Αστυνομικός Διευθυντής ν. Νίκου Κασάπη, Ποιν. Υπ.: 1539/08, 22 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2010:B118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Ποιν. Υπ.: 1539/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Νίκου Κασάπη Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Νοεμβρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Ιωαννίδης Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη εναντίον του Χαράλαμπου Μουστάκα στις 11.3.07 (Π.Κ. 243). Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κλήθηκαν και κατέθεσαν πέντε μάρτυρες. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και στα πλαίσια παραδεκτού γεγονότος παρουσιάστηκε η γραπτή κατάθεση του (Τεκμ. 8) για να τύχει αξιολόγησης βάσει των σχετικών αρχών. Δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Το κατ' ισχυρισμόν περιστατικό επεσυνέβη τα ξημερώματα της 11ης Μαρτίου 2007 στα πλαίσια ανακοπής και ελέγχου αλκοόλης, στον οποίο υπεβλήθη ο παραπονούμενος. Μέσα από ένα υπόβαθρο αναμφισβήτητων γεγονότων είναι παραδεκτό πως ο παραπονούμενος εκείνο το βράδυ, μετά την ανακοπή του, υπεβλήθη σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης. Ο ίδιος ισχυρίζεται πως κατά τη διάρκεια αναμονής του για υποβολή σε τελική εξέταση κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο με τα δάκτυλα στο αυτί και αργότερα, εντός της κινητής μονάδας, όταν ο παραπονούμενος του είπε ότι θα υποβάλει παράπονο, ο κατηγορούμενος τον ξανακτύπησε στη μύτη. Από την άλλη πλευρά, στη δική του κατάθεση (Τεκμ. 8) ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι μετά τον τελικό έλεγχο και την μη παροχή ικανοποιητικού δείγματος ο παραπονούμενος συνελήφθη αλλά προσπάθησε να φύγει κτυπώντας τον ίδιο στο στήθος και στα χέρια καθώς και την συρόμενη πόρτα της κινητής μονάδας, οπότε ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) χρησιμοποίησε την ανάλογη βία για να αποτρέψει την απόδραση του από νόμιμη κράτηση. Να σημειώσω πως σύμφωνα με την μαρτυρία του παραπονούμενου αυτός κατηγορήθηκε σε Δικαστήριο για απόπειρα απόδρασης και επίθεσης εναντίον αστυνομικών με πρόκληση σωματικής βλάβης και κατόπιν παραδοχής του τού επιβλήθηκαν ποινές. Είπε όμως πως επρόκειτο για άλλους αστυνομικούς που ήταν παρόντες και όχι για τον κατηγορούμενο. Σημειώνεται ότι δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα η εξέταση παραπονούμενου και κατηγορούμενου από ιατρούς των Α' Βοηθειών, καθώς και τα ευρήματα τους ως τα Τεκμήρια 5 και
- Οι υπόλοιποι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής (εκτός από τον παραπονούμενο δηλαδή) ήταν μέλη της Αστυνομικής Δύναμης που είχαν κάποια εμπλοκή στο επεισόδιο ή στη διερεύνηση του παραπόνου. Ο ΜΚ1 Υπαστυνόμος Σ. Χαραλάμπους αναφέρθηκε στην μεταφορά του παραπονούμενου (ΜΚ5) στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου όπου και υπέβαλε το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 Λοχίας 2353 Μ. Λοϊζου αναφέρθηκε επίσης στη μεταφορά του παραπονούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου και στη χορήγηση ιατρικών εντύπων τόσο στον ίδιο, όσον και στον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 Αστ. 2068 Π. Πραξιτέλους είπε πως ήταν αυτός που ανέκοψε τον παραπονούμενο για έλεγχο τροχαίας, διενήργησε τον προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης και μετέφερε τον παραπονούμενο στην κινητή μονάδα άλκοτεστ. Εκεί τον συνέλαβε για μη ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής, οπότε κατά τους ισχυρισμούς του, ο παραπονούμενος έσπρωξε τον κατηγορούμενο και προσπάθησε να διαφύγει κτυπώντας την πόρτα της κινητής μονάδας με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να χρησιμοποιήσει ανάλογη βία στην προσπάθεια του να τον αποτρέψει να διαφύγει και τον συνέλαβε. Ο ΜΚ4 Ε/Α 5144 Χ. Χαραλάμπους είπε πως ευρίσκετο και αυτός στο σημείο ανακοπής, όταν σε κάποια στιγμή ο ΜΚ3 ήρθε προς το μέρος του συνοδεύοντας τον παραπονούμενο μετά τον προκαταρκτικό έλεγχο και του ζήτησε να παραμείνει με τον παραπονούμενο μέχρι να έρθει η σειρά του για τον τελικό έλεγχο. Ανέφερε πως ο παραπονούμενος ήταν αντιδραστικός και ήθελε να φύγει, περιγράφοντας και κάποια περιστατικά μέχρι που ανέλαβαν ο ΜΚ3 και ο κατηγορούμενος τον τελικό έλεγχο εντός της κινητής μονάδας. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα: Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και την αξιοπιστία τους. Καταρχάς πρέπει να πω ότι τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 έχουν παραμείνει αναντίλεκτα και καθίστανται και ευρήματα μου. Σημειώνω πως ο μάρτυρας αυτός τον οποίο θεωρώ ειλικρινή δεν έχει καν αντεξεταστεί. Από το Τεκμήριο 6 συνάγεται ότι στις 11.3.07 και ώραν 6.33 π.μ. εξετάστηκε πρώτος ο παραπονούμενος από τον Δρα Γ. Σεντονάρη, ο οποίος διαπίστωσε πήγμα αίματος στον δεξιό ρώθωνα του, η ύπαρξη του οποίου (πήγματος) αποτελεί και εύρημα μου. Από το Τεκμήριο 5 προκύπτει πως την ίδια μέρα στις 6.45 π.μ. εξετάστηκε και ο κατηγορούμενος από τον Δρα Σ. Χριστοδούλου και διαπιστώθηκε ότι έφερε δύο επιμήκεις εκδορές με αμυχές ράχεως δεξιάς άκρας χειρός καθώς και εκδορά ονυχοφόρου φάλαγγος με μικρό τραύμα μέσου δακτύλου δεξιάς χειρός. Η μαρτυρία του ΜΚ2 επίσης αναφέρεται στα όσα έπραξε μετά την μεταφορά του παραπονούμενου στον Αστ. Στ. Αγ. Δομετίου. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός χορήγησε τα ιατρικά έντυπα στους δύο εμπλεκόμενους, έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο και πολύ αργότερα, στις 15.10.07 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Για τα θέματα αυτά είχε αναφερθεί στη γραπτή κατάθεση του ο ΜΚ2 και θεωρώ ότι αυτά όπως τα κατέγραψε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παρότι θεωρώ γενικά τον ΜΚ2 ως αξιόπιστο δεν έχω πειστεί ότι αυτός είχε οποιαδήποτε γνώση ή εμπλοκή στις κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον παραπονούμενο και δεν δέχομαι την προφορική αναφορά του ότι ο παραπονούμενος κατηγορήθηκε ή διώχθηκε για επίθεση στον κατηγορούμενο στην παρούσα. Είναι λογικό πως αν είχε τέτοια εμπλοκή θα το είχε αναφέρει στην γραπτή κατάθεση του, όπως έπραξε και για τον κατηγορούμενο σχετικά με το αδίκημα της παρούσας, αλλά και για τον παραπονούμενο σχετικά με το αδίκημα της μη παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής. Δεν δέχομαι συνεπώς το τμήμα αυτό της μαρτυρίας του. Για το ίδιο θέμα θα γίνει αναφορά και πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης άλλης μαρτυρίας. Οι άλλοι δύο μάρτυρες - εκτός από τον παραπονούμενο - είναι επίσης αστυφύλακες, συνάδελφοι δηλαδή του κατηγορούμενου (οι ΜΚ3, ΜΚ4). Περιγράφουν και οι δύο γεγονότα που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν δυνητικά τον κατηγορούμενο. Βασικά η μαρτυρία τους κινείται στην ίδια γραμμή με τον κατηγορούμενο και από αυτής της πλευράς είναι αντίθετη με αυτή του παραπονούμενου ο οποίος υποστήριξε μια άλλη εκδοχή και σειρά των γεγονότων. Η ιδιότητα τους ως αστυνομικών και συναδέλφων του κατηγορούμενου δεν συνεπάγεται αφ'εαυτής ο,τιδήποτε για την ποιότητα της μαρτυρίας τους. Όμως θεωρώ από την άλλη πλευρά πως καθηκόντως εξετάζεται η μαρτυρία τους και υπό το πρίσμα της πιθανότητας να επηρεάστηκαν στα όσα ανέφεραν από κάποια συναδελφική αλληλεγγύη και τάση να παρουσιάσουν τα γεγονότα κατά τρόπο που θα βοηθούσε τον κατηγορούμενο συνάδελφο τους. Στην ιδιορρυθμία αυτή της υπόθεσης φαίνεται να οφείλεται και το περίεργο της παρουσίασης δύο εκδοχών και από την ίδια την Κατηγορούσα Αρχή (δηλ. ενοχοποιητικής και αθωωτικής), πράγμα που δεν είναι τουλάχιστον σύνηθες. Άλλωστε σ' αυτήν ακριβώς τη διάσταση της υπόθεσης οφείλεται και η μη αντέξεταση ιδιαίτερα των ΜΚ3 και ΜΚ
- Μόνο που το Δικαστήριο σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορεί αβασάνιστα να δεχθεί την εν λόγω μαρτυρία λέγοντας απλώς πως δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση ή ότι υπήρξε παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδη ζητήματα. Άλλωστε αξιοπερίεργο είναι και το ότι αυτοί συμπεριλήφθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας, αφού εάν θεωρούντο ως αξιόπιστοι από την Κατηγορούσα Αρχή θα ήταν αναμενόμενο να μην προωθείτο αυτή η υπόθεση. Αυτά όλα όμως ίσως να έχουν την εξήγηση τους στο ότι η παρούσα υπόθεση που αφορούσε παράπονο εναντίον αστυνομικού διερευνήθηκε από την ίδια την Αστυνομία σε αντίθεση με την πρακτική που καθιερώθηκε μετά την έκδοση της περί της Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου ΚΔΠ 169/01 για διορισμό ποινικού ανακριτή από τον Γενικό Εισαγγελέα όταν υπάρχει ισχυρισμός εναντίον μέλους της Αστυνομίας για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Λόγω ακριβώς του χειρισμού αυτού δεν είχα και την ευκαιρία να ακούσω επί μακρόν τους ΜΚ3 και ΜΚ4, αφού στην κυρίως εξέταση του ο καθένας απλώς ανέγνωσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του, ενώ κατά την αντεξέταση τους εκτός από μια διευκρινιστική ερώτηση (στον ΜΚ4), δεν υπεβλήθη - ως ήταν αναμενόμενο - οποιαδήποτε άλλη ερώτηση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έχω εξετάσει και το κατά πόσον η παραδοχή του παραπονούμενου σε άλλη ποινική υπόθεση μπορεί να αποτελέσει και οδηγό για τα πραγματικά γεγονότα στην παρούσα δεδομένου ότι κατά τη γνώμη μου ακόμα και μεταξύ δύο ποινικών υποθέσεων μια προηγούμενη παραδοχή σε ποινικές κατηγορίες σχετίζεται άμεσα με την αξιοπιστία του ενδιαφερόμενου προσώπου όπως είχε γίνει δεκτό στην υπ. Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 713 (εν σχέσει με πολιτική αγωγή). Το ζητούμενο είναι η αποδεικτική σημασία της παραδοχής ενοχής στην ποινική υπόθεση και αυτή σύμφωνα με την Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 ΑΑΔ 256 θα πρέπει να αποτιμηθεί σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν στην παλαιότερη ποινική υπόθεση ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα (βλ. και υπ. Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1999)1 ΑΑΔ 310, Καράλουκας ν. Πάρπα
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 767). Στην παρούσα περίπτωση ούτε το κατηγορητήριο της προηγούμενης ποινικής έχει παρουσιαστεί, ούτε τα γεγονότα που είχαν εκτεθεί κατά την επιβολή ποινής έχουν παρουσιαστεί. Ο δε παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, απαντώντας, σε σχετική ερώτηση και παρότι δέχθηκε ότι εκείνη η υπόθεση αφορούσε γεγονότα της ίδιας νύκτας με την παρούσα, είπε πως για τις κατηγορίες εκείνες (δηλαδή απόπειρα απόδρασης και επίθεση σε αστυνομικούς) τα άτομα τα οποία τον κατηγορούσαν δεν είχαν σχέση με την παρούσα υπόθεση, εννοώντας το περιστατικό του δικού του τραυματισμού από τον κατηγορούμενο. Σημειώνω πως ο παραπονούμενος είναι πρόσωπο που εμφανίστηκε σε Δικαστήριο, παραδέχθηκε τα δικά του αδικήματα και είχε πλήρη συναίσθηση την ώρα που κατέθετε εδώ ότι ανά πάσαν στιγμή μπορούσε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μαρτυρία για την προηγούμενη υπόθεση εναντίον του. Πλην όμως ούτε αντικρούστηκε στην αναφορά που έκαμε, ούτε παρουσιάστηκαν σ' αυτό το Δικαστήριο οι κατηγορίες ή τα γεγονότα επί των οποίων επιβλήθηκαν ποινές στον ίδιο. Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο με τα υπάρχοντα δεδομένα δεν μπορεί να συμπεράνει ότι η επίθεση και η απόπειρα απόδρασης για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή ο παραπονούμενος είναι αυτά που αναφέρουν ο ΜΚ2 και ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις τους. Ανεξαρτήτως αυτού όμως θεωρώ τον παραπονούμενο αξιόπιστο και ειλικρινές πρόσωπο και κρίνω ότι η δική του μαρτυρία ανταποκρίνεται την πραγματικότητα. Αυτός καταρχάς περιέγραψε με λεπτομέρεια στη γραπτή κατάθεση του τα γεγονότα που αφορούν την καταγγελία του. Στο Δικαστήριο τα επανέλαβε επίσης με λεπτομέρεια και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Περιέγραψε τα όσα έγιναν με παραστατικότητα και πειστικότητα. Ήταν εμφανέστατο πως αναφερόταν σε γεγονότα που είχε βιώσει, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τις αυθόρμητες και άμεσες απαντήσεις του, οι οποίες όπου χρειάζετο υποστηρίζοντο συνεχώς και από σχετικές κινήσεις που περιέγραφαν τον τρόπο δράσης του κατηγορούμενου. Δεν έχω καμίαν αμφιβολία στο μυαλό μου πως είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Επανερχόμενος στους ΜΚ3 και ΜΚ4 πρέπει να παρατηρήσω πως (ακόμα και) μεταξύ των καταθέσεων τους διαπιστώνονται κενά τα οποία δεν μου επιτρέπουν να δεχθώ και στηριχθώ στη δική τους μαρτυρία. Ειδικότερα ο ΜΚ3 είπε πως ήταν ο ίδιος που ανέκοψε τον παραπονούμενο για έλεγχο. Όμως ο παραπονούμενος, είπε πως το άτομο που του έκαμε τον αρχικό έλεγχο άλκοτεστ ήταν ο κατηγορούμενος και δεν αντεξετάστηκε για τη θέση του αυτή. Είναι γνωστή η νομολογία μας για τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης σε ουσιώδη ζητήματα. (Βλ. υπ. Ηρακλέους κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 98+99/2008, ημερ. 19.2.2010). Εν πάση περιπτώσει ο ΜΚ3 ισχυρίζεται ότι ανέκοψε τον παραπονούμενο για έλεγχο, διαπίστωσε ότι μύριζε έντονα αλκοόλ και τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο με ένδειξη 65 mg% αντί 22 mg%. Περαιτέρω ότι τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και εκείνος του είπε "ήπια δύο ποτά μόνο" και ακολούθως τον μετέφερε στην κινητή μονάδα άλκοτεστ όπου του ζήτησε περί τις 4.40 π.μ. να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση. Πουθενά δεν αναφέρει ο ΜΚ3 ότι ο ίδιος πήγε προς το μέρος του ΜΚ4 με τον παραπονούμενο ή ότι ζήτησε από τον ΜΚ4 να παραμείνει με τον παραπονούμενο μέχρι να έρθει η σειρά του για έλεγχο στην κινητή μονάδα. Το θέμα θα μπορούσε ίσως και να μην είχε οποιαδήποτε ουσιώδη σημασία υπό άλλες περιστάσεις. Όμως στην παρούσα ο ΜΚ4 ισχυρίζεται ότι του έφερε τον παραπονούμενο ο ΜΚ3, και ότι ακολούθησαν διάφορα γεγονότα με βάση τα οποία χαρακτηρίζει τον παραπονούμενο ως αντιδραστικό και καθόλου συνεργάσιμο. Ειδικότερα ο ΜΚ4 ισχυρίζεται πως ο παραπονούμενος του είπε "δεν ήπια καθόλου ποτό" και "θα πιάσω το αυτοκίνητο μου να φύγω" και σε κάποια στιγμή όντως πήγε και έκατσε στο αυτοκίνητο του αρνούμενος να κατεβεί και επαναλαμβάνοντας ότι θα φύγει. Ο ΜΚ4, που τον είχε ακολουθήσει, ισχυρίζεται ότι τού είπε αρχικά πως αν φύγει διαπράττει αδίκημα και θα είναι εις βάρος του και πιο ύστερα ότι αν πράξει κάτι τέτοιο θα είναι αδίκημα και θα συλληφθεί. Δίνοντας την εικόνα πως προσπαθούσε να τον πείσει με αυτά τα λόγια ο ΜΚ4 είπε πως ακολούθως ο παραπονούμενος κατέβηκε από το όχημα του και πήγαν στην κινητή μονάδα όπου περίμεναν ο ΜΚ3 και ο κατηγορούμενος. Σ' αυτό το σημείο οι ισχυρισμοί των ΜΚ3 και ΜΚ4 αντιφάσκουν και συγκρούονται, αφού όπως έχει διαφανεί ο καθένας τους ισχυρίζεται πως ήταν αυτός που οδήγησε τον παραπονούμενο στην κινητή μονάδα, εκδοχές που σίγουρα δεν είναι δυνατό ως θέμα κοινής λογικής να ισχύουν αμφότερες. Η σημασία του χρόνου στον οποίο αναφέρεται και προσπαθεί να καλύψει ο ΜΚ4 είναι μάλιστα μεγάλη, αφού είναι κατά το διάστημα αυτό που, όπως θα διαφανεί, ο κατηγορούμενος κτύπησε για πρώτη φορά τον παραπονούμενο με τα δάκτυλα στο αυτί. Έχω τη γνώμη πως ακριβώς ο ΜΚ4 έχοντας επίγνωση της σημασίας αυτής προσπάθησε ανεπιτυχώς να καλύψει το διάστημα αυτό. Πέραν αυτού ο ΜΚ4 προχωρεί λέγοντας πως ο παραπονούμενος άναψε τσιγάρο και ο ίδιος τού είπε να το σβήσει γιατί δεν επιτρέπεται το κάπνισμα εντός της κινητής μονάδας, αλλά ούτε ο ΜΚ3, ούτε ο κατηγορούμενος αναφέρουν ένα τέτοιο περιστατικό στις καταθέσεις τους. Ευλόγως αναμένεται πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα αντιλαμβάνοντο και οι άλλοι δύο κάτι σχετικά με αυτό. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία πως κάποια στιγμή ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει δείγματα για την τελική εξέταση και ότι κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό, αφού αυτός δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Ο ΜΚ3 λέγει πως σ' αυτό το σημείο τον πληροφόρησε για το αδίκημα, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και ο παραπονούμενος απάντησε "ό,τι θέλετε κάμετε". Ακολούθως ότι τον συνέλαβε για το αδίκημα και μετά την επίστηση ο παραπονούμενος είπε "ό,τι θέλετε κάμετε, εγώ φεύγω". Ισχυρίστηκε ο ΜΚ3 ότι αυτή τη στιγμή ο παραπονούμενος έσπρωξε τον κατηγορούμενο (ο οποίος ήταν μέσα στη μονάδα) κτυπώντας τον με τα χέρια στο στήθος του, οπότε και τραυματίστηκε ο κατηγορούμενος στα χέρια προσπαθώντας να προστατεύσει το στήθος του. Αφήνεται να νοηθεί πως ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε από πριν την πρόθεση του και την κατεύθυνση της κίνησης του παραπονούμενου, έβαλε τα χέρια του για προστασία στο στήθος και δέχθηκε το κτύπημα οπότε και τραυματίστηκε. Κατά τα λεγόμενα του ΜΚ3 στη συνέχεια ο παραπονούμενος προσπάθησε να διαφύγει από την κινητή μονάδα αφού κτύπησε την συρόμενη πόρτα της και ο κατηγορούμενος για να τον αποτρέψει να διαφύγει χρησιμοποίησε την ανάλογη βία και τον συνέλαβε. Ο κατηγορούμενος στη δική του κατάθεση περιγράφει με ταυτόσημο τρόπο τα όσα προηγήθηκαν μέχρι το ισχυριζόμενο κτύπημα από τον παραπονούμενο. Στο σημείο όμως αυτό διαφοροποιείται από τον ΜΚ3, αφού στην πραγματικότητα αναφέρεται σε πρώτο σπρώξιμο στο στήθος του, καθώς και σε δεύτερο κτύπημα όταν πλέον έβαλε τα χέρια του στο στήθος του για να προστατευτεί, οπότε και τον κτύπησε ξανά στα χέρια ο παραπονούμενος τραυματίζοντας τον. Δεν υπάρχει ισχυρισμός για χρήση βίας από τον κατηγορούμενο σ' αυτό το σημείο είτε υπό μορφή "ανάλογης βίας" για να μην αποδράσει ο παραπονούμενος, είτε υπό μορφή αυτοάμυνας στα δύο κτυπήματα που κατ' ισχυρισμόν δέχθηκε (ο κατηγορούμενος). Πράγμα που δημιουργεί ερωτηματικά υπό την έννοια ότι κατά τα λεγόμενα του, ήδη είχε εκφραστεί η πρόθεση του παραπονούμενου να διαφύγει οπότε προς τι μόνον οι αμυντικές κινήσεις του κατηγορούμενου; Αναφέρεται δε, πως μόνο όταν ο παραπονούμενος κτύπησε την συρόμενη πόρτα της κινητής μονάδας, ο κατηγορούμενος για να αποτρέψει τη διαφυγή χρησιμοποίησε την ανάλογη βία και τον συνέλαβε. Καταρχάς είναι αυτονόητο πως αν έτσι είχαν τα πράγματα οποιοσδήποτε από τους παρόντες αστυφύλακες μπορούσε να συλλάβει τον παραπονούμενο από το πρώτο κτύπημα για αντίσταση ή επίθεση κατά αστυνομικού οργάνου (Π.Κ. 242, 244) και δεν ήταν απαραίτητο να αναμένεται η κίνηση για διαφυγή. Εν πάση περιπτώσει όμως ούτε αυτό το ζήτημα θα είχε από μόνο του ιδιαίτερη σημασία. Πλην όμως συνδυαζόμενο, τόσον αυτό, όσον και οι άλλες αντιφάσεις των ΜΚ3 και ΜΚ4, με το πολύ πιο ουσιώδες θέμα του ότι ούτε ο ΜΚ3, ούτε και ο κατηγορούμενος εξηγούν ή αναφέρονται έστω και ακροθιγώς στις ενέργειες του κατηγορούμενου που οι ίδιοι αποκαλούν "ανάλογη βία", δεν μου επιτρέπουν να δεχθώ την εκδοχή αυτή. Να σημειωθεί, εν είδει παρενθέσεως, πως με τη φράση "ανάλογη βία" o MK3 και ο κατηγορούμενος προφανώς αναφέρονται στο δικαίωμα που έχουν από το άρθρο 7.3(β) του Συντάγματος να χρησιμοποιήσουν βία προς "παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου". Το εν λόγω άρθρο αναφέρεται σε "απολύτως αναγκαία βία" και υπ' αυτή την έννοια το κριτήριο της είναι αυστηρότερο από αυτό της "ευλόγως αναγκαίας βίας" που τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις αυτοάμυνας (βλ. υπ. Γεώργιος Νικολάου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 482). Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω εκείνο που έχει σημασία και προκαλεί άσχημη εντύπωση όσον αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας είναι το ότι ούτε ο ΜΚ3, αλλά ούτε ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις τους αισθάνονται ασφαλείς ή νιώθουν την ανάγκη να αναφέρουν σε τι ακριβώς συνίσταται η "ανάλογη βία" που χρησιμοποιήθηκε. Δηλαδή να εξηγήσουν σε ποιες ενέργειες ή κινήσεις προέβη ο κατηγορούμενος για να αποτρέψει την απόδραση. Για παράδειγμα από την όλη εκδοχή αφήνεται να νοηθεί ότι το τραύμα του παραπονούμενου στη μύτη οφείλεται σ' αυτή την κατ' ισχυρισμόν "ανάλογη βία". Η αναγκαία βία ή έστω η ανάλογη βία είναι κυρίως νομική έννοια και για τη διαπίστωση της είναι απαραίτητο να τίθενται τα γεγονότα στο Δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει κατά πόσον στην κάθε περίπτωση όντως ήταν η απολύτως αναγκαία. Η χρήση της απολύτως αναγκαίας βίας είναι επιτρεπτή μόνον όπου είναι ανάλογη του συγκεκριμένου σκοπού τον οποίο επιδιώκει και δεν είναι αρκετό απλώς να χαρακτηρίζεται ως τέτοια από τον κατηγορούμενο, χωρίς αναφορά στα γεγονότα. Συνεπώς εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι η κοινή γραμμή που επέλεξαν οι ΜΚ3 και ο κατηγορούμενος, η οποία ερμηνεύεται από το Δικαστήριο ως απροθυμία ή έστω διστακτικότητα στο να περιγράψουν αυτή καθ' εαυτή τη βία που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος. Η ειλικρινής και αξιόπιστη παράθεση των γεγονότων εκ μέρους τους θα επέβαλλε προφανώς και παράθεση λεπτομερειών ως προς τον ακριβή χρόνο που εκδηλώθηκε η απόπειρα απόδρασης του παραπονούμενου σε σχέση με τα γεγονότα και τις κατηγορίες που αργότερα παραδέχθηκε (ο παραπονούμενος) όπως π.χ. η επίθεση σε άλλους αστυνομικούς που ήταν παρόντες και ιδίως λεπτομέρειες ως προς το πώς προκληθήκαν το τραύμα στη μύτη του παραπονούμενου και τα τραύματα στο δεξιό χέρι και στο δάκτυλο του κατηγορούμενου. Κατά τη γνώμη μου ο λόγος που δεν γίνεται τέτοια αναφορά και χρησιμοποιείται ο γενικός νομικός όρος "ανάλογη βία" είναι το ότι τα πράγματα δεν έγιναν ως τα ισχυρίζονται ο ΜΚ3 με τον κατηγορούμενο, αλλά όπως τα ανέφερε ο παραπονούμενος. Ούτως ή άλλως δεν μπορεί με βάση τη κοινή λογική και χωρίς άλλη μαρτυρία να εξηγηθεί πώς ο τραυματισμός στη μύτη συνάδει με κινήσεις αποτροπής απόδρασης. Αντιθέτως τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος συνιστούν μια λογική και πειστική εξήγηση την οποία δέχομαι. Ειδικότερα καταλήγω πως όντως ενώ περίμενε ο παραπονούμενος για τον τελικό έλεγχο στην κινητή μονάδα ο κατηγορούμενος τού έκαμε αρχικά παρατήρηση να μην ακουμπά σε αυτοκίνητο και μετά από λίγο τον ξαναπλησίασε ενώ ευρίσκετο στο πίσω μέρος της κινητής μονάδας και με τα τρία δάκτυλα (δείκτη, μέσο, παράμεσο) τεντωμένα τον κτύπησε τρεις φορές στο δεξί αυτί. Αυτό δεν έγινε αντιληπτό από άλλους παρευρισκόμενους πολίτες, αλλά εκνεύρισε πάρα πολύ τον παραπονούμενο, ο οποίος λίγο αργότερα εντός της κινητής μονάδας ρώτησε τον κατηγορούμενο πώς ονομάζεται και όταν έμαθε το όνομα του τον πληροφόρησε ότι θα υποβάλει παράπονο για τα κτυπήματα στο αυτί. Αυτή η ενημέρωση ήταν που οδήγησε τον κατηγορούμενο στο να τον πιάσει με το ένα χέρι από τον κολλάρο της φανέλας, να τον σπρώξει λίγο πιο μέσα και να τον κτυπήσει με το χέρι στο μέρος της μύτης με αποτέλεσμα να αιμορραγήσει και να ακολουθήσουν όσα αναφέρει στην κατάθεση του, μεταξύ των οποίων οι έντονες διαμαρτυρίες του παραπονούμενου προς τους άλλους παρόντες αστυνομικούς (μέσα και έξω από την κινητή μονάδα) και η απαίτηση του να τού δώσουν χαρτομάντηλο. Απαίτηση την οποία ο κατηγορούμενος ικανοποίησε οδηγώντας τον να πιάσει από το αυτοκίνητο του. Νομική Πτυχή: Όσον αφορά τη νομική πτυχή η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο Π.Κ. 243 και αφορά ουσιαστικά το δεύτερο περιστατικό κατά το οποίο ο κατηγορούμενος προκάλεσε όντως με κτύπημα την αναφερθείσα σωματική βλάβη στη μύτη. Είναι η κατάληξη μου με βάση τα πιο πάνω γεγονότα πως η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην οποία και κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο