετά ανέφερε στον ελεγκτή «λείπουν λεφτά από το vault». Σε ερώτηση του ελεγκτή πόσα λείπουν και που πήγαν, απάντησε ότι απουσίαζαν περίπου €120.000 και ότι τα πήρε την Παρασκευή, 09/05/08, για να τα χρησιμοποιήσει στην έφεση που έκανε ο πεθερός του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο εσωτερικός ελεγκτής αυθωρεί επικοινώνησε με τα κεντρικά γραφεία της τράπεζας και τους ανέφερε ότι διεμήφθη μεταξύ του και του κατηγορουμένου. Με τα κεντρικά γραφεία μίλησε και ο κατηγορούμενος ο οποίος σε ερώτηση που του τέθηκε ως προς το τι έκανε τα χρήματα, απήντησε «τα έδωσα στο κουμάρι». Αφότου καταμετρήθηκε το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου διεφάνη ότι το έλλειμμα ανέρχετο σε €126.000, ενώ σε σχετικό έντυπο που συμπληρώθηκε από τον εσωτερικό ελεγκτή και στο οποίο ανεγράφη το έλλειμμα και ζητούντο εξηγήσεις, ο κατηγορούμενος σημείωσε ότι «στην προσπάθεια μου να βοηθήσω τον πεθερό μου για την έφεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο πήρα τα λεφτά την Παρασκευή 09/05/08 και θα τα επέστρεφα την Παρασκευή 16/05/08». Δυο μέρες μετά τον έλεγχο από τον εσωτερικό ελεγκτή, δηλαδή την 14/05/08, ο κατηγορούμενος συνελήφθη από την αστυνομία. Ακολούθως προέβη σε γραπτή κατάθεση στην οποία ομολόγησε τη διάπραξη του αδικήματος και έδωσε τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτή. Ό,τι ανέφερε ο κατηγορούμενος στην ομολογία του, καθώς και ό,τι επεξήγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του στην περιεκτική και εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευσή του, ήτο πως, περί το έτος 2003 ο κατηγορούμενος, ο οποίος και τότε εργάζετο στην Ελληνική τράπεζα, απεφάσισε να συμμετάσχει μαζί με άλλα δυο πρόσωπα σε επιχείρηση σχετιζόμενη με ιδιοκτησία αλόγων. Οι τρεις τους αγόρασαν συνεπώς άλογα τα οποία και διαγωνίζονταν στον ιππόδρομο. Αυτή όμως η επιλογή οδήγησε τον κατηγορούμενο σε οικονομική υποστήριξη των αλόγων, ήτοι στοιχήματα, που σιγά σιγά μετετράπη σε εμμονή και ακαταμάχητο πάθος. Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε, σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος ξεγελάστηκε από τους δυο συνεταίρους του και βρέθηκε να οφείλει το ποσό των €25.000. Δυστυχώς αντί να καταβάλει τούτο και να ακολουθήσει το δρόμο της απεξάρτησης από την καταστροφική του συνήθεια, επικεντρώνοντας τις δυνάμεις του στην οικογένεια και την εργασία του, επιχείρησε μέσω του τζόγου, ήτοι ιπποδρομίες, να εξασφαλίσει τα οφειλόμενα. Αυτή όμως η επιλογή είχε περαιτέρω καταστροφικές συνέπειες για τον κατηγορούμενο και την οικογένειά του. Αφενός ο κατηγορούμενος πολλαπλασίασε την οφειλή του, σταδιακά κατέληξε σε €126.000, αφετέρου βρέθηκε να οφείλει τούτο το ποσό σε πρόσωπο του υποκόσμου το οποίο ανέλαβε τα στοιχήματα που έπαιξε ο κατηγορούμενος, δίχως ο τελευταίος να το γνωρίζει. Αντελήφθηκε σε ποιον όφειλε το αναφερόμενο ποσό όταν ο εν λόγω πιστωτής απαίτησε τούτο, απαίτηση που συνοδεύθηκε με απειλές τόσο για το πρόσωπο του κατηγορουμένου όσο και για την οικογένειά του. Όπως αναφέρθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου, διεπίστωσε ο κατηγορούμενος πως κάθε λεπτομέρεια κινήσεων της οικογένειας του ήτο γνωστή στον πιστωτή, στοιχείο που ενεθάρρυνε τους φόβους του κατηγορουμένου ότι οι απειλές που του απευθύνοντο ήτο βάσιμες και όχι κενές περιεχομένου. Συνεπεία αυτών των απειλών ο κατηγορούμενος ήρξε διαδικασία πώλησης ακίνητης περιουσίας που κατείχε ούτως ώστε να εξασφαλίσει το ποσό που όφειλε στο εν λόγω πρόσωπο. Παρόλα αυτά, προτού ο κατηγορούμενος ολοκληρώσει τη σχετική συμφωνία, και συγκεκριμένα την 09/05/08, τρία πρόσωπα μετέβησαν στην εργασία του όπου ένας εκ των τριών απαίτησε το οφειλόμενο ποσό, διαφορετικά τη μετάβαση του κατηγορουμένου μαζί τους. Υπό αυτές τις περιστάσεις και φοβούμενος ο κατηγορούμενος τόσο για τη ζωή του όσο και της οικογένειάς του, υπάκουσε στις απειλές, άνοιξε το χρηματοκιβώτιο και παρέδωσε στους πιστωτές του τα χρήματα που τους όφειλε. Στη συνέχεια ακολούθησε ο εσωτερικός έλεγχος της τράπεζας, η διερεύνηση αδικήματος και εν κατακλείδι˙ πρόσαψη των επίδικων κατηγοριών. Δεν παραθέτω ό,τι αναφέρθηκε από τον κο Στεφάνου, όχι γιατί τα αγνοώ και παραγνωρίζω, αλλά γιατί πιο κάτω σχολιάζονται εν εκτάσει. Πριν οτιδήποτε άλλο σημειώνω ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε και παραδέχθηκε ενοχή είναι πολύ σοβαρά. Για του λόγου το ασφαλές παραπέμπω στην ανώτατη από το νόμο προβλεπόμενη ποινή που επισύρουν τα δυο αδικήματα, ενδεικτική τούτης της σοβαρότητας. Το μεν αδίκημα κλοπή υπό υπαλλήλου επισύρει 10 έτη φυλάκιση το δε αδίκημα νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, επισύρει 14 έτη φυλάκιση. Περαιτέρω, η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και ιδιαίτερα του αδικήματος κλοπή υπό υπαλλήλου, διαπιστώνεται και από την ίδια τη φύση τούτου η οποία προϋποθέτει κατάχρηση εμπιστοσύνης που επιδεικνύεται από εργοδότη σε εργοδοτούμενο, με επάλληλες οικονομικές επιπτώσεις. Τέτοιες μάλιστα οικονομικές επιπτώσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο θύμα, εφόσον η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων αλλοιώνει την αντίληψη του κοινού και δη του επιχειρηματικού κύκλου, επιφέρει διάβρωση στην ασφάλεια και άνεση των οικονομικών συναλλαγών και καθιστά το επιχειρηματικό κοινό συντηρητικό και ταμπουρωμένο πίσω από εμπορικές συναλλακτικές μεθόδους ξένες προς τον τόπο, τα ήθη και τα έθιμά μας. Αυτά όλα δεν επηρεάζουν μόνο το θύμα αλλά ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο εφόσον σε αυτό μετακυλίονται οι όποιες οικονομικές επιπτώσεις, αλλά και η ανασφάλεια των εμπορευομένων. Εν τούτοις, η σοβαρότητα ενός αδικήματος είναι μία συνιστώσα από το σύνολο όσων συνθέτουν την ποινή. Έχει νομολογηθεί πως όσο σοβαρό και αν είναι ένα αδίκημα η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, παρότι τέτοια διαδικασία δεν οδηγεί ούτε σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος όπως ούτε και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.