Δημοκρατία ν. Ευτυχίας Ζαρή, Αρ. Υπόθεσης: 14570/08, 3 Δεκεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2010:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ. Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14570/08 Δημοκρατία ν. Ευτυχίας Ζαρή Κατηγορουμένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3 Δεκεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Ε. Παπαγαπίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για την Κατηγορούμενη: Ο κ. Χρ. Χριστοδουλίδης. Κατηγορούμενη: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση των άρθρων 203 και 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και δη, ότι στις 15.8.08, στον Άγιο Δομέτιο, στη Λευκωσία, εκ προμελέτης, με παράνομη πράξη, ήτοι με δύο πυροβολισμούς που έριξε με το κυνηγετικό όπλο, με αριθμό κατασκευής 206923, μάρκας "Marocchi" ("το κυνηγετικό όπλο"), επέφερε το θάνατο στην αδελφή της, Έλλη Ζαρή, τέως από τον Άγιο Δομέτιο ("η Έλλη"). Η Κατηγορούμενη παραδέχεται ότι επέφερε το θάνατο στην Έλλη με το κυνηγετικό όπλο κατά το χρόνο και τόπο που ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή, πλην όμως όχι προμελετημένα. Αποτελεί, σε αδρές γραμμές, εκδοχή τής Κατηγορούσας Αρχής, ότι η Κατηγορούμενη, διακατεχόμενη ανέκαθεν από αισθήματα ζήλιας, φθόνου και μίσους για την Έλλη, με τις μεταξύ τους σχέσεις να είναι τεταμένες, αποφάσισε να τη θανατώσει, έχοντας ήδη διαμορφώσει προς τούτο την πρόθεσή της από την προηγούμενη του φονικού, δηλαδή στις 14.8.08, οπόταν και άρχισε να την παρακολουθεί. Στις 15.8.08, πριν μεταβεί στο πατρικό της σπίτι στην οδό Νίκης 1, στον Άγιο Δομέτιο, όπου έλαβε χώραν το έγκλημα ("το πατρικό σπίτι") και γύρω στις 07:30-08:00, ήπιε καφέ με τον πατέρα της σε ένα από τα σπίτια που διατηρούσε ο τελευταίος στη Λευκωσία, μέσα σε ήρεμο κλίμα και αργότερα, γύρω στις 09:30 μ.μ., πήγε στο ανθοπωλείο της οικογένειας στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου 41Γ, στον Παρισσινό ("το ανθοπωλείο"), εκφράζοντας εκεί κάποια παράπονα προς τη μητέρα της Ευλαλία (Ρούλα) Ζαρή (Μ.Κ.24), αναφορικώς με τον πατέρα της Νίκο Ζαρή (Μ.Κ.23). Ακολούθως, μετά που ήρθε ο πατέρας της στο ανθοπωλείο, έφυγε, για να μεταβεί στο πατρικό σπίτι και να δολοφονήσει την Έλλη. Ήταν ανήμερα της ονομαστικής γιορτής τής άλλης τους θυγατέρας, της Παναγιώτας Ζαρή (Μ.Κ.12), η οποία, μαζί με την Έλλη, βρισκόντουσαν την κρίσιμη εκείνη μέρα μόνες στο πατρικό σπίτι. Σε κάποιο στάδιο, κατέφθασε εκεί η Κατηγορούμενη, η οποία, έχοντας προηγουμένως σταθμεύσει το αυτοκίνητό της στο γκαράζ του σπιτιού, πήρε το κυνηγετικό όπλο που είχε φυλαγμένο στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου, μπήκε στο σπίτι από την πισινή πόρτα της κουζίνας, εντόπισε εκεί την Έλλη και την πυροβόλησε δύο φορές σκοτώνοντάς την. Είναι εκδοχή τής Υπεράσπισης ότι, όταν η Κατηγορούμενη έφθασε στο πατρικό σπίτι, δέχθηκε κάποια πρόκληση από την Έλλη, με αποτέλεσμα να την πυροβολήσει. Η πρόκληση φαίνεται να αφορούσε (και) στο ανεπιθύμητο της παρουσίας τής Κατηγορούμενης σε σπίτι όπου διέμενε και το οποίο ο πατέρας της είχε αποφασίσει να δώσει στην Παναγιώτα, καθώς και σε συνακόλουθη απειλή τής τελευταίας προς την Κατηγορούμενη ότι αν δεν εγκατέλειπε το σπίτι μέχρι την 16.8.08, θα την κατάγγελλε στην Αστυνομία. Αυτά, βάσει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της Κατηγορούμενης, των ψυχολογικών της προβλημάτων και του υπερβολικού της φόβου ότι δε θα είχε που να μείνει, αν πράγματι υλοποιούταν η απειλή της Παναγιώτας την έσπρωξαν, στιγμιαίως, στη διάπραξη του αδικήματος. Στις προβαλλόμενες εκδοχές τόσον της Κατηγορούσας Αρχής όσον και της Υπεράσπισης όπως και στο βαθμό που αυτές προτάχθηκαν και προωθήθηκαν ως μοναδικές ή εναλλακτικές άλλων, θα αναφερθούμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια πιο κάτω. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός (το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο), ότι τα Τεκμήρια 3-39, που παραλήφθηκαν από την Αστυνομία σε σχέση με την υπόθεση, πάρθηκαν και διακινήθηκαν νομίμως και κανονικώς χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε αλλοίωση, εκτός στο βαθμό και έκταση που τούτο κρίθηκε αναγκαίο για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων μέχρι την παρουσίασή τους στο Δικαστήριο. Θα επανέλθουμε στο ζήτημα των παραδεκτών γεγονότων, δεδομένων κάποιων τοποθετήσεων τής Κατηγορούμενης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας (κυρίως όταν χειριζόταν την υπόθεση η ίδια χωρίς νομική αντιπροσώπευση) και που αφορούσαν στη θέση ότι ουδέποτε συναίνεσε σε αυτά (ή στην ορθότητα του περιεχομένου τους), ανεξαρτήτως του αν ποτέ δεν εξειδίκευσε με σαφήνεια το κατά πόσον η αναφορά της αφορούσε, όντως, σε εκείνα τα γεγονότα που είχαν δηλωθεί ως παραδεκτά ή σε κάποια άλλα που ίσως η ίδια να εξέλαβε ως παραδεκτά ενώ δεν ήταν. Η Κατηγορούσα Αρχή προς στοιχειοθέτηση της κατηγορίας, κάλεσε συνολικώς 57 μάρτυρες, ενώ η Κατηγορούμενη, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε, όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει, να προβεί (όπως και έγινε), σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου, παρουσιάζοντας επιπροσθέτως 14 μάρτυρες προς υπεράσπισή της. Ο Αστυφύλακας Παύλος Εκτωρίδης (Μ.Κ.1), έδωσε μαρτυρία ως φωτογράφος στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών, στο Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών τού Αρχηγείου Αστυνομίας, καταθέτοντας δέσμη φωτογραφιών της σκηνής του εγκλήματος, ως Τεκμήριο
- Ο Ειδικευμένος Φωτογράφος - Δακτυλοσκόπος, Αναπληρωτής Λοχίας Ελευθέριος Σολέας (Μ.Κ.2), αναφέρθηκε στη λήψη αριθμού φωτογραφιών του θύματος στο Νεκροτομείο τού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 16.8.08, τις οποίες κατάθεσε ως δέσμη - Τεκμήριο
- Ο Αρχιλοχίας Λένας Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.3), κατάθεσε ως εξουσιοδοτημένος σχεδιαστής της Αστυνομίας σε σχέση με σκηνές δυστυχημάτων και εγκλημάτων. Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του εγκλήματος στις 15.8.08, ως το Τεκμήριο 4, βάσει του οποίου, αργότερα, ετοίμασε το Σχεδιαγράφημα - Τεκμήριο
- Ο Αστυφύλακας Παναγιώτης Γιάγκου (Μ.Κ.4), αναφέρθηκε στη μετάβασή του, με δύο άλλους συναδέλφους του, στη σκηνή του εγκλήματος στις 15.8.08, κατά την οποία συνάντησε στην είσοδο του πατρικού σπιτιού την Παναγιώτα Ζαρή (Μ.Κ.12), η οποία κλαίγοντας και σε κατάσταση πανικού, ανάφερε ότι η Έλλη κειτόταν νεκρή στην κουζίνα μετά που την είχε πυροβολήσει η Κατηγορούμενη, η οποία επίσης βρισκόταν παρούσα στο χώρο. Κατάθεσε το κυνηγετικό όπλο που βρέθηκε στη σκηνή, ως Τεκμήριο 5, όπως έπραξε και σε σχέση με δύο κάλυκες κυνηγετικού όπλου - Τεκμήρια 6 και
- Η Ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου (Μ.Κ.5), αναφέρθηκε σε αυτοψία που διενήργησε στη σκηνή του εγκλήματος επί της σορού της Έλλης στις 15.8.08 και στη νεκροτομή που ακολούθησε στις 16.8.08, συντάσσοντας προς τούτο σχετική Μεταθανάτια Ιατροδικαστική Έκθεση, την οποία κατάθεσε ως Έγγραφο "ΣΤ", εξηγώντας και αναλύοντας την. Ο Γιώργος Ζαρής (Μ.Κ.6), αδελφός της Έλλης, της Παναγιώτας και της Κατηγορούμενης, αναφέρθηκε στις σχέσεις του ιδίου και της Παναγιώτας, τόσον με την Έλλη όσον και με την Κατηγορούμενη, όπως και στο ευρύτερο ενδοοικογενειακό κλίμα και προστριβές, με κοινό σημείο αναφοράς τη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, κυρίως προς την Έλλη, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ο Αρχιλοχίας Χριστάκης Αντωνίου (Μ.Κ.7), κατάθεσε ως ειδικός για την αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών. Συνέταξε σχετική έκθεση - Έγγραφο "K", αναφορικώς με το αλληλεπίθετο Δίκαννο Οπισθογεμές Κυνηγετικό Όπλο (ΔΟΚΟ) - Τεκμήριο
- Περίγραψε τη χρήση και φύση του. Ο Λοχίας Κωνσταντίνος Ξάνθου (Μ.Κ.8), αναφέρθηκε στην παράδοση σε αυτόν από την Κατηγορούμενη, χειρόγραφης της επιστολής - Τεκμήριο 44, στην οποία προβαίνει σε διάφορες παραδοχές αναφορικώς με το περιστατικό. Είπε επίσης περί της ανακριτικής κατάθεσης που έλαβε από την Κατηγορούμενη στις 16.8.08, ως το Τεκμήριο 45 και μιας άλλης συμπληρωματικής που έλαβε μεταξύ 19 και 20.8.08, ως το Τεκμήριο 46, μετά τη σύνταξη του Τεκμηρίου
- Έκανε επίσης αναφορά περί της εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης εναντίον της, ως το Τεκμήριο 47 και στη λήψη διαφόρων συγκαταθέσεων για έρευνα και παραλαβή δειγμάτων από το σώμα της, ως τα Τεκμήρια 48-
- Ο Μάριος Καριόλου (Μ.Κ.9), κατάθεσε ως Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής. Συνέταξε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, ως το Έγγραφο "M", το οποίο ανάλυσε, με αναφορά στα αποτελέσματα εξετάσεων επί διαφόρων αστυνομικών τεκμηρίων σχετιζόμενων με την υπόθεση. Ο Ειδικός Αστυφύλακας Σταύρος Λαπήθιος (Μ.Κ.10), κατάθεσε ως Ειδικός στην εξέταση εισερχομένων, εξερχομένων κλήσεων, μηνυμάτων και φωτογραφιών κινητών τηλεφώνων, με αναφορά σε σχετική Έκθεση που συνέταξε, ως το Έγγραφο "N", την οποία και εξήγησε με αναφορά σε δύο κινητά τηλέφωνα, το πρώτο, με αριθμό κλήσεως 99808461 (που ανήκε στην Έλλη) και το δεύτερο, με αριθμό κλήσεως 96448709 (που ανήκε στην Κατηγορούμενη). Ο Νίκος Κωστόπουλος (Μ.Κ.11), αρραβωνιαστικός της Παναγιώτας Ζαρή (Μ.Κ.12), πέραν της αναφοράς του στις τεταμένες σχέσεις μεταξύ Κατηγορούμενης και Έλλης, είπε και για τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Παναγιώτα στις 15.8.08, λίγο πριν το έγκλημα, μέσω του προγράμματος Skype. Η Παναγιώτα (Τότα) Ζαρή (Μ.Κ.12), αναφέρθηκε στο έγκλημα και στο πώς το βίωσε ως αυτόπτης μάρτυς, βλέποντας την Κατηγορούμενη να πυροβολεί την Έλλη μπροστά στα μάτια της με το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο
- Είπε επίσης για την πολύ κακή συμπεριφορά της Κατηγορούμενης προς την ίδια την Έλλη και την ευρύτερη οικογένεια, παραθέτοντας με γλαφυρότητα σχετικές λεπτομέρειες. Ο Ιάκωβος Στυλιανού (Μ.Κ.13), κατάθεσε ως υπεύθυνος του Ολυμπιακού Σκοπευτηρίου στα Λατσιά. Αναφέρθηκε στο πώς, γύρω στον Ιούνιο 2008, η Κατηγορούμενη επισκέφθηκε το Σκοπευτήριο και ζήτησε να ασχοληθεί με τη σκοποβολή. Γράφτηκε στο Σκοπευτήριο στις 18.6.
- Τον άφησε να καταλάβει ότι δε γνώριζε τίποτε από όπλα παρόλο που τού είχε πει ότι όταν βρισκόταν στην Κρήτη ".έπαιξε με καραμπίνα". Της είπε ότι η καραμπίνα απαγορεύεται στην Κύπρο. Ήταν όμως ενθουσιώδης, εντυπωσιάζοντας τον για το πόσο καλή ήταν για αρχάρια. Επώμιζε το όπλο με πολύ πάθος. Είχε πει στην Κατηγορούμενη ότι, σε κάποιο στάδιο, θα έπρεπε να αγόραζε δικό της όπλο αφού το Σκοπευτήριο δε μπορούσε να την προμηθεύει με όπλο κάθε φορά που πήγαινε εκεί για σκοπούς εξάσκησης. Για κάποιο διάστημα σταμάτησε να επισκέπτεται το Σκοπευτήριο. Πήγε στο Σκοπευτήριο περίπου τέσσερις με πέντε φορές. Είπε επίσης ότι τη δεύτερη φορά που η Κατηγορούμενη επισκέφθηκε το Σκοπευτήριο, πήρε μαζί της κυνηγετικά φυσίγγια των οποίων όμως η χρήση απαγορευόταν στο Σκοπευτήριο. Αναφέρθηκε, επιπλέον, σε άλλη επίσκεψη της Κατηγορούμενης στο Σκοπευτήριο, δύο μέρες πριν το φονικό και δη, στις 13.8.08, κατά την οποία είχε φέρει μαζί της το κυνηγετικό όπλο ζητώντας του να της δείξει πώς να το συναρμολογεί, κάτι που έπραξε. Η Γεωργία Κωνσταντινίδου (Μ.Κ.14), ήταν υπεύθυνη καταστήματος πώλησης όπλων, φυσιγγίων και κυνηγετικών ειδών στη Λευκωσία από το οποίο η Κατηγορούμενη αγόρασε το κυνηγετικό όπλο - Τεκμήριο 5, έναντι ποσού €1.100, το οποίο και παρέλαβε στις 8.8.08, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει τη σχετική πληρωμή μέσω της Τράπεζας Κύπρου καθότι δεν είχε ολόκληρο το ποσό που χρειαζόταν για την αγορά του. Ο Παύλος Κουτσόφτας (Μ.Κ.15), μέλος της Σκοπευτικής Ομοσπονδίας Κύπρου, αναφέρθηκε στο πώς το απόγευμα της 14.8.08, είδε την Κατηγορούμενη να εξασκείται στο Σκοπευτήριο Λατσιών και για την εντύπωση που του δημιουργήθηκε ότι θα πρέπει να ήταν αρχάρια σκοπευτής, κάτι που του το παραδέχθηκε λίγο αργότερα και η ίδια όταν έτυχε να συνομιλήσουν επιτόπου. Ο Αντρέας Μασώνος (Μ.Κ.16), Υποδεκανέας στο Τμήμα Φυλακών, αναφέρθηκε σε επισκέψεις που δέχθηκε η Κατηγορούμενη στις Κεντρικές Φυλακές ενώ βρισκόταν εκεί ως υπόδικος. Ο Υπαστυνόμος Γεώργιος Αναστασίου (Μ.Κ.17), κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας εξέτασης σκηνών σοβαρών εγκλημάτων, συναφών τεκμηρίων και δακτυλικών αποτυπωμάτων, καταθέτοντας προς τούτο σχετική Έκθεση Εμπειρογνωμοσύνης, ως το Έγγραφο "X", την οποία εξήγησε και ανάλυσε, με ιδιαίτερη αναφορά στον εντοπισμό δακτυλικών αποτυπωμάτων της Κατηγορούμενης επί του κυνηγετικού όπλου - Τεκμήριο
- Ο Αστυφύλακας Νίκος Χ" Σιαμμούτης (Μ.Κ.18), αναφέρθηκε στη μετάβασή του στη σκηνή του εγκλήματος στις 15.8.08 και σε συνομιλία που είχε με την Παναγιώτα και τον πατέρα της (και φίλο του), Νίκο Ζαρή (Μ.Κ.23). Είπε ότι σε ερώτησή του προς την Κατηγορούμενη επιτόπου, ως προς το τι είχε λάβει χώραν (και έχοντας επιστήσει την προσοχή της στο νόμο), του απάντησε "Έδωσέ μου άδεια να κάμνω εξάσκηση με το όπλο και έπαιξε, ήταν ατύχημα". Μετά από την απάντηση αυτή, τη ρώτησε για το τι ακριβώς εννοούσε, με αυτήν να απαντά ξανά "Ήταν ατύχημα". Ο Αντρέας Τσαβέλας (Μ.Κ.19), ιδιοκτήτης καταστήματος ενοικιάσεως DVD και βιντεοταινιών, αναφέρθηκε στα είδη ταινιών που ενοικίαζε η Κατηγορούμενη από τη μέρα που έγινε πελάτιδά του στις 9.6.08, λέγοντας ότι η τελευταία φορά που προέβη σε τέτοια ενοικίαση ήταν στις 10.8.08, οπόταν και ενοικίασε 3 DVD και δη, τη δραματική ταινία "Ιστορίες Πυροβολισμών" και τις ταινίες τρόμου "Ο Χορός των Δαιμόνων" και "Η Κόλαση μέσα του". Είπε επίσης ότι οι πρώτες ταινίες που είχε ενοικιάσει τον Ιούνιο 2008, ήσαν κοινωνικού, περιπετειώδους και δραματικού περιεχομένου, ενώ η δεύτερη φορά, ήταν στις 27.7.08, οπόταν και ενοικίασε την ταινία τρόμου "Night of the Dead". Ο Χρύσανθος Παφίτης (Μ.Κ.20), κατάθεσε ως ιδιοκτήτης εστιατορίου στο οποίο εργοδοτήθηκε η Κατηγορούμενη τον Ιούλιο 2008, στη βάση μερικής απασχόλησης, με μισθό €35 το βράδυ. Εργαζόταν περίπου τέσσερις με πέντε φορές τη βδομάδα. Την τελευταία φορά που εργάστηκε κοντά του ήταν στις 9.8.08, όταν η ταβέρνα είχε κλείσει για τις καλοκαιρινές διακοπές. Αναφέρθηκε στο συνεργάσιμο της Κατηγορούμενης ενώ δούλευε στην ταβέρνα, λέγοντας επίσης ότι τού είχε ζητήσει να της δώσει βεβαίωση περί της εργοδοσίας και ύψους της μισθοδοσίας της εκεί, διότι σκόπευε να πρόβαινε σε αίτηση δανείου το οποίο χρειαζόταν, όπως και έπραξε. Ο Αστυνομικός Γεώργιος Χ" Γεωργίου (Μ.Κ.21), Εκπαιδευτής στη ΜΜΑΔ, αναφέρθηκε στο πώς γνώρισε την Κατηγορούμενη σε γυμναστήριο στη Λευκωσία και στην εντύπωση που σχημάτισε για το άτομό της στη βάση αυτών που του έλεγε σε σχέση με διάφορα οικογενειακά της προβλήματα. Μετά το επίδικο περιστατικό, μετάβηκε στη σκηνή του εγκλήματος, έχοντας ειδοποιηθεί σχετικώς από συνάδελφό του ότι η Κατηγορούμενη είχε ζητήσει να τον δει. Εκεί, μετά που τη ρώτησε τι είχε γίνει, του είπε ότι ενώ επώμιζε το όπλο που είχε αγοράσει για σκοπούς προπόνησης στη Σκοπευτική Οργάνωση που επισκεπτόταν, σε κάποια στιγμή αυτό εκπυρσοκρότησε με αποτέλεσμα να χτυπήσει την αδελφή της στο κεφάλι, χωρίς ωστόσο να θυμάται αν πυροβόλησε μια ή δύο φορές. Ο Αστυφύλακας Γιώργος Γεωργιάδης (Μ.Κ.22), αναφέρθηκε στην εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον της Κατηγορούμενης. Ο Νίκος Ζαρής (Μ.Κ.23), αναφέρθηκε στην ενδοοικογενειακή συμπεριφορά της Κατηγορούμενης έναντι όλων των μελών της οικογένειας, με ιδιαίτερη έμφαση, αυτή προς την Έλλη. Είπε επίσης για συνομιλία που είχε με την Κατηγορούμενη στο διαμέρισμά του στην οδό Λυκαβητού 55, το πρωινό στις 15.8.08, πριν το φονικό, σε σχέση με τον τόπο διαμονής της Κατηγορούμενης και κάποιες αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν αναφορικώς με το σπίτι στο οποίο τελικώς θα αποφάσιζε να διαμείνει η Κατηγορούμενη. Η Ευλαλία (Ρούλα) Ζαρή (Μ.Κ.24), αναφέρθηκε και αυτή στη διαχρονικώς κακή συμπεριφορά της Κατηγορούμενης έναντι της Έλλης και των άλλων μελών της οικογενείας, αναφερόμενη σε συγκεκριμένα περιστατικά, καθώς και σε διάφορες απειλές που συχνά πυκνά εκστόμιζε η Κατηγορούμενη προς την Έλλη. Η Αστυφύλακας Καρολίνα Νικολάου (Μ.Κ.25), αναφέρθηκε στη μετάβασή της στη σκηνή του εγκλήματος στις 15.8.08, περιγράφοντας τις παρατηρήσεις της. Η Ψυχίατρος Αγάθη Βαλανίδου (Μ.Κ.26), αναφέρθηκε σε εξέταση που διενήργησε στην Κατηγορούμενη σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις τον Αύγουστο
- Στην πρώτη, ήταν συνεργάσιμη σε αντίθεση με τις υπόλοιπες δύο, ενώ κατά την τελευταία, της έγινε ψυχολογική εκτίμηση κατά την οποία αρνήθηκε να υποβληθεί σε ψυχομετρικά εργαλεία έτσι ώστε να διαπιστωθεί καλύτερα η ψυχοπαθολογία της. Συνέταξε σχετικώς την Ιατρική Έκθεση - Έγγραφο "ΩΘ", την οποία ανάλυσε και εξήγησε, τονίζοντας ότι δε διαπιστώθηκε ενεργός ψυχοπαθολογία και ότι οι ανώτερες ψυχικές λειτουργίες της, μνήμη, κρίση και αντίληψη της, ήσαν φυσιολογικές, με το συναίσθημά της να διακινείται φυσιολογικά και τη σκέψη της να είναι συγκροτημένη, έχουσα αντίληψη των συνεπειών των πράξεών της. Ο Λοχίας Γεώργιος Ευτυχίου (Μ.Κ.27), είπε για μήνυμα που είχε λάβει στις 15.8.08 και ώρα 10:41 π.μ., ότι είχαν ακουστεί πυροβολισμοί στο πατρικό σπίτι. Ο Στέλιος Γεωργιάδης (Μ.Κ.28), κατάθεσε ως Κλινικός Ψυχολόγος-Νευροψυχολόγος. Αναφέρθηκε σε παρακολούθηση που διενήργησε αναφορικώς με την Κατηγορούμενη κατά το 2001 και στις διαπιστώσεις του αναφορικώς με την προσωπικότητά της, λέγοντας ότι πρόκειται περί έξυπνου, ευέλικτου γλωσσικώς και πολύ ενήμερου ατόμου για τον τρόπο με τον οποίον οι οικογενειακές καταστάσεις την επηρέαζαν ή της προκαλούσαν επιπλέον προβλήματα. Ο Φρίξος Ζαρής (Μ.Κ.29), θείος της Κατηγορούμενης και της Έλλης, αναφέρθηκε στην παιδιόθεν συμπεριφορά της Κατηγορούμενης έναντι της ευρύτερης οικογένειας αλλά και στις προσπάθειες του πατέρα της Ζαρή, να κρατήσει τις ισορροπίες τόσον σε ό,τι αφορούσε στα περιουσιακά όσον και σε ό,τι καθαπτόταν άλλων οικογενειακών θεμάτων. Η Γιώτα Γρηγορίου (Μ.Κ.30), Λειτουργός στο Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια, αναφέρθηκε στη γραπτή της αναφορά - Τεκμήριο 66, στην οποία προέβηκε μετά από παράκληση της Αστυνομίας στις 18.8.08, αναφορικώς με ανώνυμο τηλεφώνημα που είχε δεχθεί από ανώνυμη γυναίκα στη Λευκωσία περί του ότι ανησυχούσε για την κόρη της Ευτυχία, διότι ο πρώην σύζυγος της (της ανώνυμης γυναίκας), ασκούσε στην Ευτυχία συνεχή ψυχολογική κακοποίηση. Ο Αλέξης Κυπριανίδης (Μ.Κ.31), Υπεύθυνος Χορηγήσεων στο Υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Μετοχίου στη Λευκωσία, αναφέρθηκε στην εξασφάλιση από την Κατηγορούμενη χρηματοδότησης από την Τράπεζα ύψους €1.100, για την αγορά του κυνηγετικού όπλου - Τεκμήριο 5, αναφερόμενος στο σχετικό συμβόλαιο χρηματοδότησης - Τεκμήριο
- Η Λοχίας Εύη Νικολάου (Μ.Κ.32), τοποθετημένη στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Πρόληψης/Καταπολέμησης της Βίας στην Οικογένεια, αναφέρθηκε σε παράπονο που είχε καταχωρήσει η Κατηγορούμενη στις 7.8.08, αναφορικώς με επί δεκαπενταετία περίπου, (φερόμενη), κακή συμπεριφορά του πατέρα Ζαρή, έναντι της μητέρας της και στις ενέργειες που προέβη αναφορικώς με το παράπονο αυτό. Ο Αστυφύλακας Κωνσταντίνος Κυριάκου (Μ.Κ.33), αναφέρθηκε σε τηλεφώνημα που έλαβε στις 13.8.08, γύρω στις 22:00, από την Παναγιώτα Ζαρή (Μ.Κ.12), η οποία ζήτησε όπως μεταβεί η Αστυνομία στο ισόγειο σπίτι της στην οδό Κρήτης 13, στη Μακεδονίτισσα, διότι η Κατηγορούμενη βρισκόταν εκεί χωρίς τη συγκατάθεσή της και στις ενέργειες που έκανε προς τούτο μαζί με τον Αστυφύλακα Σωκράτη Μιχαηλίδη (Μ.Κ.43). Ο Μιχάλης Λευκάτης (Μ.Κ.34), πρώην συμμαθητής και παιδικός φίλος της Έλλης, αναφέρθηκε στην καλή συμπεριφορά της τελευταίας έναντι της Κατηγορούμενης και στην κακή συμπεριφορά της τελευταίας έναντι της πρώτης. Η Χριστιάνα Ιωάννου (Μ.Κ.35), πρώην συμφοιτήτρια και για κάποιο διάστημα, συγκάτοικος της Έλλης στο Ρέθυμνο Κρήτης την περίοδο 2002-2004, όπου σπούδαζαν, αναφέρθηκε στον καλό χαρακτήρα της τελευταίας και στη σχέση της με την Κατηγορούμενη, την οποία γνώρισε για πρώτη φορά το 2003, όταν ήρθε και εκείνη στο Ρέθυμνο για σπουδές. Αναφέρθηκε στην αρνητική της εντύπωση για την Κατηγορούμενη, με συγκεκριμένη αναφορά σε πτυχές της συμπεριφοράς της (ιδιαίτερα έναντι της Έλλης), προβαίνοντας και σε αναφορά των φόβων που τής εξέφραζε η Έλλη για τη ζωή της και την εντύπωσή της ότι θα τη σκότωνε κάτι όμως που δεν έπραττε επειδή φοβόταν μήπως και φυλακιστεί, εξού και περιοριζόταν στο να τη βασανίζει. Η Αστυφύλακας Ελένη Πέτρου (Μ.Κ.36), επισκέφθηκε τη σκηνή του εγκλήματος στις 15.8.08, όπου μετά από οδηγίες, μετέφερε την Κατηγορούμενη μαζί με δύο άλλους συναδέλφους της στα Γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσίας για σκοπούς προστασίας αφού η κατάσταση στο πατρικό σπίτι μετά το έγκλημα ήταν τεταμένη λόγω απειλών που εκτοξεύονταν εναντίον της από μέλη της οικογένειας. Η Αστυφύλακας Έλενα Κρητιώτου (Μ.Κ.37), ανάφερε ότι στις 15.8.08, ανέκρινε προφορικώς την Κατηγορούμενη σχετικώς με το επεισόδιο που είχε προηγηθεί, με την τελευταία να λέγει, μεταξύ άλλων, ότι είναι αθλήτρια σκοποβολής και ότι πρόβαινε σε επωμίσεις με το όπλο το οποίο δεν είχε ασφάλεια. Ήταν επίσης παρούσα κατά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης. Στις 16.8.08, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη, ως το Τεκμήριο 45, πράττοντας το ίδιο και στις 19.8.08, ως το Τεκμήριο
- Ο Μάριος Ταμάσιος (Μ.Κ.38), ο οποίος διέμενε δίπλα από το πατρικό σπίτι, ανάφερε ότι το πρωί της 15.8.08, σε κάποια στιγμή γύρω στις 10:30, άκουσε δύο δυνατούς κρότους, οι οποίοι είχαν μεταξύ τους διαφορά δύο-τριών δευτερολέπτων, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει την πηγή και φύση τους. Ο Αστυφύλακας Στέφανος Ιωάννου (Μ.Κ.39), αναφέρθηκε σε έρευνα στην οικία του Νίκου Ζαρή (Μ.Κ.23), στην οδό Κρήτης 13 στην Έγκωμη και ενός αυτοκινήτου, μετά από γραπτή του συγκατάθεση και στην παραλαβή διαφόρων αντικειμένων. Η Χριστιάνα Ζήνωνος (Μ.Κ.40), πρώην συμμαθήτρια και συμφοιτήτρια της Έλλης, αναφέρθηκε στο καλόν του χαρακτήρα της και στις αρετές που τη χαρακτήριζαν ως άνθρωπο. Διαφορετική ήταν η γνώμη που σχημάτισε για την Κατηγορούμενη και έδωσε περί τούτου σχετικές λεπτομέρειες προς επίρρωση της άποψής της, με ιδιαίτερη αναφορά στην κακή της συμπεριφορά έναντι της Έλλης, η οποία ανησυχούσε για τις βίαιες προθέσεις της Κατηγορούμενης προς το πρόσωπό της. Ο Κώστας Αφαντίτης (Μ.Κ.41), Γραφέας στο Ταμείο της Υπηρεσίας Θήρας στη Λευκωσία, είπε ότι στις 27.6.08, προσήλθε στο γραφείο του μια άγνωστη κοπέλα (δεν προσδιόρισε ποια ήταν, αφού ο ίδιος δεν την είχε δει), η οποία υπέβαλε αίτηση για την απόκτηση πρώτης άδειας κυνηγίου νοουμένου ότι πρώτα παρακαθόταν σε σχετικές εξετάσεις, κάτι που δεν έγινε με αποτέλεσμα η αίτηση να παραμείνει εκκρεμής. Η Αννίτα Σοφοκλέους (Μ.Κ.42), Κλινική Ψυχολόγος στο Κοινοτικό Κέντρο Ψυχικής Υγείας Στροβόλου, αναφέρθηκε σε τηλεφώνημα που είχε λάβει από την Κατηγορούμενη στις 23.7.08, κατά το οποίο τής είπε για διάφορα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε και για επιθυμία της να καθοριζόταν κάποια συνάντηση με ψυχολόγο του Κέντρου. Της είπε ότι υπήρχε λίστα αναμονής. Δεν κατέστη δυνατόν να καθοριστεί συνάντηση με ψυχολόγο μέχρι την 19.8.08, που έδωσε τη γραπτή της κατάθεση προς την Αστυνομία, ως το Έγγραφο "ΩΩ". Ο Αστυφύλακας Σωκράτης Μιχαηλίδης (Μ.Κ.43), αναφέρθηκε και αυτός στο περιστατικό της 13.8.08, μετά από το τηλεφωνικό παράπονο της Παναγιώτας Ζαρή (Μ.Κ.12). Η Μαριλένα Χόππη (Μ.Κ.44), Διευθύντρια στο εστιατόριο "Fridays" που βρίσκεται στο Εμπορικό Κατάστημα "The Mall", στα Λατσιά και φίλη από το Δημοτικό Σχολείο με την Παναγιώτα Ζαρή (Μ.Κ.12), αναφέρθηκε στην προβληματική και βίαιη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης (όπως είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει πρωτογενώς), έναντι των αδελφιών της. Είπε επίσης ότι η Κατηγορούμενη εργοδοτήθηκε για δυόμιση εβδομάδες στο εστιατόριο "Fridays", το όποιο διεύθυνε η ίδια η μάρτυς, με τη συμπεριφορά της να είναι πολύ καλή. Η Γεωργία Καρπασίτη (Μ.Κ.45), Νοσηλεύτρια στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, αναφέρθηκε στη μετάβασή της στις 15.8.08, ως συνοδού ασθενοφόρου, στη σκηνή του εγκλήματος και στις διαπιστώσεις της. Η Μαρία Κωνσταντίνου (Μ.Κ.46), σύζυγος του Γιώργου Ζαρή (Μ.Κ.6), αναφέρθηκε στη εν γένει συμπεριφορά της Κατηγορούμενης προς την Έλλη και τα άλλα μέλη της οικογένειας Ζαρή, καθώς και στη μετάβασή της, μαζί με τον Γιώργο Ζαρή, στη σκηνή του εγκλήματος μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε ο τελευταίος από την Παναγιώτα Ζαρή, η οποία, επί τόπου, τους πληροφόρησε ότι είχε δει την Κατηγορούμενη να σημαδεύει την Έλλη και να της τινάζει τα μυαλά στον αέρα. Ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου (Μ.Κ.47), εκπαιδευτής καράτε και πυγμαχίας και φίλος της Κατηγορούμενης, αναφέρθηκε στην επιθυμία της να άρχιζε μαθήματα πυγμαχίας και στο πώς αυτό υλοποιήθηκε τον Ιούνιο
- Είπε επίσης για τη γενικότερη σχέση που είχε με την Κατηγορούμενη και την εκμυστήρευση σε αυτόν από την ίδια, πτυχών της προσωπικής και οικογενειακής της ζωής. Η Ειδική Αστυφύλακας Νικολέττα Μελετίου (Μ.Κ.48), κατάθεσε ως διαμένουσα στην ίδια οδό όπου έλαβε χώραν το φονικό, περιγράφοντας πώς γύρω στις 10:30 το πρωί της 15.8.08, άκουσε δύο δυνατούς κρότους με μερικά δευτερόλεπτα διαφορά του ενός από τον άλλον, χωρίς όμως να δώσει σημασία. Ο Αστυφύλακας Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης (Μ.Κ.49), αναφέρθηκε στο πώς στις 15.8.08 και περί η ώρα 10:50 π.μ., ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με δύο άλλους συναδέλφους του, ενημερώθηκε για το περιστατικό του φονικού, με αποτέλεσμα να μεταβούν στη σκηνή του εγκλήματος στις 10:55 π.μ. Εκεί συνάντησαν την Παναγιώτα Ζαρή (Μ.Κ.12), η οποία τους ανάφερε ότι η Κατηγορούμενη είχε πυροβολήσει την Έλλη. Η Στέλλα Ιακώβου (Μ.Κ.50), θυγατέρα της Ευλαλίας Ζαρή (Μ.Κ.24), από προηγούμενο της γάμο, αναφέρθηκε στην τρομερή αντιπάθεια και μίσος που έτρεφε η Κατηγορούμενη προς την Έλλη, σε αντίθεση με τα συναισθήματα της Έλλης προς αυτήν. Η Κατερίνα Κονάρη (Μ.Κ.51), αναφέρθηκε σε δειγματοληψίες που διεκπεραίωσε αναφορικώς με την υπόθεση και στα αποτελέσματά τους. Ο Λουκάς Ψημολοφίτης (Μ.Κ.52), είπε για αναφορά της Κατηγορούμενης γύρω στο Μάιο, 2008, ότι όταν βρισκόταν στην Κρήτη ασχολείτο με τη σκοποβολή και ήθελε να συνεχίσει στην Κύπρο. Ο Λοχίας Χρίστος Κόκκινος (Μ.Κ.53), αναφέρθηκε σε τηλεφώνημα που έλαβε στις 15.8.08, το οποίο προήλθε από το σταθερό τηλέφωνο του πατρικού σπιτιού με αριθμό
- Ο Λοχίας Χριστάκης Πολυβίου (Μ.Κ.54), αναφέρθηκε και αυτός στο πιο πάνω τηλεφώνημα, το περιεχόμενο του οποίου άκουσε διότι η συνομιλία έλαβε χώραν σε ανοικτή ακρόαση. Ο Λοχίας Γεώργιος Έλληνας (Μ.Κ.55), αναφέρθηκε, γενικώς, στη διαδικασία εγγραφής κυνηγετικού όπλου. Η αστυφύλακας Έμιλη Φλωρίδη (Μ.Κ.56), αναφέρθηκε σε περιστατικό που συνέβη σε σχέση με την Κατηγορούμενη την 21.8.08, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, κατά το οποίο την εντόπισε στην τουαλέτα του κρατητηρίου με σεντόνι στο λαιμό, περασμένο πάνω στη σχάρα του παραθύρου. Επενέβη μαζί με άλλους συναδέλφους της, την κατέβασαν και προσπάθησαν να διαγνώσουν τα κίνητρά της, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Λούης Καριόλου (Μ.Κ.57), Ψυχίατρος στις Κεντρικές Φυλακές, αναφέρθηκε στα πορίσματά του αναφορικώς με την προσωπικότητα της Κατηγορούμενης, μετά από σχετική θεραπευτική παρακολούθηση της, μεταξύ Σεπτεμβρίου 2008 και Μαρτίου 2010, βάσει της οποίας συνέταξε σχετικές εκθέσεις- Έγγραφα "ΩΩΣΤ" και "ΩΩΖ", τις οποίες και εξήγησε. Η Κατηγορούμενη, στην ανώμοτη δήλωσή της, αναφέρθηκε στα διάφορα προβλήματα και συγκρούσεις που παρατηρούνταν εντός της οικογενείας της αλλά και στο ότι η θανάτωση της Έλλης δεν ήταν προμελετημένη. Το κυνηγετικό όπλο το είχε αγοράσει με σκοπό να συνεχίσει το άθλημα της σκοποβολής. Κανένα φονικό σχέδιο δεν υπήρξε στο μυαλό της. Τη διακατείχε έντονη ψυχική αναστάτωση από το προηγούμενο βράδυ. Κάτι είχε ειπωθεί από την Έλλη, αρκετό για να μεταβάλει την κατάστασή της και να την οδηγήσει στο φονικό. Υπήρχαν προβλήματα με την Έλλη, όμως πάντοτε την αγαπούσε ασχέτως των δυσκολιών και των καταστάσεων που επικρατούσαν. Εξέφρασε τη μετάνοια και λύπη της για το χαμό της Έλλης και για αυτό που έγινε. Αμφισβήτησε το περιεχόμενο του χειρογράφου - Τεκμήριο 44 (αυτό είναι, αντιλαμβανόμαστε, το έγγραφο στο οποίο αναφερόταν), λέγοντας ότι οι σημειώσεις που περιέχονται σε αυτό έγιναν μετά από επίσκεψη δικηγόρου της και συνάντησης που είχε μαζί του για μια ώρα στην απουσία οποιουδήποτε άλλου, σε δωμάτιο του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμειας. Είπε ότι κάποιες αναφορές στο έγγραφο που αφορούν στο συμβάν του πυροβολισμού καθώς και στη μεταφορά του κυνηγετικού όπλου και άλλα, έγιναν με καθοδήγηση και υπαγόρευση του εν λόγω δικηγόρου και ότι ο νυν συνήγορος της, αρνήθηκε να τον παρουσιάσει ως μάρτυρα (όπως και άλλους στη δίκη), λέγοντας όμως ταυτοχρόνως ότι, ίσως, να το έπραξε αυτό για να προστατέψει τα συμφέροντα της. Υπογράμμισε ότι το αίτημα της για απαλλαγή από την αντιπροσώπευση του κ. Χριστοδουλίδη, θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτό «. λόγω του πολύ βεβαρημένου ποινικού μητρώου που έχει», και ότι, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να είχε υποχρεωθεί από το Δικαστήριο στην εκπροσώπηση του (έχουμε εκδώσει περί τούτου ενδιάμεσες αποφάσεις, το περιεχόμενο των οποίων μιλά από μόνον του και δε σκοπεύουμε να προβούμε σε αναθεώρησή τους ενεργώντας, ανεπίτρεπτα, ως Εφετείο). Αιτιολόγησε (χωρίς ασφαλώς να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση), την επιλογή της να μην καταθέσει ενόρκως, λέγοντας ότι αυτή διαμορφώθηκε ως εκ της επιβάρυνσης που έτυχε και της ψυχοφθόρου κριτικής που δέχθηκε (δεν είπε από ποιους), όταν σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας αποφάσισε να υπερασπιστεί μόνη τον εαυτό της (χωρίς δικηγορική αντιπροσώπευση) και να αντεξετάσει την αδελφή της, Παναγιώτα Ζαρή (Μ.Κ.12), σημειώνοντας, προσέτι, ότι αν είχε «. την σωστή υπεράσπιση με τον σωστό δικηγόρο μπορεί και να ζητούσα να μου γίνει αντεξέταση», νιώθοντας (καθώς μας είπε), ότι ακόμη και με το να θέτει θέμα δικηγορικής αντιπροσώπευσης, επιβαρύνεται. Τόνισε, εν κατακλείδι, ότι λυπάται πραγματικά που δεν κατόρθωσε να μας οδηγήσει, ως Δικαστήριο, στο να κατανοήσουμε πως δεν είναι ένοχη για φόνο εκ προμελέτης της Έλλης, ευχαριστώντας συνάμα το Θεό για τη βοήθεια και στήριξη του. Ο Ματθαίος Μαρκίδης (Μ.Υ.1), πρώην υπάλληλος στο καθαριστήριο που διατηρούσε ο πατέρας της Κατηγορούμενης στον Άγιο Δομέτιο ("το καθαριστήριο"), αναφέρθηκε στο καλόν του χαρακτήρα της και σε πτυχές των σχέσεων που επικρατούσαν εντός της οικογένειας Ζαρή. Ο πάτερ Γεώργιος Στυλιανού (Μ.Υ.2), κατάθεσε ως ιερέας των Κεντρικών Φυλακών, έχοντας γνωρίσει την Κατηγορούμενη από επίσκεψή της στη Μονή Θεοτόκου. Αναφέρθηκε στις γενικότερες εντυπώσεις του περί της Κατηγορούμενης και την Έλλης (την οποία επίσης γνώριζε). Ο Γεώργιος Κεπόλας (Μ.Υ.3), καλλιτέχνης και εκπαιδευτής αγιογράφος στις Κεντρικές Φυλακές, αναφέρθηκε στα μαθήματα αγιογραφίας που πρόσφερε εκεί στην Κατηγορούμενη και σε άλλους και στη διαγωγή της κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Η Άννα Ιωάννου (Μ.Υ.4), υπάλληλος στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η οικογένεια Ζαρή επεβλεπόταν από την Υπηρεσία το 1988, οπόταν και η επίβλεψη τερματίστηκε. Ο Χρίστος Παπασσιάντης (Μ.Υ.5), σπούδασε την επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών με μεταπτυχιακό στα Database Systems. Αναφέρθηκε στην κατάσταση κλήσεων Skype - Τεκμήριο 54, λέγοντας ότι εύκολα θα μπορούσε να τροποποιηθεί. Ο Christopher Zombo (Μ.Υ.6), φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, κατάθεσε ως φίλος και γνωστός της Κατηγορούμενης από το 2007, όταν την γνώρισε στο Γυμναστήριο του Πανεπιστημίου όπου ασκούνταν και οι δύο στις πολεμικές τέχνες. Αναφέρθηκε σε πληροφόρηση που του είχε δώσει η Κατηγορούμενη αναφορικώς με κάποια οικογενειακά της προβλήματα, καταθέτοντας συνάμα και περί του καλού της χαρακτήρα, όπως τον αντιλήφθηκε. Η Έρικα Ηροδότου (Μ.Υ.7), Δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές, αναφέρθηκε στη γενικότερη κατάσταση της Κατηγορούμενης μόλις εισήλθε στις Φυλακές και ότι όσες φορές την είχε δει ήταν ήρεμη και απομονωμένη, κλειστή στον εαυτό της. Η Λουκία Μόντη (Μ.Υ.8), υπάλληλος στο Γραφείο Ευημερίας, αναφέρθηκε στην επίβλεψη της οικογένειας Ζαρή. Η Ευαγγελία Μαθιουδάκη (Μ.Υ.9), φίλη της Κατηγορούμενης στη Κρήτη, όταν η τελευταία ήταν φοιτήτρια εκεί, αναφέρθηκε στις αθλητικές δραστηριότητες της Κατηγορούμενης. Είπε επίσης για τις σχέσεις μεταξύ Κατηγορούμενης και Έλλης και ότι δεν είχε προσέξει κάτι το ιδιαίτερο ή το ανησυχητικό σε αυτές. Η Κάρολαϊν Ζαρή (Μ.Υ.10), θεία της Κατηγορούμενης, αναφέρθηκε στη συμπεριφορά της τελευταίας προς την Έλλη, χωρίς να επισημάνει κάτι το αρνητικό. Είπε ότι, μετά το επίδικο περιστατικό και όταν την επισκέφθηκε στο Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας όπου κρατείτο, ήταν πολύ σοκαρισμένη και δεν έδειχνε να κατανοεί τι συμβαίνει. Η Κυριακή (Κούλα) Σάββα (Μ.Υ.11), φίλη της Κατηγορούμενης, είπε ότι η τελευταία δεν είχε ".υπερβολικά καλές σχέσεις ." με την Έλλη, δε γνώριζε όμως περισσότερες λεπτομέρειες για να καταθέσει. Αναφέρθηκε σε διάφορες στιγμές που έζησε με την Κατηγορούμενη μεταξύ 2006 και 2009 (περίπου), στην Κρήτη και ότι τής είχε φανεί παράξενο ότι για όλη την περίοδο αυτή, οι δύο αδελφές δεν ήσαν μαζί. Ο Αστυφύλακας Βάκης Προδρόμου (Μ.Υ.12), αναφέρθηκε σε έρευνα που διενήργησε μαζί με άλλο συνάδελφό του σε μια από τις δύο οικίες του Νίκου Ζαρή και δη σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οδού Κρήτης 13 στην Έγκωμη, καθώς και σε δύο αυτοκίνητα. Ο πάτερ Μιχαήλ Πηγάσιος (Μ.Υ.13), αναφέρθηκε στη γνωριμία του με την Κατηγορούμενη μετά το έγκλημα. Ο Κυριάκος Βερεσιές (Μ.Υ.14), Νευρολόγος - Ψυχίατρος, αναφέρθηκε στη ψυχιατρική έκθεση - Έγγραφο "ΩΩΘ", την οποία συνέταξε με αναφορά στην Κατηγορούμενη μετά από πέντε συναντήσεις που είχε μαζί της στις Κεντρικές Φυλακές μεταξύ Μαΐου - Ιουνίου 2010, την οποία εξήγησε και ανάλυσε. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας όλων των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης (καθώς και η ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης), δεδομένων των εκδοχών που παρατέθηκαν, της ανάλυσης του μαρτυρικού υλικού και ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και της ανώμοτης δήλωσης), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσής τους στην απόφαση (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, 534-535). Οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων επικεντρώθηκαν στην αξιοπιστία της μαρτυρίας, με την κάθε πλευρά να εκφράζει τις δικές τις απόψεις σε ό,τι αφορά στην εμβέλεια και νομική της σημασία σε αντιπαραβολή με τα συστατικά στοιχεία του αποδιδόμενου εγκλήματος, με ειδικότερη αναφορά στην προμελέτη. Λάβαμε υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι. Αξιολογήσαμε τους μάρτυρες καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, συμπεριλαμβανομένης τής ανώμοτης δήλωσης, στο περιεχόμενο της οποίας δώσαμε την ανάλογη βαρύτητα, έχοντας κατά νουν ότι τα εκεί αναφερθέντα δεν πέρασαν μέσα από την κάμινο της αντεξέτασης και ότι είναι πειστικής μάλλον παρά αποδεικτικής αξίας. Πράττοντας το αυτό, είχαμε συνεχώς υπόψη τη θέση της νομολογίας μας ως προς την αξιολογική προσέγγιση ανώμοτων δηλώσεων, όπως πιο πρόσφατα έτυχε επαναβεβαίωσης στην Άχτάρ ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 207/08 κ.α, ημ. 16.7.10. Οι μάρτυρες τής Κατηγορούσας Αρχής μάς δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν απεριφράστως, χωρίς καθόλου να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Παρατηρούμε ότι οι κατ' ισχυρισμόν αντιφάσεις που παράθεσε ο κ. Χριστοδουλίδης στην αγόρευση του, πόρρω απέχουν από του να μπορούν, ευλόγως, να θεωρηθούν ως τέτοιες, αφού, είτε οι μάρτυρες (στους οποίους αφορούν οι εισηγήσεις), έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις για ό,τι ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντίφαση ή ανακολουθία (αλλά δεν είναι), είτε οι δια αντιπαραβολής παρουσιαζόμενες ως αντιφάσεις και συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων μαρτύρων, δεν αποτελούν παρά μόνον επουσιώδεις αποκλίσεις στην ερμηνεία και αντίληψη γεγονότων, καταστάσεων, χρόνου και συμπεριφορών, στη βάση της γνώσης και των προσλαμβανόντων παραστάσεων τους. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία των μαρτύρων - συγγενών και φίλων τής Έλλης και της Κατηγορούμενης, ήμασταν σε ακόμη μεγαλύτερη εγρήγορση στο να εντοπίσουμε, ακόμη και ψήγματα, κακοβουλίας, εχθρότητας ή εύνοιας προς αυτές, ως εκ της φύσης του αδικήματος, χωρίς να διαπιστώσουμε κάτι τέτοιο. Παρά την κατάληξή μας περί αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η μαρτυρία κάποιων από αυτούς σταχυολογείται εν πάση περιπτώσει ως άνευ ιδιαίτερης και ουσιώδους σημασίας για τα επίδικα θέματα, όπως περιορίστηκαν. Για παράδειγμα, η μαρτυρία του Αντρέα Τσαβέλα (Μ.Κ.19), περί του είδους των ταινιών που ενοικίαζε η Κατηγορούμενη από το κατάστημά του, δε μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση προς εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων, στην απουσία εξειδικευμένης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Ούτως ή άλλως, δεν προσφέρθηκε επαρκής μαρτυρία ως προς το ακριβές περιεχόμενο των ταινιών αυτών έτσι ώστε να δημιουργούνταν, ενδεχομένως, οι προϋποθέσεις για συγκεκριμένους, έστω, συνειρμούς. Περιθωριακής σημασίας κρίνεται και η μαρτυρία τής Καρολίνας Νικολάου (Μ.Κ.25) και οι παρατηρήσεις που διατύπωσε αναφορικώς με τη σκηνή του εγκλήματος. Παρομοίως επουσιώδης, ήταν και η μαρτυρία των Αντρέα Μασώνου (Μ.Κ.16), Γιώτας Γρηγορίου (Μ.Κ.30), Εύης Νικολάου (Μ.Κ.32) και Ελένης Πέτρου (Μ.Κ.36). Η μαρτυρία του Κώστα Αφαντίτη (Μ.Κ.41), παρέμεινε ασύνδετη με οτιδήποτε θα μπορούσε να σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και την Κατηγορούμενη, αφού ο μάρτυς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποια ήταν η άγνωστη εκείνη κοπέλα η οποία είχε υποβάλει αίτηση για απόκτηση άδειας κυνηγίου, για ό,τι θα μπορούσε αυτό να αξίζει. Η ιδιότητα της Κατερίνας Κονάρη (Μ.Κ.51), δεν προσδιορίστηκε με επάρκεια κατά τη μαρτυρία, με όλα όσα θα μπορούσαν πιθανώς να συναχθούν από το περιεχόμενο των λεχθέντων της, να μην αρκούν για κατάταξή της ως εμπειρογνώμονα για τα ζητήματα περί των οποίων κατάθεσε, ασχέτως αν, έτσι και αλλιώς, η μαρτυρία της ήταν μάλλον επουσιώδης. Χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία ήταν και η μαρτυρία του Γεώργιου Έλληνα (Μ.Κ.55), σε σχέση με την ακολουθούμενη διαδικασία εγγραφής κυνηγετικού όπλου. Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων, την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στη Volettos v. The Republic
(1961)C.L.R. 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους εξέφραζαν πιστά και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Είμαστε ικανοποιημένοι πως όλοι ανεξαιρέτως απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς οποιεσδήποτε διαθλάσεις. Σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων (τους οποίους απαριθμούμε στην αμέσως επόμενη παράγραφο), σημειώνουμε, ίσως εκ του περισσού, ότι κατά την αξιολόγησή τους, δε θεωρήσαμε τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα τόσον σημαντική όσον στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων, όπως σαφώς υποδεικνύει η νομολογία μας, με ενδεικτική αναφορά στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 62-65. Κατά τα άλλα, αποδεχόμαστε ότι το ίδιο αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Με υπόψη τα όσα ανάφεραν σε σχέση με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ως εμπειρογνώμονες, για τα εξειδικευμένα θέματα επί των οποίων κατέθεσαν, τους Παύλο Εκτωρίδη (Μ.Κ.1), Ελευθέριο Σολέα (Μ.Κ.2), Λένα Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.3), Ελένη Αντωνίου (Μ.Κ.5), Χριστάκη Αντωνίου (Μ.Κ.7), Μάριο Καριόλου (Μ.Κ.9), Σταύρο Λαπήθιο (Μ.Κ.10), Γεώργιο Αναστασίου (Μ.Κ.17), Αγάθη Βαλανίδου (Μ.Κ.26), Στέλιο Γεωργιάδη (Μ.Κ.28), Αννίτα Σοφοκλέους (Μ.Κ.42), Λούη Καριόλου (Μ.Κ.57), με κάποιους σημαντικούς περιορισμούς στους οποίους θα αναφερθούμε στην αμέσως επόμενη παράγραφο, Χρίστο Παπασσιάντη (Μ.Υ.5) και Κυριάκο Βερεσιέ (Μ.Υ.14). Οι μάρτυρες αυτοί, πλην των Χρίστου Παπασσιάντη (Μ.Υ.5) και Κυριάκου Βερεσιέ (Μ.Υ.14), περί της μαρτυρίας των οποίων θα αναφερθούμε πιο κάτω, ήσαν αρκούντως λεπτομερείς και συγκεκριμένοι, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις τους με τρόπο τεκμηριωμένο, σαφή, πλήρη και κατανοητό. Παρουσίασαν με επάρκεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν για εξαγωγή των συμπερασμάτων τους, με τρόπο που βοήθησε το Δικαστήριο να καθοδηγηθεί, στο βαθμό που έκρινε τούτο αναγκαίο για να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, προβαίνοντας, με άλλα λόγια οι μάρτυρες, σε ό,τι ακριβώς, είχαν καθήκον να πράξουν ως εμπειρογνώμονες ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, 785-787). Αναφορικώς με τη μαρτυρία του Λούη Καριόλου (Μ.Κ.57), σημειώνουμε ότι οι διαπιστώσεις του για την Κατηγορούμενη περί της Παρανοειδούς Διαταραχής της Προσωπικότητας της, αφορούσαν στο χρόνο που την εξέτασε και όχι στους κρίσιμους χρόνους του επίδικου συμβάντος. Επί του σημείου αυτού είχε ερωτηθεί συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του κ. Χριστοδουλίδη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά, αφού το περιεχόμενο του ομιλεί αφ΄ εαυτού: "Ε. Μάλιστα. Δηλαδή αν σας ρωτούσαμε πώς θα ήταν η κατάστασή της κατά τον καιρό του αδικήματος, δεν θα μπορούσατε να μας πείτε; Α. Όχι. Νομίζω ότι εξετάστηκε από άλλο ψυχίατρο, ο οποίος νομίζω ότι έχει καταθέσει .η κυρία Βαλανίδου, την είχε εξετάσει." Εκτός αυτού, ο μάρτυς παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι δε μπορούσε να τοποθετηθεί για το κατά πόσον η Κατηγορούμενη κατά τους κρίσιμους χρόνους παρουσίαζε ενεργό ψυχοπαθολογία, τέτοια που να επηρέαζε τη σκέψη ή τη συγκέντρωση της ή να την καθιστούσε συναισθηματικώς υποβόλιμη. Παραδέχθηκε επίσης ότι δε μπορούσε να αποφανθεί επί των ζητημάτων που σχετίζονταν με τη ψυχολογική κατάσταση της κατά τους χρόνους τού εγκλήματος, όχι μόνον επειδή δεν ασχολήθηκε με την πτυχή αυτή αλλά και διότι δε θεωρούσε τον εαυτό του ως πραγματογνώμονα για κάτι τέτοιο, αφού κατά τον ίδιο ".πραγματογνώμονας είναι εκείνος ο οποίος σπουδάζει επιπλέον δύο χρόνια και γίνεται δικανικός ψυχίατρος, ξεκάθαρα τοποθετεί τον εαυτό του ως πραγματογνώμονα απέναντι του πελάτη του και είναι υποχρεωμένος τα πάντα τα οποία ακούει να τα καταθέσει στο Δικαστήριο με την γλώσσα της ψυχιατρικής, μεταφρασμένη στην δικανική". Είναι, λοιπόν, με βάση αυτούς τους περιορισμούς που αξιολογήσαμε τη μαρτυρία του. Πέραν των Χρίστου Παπασσιάντη (Μ.Υ.5) και Κυριάκου Βερεσιέ (Μ.Υ14), περί της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας των οποίων έχει ήδη γίνει νύξη πιο πάνω (και με τη σχετική αξιολόγηση να ακολουθεί πιο κάτω, αμέσως μετά την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης της Κατηγορούμενης), οι υπόλοιποι μάρτυρες Υπεράσπισης μάς δημιούργησαν θετική εντύπωση, αν και τίποτε το καίριο δεν προκύπτει από τις αναφορές τους, πέραν κάποιων υποκειμενικών τοποθετήσεων, αφορούντων στη γενικότερη αντίληψη που διαμόρφωσαν περί του χαρακτήρα και σχέσεων μεταξύ Κατηγορούμενης, Έλλης και άλλων μελών της οικογένειας Ζαρή, χωρίς ωστόσο η τριβή και επαφή που είχαν μαζί με τις δυο κοπέλες και την ευρύτερη οικογένεια να ήταν τέτοιας έκτασης και ποιότητας που να μπορούσε, ως εκ τούτου, να σταχυολογούσε την τοποθέτησή τους ως σημαίνουσας σημασίας, όπως έγινε, για παράδειγμα, με την περίπτωση τής μαρτυρίας τών Νίκου, Ευλαλίας, Παναγιώτας και Νίκου Ζαρή καθώς και της Στέλλας Ιακώβου. Η Κατηγορούμενη, στην ανώμοτη δήλωση της, αμφισβήτησε, όπως ήδη αναφέραμε, το περιεχόμενο τού χειρογράφου - Τεκμήριο 44, τονίζοντας ότι κάποιες από τις εκεί αναφορές που σχετίζονται με το συμβάν του πυροβολισμού και της μεταφοράς του κυνηγετικού όπλου, έγιναν κατόπιν καθοδήγησης και υπαγόρευσης του τότε δικηγόρου της και ως εκ τούτου (θα μπορούσαμε να συναγάγουμε, αντικρίζοντας τα πράγματα στη γενικότερη τους διάσταση), χωρίς την ελεύθερη της βούληση. Δε μπορούμε να παραβλέψουμε ότι το εν λόγω τεκμήριο, εκτός από το γεγονός ότι στο περιεχόμενό του παρέπεμψε επανειλημμένως και η Κατηγορούμενη στη γραπτή της κατάθεση - Τεκμήριο 46, ως αντικατοπτρίζον τις σκέψεις της και τη σειρά των γεγονότων που έλαβαν χώραν αναφορικώς με το επίδικο περιστατικό, κατατέθηκε χωρίς ποτέ να εγερθεί ένσταση εκ πλευράς Υπεράσπισης, με την Κατηγορούμενη να αντιπροσωπεύεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, όχι από τον νυν δικηγόρο της, περί του οποίου άφησε αιχμές (παντελώς αδικαιολόγητες βρίσκουμε), ως προς τους ευρύτερους χειρισμούς στους οποίους προέβη προς υπεράσπισή της, αλλά από άλλον δικηγόρο ο οποίος, στην εξέλιξη των πραγμάτων, αποσύρθηκε μετά από άδειά μας. Ως αποτέλεσμα, δε διεξάχθηκε δίκη εντός δίκης προς διαπίστωση τής θεληματικότητας του Τεκμηρίου 44, στο οποίο, σημειώνουμε, περιέχονται ομολογίες της Κατηγορούμενης τόσον σε ό,τι αφορά στη φόνευση της Έλλης, όσον και σε ό,τι σχετίζεται με την ύπαρξη γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν να αξιολογηθούν προς απόφανση περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας προμελέτης. Οι ίδιες επισημάνσεις, αφορούν και στο περιεχόμενο δύο γραπτών καταθέσεων τής Κατηγορούμενης, ως τα Τεκμήρια 45 και 46, οι οποίες, ομοίως, κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και χωρίς ο μάρτυς Κωνσταντίνος Ξάνθου (Μ.Κ.8), που τις κατάθεσε (όπως και το Τεκμήριο 44), να αντεξεταστεί επί αυτής (ή οποιασδήποτε άλλης), πτυχής, αλλά ακόμη και στο περιεχόμενο των δύο επιστολών - Τεκμήρια 87 και 88, που απέστειλε η Κατηγορούμενη προς τη μητέρα της ενώ βρισκόταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Δε μπορούμε να μην επισημάνουμε σε αυτό το σημείο, το γεγονός ότι σε σχέση με το Τεκμήριο 44 και παρά την αμφισβήτηση του περιεχομένου του στην ανώμοτη δήλωση, ο δικηγόρος Υπεράσπισης στο γραπτό κείμενο της τελικής του αγόρευσης (στη σελίδα 94), το πρόταξε ως ενδεικτικό των σκέψεων της Κατηγορούμενης, όπως χαρακτηριστικά είπε. Με βάση αυτά τα δεδομένα, έχει τη δική της σημασία για ό,τι μας αφορά εδώ, η υπόμνηση (τής κατά τα άλλα στοιχειώδους αρχής), ότι εξακολουθεί υφιστάμενη η υποχρέωση του Δικαστηρίου (και έτσι επράξαμε), να κρίνει το περιεχόμενο των υπό αναφορά τεκμηρίων, όχι μόνον βάσει της συμφυούς αυθεντικότητας των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτά, αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που θα έτεινε να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου τους, με απαραίτητο τον προβληματισμό περί της αλήθειας των εμπεριεχόμενων ισχυρισμών και της δυνατότητας εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων ενοχής, όπως σαφώς υποστηρίζει η νομολογία μας δια του σκεπτικού αποφάσεων όπως οι Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217, 225-227 και Μαύρος, άλλως "Χατζής" ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 466, 473-475, 477-478, αλλά και πιο πρόσφατα (η κατ΄ αναλογίαν σχετική), Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 14/08, ημ. 12.7.
- Έχοντας καθηκόντως και προσηκόντως ενασχοληθεί με την πτυχή της θεληματικότητας του Τεκμηρίου 44, καταλήγουμε ότι αυτό έγινε με την ελεύθερη βούληση της Κατηγορούμενης χωρίς οποιαδήποτε παρότρυνση ή αθέμιτη παρεμβολή, είτε του τότε δικηγόρου της είτε οποιουδήποτε άλλου. Εκούσιο και θεληματικό θεωρούμε και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 45, 46, 87 και
- Βεβαίως, η αποδοχή των Τεκμηρίων αυτών, δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά μόνον ότι αποτελούν στοιχεία υποκείμενα σε αξιολόγηση προκειμένου να διακριβωθεί ο βαθμός και έκταση στην οποία θα έπρεπε να προσδοθεί πίστη στο περιεχόμενό τους ως αντικατοπτριστικό της πραγματικότητας. Έχουμε ήδη προβεί πιο πάνω σε κάποια αναφορά, ως προς τη μεθοδολογία αξιολόγησης παρομοίων δηλώσεων με παραπομπή στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου και Μαύρος άλλως Χατζής ν. Δημοκρατίας. Θα προσθέταμε, με αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, 112-113 (το οποίο βασίστηκε στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου R v. Duncan
(1981)73 Cr. App. Rep. 359), ότι κατά την αξιολόγηση ομολογιών και παραδοχών, το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της δήλωσης/κατάθεσης από την οποία προκύπτουν και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του εκάστοτε κατηγορούμενου. Είναι όμως ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη και να απορρίψει άλλα μέρη της δήλωσης/κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Δεν επιβάλλεται μονολιθική αποδοχή ή απόρριψη του συνόλου της ομολογίας ή παραδοχής. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη και αυτήν ακολουθήσαμε. Επανερχόμαστε στην αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης, σημειώνοντας (και το εντόπισε η κ. Παπαγαπίου), το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 44, όπου η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι: ".Βγαίνοντας και περνώντας από την κουζίνα είδα την αδελφή μου την Έλλη. Την άκουσα που σιγοτραγουδούσε και σφύριζε. Πήγα στο αυτοκίνητο. Όποτε με έβλεπε έτσι έκανε τραγουδούσε και σφύριζε ειρωνικά για μένα. Από το αυτοκίνητο δεν θυμάμαι τι άλλο κατέβασα. Ξαναπερνώντας από την κουζίνα για το δωμάτιο μου συνέχιζε να με προκαλεί και να με ειρωνεύεται τραγουδώντας. Θόλωσε το μυαλό μου και ενστικτωδώς άρπαξα θυμωμένα το όπλο και πυροβόλησα πάνω της. Έτρεμα και είχα οργή μέσα μου.", στην ανώμοτη δήλωση, περιορίστηκε στο να πει (και ίσως αναμενόμενα, μια και αμφισβήτησε τη θεληματικότητα των εν λόγω σημειώσεων, όπως ήδη αναφέραμε), ότι: ".Ειπώθηκε κάτι εκ μέρους της συγχωρεμένης αδελφής μου, αρκετό για να μεταβάλει την κατάστασή μου και να με οδηγήσει στο σημείο αυτό", χωρίς να πει τι ήταν εκείνο που "ειπώθηκε" από την Έλλη, με αποτέλεσμα τη "μεταβολή της κατάστασης" της, αλλά (προσθέτουμε), και τι ακριβώς είναι που εννοούσε με την αναφορά της αυτή περί μεταβολής και με βάση ποιο σταθερό σημείο αναφοράς κατέληξε στην εν λόγω διαπίστωση, δεδομένου μάλιστα ότι σε άλλο σημείο της ανώμοτης δήλωσης, αμέσως πριν την υπό συζήτηση αναφορά, είχε πει (και γράψει στο κείμενο τής ανώμοτης δήλωσης - Τεκμήριο 96, χωρίς ουσιώδη απόκλιση από την προφορική της δήλωση, όπως καταγράφθηκε στο πρακτικό), ότι: ".Υπήρξε έντονη ψυχική αναστάτωση και σειρά καταστάσεων. Ακόμα και το προηγούμενο βράδυ, ακόμα και το πρωί στις 15 Αυγούστου, ακόμα και όταν συνάντησα τους γονείς μου και ακόμα και όταν σταματήσαμε με τον πατέρα μου στη μηχανή του Δήμου για νερό. Γιατί σταμάτησα εκεί με το αυτοκίνητό μου και υπήρξε συζήτηση. Όπως και με την αδελφή μου Έλλη.". Πουθενά στην ανώμοτη δήλωση δεν προτάχθηκαν τα περί του ανεπιθύμητου τής παρουσίας της Κατηγορούμενης στο σπίτι διαμονής της και της απειλής τής Παναγιώτας προς το πρόσωπό της ότι αν δεν εγκατέλειπε το σπίτι μέχρι τις 16.8.08, θα την κατάγγελλε στην Αστυνομία, στοιχεία (υπενθυμίζουμε), που αποτέλεσαν το δόρυ τής εκδοχής της Υπεράσπισης περί δημιουργίας και ύπαρξης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πρόκλησης τέτοιου βαθμού, που οδήγησε την Κατηγορούμενη στο φονικό και το δικηγόρο της στο να προτάσσει το άρθρο 208 του Κεφ. 154, εισηγούμενος, απόρριψη της προμελέτης και κατάληξης σε ύπαρξη, απλώς, ανθρωποκτονίας βάσει των προνοιών του άρθρου 205 του Κεφ. 154, αν και σε άλλο σημείο της αγόρευσής του μάς κάλεσε να την αθωώσουμε και απαλλάξουμε. Παρεμβάλουμε, ότι σύμφωνα με τον Κυριάκο Βερεσιέ (Μ.Υ.14), η Κατηγορούμενη, όπως φαίνεται από όσα του είχε πει, προκλήθηκε από την Έλλη η οποία τραγουδούσε ειρωνικά το τραγούδι "Δεν έχω που να πάω", λέγοντάς της επιπροσθέτως, ότι ήταν και ανεπιθύμητη. Αξιολογώντας την ανώμοτη δήλωση (στη βάση των αρχών που προαναφέραμε), με αναφορά στο περιεχόμενο της, αλλά και στην υπόλοιπη μαρτυρία, όπως την εξειδικεύσαμε και χωρίς να χρησιμοποιήσουμε πρωτογενή μαρτυρία μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για την κρίση της (με υπόψη κάποιες πρόσφατες σχετικές αναφορές στη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 91/08, ημ. 12.7.10), καταλήγουμε ότι τίποτε το πειστικό δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε αξία. Αναφορικώς με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 44, διαπιστώσαμε μια διάχυτη προσπάθεια της Κατηγορούμενης να αναδείξει ως καίριας σημασίας την επίγνωση που είχε (ή που ήθελε να δείξει ότι είχε), περί του ότι δε θα έπρεπε να αφήνει ποτέ το κυνηγετικό όπλο εκτεθειμένο στο αυτοκίνητο χωρίς να είναι και αυτή εκεί ("Θέλω να επισημάνω πως ποτέ δεν αφήνω το όπλο μόνο στο αμάξι"). Ωστόσο, περιγράφοντας την αναχώρησή της από το σπίτι της στις 14.8.08 (την προηγούμενη του επεισοδίου), και έχοντας το κατεβάσει προηγουμένως, μετά που είχε επιστρέψει από το Σκοπευτήριο και περάσει από το ανθοπωλείο, δεν ανάφερε αν, πηγαίνοντας ακολούθως στο σπίτι της για να κοιμηθεί, το κατέβασε (όπως με δηκτικότητα τόνιζε σε σχέση με προηγούμενες διακινήσεις της με αυτό), με την τελευταία φορά που χρειάστηκε να το πράξει (κατά την εκδοχή της) ".για να μην είναι εκτεθειμένο στο αυτοκίνητο. Όπως έκανα πάντα.", να είναι την αποφράδα μέρα της 15.8.
- Δε διαφεύγει την προσοχή μας ότι ρωτήθηκε κατά την ανακριτική της κατάθεση - Τεκμήριο 46 (Ερώτηση 25), για το πού είχε φυλάξει το κυνηγετικό όπλο το βράδυ της 14 προς 15 Αυγούστου 2008, με αυτή να απαντά ότι δε θυμόταν αν το είχε πράγματι κατεβάσει στο σπίτι του πατέρα της στη Μακεδονίτισσα όπου και κοιμήθηκε. Όταν της υποδείχθηκε στην Ερώτηση 26, ότι σε προηγούμενη ερώτηση (Ερώτηση 3), σε σχέση με το πού φυλάγει το κυνηγετικό όπλο, απάντησε ότι το φυλάγει συνήθως, εκεί όπου διαμένει, και για το κατά πόσον ισχυριζόταν σε εκείνο το στάδιο ότι αυτό δεν ίσχυε, απάντησε γενικόλογα και αόριστα (χωρίς ουσιαστικά να απαντά στο ερώτημα), ότι ήταν πολύ αναστατωμένη από τους καυγάδες εκείνο το βράδυ και άυπνη τις προηγούμενες νύκτες και ότι αν θυμόταν κάτι θα το ανέφερε στην ανακρίτρια Έλενα Κρητιώτου (Μ.Κ.37), που της είχε υποβάλει τη σχετική ερώτηση. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε κατά τη διάρκεια της ανακριτικής της κατάθεσης - Τεκμήριο 46 (Ερώτηση 12), και με παραπομπή σε αναφορά της στο Τεκμήριο 44 (στη σελίδα 6), ως προς το λόγο που είχε κατεβάσει το κυνηγετικό όπλο όταν πήγε στο πατρικό σπίτι, είπε ότι δε μπορούσε να θυμηθεί, εικάζοντας ότι αυτό θα έγινε μάλλον είτε για να μην παρέμενε εκτεθειμένο στο αυτοκίνητο είτε γιατί είχε σκοπό να έμενε εκεί εκείνο το βράδυ. Δεν ήταν λοιπόν κάθετη και άτεγκτη ότι το κυνηγετικό όπλο θα έπρεπε ούτως ή άλλως να μεταφερόταν από το αυτοκίνητο για να μην παρέμενε εκεί εκτεθειμένο. Το ότι είχε μεταβεί στο πατρικό σπίτι και όχι κάπου αλλού, δε φαίνεται να αποτελούσε (κατά το σκεπτικό της), δικαιολογία για απόκλιση από τη συνήθη πρακτική της αφού στις 15.8.08, πηγαίνοντας ξανά στο πατρικό σπίτι, το κατέβασε από το αυτοκίνητο. Βεβαίως, δεν είπε ότι είχε κατεβάσει το όπλο από το αυτοκίνητο στο ανθοπωλείο ή (για να πάμε λίγο πιο πίσω), την προηγούμενη μέρα, όταν πέρασε από το Hondos και ψώνισε παπούτσια σάνταλα (όπως χαρακτηριστικά είπε), μέχρι που να άνοιγε το Σκοπευτήριο το οποίο είχε επισκεφθεί πριν βρίσκοντάς το όμως κλειστό, έχοντας πληροφορηθεί ότι θα άνοιγε σε μισή ώρα. Συνεπώς, από αυτές καθαυτές τις δικές της αναφορές στο Τεκμήριο 44, προκύπτει σαφώς ανακολουθία ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβαινε σε σχέση με το πότε και υπό ποιες περιστάσεις κατέβαζε ή δεν κατέβαζε το κυνηγετικό όπλο από το αυτοκίνητο (ή ακόμη και για ποιο λόγο το είχε εν πάση περιπτώσει στο αυτοκίνητο αν δεν ήταν για να επισκεφθεί το Σκοπευτήριο, όπως για παράδειγμα στις 15.8.08). Υπάρχει όμως και μια άλλη σημαντική πτυχή η οποία δε μπορεί να παραγνωριστεί. Στο Τεκμήριο 44, ισχυρίστηκε ότι ενώ η Έλλη εξακολουθούσε να την προκαλεί και να την ειρωνεύεται και αφού ως εκ τούτου θόλωσε το μυαλό της, άρπαξε ενστικτωδώς το κυνηγετικό όπλο και πυροβόλησε προς τα πάνω της χωρίς να ξέρει τι σκεφτόταν όταν σημάδευε. Στη γραπτή της κατάθεση - Τεκμήριο 45, όταν στην Ερώτηση 23, της τέθηκε ότι υπήρχε εναντίον της μαρτυρία ότι στις 15.8.08, πυροβόλησε δύο φορές την Έλλη με πρόθεση να την σκοτώσει, απάντησε με υπεκφυγή, λέγοντας ότι γνώριζε με λύπη ότι η Έλλη ήταν νεκρή και ότι κρατούσε το όπλο και βρισκόταν στη σκηνή όταν έφθασε το ασθενοφόρο και ότι περί του θανάτου της πληροφορήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό. Στη γραπτή κατάθεση - Τεκμήριο 46 (η οποία λήφθηκε, μετά που η Κατηγορούμενη συνέταξε το Τεκμήριο 44, παραδίδοντάς το προς την Αστυνομία νωρίτερα τη μέρα που έδωσε την κατάθεση - Τεκμήριο 46, όπως παραδέχθηκε στην Απάντηση 49 της εν λόγω κατάθεσης), δεν περιγράφει το περιστατικό με τη λεπτομέρεια που το πράττει στο Τεκμήριο 44, ενώ δεν προβαίνει απολύτως σε καμία σχετική αναφορά στην ανώμοτη δήλωση ή στα Τεκμήρια 87 και 88, στα οποία περιέχονται γενικές τοποθετήσεις της περί των συναισθημάτων που τη διακατείχαν κατά το χρόνο σύνταξης των εν λόγω τεκμηρίων, χωρίς ποτέ να αναφερθούν αυτά στην ανώμοτη δήλωση. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι, αντικειμενικώς, δε θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε οτιδήποτε ανάφερε η Κατηγορούμενη, είτε στο Τεκμήριο 44, είτε στις γραπτές τις καταθέσεις - Τεκμήρια 45 και 46, είτε στις δύο επιστολές- Τεκμήρια 87 και
- Ο Χρίστος Παπασσιάντης (Μ.Υ.5), δε μας δημιούργησε θετική εντύπωση. Οι αναφορές του χαρακτηρίζονταν από ανακρίβεια και έλλειψη υποστηρικτικής επιχειρηματολογίας. Ανάφερε ότι μια κατάσταση κλήσεων - Skype, όπως τα Τεκμήρια 54 και 59, ευκόλως θα μπορούσαν να τροποποιηθούν. Δεν εξειδίκευσε όμως αν αναφέρονταν στην ύπαρξη μιας τέτοιας δυνατότητας από άτομα χωρίς τις δικές του γνώσεις περί ηλεκτρονικών υπολογιστών, αφού όλες οι απαντήσεις που έδωσε αναφορικώς με το ζήτημα δεν είναι καθόλου σαφές αν καθάπτονταν των δικών του δυνατοτήτων και εμπειρογνωμοσύνης και όχι των δυνατοτήτων οποιουδήποτε άλλου χωρίς τις δικές του εξειδικευμένες γνώσεις. Σε σχέση με την τοποθέτησή του περί ύπαρξης διαφορών μεταξύ των δύο προαναφερθέντων τεκμηρίων, αυτή ήταν, απλώς, φραστική χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει, πόσω μάλλον να την ενισχύσει. Βεβαίως, προκύπτει από μια απλή αντιπαραβολή των δύο εγγράφων, ότι το μεν Τεκμήριο 54, αφορά σε επικοινωνίες που έλαβαν χώραν την 15.8.08, το δε Τεκμήριο 59, σε επικοινωνίες που έλαβαν χώραν την 11.8.07, χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ο μάρτυς ότι είτε η μια είτε η άλλη κατάσταση κλήσεων (ιδιαίτερα το Τεκμήριο 54), αλλοιώθηκαν από οποιονδήποτε με οποιονδήποτε τρόπο. Δεχόμαστε τα Τεκμήρια 54 και 59 ως αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία. Στη βάση λοιπόν αυτών των σκέψεων και εντυπώσεών μας, δε θεωρούμε τη μαρτυρία του μάρτυρα ως έχουσα την απαραίτητη ποιότητα και βαρύτητα προς δημιουργία υποβάθρου επί του οποίου θα μπορούσαμε να βασιστούμε με σκοπό την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων και ευρημάτων. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του Χρίστου Παπασσιάντη (Μ.Υ.5), ως μη πειστική και άνευ οποιασδήποτε εμβέλειας. Ο Κυριάκος Βερεσιές (Μ.Υ.14), μας δημιούργησε και αυτός αρνητική εντύπωση. Οι τοποθετήσεις του χαρακτηρίζονταν από γενικολογία, αοριστία και έλλειψη πειστικής και σαφούς τεκμηρίωσης. Όπως και ο Χρίστος Παπασσιάντης (Μ.Υ.5), με κανένα τρόπο δεν κατόρθωσε να εφοδιάσει με το κατάλληλο εκείνο υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε, στοιχειωδώς, να συνδράμει στη διαμόρφωση άποψης μας επί των ζητημάτων περί των οποίων κατάθεσε ο μάρτυς. Με παραπομπή στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως του το εξέθεσε η Κατηγορούμενη (και που με αρκετή λεπτομέρεια παράθεσε στην Έκθεσή του - Έγγραφο "ΩΩΘ"), κατέληξε στο πόρισμα ότι: ".Έχοντας υπόψη την ανάπτυξη της παρανοϊκής δομής της προσωπικότητας της Ευτυχίας σε ένα περιβάλλον i. γεμάτο ανασφάλεια και βία όλων των τύπων (λεκτική, ψυχολογική, σωματική και σεξουαλική) τόσο από τον πατέρα, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας. ii. Άσκησης διαχρονικών διακρίσεων εις βάρος της, που μειώνουν την αυτοεκτίμηση της, σε μια στιγμή όπου η πίεση (οικογενειακή και της Αστυνομίας) την απειλούσε να εγκαταλείψει τρεις χώρους, όπου θεωρούσε πως είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ως κατοικία, η απειλή να παραμείνει άστεγη, βιώνοντας εξευτελισμό και αδικία και κάτω από την σταδιακά κορυφούμενη ένταση στις διαπροσωπικές της σχέσεις και την απόρριψη από τα άτομα του πιο στενού της περιβάλλοντος. iii. Ύστερα από συνεχή πρόκληση και ειρωνεία και κάτω από συνθήκες στέρησης ύπνου, άγχους, χρήσης ηρεμιστικών ΧΑΝΑΧ και πρωτεϊνών και αναβολικών φαρμάκων σε συνθήκες υπέρτατης έντασης, στρες ανέπτυξε εικόνα έντονης αναστάτωσης με σύγχυση, αμηχανία, ταχεία εναλλαγή συναισθημάτων και έδειξε παρορμητική επιθετική συμπεριφορά σε μια κακή και άτυχη στιγμή - με τον πυροβολισμό της αδελφής της Έλλης, που είναι εξίσου και ένα από τα κριτήρια
(6)για τη διάγνωση της παρανοϊκής διαταραχής προσωπικότητας που αναφέρει πως «εύκολα θίγεται και αντιδρά γρήγορα με θυμό και αντεπίθεση» και σε μια πιθανότητα ανάπτυξης ολιγόλεπτου παροδικού ψυχωσικού επεισοδίου.". Για λόγους που θα εξηγήσουμε αμέσως και που σχετίζονται, κυρίως, με την πραγματική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε ο μάρτυς για να μορφώσει την άποψή του, κρίνουμε ότι τα τελικά του συμπεράσματα στερούνται βαρύτητας και πειθούς. Κατά την κυρίως εξέταση, ανάφερε ότι πείστηκε ότι το εγκληματικό συμβάν ήταν μια "πολύ κακή στιγμή", δεδομένων αυτών που βίωσε προηγουμένως η Κατηγορούμενη, σε μια στιγμή κορύφωσης της έντασης ως εκ της απόρριψης και ειρωνείας που δέχθηκε πριν το περιστατικό, λέγοντας συγκεκριμένα: "Έχω πεισθεί ότι όλα αυτά ήταν μια πολύ κακή στιγμή, πολύ κακή στιγμή. Ένα άτομο το οποίο πέρασε τόσα πολλά, σε μια στιγμή που κορυφώθηκε η ένταση που απορρίφθηκε από τους άλλους, έτυχε ειρωνικών σχολίων και τραγουδιών ακόμα πριν να γίνει αυτό το πράμα, που κορύφωσε την ένταση, θόλωσε τη συνείδηση της και έκαμε αυτή την πράξη. Αυτή ήταν η δική μου η εντύπωση". Σημειώνουμε, ότι ο μάρτυς παρέλειψε να αναφερθεί στο (εμφανώς σημαντικό για τον ίδιο, αφού το αναφέρει ως μέρος των τελικών του συμπερασμάτων στην παράγραφο 52(iii) της Ψυχιατρικής Έκθεσης), ζήτημα χρήσης διαφόρων φαρμάκων και ουσιών από την Κατηγορούμενη ως αιτίου (ή ενός εκ των αιτίων), της εγκληματικής της πράξης, αλλά και των άλλων στα οποία αναφέρθηκε, ισχυριζόμενος ταυτοχρόνως ότι τούτα ήσαν εκείνα που διαμόρφωσαν τη δική του εντύπωση ως προς το κατά πόσον η Κατηγορούμενη κατά την κρίσιμη στιγμή των πυροβολισμών ".ήθελε να το κάμει και το έκαμε ή ήταν μια στιγμή επιπόλαια και αυθόρμητη". Δε θεωρούμε ότι το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση ήταν η αιτιολόγηση των εντυπώσεων του μάρτυρα αλλά της επιστημονικής του γνώμης ως προς τα καθέκαστα. Με κάθε σεβασμό, δε θα ήμασταν διατεθειμένοι να θεωρούσαμε την αναφορά αυτή ως σημασιολογικής και μόνον σπουδαιότητας, ιδιαίτερα εφόσον αυτή αναφέρθηκε κατά την προφορική του μαρτυρία (ανεξαρτήτως της υιοθέτησης του περιεχομένου της Ψυχιατρικής του Έκθεσης, ως μέρους της κυρίως του εξέτασης). Παρόλο που ο μάρτυς χρησιμοποίησε την πληροφόρηση που έτυχε από την Κατηγορούμενη ως βάση κρίσης των πράξεων της, εντούτοις ουδέποτε διερεύνησε αν η εν λόγω πληροφόρηση ήταν αληθής ή βάσιμη ή ακόμη αν αποτέλεσε αίτιο ή αιτιατό αυτής καθαυτής της ψυχοπαθολογίας την οποία επιδίωξε να διαγνώσει και αναλύσει. Είπε, κατά την αντεξέταση, ότι δεν είχε συναντηθεί με άλλα πρόσωπα τής οικογένειας τής Κατηγορούμενης πριν προβεί στη διάγνωση και σύνταξη της Έκθεσής του και ούτε μελέτησε το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, πλην της κατάθεσης του Λούη Καριόλου (Μ.Κ.57), με τον οποίο μίλησε και προφορικώς, χωρίς ωστόσο να πει τι διαμείφθηκε μεταξύ τους έτσι ώστε να ζυγιαστούν και εκείνα μαζί με όλα τα άλλα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Βασίστηκε εξολοκλήρου στην αφήγηση της Κατηγορούμενης βάσει της οποίας προσπάθησε να αντιληφθεί τη δική της πραγματικότητα από καθαρά ψυχιατρικής πλευράς (όπως είπε), χωρίς όμως να μας αναφέρει και αναλύσει αν η πραγματικότητα αυτή (όπως η ίδια την αντιλαμβανόταν), αποτελούσε ή όχι μέρος του προς διάγνωση προβαλλόμενου προβλήματος. Μας ανέφερε ότι τα κλινικά χαρακτηριστικά της Παρανοειδούς Διαταραχής της Προσωπικότητας κάποιου προσώπου αφορούν σε μια αδικαιολόγητη τάση του να ερμηνεύει τις πράξεις άλλων ως εσκεμμένα μειωτικές ή απειλητικές για τον ίδιο, με χαρακτηριστική επίδειξη καχυποψίας και δυσπιστίας προς τους αυτούς, πέραν της ευλόγως δικαιολογημένης και απαραίτητης για σκοπούς προσαρμογής στις διάφορες δύσκολες περιστάσεις της ζωής και ότι (τα άτομα με μια τέτοια διαταραχή), όταν τους παρουσιαστούν αποδείξεις για το εσφαλμένο των απόψεων ή των πεποιθήσεων τους, αδυνατούν να εγκαταλείψουν τις υποψίες τους, με υπαρκτό το ενδεχόμενο να τις στρέψουν και προς εκείνον που τις αμφισβητεί. Βρίσκονται σε μόνιμη επαγρύπνηση και λαμβάνουν προφυλάξεις για συνεχείς απειλές, ενώ με τη μεγάλη παρατηρητικότητα που τα διακρίνει, αναζητούν έντονα οποιαδήποτε στοιχεία θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους, ενώ ταυτοχρόνως παραβλέπουν τα στοιχεία εκείνα που δεν τις επιβεβαιώνουν. Συχνά αμφισβητούν αδικαιολόγητα την αφοσίωση και πίστη των φίλων και συζύγων και δε μπορούν να εμπιστευτούν άλλα άτομα. Αν και κριτικάρουν ζωηρά τους άλλους, οι ίδιοι δε δέχονται κριτική από άλλους και χρησιμοποιώντας τον αμυντικό μηχανισμό της προβολής, μετατρέπουν τον εσωτερικό τους κόσμο σε ασφαλή και τον εξωτερικό τους σε επικίνδυνο και απειλητικό. Για να καταλήξει στη διάγνωσή του, χρησιμοποίησε τα πιο λεπτομερή (Αμερικανικά) διαγνωστικά κριτήρια για την Παρανοϊκή Διαταραχή της Προσωπικότητας (DSM-III-R) (τα οποία αρίθμησε υπό 1 μέχρι 7 στις σελίδες 11-12 της Έκθεσής του), λέγοντας ότι για σταχυολόγηση μιας διάγνωσης ως της υπό αναφορά, απαιτούνται μόνον τέσσερα από τα επτά κριτήρια, ενώ η Κατηγορούμενη κάλυψε και ένα περισσότερο, και δη, τα υπό αρίθμηση 1, 4, 5, 6 και 7, όπως αναγράφονται στην Έκθεση. Αυτά άπτονται του ότι ένα τέτοιο άτομο:
(1)περιμένει χωρίς λόγο να το εκμεταλλευθούν ή να το βλάψουν οι άλλοι
(4)κρατάει μέσα του ή δε συγχωράει προσβολές ή να το θίγουν
(5)είναι απρόθυμο να εμπιστευτεί προσωπικά του θέματα στους άλλους λόγω αδικαιολόγητου φόβου ότι η πληροφορία θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του
(6)θίγεται εύκολα και αντιδρά γρήγορα, με θυμό και αντεπίθεση και
(7)αμφισβητεί αδικαιολόγητα την πίστη του συζύγου ή σεξουαλικού του συντρόφου. Παρά ταύτα και ενδεχομένως επειδή δεν εξέτασε σφαιρικά τα πράγματα και δεν προσπάθησε να διαπιστώσει το βάσιμο τους, δεν ανάφερε με ποιο τρόπο έκρινε την αντίληψη της Κατηγορούμενης περί ύπαρξης στοιχείων που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τις υποψίες της ή ποια άλλα τέτοια παράβλεψε ως μη επιβεβαιωτικά των υποψιών της, έτσι ώστε και εμείς να μπορέσουμε να προβούμε στη δική μας αξιολόγηση περί του ορθολογισμού και επιστημονικότητας της προσέγγισης στη βάση των παραμέτρων εντός των οποίων θα έπρεπε (σύμφωνα με τη μαρτυρία του), να λειτουργήσει ο ίδιος ως εμπειρογνώμονας μάρτυς. Δε μας είπε επίσης πώς κατάληξε στο συμπέρασμα ή πώς αξιολόγησε (ως ζήτημα πραγματικού γεγονότος), το ότι η Κατηγορούμενη δε δέχεται κριτική από άλλους και ως προς το πώς χρησιμοποίησε (αν ποτέ), τον αμυντικό μηχανισμό της προβολής, μετατρέποντας τον εσωτερικό της κόσμο σε ασφαλή και τον εξωτερικό της σε επικίνδυνο και απειλητικό, όπως προγενέστερα ανάφερε. Δε μας είπε, πώς και κατάληξε στο συμπέρασμα ύπαρξης του προαναφερθέντος πρώτου διαγνωστικού κριτηρίου, ότι δηλαδή, περιμένει χωρίς λόγο να την εκμεταλλευθούν ή να τη βλάψουν άλλοι. Βεβαίως, η οποιαδήποτε κρίση του ως προς την ύπαρξη ή όχι λόγου που να εξυπακούει και τη γνώση περί της ύπαρξης κάποιων γεγονότων ή περιστάσεων τα οποία προσηκόντως αξιολογούμενα από τον ίδιο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, ακριβώς, στη διαπίστωση ότι ο όποιος φόβος ή αναμονή της Κατηγορούμενης ότι θα τύγχανε εκμετάλλευσης ή βλάβης από άλλους ήταν, εν προκειμένω, βάσιμη και δικαιολογημένη. Δε μας είπε πώς κατάληξε στην ύπαρξη του πέμπτου διαγνωστικού κριτηρίου, ότι δηλαδή, η Κατηγορούμενη ήταν απρόθυμη να εμπιστευτεί προσωπικά της θέματα λόγω αδικαιολόγητου φόβου ότι η όποια πληροφορία έδιδε θα χρησιμοποιούνταν εναντίον της. Οι αναφορές του περί ύπαρξης δυσπιστίας προς τις προθέσεις του κατά τη διάρκεια των συναντήσεων (στην προφορική του μαρτυρία την ανήγαγε σε ".μια πολύ καχύποπτη στάση.." απέναντί του), δε θα ήταν ποτέ αρκετές για να οδηγήσουν στο υπό συζήτηση συμπέρασμα, δεδομένης της θέσης στην παράγραφο 45 της Ψυχιατρικής Έκθεσης ότι ".Οπωσδήποτε μια τάση για καχυποψία όχι μόνον δικαιολογείται, αλλά είναι και απαραίτητη προσαρμοστικά στις διάφορες δύσκολες περιστάσεις της ζωής." Ούτε και ανάφερε οτιδήποτε που να σχετίζεται με την κρίση του περί ύπαρξης του έβδομου διαγνωστικού κριτηρίου που αφορά στην αδικαιολόγητη αμφισβήτηση της πίστης του όποιου συζύγου της Κατηγορούμενης (δε δόθηκε μαρτυρία ότι ήταν ποτέ παντρεμένη), ή σεξουαλικού της συντρόφου (ούτε και περί αυτού δόθηκε μαρτυρία), πόσω δε μάλλον η αμφισβήτηση αυτή να ήταν είτε δικαιολογημένη είτε αδικαιολόγητη. Τίποτε άλλο δε μας είπε το οποίο, είτε άμεσα είτε εξυπακουόμενα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική κατάληξη, πέραν ασφαλώς του γεγονότος ότι (και το σημειώνουμε τούτο εμφαντικά), είχε υποχρέωση, ως εμπειρογνώμονας μάρτυς, να είναι αρκούντως σαφής, λεπτομερής και επεξηγηματικός σε αυτά που μας είπε, ιδιαίτερα σε μια τόσο κρίσιμη πτυχή της αιτιολογίας που συνέθεσε το πόρισμά του, την ύπαρξη, δηλαδή, των υπό αναφορά διαγνωστικών κριτηρίων που τον οδήγησαν στην κατάταξη της προσωπικότητας της Κατηγορούμενης ως παρανοειδώς διαταραγμένης. Δε θεωρούμε επαρκείς τις φραστικές και μόνον τοποθετήσεις του, δίκην συμπεράσματος, περί των θεμάτων αυτών αφού το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση, είναι η διαπίστωση ύπαρξης τέτοιου υποβάθρου ώστε το Δικαστήριο, βάσει αυτού, να στηριχθεί για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, αν μη τι άλλον, περί του αντικειμενικώς εύλογου (και δικαιολογημένου) της διαπίστωσης. Δε διέλαθε την προσοχή μας η αναφορά του μάρτυρα κατά την αντεξέταση ότι, ως ψυχίατρος, ενδιαφέρεται περισσότερο για τη ψυχιατρική, την πραγματικότητα, δηλαδή, που βιώνει ο ίδιος ο άνθρωπος και όχι για την αλήθεια, την οποία μόνο το Δικαστήριο μπορεί να ανεύρει, και αυτό με δυσκολία. Η θέση όμως αυτή ουδόλως δικαιολογεί την επιλογή του να μη διαπιστώσει, έστω και επιφανειακά ή εκ πρώτης όψεως, την ύπαρξη αυτών που η Κατηγορούμενη πρόταξε ως γεγονότα σχετιζόμενα με τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των φερόμενα ενδοοικογενειακών της βιωμάτων (όπως τα περίγραψε), ώστε να είναι δυνατόν να αποφασίσει ο μάρτυς (ή να αιτιολογήσει), το κατά πόσον οι πράξεις, αντιδράσεις ή αντιλήψεις της περί τούτων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως δικαιολογημένες ή όχι. Σκοπός του, με άλλα λόγια, δε θα έπρεπε να ήταν, αναγκαστικώς, η ανίχνευση της αλήθειας αλλά (η κατά το δυνατόν), διαπίστωση ύπαρξης των γεγονότων τα οποία η Κατηγορούμενη εξιστόρησε. Υπάρχουν όμως και άλλες πτυχές της μαρτυρίας του που μας ξένισαν. Για παράδειγμα, σύμπλεξε στα συμπεράσματά του τη χρήση από την Κατηγορούμενη ".ηρεμιστικών ΧANAX και πρωτεϊνών και αναβολικών φαρμάκων...". Ρωτήθηκε ως προς το συσχετισμό λήψης των ουσιών αυτών με το ζήτημα της πρόκλησης, χωρίς όμως η απάντησή του να είναι σαφής και διαφωτιστική για το Δικαστήριο έτσι ώστε να δυνηθεί να την αξιολογήσει στην ορθή της διάσταση και να κρίνει την επίδραση που θα μπορούσε να έχει το γεγονός στο τελικό συμπέρασμα του μάρτυρα, όπως διατυπώνεται στην παράγραφο 52(iii), της Ψυχιατρικής Έκθεσης. Μας είπε ότι το ΧANAX μπορεί (πέραν από ύπνο), να καταστείλει το κεντρικό νευρικό σύστημα όπως και πολλές αναστολές που μπορεί να έχει κάποιος με αποτέλεσμα ".να τον κάνουν να κάνει παράνομα πράγματα". Δεν εξειδίκευσε όμως αν οι επιπτώσεις αυτές προκύπτουν από απλή χρήση ή από κατάχρηση του υπό αναφορά φαρμάκου, όπως επίσης μας είπε για παράδειγμα η Αγάθη Βαλανίδου (Μ.Κ.26), τονίζοντας ότι δημιουργούνται παρενέργειες σε περιπτώσεις κατάχρησης ή υπερδοσολογίας (και έτσι βρίσκουμε). Μας είπε επίσης ότι η Κατηγορούμενη του ανάφερε ότι είχε προβεί σε χρήση και κατάχρηση XANAX, χωρίς όμως να μας εφοδιάσει με στοιχεία ή πληροφόρηση ως προς το τι ισοδυναμεί με κατάχρηση του εν λόγω φαρμάκου έτσι ώστε να κρίνουμε τα πράγματα από τη δική μας αντικειμενική σκοπιά. Αναφορικώς με τις υπόλοιπες ουσίες στις οποίες κάνει αναφορά στη Ψυχιατρική Έκθεση, είπε στη μαρτυρία του ότι ".οι πρωτεΐνες, είναι συμπληρώματα διατροφής τα οποία χρησιμοποιούν οι αθλητές (και) μόνο σε υπερβολικές δόσεις μπορούν να φέρουν διαταραχή στη σκέψη. η υπερβολική και μη καλή χρήση μπορεί να φέρουν διαταραχές στη σκέψη και στον τρόπο συμπεριφοράς". Ούτε σε σχέση με αυτά τα φάρμακα προσδιόρισε το υπερβολικό ή όχι της δοσολογίας. Ούτε εξέτασε ή προσπάθησε να εξετάσει το αληθές και βάσιμο του ισχυρισμού περί λήψης των εν λόγω φαρμάκων από την Κατηγορούμενη, βασιζόμενος στο λόγο της. Δεν παραβλέπουμε όμως ότι, έχοντας την χαρακτηρίσει και ως άτομο με αρκετά ψηλό επίπεδο νοημοσύνης (IQ), η Κατηγορούμενη (όπως παραδέχθηκε και διάγνωσε ο μάρτυς), θέλει να χειρίζεται τους ανθρώπους με το να υποβάλει τη δική της θέση και άποψη, αγωνιώντας ταυτοχρόνως να μην καταδικαστεί σε ισόβια φυλάκιση. Με αυτά υπόψη, θα έπρεπε κατά την κρίση μας να επιδεικνυόταν η ανάλογη επιφύλαξη στα λεχθέντα της και να επιδιωκόταν κάποιας μορφής παράλληλος έλεγχος εκ πλευράς του, κάτι που δε μας είπε ότι έκαμε. Μας τόνισε όμως ότι το τι ο ίδιος θεώρησε ότι κλήθηκε να περιγράψει ήταν η ψυχική κατάσταση της Κατηγορούμενης και μόνον. Σε σχέση με αυτό, μας δημιούργησαν κάποια ανησυχία αυτά που (σε σχέση με το ζήτημα που συζητούμε), ανάφερε κατά την αντεξέταση, ως προς τους σκοπούς και εμβέλεια, δηλαδή της εμπλοκής του (και επομένως τής βαρύτητας που θα μπορούσαν να έχουν για το Δικαστήριο τα συμπεράσματά του, όπως τα διατύπωσε στην παράγραφο 45 της Ψυχιατρικής Έκθεσης). Παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα (από τα πρακτικά) στο οποίο αναφερόμαστε, επειδή θεωρούμε ότι αποδίδει γλαφυρά την προκύψασα για εμάς εικόνα: "E.Όμως εδώ κύριε Βερεσιέ καταθέτετε ως πραγματογνώμονας στο Δικαστήριο και ο σκοπός του πραγματογνώμονα είναι να είναι ένας αντικειμενικός κριτής των γεγονότων ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει στην αλήθεια των πραγμάτων, δεν είναι έτσι; A.Νομίζω ότι δεν είναι έτσι. Δεν ήρθα εδώ για να κρίνω την οικογένεια ή οτιδήποτε. Κος Χριστοδουλίδης: Θα φέρω ένσταση εδώ. Δεν είναι δικανικός ψυχίατρος. κα. Παπαγαπίου: Γιατί τον φέρατε; κος. Χριστοδουλίδης: Αυτή είναι δουλειά του δικανικού .Ήρθε σαν πραγματογνώμονας. Δεν είδε και την άλλη οικογένεια για να κάμει... Δικαστήριο: Απορρίπτεται η ένσταση. Να απαντήσει. Μάρτυρας: Εγώ καλέστηκα να περιγράψω την ψυχική κατάσταση της Ευτυχίας Ζαρή, μέχρι εδώ. κα. Παπαγαπίου: Άρα συμφωνείτε μαζί μου όπως ορθά τόνισε ο ευπαίδευτος συνάδελφος, εσείς δεν έχετε την ειδικότητα του δικανικού ψυχίατρου ούτως ώστε να μπορέσετε να διαφωτίσετε το Δικαστήριο για την υπευθυνότητα των πράξεων της κατηγορουμένης και εφόσον δεν είδετε και την συνολική εικόνα της κατάστασης. Μάρτυρας: Αν εγώ δρούσα με εντολές του Δικαστηρίου, σαν πραγματογνώμονας ανεξάρτητος που έπρεπε να δω όλα τα μέλη και να πω μια γνώμη, τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά, ανεξάρτητα αν δεν είμαι δικανικός. Εγώ καλέστηκα σαν κανονικός ψυχίατρος να δω και να μιλήσω με την Ευτυχία και να περιγράψω την ψυχική της κατάσταση και αυτό έχω κάμει. E.Και συμφωνείτε μαζί μου ότι αν στην έκθεση σας αφήνετε τη λέξη δολοφονία, που την διορθώσατε προηγουμένως, ή αν αναφέρετε ότι δεν ήταν μια ατυχής στιγμή, αυτό το πράμα δε θα το δεχόταν η Ευτυχία δεν είναι έτσι; A.Βεβαίως. E.Και όπως είπετε και προηγουμένως έχει εγκρίνει την έκθεση σας αυτή η Ευτυχία και την έχει μελετήσει; A.Σε ένα μεγάλο βαθμό. Υπάρχουν δύο πράγματα όσον αφορά κάποια κριτήρια τα οποία είχε κάποιες αμφισβητήσεις." Αναφύεται από τις πιο πάνω ερωταπαντήσεις, σύγχυση και αυτοαναίρεση εκ πλευράς μάρτυρα ως προς τη στόχευση της διάγνωσης και των πορισμάτων του αναφορικώς με την υπόθεση. Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που η κ. Παπαγαπίου (όπως και στην πιο πάνω περικοπή), αμφισβήτησε ευθέως τη μεθοδολογία του μάρτυρα και τους σκοπούς εξέτασης της Κατηγορούμενης. Όταν του τέθηκε ότι θα έπρεπε να είχε επιδιώξει πληροφόρηση όχι μόνον από την Κατηγορούμενη αλλά και από την Παναγιώτα, που ήταν αυτόπτης μάρτυς του συμβάντος αλλά και από άλλα μέλη της άμεσης οικογένειας έτσι ώστε να μπορούσε να αποφανθεί στο βαθμό που μπορούσε επί της επίδικης πράξης, επέλεξε να απαντήσει μάλλον Πυθιακά, με τρόπο που καθόλου δε μας εντυπωσίασε (όπως έγινε εξάλλου και με τις προηγούμενες του απαντήσεις τις οποίες ήδη αναφέραμε). Παραθέτουμε και σε αυτή την περίπτωση το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά, χωρίς να χρειάζεται οποιοδήποτε περαιτέρω σχόλιο εκ πλευράς μας, μια και θεωρούμε ότι μιλά από μόνον του: "E.Άρα κύριε Βερεσιέ σε αυτή την τόσο σοβαρή υπόθεση του φόνου εκ προμελέτης που ετοιμάσετε μια εμπεριστατωμένη έκθεση 13 σελίδων, πήρετε πληροφορίες μόνο από την Ευτυχία χωρίς να μιλήσετε με την αδελφή της την Παναγιώτα Ζαρή η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο συμβάν, χωρίς να μιλήσετε με το Γιώργο Ζαρή αδελφό της Έλλης και της Ευτυχίας, χωρίς να μιλήσετε με τον πατέρα του οποίου καταλογίζετε πληθώρα γεγονότων τα οποία είναι αβάσιμα και εντελώς ψευδή, όπως αυτά που λέτε περί σεξουαλικής κακοποίησης της Ευτυχίας γιατί σας τα είπε η Ευτυχία Ζαρή; Χωρίς να τα διασταυρώσετε με ένα άνθρωπο του καταλογίζετε ότι κακοποιούσε σεξουαλικά δύο που τα παιδιά του; Χωρίς να μιλήσετε με την Παναγιώτα την Ζαρή ούτε με τον Γιώργο τον Ζαρή, ούτε με τον κύριο Ζαρή και ήρθατε στο Δικαστήριο για να παραπλανήσετε και να πείτε ότι ήταν μια αυθόρμητη ατυχής στιγμή το ότι πάτησε τη σκανδάλη και σκότωσε την αδελφή της; A .Εμένα μου ζητήθηκε από το δικηγόρο της ίδιας και από την ίδια να κάμω μια έκθεση για την ψυχική της κατάσταση. Λειτούργησα σαν ψυχίατρος πραγματογνώμονας για την ίδια. Δε μου ζητήθηκε κάτι άλλο και δε μου ζητήθηκε για τους άλλους." Σε επακόλουθη ερώτηση, αν θα ήταν ορθότερον πριν την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, να σχημάτιζε πρώτα μια ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης μετά από μελέτη του μαρτυρικού υλικού και συνομιλίας με τα άλλα μέλη της οικογένειας Ζαρή, απάντησε και πάλιν με τρόπο γενικό και αόριστο ότι ".Πιθανό όλη αυτή η γνώση να βοηθούσε γενικά την υπόθεση αλλά θα βοηθούσε ακόμα περισσότερο να επιβεβαιωθεί η διάγνωση που έχω βγάλει διότι με αυτό τον τρόπο παρουσιάζεται καλύτερα η πραγματικότητα στην οποία η ίδια ζει". Δεν εξειδίκευσε ωστόσο τι εννοούσε ακριβώς με τη θέση ότι πιθανώς η γνώση που θα αποκόμιζε από τα γεγονότα θα ".βοηθούσε γενικά την υπόθεση", αλλά ούτε και το πώς αυτό το γεγονός (πέραν της φραστικής διατύπωσης, την οποία εκ των πραγμάτων, δε θεωρούμε ως βαρύνουσα), θα επιβεβαίωνε ακόμη περισσότερο τη διάγνωσή του. Όλα αυτά παρέμειναν μετέωρα. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του Κυριάκου Βερεσιέ (Μ.Υ.14), ως μη πειστική και αποστερημένη οποιασδήποτε βαρύτητας. Θα προχωρήσουμε τώρα στην παράθεση της νομικής πτυχής των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εντρύφησης, ως εκ των εγειρόμενων θεμάτων. Η προμελέτη, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του κακουργήματος τού φόνου, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Πρόκειται για έννοια πλήρως αποσαφηνισμένη, η οποία ορίστηκε αυθεντικώς στην Κύπρο, στην υπόθεση R. v. Shaban
(1908)8 C.L.R. 82, 84, με επακόλουθη εφαρμογή σε πολλές άλλες υποθέσεις, μετά τη θέσπιση του Άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (μια και εκδόθηκε ενώ ακόμα βρισκόταν σε ισχύ ο Οθωμανικός Ποινικός Κώδικας), όπως φερ΄ειπείν, στην Aristidou v.The Republic
(1967)2 C.L.R. 43, 74-78 (Ολομέλεια). Η προμελέτη αποτελεί θέμα πραγματικό. Απαιτεί προγενέστερο σχεδιασμό ή σκέψη τής αποτρόπαιης πράξης, υπό περιστάσεις που επιτρέπουν ψύχραιμο αναλογισμό. Για να καταστεί ο φόνος προμελετημένος βάσει του άρθρου 204, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, ο δράστης θα πρέπει να είχε την ευκαιρία να προβεί στο σχετικό αναλογισμό και να την απόρριψε. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η πράξη του ισοδυναμεί με σχεδιασμένο φόνο εν ψυχρώ, δηλαδή, φόνο εκ προμελέτης. Αν ο δράστης βρίσκεται σε ήρεμη νοητική κατάσταση, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ του σχεδιασμού και της εκτέλεσης θα μπορούσε να ήταν πολύ βραχύ. Δε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για προμελέτη από μόνον το γεγονός της θανάτωσης μια και η προμελέτη θα πρέπει να αποδειχθεί ως ξεχωριστό γεγονός. Η προμελέτη, δηλαδή, δεν εξομοιώνεται αλλά, τουναντίον, διακρίνεται από την πρόθεση πρόκλησης θανάτου, η οποία εκδηλώνεται με την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο. Πρέπει να αποδειχθεί ως η κινητήριος δύναμη για τη θανάτωση του θύματος, με την αιτιώδη σχέση μεταξύ της και της θανάτωσης να πρέπει να είναι άμεση, με τις περιστάσεις της θανάτωσης, αποτιμώμενες είτε μεμονωμένως είτε συνολικώς (όπως προσφάτως επανέλαβε το Ανώτατο Δικαστήριο στη Γαβριήλ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 203/07, ημ. 21.12.09), να παρέχουν μαρτυρία περί ύπαρξης προμελέτης, στο βαθμό και έκταση που διαφωτίζουν περί των προθέσεων του κατηγορούμενου, πριν την έναρξη της ανθρωποκτόνου επίθεσης. Αναφορικώς με το ζήτημα της φόνευσης εξαιτίας πρόκλησης, το άρθρο 208, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι όταν η παράνομη φόνευση εκ πλευράς κατηγορούμενου προκύπτει υπό περιστάσεις που άλλως πως θα συνιστούσαν φόνο εκ προμελέτης, τότε αν ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη αυτή σε βρασμό ψυχικής ορμής που οφείλεται σε ξαφνική πρόκληση, δηλαδή, σε άδικη πράξη, ύβρη ή εκνευρισμό τέτοιας φύσης ώστε να θεωρούνταν ότι αποστερεί το συνετό άνθρωπο, της ικανότητας για αυτοέλεγχο πριν παρασχεθεί ο χρόνος για κατευνασμό της ψυχικής του ορμής, τότε θα είναι ένοχος ανθρωποκτονίας και όχι φόνου εκ προμελέτης. Το τι ισοδυναμεί με πρόκληση δε μπορεί να τύχει ανελαστικής ερμηνείας, με την κάθε περίπτωση να επιβάλλει εξέταση αναλόγως των δικών της περιστάσεων, στη βάση όμως, πάντοτε, του αντικειμενικού κριτηρίου που καθορίζει το άρθρο 208, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Κρίνεται ως απολύτως θεμιτό στα πλαίσια αξιολόγησης της ύπαρξης πρόκλησης, να ληφθεί υπόψη η νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου κατά το χρόνο της φερόμενης πρόκλησης, χωρίς όμως η αξιολόγηση αυτή να ξεφεύγει από τη νομική οριοθέτηση του υπό αναφορά άρθρου (βλ. R v. Lesbini
(1914)3 ΚB 1116). Η κατάληξη περί της ύπαρξης πρόκλησης μπορεί να προκύψει από το σύνολο της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, νοουμένου ασφαλώς ότι τούτη κρίνεται ως αξιόπιστη. Το ξαφνικόν της πρόκλησης δεν εξυπακούει κατ΄ ανάγκην ύπαρξη της αμέσως πριν την παράνομη πράξη της φόνευσης, αλλά μπορεί να αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα, εξαιτίας συσσώρευσης θυμού ή βρασμού ένεκα προγενέστερων πράξεων ή συμπεριφοράς του θύματος ή τρίτων (βλ. H. Gour, Penal Law of India, 10η έκδ, 1996, Τομ. 3, σελ. 2332-2333). Με αυτά, τα οποία είχαμε συνεχώς υπόψη θα προχωρήσουμε πιο κάτω, στη διατύπωση των τελικών μας ευρημάτων, πέραν ασφαλώς εκείνων που έχουμε ήδη παραθέσει ανωτέρω. Εύρημά μας αποτελούν και όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω ως σύνοψη της μαρτυρίας των Παναγιώτη Γιάγκου (Μ.Κ.4), Χριστάκη Αντωνίου (Μ.Κ.7), Ιάκωβου Στυλιανού (Μ.Κ.13), Γεωργίας Κωνσταντινίδου (Μ.Κ.14), Νίκου Χ" Σιαμμούτη (Μ.Κ.18), Χρύσανθου Παφίτη (Μ.Κ.20), Γεώργιου Χ" Γεωργίου (Μ.Κ.21), Αγάθης Βαλανίδου (Μ.Κ.26), Στέλιου Γεωργιάδη (Μ.Κ.28), Αλέξη Κυπριανίδη (Μ.Κ.31), Ελένης Πέτρου (Μ.Κ.36), Έλενας Κρητιώτου (Μ.Κ.37), Νικολέττας Μελετίου (Μ.Κ.48) και Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη (Μ.Κ.49), με αυτονόητο ασφαλώς το ότι δεχόμαστε τη μαρτυρία τους (όπως και των υπολοίπων αξιόπιστων μαρτύρων), στο σύνολο της, με τους όποιους φυσικά περιορισμούς και επιφυλάξεις τυχόν επισημαίνονται στην απόφαση. Πριν από οτιδήποτε άλλο, θεωρούμε σκόπιμο να διατυπώσουμε τώρα, την κατάληξή μας ότι η αστυνομική διερεύνηση και χειρισμοί σε σχέση με την υπόθεση και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της Κατηγορουμένης σε κάθε στάδιο, υπήρξε άρτια. Αναφορικώς με τα παραδεκτά γεγονότα, δεδομένου ότι η Κατηγορούμενη σε κάποια στάδια της διαδικασίας χειριζόταν την υπόθεση χωρίς δικηγορική αντιπροσώπευση και παρόλο που ουδέποτε τέθηκε ενώπιόν μας αίτημα από αυτήν, βάσει του άρθρου 19
(4)του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, για παροχή άδειας απόσυρσης τους, προσεγγίσαμε τα πράγματα με περισσή επιφύλαξη και προσοχή έτσι ώστε να διασφαλίσουμε με κάθε τρόπο τα δικαιώματα της και ασφαλώς τη δίκαιη δίκη. Καταλήξαμε λοιπόν με αυτά υπόψη ότι, πράγματι, τα Τεκμήρια 3-39, παραλήφθηκαν και διακινήθηκαν από τις Αστυνομικές και ανακριτικές αρχές (αλλά και από κάθε άλλο ο οποίος ασχολήθηκε με αυτά στα πλαίσια των καθηκόντων του), νομίμως και κανονικώς χωρίς ποτέ να υποστούν οιανδήποτε αλλοίωση εκτός για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων, μέχρι την παρουσίασή τους στο Δικαστήριο, κάτι και που πάλιν έγινε χωρίς να επηρεαστούν με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Κατηγορούμενης ή οποιαδήποτε έκφανση των εκδοχών και υπερασπίσεων που προώθησε. Προχωρούμε τώρα στην παράθεση των υπολοίπων μας ευρημάτων. Μετά το γάμο τους το 1975, ο Νίκος Ζαρής (Μ.Κ.23) και η Ελλαδικής καταγωγής, Ευλαλία (Ρούλα) Ζαρή (Μ.Κ.24), άρχισαν να διαμένουν στο πατρικό σπίτι (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφία 1, ανάμεσα σε άλλες). Το 1976, το ζεύγος Ζαρή, απόκτησε το πρώτο τους παιδί, το Γιώργο Ζαρή (Μ.Κ.6), και ακολούθως το 1977, την Παναγιώτα Ζαρή (Μ.Κ.12), το 1979, την Κατηγορούμενη και το 1982, την Έλλη. Η Ευλαλία Ζαρή είχε αποκτήσει το 1968, από τον προηγούμενο της γάμο με τον Μιχαλάκη Χριστοφίδη, μια θυγατέρα, τη Στέλλα Χριστοφίδου - Ιακώβου (Μ.Κ.50), η οποία χήρεψε το 2006 και έχει ένα παιδί, το μικρό Ανδρέα, ηλικίας 13 περίπου χρονών ("ο Ανδρέας"). Αρχικώς, διέμεναν όλοι μαζί στο πατρικό σπίτι. Κατά το χρόνο του εγκλήματος διέμεναν εκεί επί μονίμου βάσεως η Παναγιώτα, η Έλλη και η μητέρα τους. Ο Νίκος Ζαρής διέμενε στο καθαριστήριο το οποίο διατηρούσε και ως εργασιακό χώρο. Όταν η Κατηγορούμενη διέμενε στο πατρικό σπίτι, χρησιμοποιούσε ως κρεβατοκάμαρα το σαλόνι, ως το Τεκμήριο 1, φωτογραφία 5, καθώς και δεύτερο υπνοδωμάτιο, ως το Τεκμήριο 1, φωτογραφία
- Με την πάροδο των χρόνων, οι γονείς της Κατηγορούμενης (οι οποίοι πήραν πολιτικό διαζύγιο γύρω στο 1998), διαπίστωσαν κάποια ιδιαιτερότητά της, υπό την έννοια ότι συνεχώς παραπονιόταν για διάφορα πράγματα, λέγοντας ότι αδικείτο από τα αδέλφια της, Γιώργο, Παναγιώτα και Έλλη. Στο σχολείο ήταν καλή μαθήτρια και μετά την αποφοίτησή της από το Λύκειο, σπούδασε για κάποιο διάστημα σε κολλέγιο από το οποίο πήρε πτυχίο ενώ στη συνέχεια φοίτησε στο Παιδαγωγικό Τμήμα τού Πανεπιστήμιου Κρήτης στο Ρέθυμνο, από το οποίο απέκτησε δίπλωμα δασκάλας το
- Για κάποιο διάστημα φοιτούσε στο ίδιο Πανεπιστήμιο και η Έλλη, η οποία ασχέτως της κακής συμπεριφοράς τής Κατηγορούμενης έναντι της, τη βοηθούσε να αντεπεξέλθει στις σπουδές της για να τις αποπερατώσει, συγκατοικώντας μάλιστα μαζί της για κάποιο διάστημα (για οικονομικούς κυρίως λόγους), επιλέγοντας εντούτοις σε κάποιο στάδιο να διαμείνει μόνη, μη αντέχοντας άλλο την καταπιεστική, χειριστική και απαράδεκτη συμπεριφορά της προς το άτομό της. Η Έλλη επέστρεψε στην Κύπρο από τις σπουδές της το Σεπτέμβριο 2007, ενώ η Κατηγορούμενη, το Μάρτιο
- Οι σχέσεις τής Κατηγορούμενης με τα αδέλφια της, Γιώργο, Παναγιώτα και Έλλη, ήσαν σχεδόν πάντοτε τεταμένες. Τσακωνόταν συνεχώς μαζί τους (ιδιαίτερα με την Παναγιώτα και την Έλλη), διότι για κάποιους λόγους (αδικαιολόγητους, στη βάση του τι ακούσαμε και δεχθήκαμε ως αξιόπιστο), ένιωθε αδικημένη. Πάντα απειλούσε την Έλλη ότι θα της έκανε κακό και θα τη σκότωνε. Ανέκαθεν, τη ζήλευε πολύ. Δημιουργούσε συνεχώς προστριβές και καυγάδες εντός της οικογένειας, ξυλοκοπώντας την Παναγιώτα και την Έλλη και εξυβρίζοντας τους γονείς της με χυδαιότατους χαρακτηρισμούς, παρόλες τις προσπάθειες των τελευταίων (αλλά και των αδελφιών της), να τη βοηθήσουν, τόσον οικονομικώς όσον και συναισθηματικώς. Εντούτοις, οι γονείς της ήσαν πολύ ανεκτικοί μαζί της, θεωρώντας ότι έχρηζε ιδιαίτερου χειρισμού λόγω της συμπεριφοράς της. Η μητέρα της, τις περισσότερες φορές την υποστήριζε, με αποτέλεσμα να έρχεται και σε ρήξη με την Έλλη. Αρκετές φορές ήταν που είχε βρει αιχμηρά αντικείμενα που ανήκαν στην Κατηγορούμενη και τα οποία θα μπορούσαν να μετατραπούν σε θανατηφόρα όπλα (μερικά ήταν ήδη τέτοια), όπως τα Τεκμήρια 82-86, τα οποία όμως έκρυβε "για να μη γίνει κακό". Δυστυχώς όμως δεν έμαθε και δε βρήκε μπροστά της ποτέ το κυνηγετικό όπλο - Τεκμήριο 5, το οποίο η Κατηγορούμενη αγόρασε στις 5.8.08, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει χρηματοδότηση από την Τράπεζα Κύπρου, ύψους €1.
- Είχε αποταθεί προς την τράπεζα για την αγορά του όπλου γύρω στις 23.7.08, με το σχετικό συμβόλαιο χρηματοδότησης - Τεκμήριο 89, να υπογράφεται στις 31.7.08, με προνοούμενο μηνιαίο ποσό δόσης €99,14, και αυτό παρόλη την οικονομική στενότητα που έλεγε ότι αντιμετώπιζε. Βρήκε δουλειά στην ταβέρνα τού Χρύσανθου Παφίτη (Μ.Κ.20), τον Ιούλιο 2008, από την οποία πληρωνόταν περίπου €140-€175, τη βδομάδα, σταματώντας να εργάζεται εκεί στις 9.8.
- Επιδίωξε την εργοδότηση αυτή για να ικανοποιήσει συγκεκριμένες απαιτήσεις τής προτιθέμενης δανειοδότησης και όχι ένεκα οποιασδήποτε ιδιαίτερης οικονομικής ανάγκης. Προχώρησε στην αγορά του όπλου μετά από παροτρύνσεις του Ιάκωβου Στυλιανού (Μ.Κ.13), για να μπορεί να επισκέπτεται το Σκοπευτήριο και να ασκείται εκεί απρόσκοπτα. Η αγορά λοιπόν του κυνηγετικού όπλου δεν καταδείχθηκε ικανοποιητικώς ότι θα μπορούσε να σχετίζεται αποκλειστικώς με τις όποιες εγκληματικές προθέσεις είχε διαμορφώσει. Η Κατηγορούμενη κατέστρεφε κάθε σχεδόν οικογενειακή συνεύρεση, βρίσκοντας διάφορες προφάσεις για να προκαλεί εντάσεις, άνευ λόγου και αιτίας. Προξενούσε ζημιές στο ανθοπωλείο και στο καθαριστήριο αλλά και στα άλλα σπίτια της οικογένειας όπου διέμενε. Ήταν πολύ επιθετική και επικίνδυνη για τη ζωή και σωματική ακεραιότητα των αδελφιών της (κυρίως της Έλλης). Αρκετές ήσαν οι φορές που παντελώς αναίτια και απρόκλητα, βιαιοπραγούσε όχι μόνον εναντίον της Έλλης, αλλά και της Παναγιώτας και του πατέρα τους. Τους απειλούσε ότι θα τους σκότωνε, λέγοντας σε μια περίπτωση προς τη μητέρα της, "θα σου φέρω σκοτωμένα τα παιδιά σου" και "ό,τι αγαπάς περισσότερο θα στο φέρω κομμάτια", ενώ λίγες μέρες πριν το έγκλημα είπε προς τη μητέρα της ότι θα σκότωνε την Έλλη και θα έβαζε ποντικοφάρμακο στο φαγητό των υπολοίπων αδελφιών. Λίγες μέρες πριν το έγκλημα, σε συνάντηση που είχε με τη μητέρα της στο ανθοπωλείο και μετά από ερώτηση της αν θα αγόραζε ρούχα για το γάμο του Γιώργου, που θα γινόταν στις 7.9.08 και στον οποίο η Έλλη θα ήταν πρωτοκουμέρα, η Κατηγορούμενη τής απάντησε "θα πάρω και φόρεμα και θα δεις τι ωραίος γάμος θα γίνει, θα βάψεις και τα μαλλιά σου κόκκινα". Σε κάποιο στάδιο η μητέρα Ζαρή, είπε στο Γιώργο, ότι φοβόταν ότι η Κατηγορούμενη ίσως έκανε κάτι για να ματαιώσει το γάμο του. Λόγια προφητικά, τουλάχιστον ως εκ του αποτελέσματος, αφού ο γάμος αναβλήθηκε λόγω του φονικού. Έλαβεν χώραν το
- Η Κατηγορούμενη έσχιζε και έκαιγε φωτογραφίες της οικογένειας, κυρίως εκείνες στις οποίες παρουσιαζόταν η Έλλη (βλ. Τεκμήριο 70). Την έκλεβε και κατέστρεφε τα πράγματα της από παλιά. Σε μια από τις σοβαρές περιπτώσεις βίας εναντίον της, γύρω στο 2005, πήρε ένα τόξο που είχε αληθινά μεταλλικά αιχμηρά βέλη και αφού τη σημάδεψε στο κεφάλι από κοντινή απόσταση, πάτησε τη σκανδάλη με αποτέλεσμα το βέλος να εκτοξευθεί και να περάσει ελάχιστα δεξιά από το πρόσωπο της Έλλης. Ζήλευε κάποτε και τον Γιώργο και έλεγε ότι θα τον έφερνε σκοτωμένο στη μάνα του και θα έβαζε τα υπόλοιπα παιδιά της στο μνήμα. Αυτός όμως δεν της έδιδε καθόλου σημασία. Τότε στράφηκε πιο επιστάμενα προς την Παναγιώτα (πέραν της Έλλης), κακολογώντας την σε τρίτους και προξενώντας της διάφορα προβλήματα με την επιθετική και απαράδεκτη της συμπεριφορά. Η Παναγιώτα, προειδοποίησε πολλές φορές τους γονείς της ότι η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να παρακολουθηθεί από ψυχολόγο ".για να γλυτώσουμε το φονικό". Την πήραν στον Κλινικό Ψυχολόγο-Νευρολόγο Στέλιο Γεωργιάδη (Μ.Κ.28), δεν υπήρχε όμως ιδιαίτερη συνέπεια εκ πλευράς της. Φαίνεται να είχε σταματήσει τις επισκέψεις λόγω κάποιου ατυχήματος που είχε. Αν το ήθελε όμως πραγματικά, θα επέστρεφε στο Στέλιο Γεωργιάδη για να συνέχιζε τις συναντήσεις μαζί του με την προοπτική θεραπείας. Δεν το έπραξε. Μπαινόβγαινε στο πατρικό σπίτι ελεύθερα όποτε ήθελε, αφού είχε σπάσει την κλειδαριά της εισόδου κατ΄ επανάληψη, ακριβώς, για να μπαίνει εκεί όποτε ήθελε. Η συμπεριφορά της ήταν άγρια. Τα αναφέρουμε αυτά όχι γιατί θέλουμε να εξισώσουμε τις όποιες σκέψεις και τάσεις είχε διατυπώσει ή αναδείξει διαχρονικώς η Κατηγορούμενη εναντίον της ζωής και σωματικής ακεραιότητας τής Έλλης και των υπολοίπων μελών της οικογένειας Ζαρή, με το επίδικο ζήτημα της προμελέτης αναφορικώς με τη θανάτωση της Έλλης, αλλά για να μεταδώσουμε την εικόνα έντασης και τριβής που δημιουργούσε η Κατηγορούμενη εντός της οικογένειας, παραθέτοντας ταυτοχρόνως στίγματα του χαρακτήρα της. Ο Νίκος Ζαρής, έχοντας συνταξιοδοτηθεί από την Αστυνομία, αγόρασε στην οδό Κρήτης 13, κτήριο το οποίο αποτελείτο από δύο ξεχωριστές κατοικίες (πάνω-κάτω), τις οποίες προόριζε για αποκατάσταση των παιδιών του, ήτοι, του Γιώργου, που θα παντρευόταν στις 7.9.08 και της Παναγιώτας, που κατά το χρόνο εκείνο ήταν αρραβωνιασμένη με τον Νικόλα Κωστόπουλο (Μ.Κ.11), που αναμενόταν (τότε), να ερχόταν στην Κύπρο, γύρω στον Οκτώβρη,
- Αυτό δεν άρεσε καθόλου στην Κατηγορούμενη, η οποία άρχισε να δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα, με αποτέλεσμα να εγκατασταθεί στο ισόγειο τής οδού Κρήτης 13, αρνούμενη να το εγκαταλείψει, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο παρακλήσεις της Παναγιώτας και του πατέρα της. Ο Γιώργος ήδη διέμενε στον πάνω όροφο. Η μητέρα της, της είχε προτείνει σε κάποια στιγμή να της έδιδε το πατρικό σπίτι, η πρότασή της όμως δε φαίνεται να την είχε συγκινήσει ιδιαίτερα. Ο πατέρας της, είχε ενοικιάσει άλλο διαμέρισμα στην οδό Λυκαβητού 55, για να διαμένει η Κατηγορούμενη. Σίγουρα, η Κατηγορούμενη δε θα έμενε στο δρόμο, αν η Παναγιώτα μετακόμιζε στο ισόγειο τής οδού Κρήτης 13 και το γνώριζε αυτό καλώς. Έλεγε ωστόσο ότι δεν επρόκειτο να φύγει ποτέ από εκεί. Κατά τη μητέρα της, το ισόγειο τής οδού Κρήτης 13, της το είχε υποσχεθεί ο πατέρας της υπό την αίρεση αποφοίτησής της από το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Σημειώνουμε όμως ότι ουδέποτε η Κατηγορούμενη στην ανώμοτη δήλωσή της ή αλλού, πρόταξε το γεγονός αυτό ως υπέχον οποιαδήποτε σημασία στο έγκλημα που διέπραξε, ούτε και εν πάση περιπτώσει κρίνουμε ότι τούτο θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερη επίδραση έτσι που να συνέδραμε στην επιτυχία κάποιας υπεράσπισης ή εκδοχής που προώθησε από την Υπεράσπιση. Η Κατηγορούμενη πήρε στο ισόγειο της οδού Κρήτης 13, κάποια ρούχα (τα οποία άφησε σε μια βαλίτσα) και ένα σκυλί, το οποίο έκλεισε σε ένα από τα υπνοδωμάτια. Προκαλούσε προβλήματα στο Γιώργο, ο οποίος διέμενε στον πάνω όροφο από το 2006 περίπου, δημιουργώντας εσκεμμένως και κακοβούλως, θορύβους αργά το βράδυ για να τον ενοχλεί. Ήταν τσακωμένη με την Έλλη για ένα περίπου χρόνο πριν το περιστατικό. Δεν ήθελε να τη δει ούτε ζωγραφιστή. Στις 13.8.08, η Παναγιώτα, ο Γιώργος, η Έλλη και ο πατέρας τους, πήγαν στο ισόγειο της οδού Κρήτης 13, όπου ο Νίκος Ζαρής είπε στην Κατηγορούμενη ότι έπρεπε να το εγκαταλείψει διότι θα έμενε εκεί η Παναγιώτα, μαζί με τον αρραβωνιαστικό της. Η Κατηγορούμενη άρχισε να φωνάζει και να τους βρίζει. Ο Νίκος Ζαρής, την παρακαλούσε να συμμορφωθεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η Έλλη καθόλου δεν ήρθε σε ρήξη ή προκάλεσε την Κατηγορούμενη. Ένεκα του περιστατικού και μετά από παράκληση τής Παναγιώτας, συνομολογήθηκε την ίδια μέρα, μεταξύ τής και του πατέρα της, συμφωνία ενοικίασης του ισογείου έτσι ώστε η πρώτη να μπορεί να διαμένει εκεί αποκλειστικώς με τον αρραβωνιαστικό της. Το είπαν αυτό στην Κατηγορούμενη, η οποία και κλήθηκε από την Παναγιώτα να μετακομίσει τα πράγματά της για να μπορέσει να μπει στο σπίτι η Παναγιώτα. Τότε, η Κατηγορούμενη πήρε το αυτοκίνητο της (ένα πετρελαιοκίνητο Toyota Corolla, με αριθμό εγγραφής HNT226) (βλ. Τεκμήριο 1 φωτογραφίες 1 και 37, ανάμεσα σε άλλες) και πήγε εκεί βιαστικά για να μπει πρώτη στο ισόγειο της οδού Κρήτης
- Την ακολούθησε εκεί η Παναγιώτα, η οποία όταν διαπίστωσε ότι πράγματι εισήλθε στο διαμέρισμα, κάλεσε την Αστυνομία Αγίου Δομετίου για να την καταγγείλει αφού στο μεταξύ είχε ήδη στο χέρι το σχετικό ενοικιαστήριο. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, κατέφθασε και ο πατέρας τους. Μετά την άφιξη τής Αστυνομίας και κάποιες επιτόπου διαβουλεύσεις, η Κατηγορούμενη υποσχέθηκε ότι θα έφευγε από το σπίτι, σε τρεις μέρες. Αποτέλεσμα αυτού του συμβιβασμού ήταν η Παναγιώτα να εξακολουθήσει να διαμένει στο πατρικό σπίτι μαζί με την Έλλη και τη μητέρα τους. Το απόγευμα τής 14.8.08, η Έλλη είχε μείνει στο ανθοπωλείο διότι η μητέρα της και η Παναγιώτα, είχαν μεταβεί μαζί, στην Παναγία της Χρυσοσπηλιώτισσας για προσκύνημα, όπως κάθε χρόνο. Όταν επέστρεψαν, η Έλλη είπε στη μητέρα της ότι η Κατηγορούμενη ήταν προηγουμένως έξω από το ανθοπωλείο και την παρακολουθούσε (και έτσι βρίσκουμε ότι έγινε), έχοντας προς τούτο αξιολογήσει τη μαρτυρία επί του σημείου αυτού, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, η Έλλη έφυγε για να πάει να επισκεφθεί το ανιψάκι της, τον Ανδρέα. Η Κατηγορούμενη την παρακολουθούσε συνεχώς, ακολουθώντας την με το αυτοκίνητο και με σβηστά τα φώτα. Η μητέρα Ζαρή, είχε προειδοποιήσει την Έλλη σχετικώς με την προοπτική αυτού του είδους την παρακολούθηση, καλώντας την να προσέχει και με την Έλλη να της απαντά: "δεν έχει τα αρχίδια να μου κάμει κακό". Προφανώς, δε θα υπολόγισε ότι η Κατηγορούμενη μπορούσε να τη βλάψει με τρόπους που δε μπορούσε να φανταστεί. Το πρωινό της 15.8.08, γύρω στις 07:30, η Κατηγορούμενη εξέφρασε τα συνηθισμένα της παράπονα προς τον πατέρα της στο διαμέρισμα της οδού Λυκαβητού 55, περί του ότι δηλαδή η ίδια εργαζόταν ενώ η Παναγιώτα και η Έλλη "καλά τα είχαν". Ακολούθησε συζήτηση. Ο πατέρας της την προέτρεψε να αρχίσει να διαμένει μονίμως στο διαμέρισμα της οδού Λυκαβητού, η Κατηγορούμενη όμως αρνιόταν ("δεν μεινίσκω δαμέ"). Εναλλακτικώς, της πρότεινε να έμενε στο πατρικό σπίτι, και πάλιν όμως του είπε ότι δεν ήθελε να πάει εκεί διότι "κτίζουν οι κτιστάες, ενοχλούμαι". Ήθελε να διαμένει στο ισόγειο της οδού Κρήτης 13 ".που έχει και air-condition, γιατί εργάζομαι και δεν μπορώ να κοιμηθώ από την ζέστη". Ο πατέρας της, της υπενθύμισε ότι στο ισόγειο θα έμενε η Παναγιώτα για να το τακτοποιήσει δεδομένου ότι θα ερχόταν ο αρραβωνιαστικός της από την Ελλάδα και ότι επιτέλους θα έπρεπε να αποφασίσει πού θα διέμενε. Μάλιστα, για την προοπτική μετακόμισης από το πατρικό σπίτι είχε πληροφορήσει και την Έλλη, νοουμένου ασφαλώς ότι η Κατηγορούμενη θα επέλεγε να έμενε στο πατρικό σπίτι όπου διέμενε η αδελφή της. Είπε στην Κατηγορούμενη ότι θα είχε τον πρώτο λόγο. Του ζήτησε να πει στην Παναγιώτα, να τής επιτρέψει να μείνει στο ισόγειο τής οδού Κρήτης 13, για ακόμη πέντε με έξι μέρες, αφού ακολούθως θα μετακόμιζε στο διαμέρισμα τής οδού Λυκαβητού
- Ήταν πολύ ήρεμη. Ο πατέρας της, την καθησύχασε λέγοντας της ότι θα διαβίβαζε το αίτημα και ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί διότι το θέμα θα διευθετείτο και να το θεωρούσε δεδομένο ότι έτσι θα γινόταν. Της είπε επίσης ότι τής επιφύλασσε μια έκπληξη, χωρίς όμως να της πει ποια ήταν αυτή. Η έκπληξη αυτή αφορούσε στο ότι θα της παρέδιδε νέο διαμέρισμα για να διαμένει (και το οποίο είχε ήδη ενοικιάσει στην περιοχή Μακεδονίτισσας), ως το Τεκμήριο 80, έχοντας σκοπό, σε κάποιο στάδιο, να έκτιζε για αυτήν σπίτι σε δικό του ακίνητο, όπως θα το ήθελε εκείνη. Ακολούθως, αφού ήπιαν μαζί καφέ, ο πατέρας, ξεκίνησε για να πάει στο πατρικό σπίτι και να ευχηθεί στην Παναγιώτα, που τη μέρα εκείνη είχε την ονομαστική της γιορτή, αλλά και για να της διαβιβάσει την παράκληση της Κατηγορούμενης για επιμήκυνση του χρόνου παραμονής της στο ισόγειο τής οδού Κρήτης
- Δεν περίμενε όμως να ακούσει την απάντηση. Έφυγε από το διαμέρισμα (γύρω στις 10:00), πριν από τον πατέρα της (χωρίς να του πει που θα πήγαινε), με αυτόν να της προσφέρει, ενώ έφευγε, χρήματα τα οποία όμως αρνήθηκε να δεχθεί. Είχε το κυνηγετικό όπλο - Τεκμήριο 5, μέσα στο αυτοκίνητό της (HNT226), από τη στιγμή που έφυγε από το διαμέρισμα. Στο δρόμο για το πατρικό σπίτι, ο Νίκος Ζαρής, πέρασε από το ανθοπωλείο, όπου και βρήκε την Κατηγορούμενη. Λίγο πριν, αυτή είχε βρεθεί εκεί με τη μητέρα της αναφέροντας της ". ο καρακιόζης ο άντρας σου μου είπε ότι μου έχει μια έκπληξη και με κέρασε και καφέ". Τότε, η μητέρα της, της είπε ότι μπορεί ο πατέρας της, όντως να την εξασφάλιζε, εννοώντας, κατοικιακά. Αυτή τότε τής απάντησε "εγώ να δεις τι έκπληξη θα του κάνω". Η μητέρα της, την προέτρεψε να ηρεμήσει, με την τελευταία όμως να της λέγει "βαρέθηκα να με περιπαίζει". Τότε είναι που, θεωρούμε είχε διαμορφώσει τελεσίδικα την πρόθεση να σκοτώσει την Έλλη. Ελατήριο της ήταν η ζήλια και το μίσος, όχι μόνον έναντι της αλλά και της υπόλοιπης οικογένειας, για όλα όσα η ίδια θεωρούσε, παντελώς αδικαιολόγητα και παράλογα, ότι της προξενούσαν με τη συμπεριφορά και χειρισμούς τους. Η Έλλη, αν κρίνουμε από τη διαγωγή της κατά το προηγούμενο βράδυ όταν την παρακολουθούσε, αποτελούσε για την Κατηγορούμενη την προσωποποίηση όλων της των δεινών, όπως τη θεωρούσε. Δεν εξηγείται αλλιώς η εμμονή της στο να της προξενήσει κακό, τη στιγμή μάλιστα που (μετά που μεσολάβησε η υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου μεταξύ Παναγιώτας και Νίκου Ζαρή και το τελεσίγραφο για μετακόμισή της από το ισόγειο της οδού Νίκης 13), μέλημά της ήταν και πάλιν η Έλλη και όχι φερ΄ ειπείν, η Παναγιώτα ή ο πατέρας της οι οποίοι, στο κάτω-κάτω ήσαν εκείνοι που στο μυαλό της τροχοδρόμησαν τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο. Έξω από το ανθοπωλείο, ο πατέρας της, τής έδωσε φρούτα και πατάτες για το τραπέζι που θα είχαν για τη γιορτή της Παναγιώτας (αν και χωρισμένοι, οι γονείς, προσπαθούσαν να κρατήσουν δεμένη την οικογένεια), ζητώντας της να τα μεταφέρει στο εσωτερικό του ανθοπωλείου για να πλυθούν. Η Κατηγορούμενη δεν υπάκουσε. Μπήκε στο αυτοκίνητο για να φύγει. Παρεμβάλουμε κάτι το σημαντικό. Η αναφορά μας στο ελατήριο της Κατηγορούμενης, αν και δεν αποτελεί συστατικό του επίδικου αδικήματος, δεν παύει από του να θεωρείται στοιχείο ανίχνευσης τής κινητήριας δύναμης που την ώθησε να δράσει με τον τρόπο που έδρασε. Τίποτε περισσότερο. Επανερχόμαστε στα γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν. Ο πατέρας της ακολούθησε την Κατηγορούμενη και πριν ξεκινήσει τής πρόσφερε ξανά λεφτά, αλλά αυτή τα αρνήθηκε. Έφυγε. Επειδή ένιωθε άσχημα και ήθελε να της δώσει λεφτά για να κρατά, ξεκίνησε και αυτός με το αυτοκίνητό του αμέσως, ακολουθώντας την. Σε κάποιο σημείο, την προσπέρασε κάνοντας της σήμα να σταματήσει στην Υπεραγορά Δήμος, κοντά στη μηχανή του νερού, η οποία βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το ανθοπωλείο. Η Κατηγορούμενη σταμάτησε, με τον πατέρα της να προσπαθεί να της δώσει λεφτά και την ίδια να εξακολουθεί να τα αρνείται. Μπήκε ξανά στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε με προορισμό το πατρικό σπίτι για να σπείρει το θάνατο. Ο πατέρας της δεν πρόσεξε αν είχε στο αυτοκίνητό της οποιοδήποτε όπλο, πόσω μάλλον το κυνηγετικό όπλο - Τεκμήριο
- Το γεγονός όμως αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι τούτο δεν ήταν τοποθετημένο με τέτοιο τρόπο εντός του αυτοκινήτου και δη, στο χώρο αποσκευών, με τρόπο που πράγματι να μην ήταν ευκόλως ή και καθόλου ορατό από τρίτους. Στο μεταξύ, η Έλλη βρισκόταν στο πατρικό σπίτι μαζί με την Παναγιώτα, έχοντας και οι δύο ξυπνήσει από το βραδινό τους ύπνο. Η μητέρα τους είχε φύγει για το ανθοπωλείο νωρίτερα. Έλεγαν τα δικά τους και προγραμμάτιζαν τη μέρα τους. Η Παναγιώτα είχε ξυπνήσει από τηλεφώνημα που είχε δεχθεί από τον αρραβωνιαστικό της, λίγο προηγουμένως. Της ξανατηλεφώνησε στις 10:22 και άρχισαν να συνομιλούν. Ζήτησε από την Έλλη να της ετοιμάσει καφέ και έτσι η τελευταία πήγε στην κουζίνα και τον έφτιαξε, παίρνοντας τον ακολούθως στο υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν η Παναγιώτα, μετά από δύο- τρία λεπτά. Ακολούθως, η Έλλη είπε στην Παναγιώτα ότι θα έφτιαχνε και εκείνη καφέ για την ίδια, με αποτέλεσμα να ξαναπάει στην κουζίνα. Η Παναγιώτα εξακολουθούσε να μιλά με τον αρραβωνιαστικό της μέσω του συστήματος Skype. Σε κάποια στιγμή έφτασε στο πατρικό σπίτι και η Κατηγορούμενη. Στάθμευσε στο χώρο εισόδου οχημάτων του σπιτιού, με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου να βλέπει προς την οδό Νίκης, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, φωτογραφία
- Ποτέ ξανά δεν το είχε σταθμεύσει στο σημείο εκείνο με αυτήν την κατεύθυνση. Ο τρόπος στάθμευσης δεν ήταν τυχαίος αφού σκοπός της ήταν να κατέβαζε το κυνηγετικό όπλο - Τεκμήριο 5, από το αυτοκίνητο (έχοντάς το προετοιμάσει καταλλήλως για τους άνομους της σκοπούς είτε με την επιτόπου συναρμολόγησή του είτε με την τοποθέτηση των φυσιγγίων στις θαλάμες του είτε απλώς με την παραλαβή του), μειώνοντας έτσι την όποια πιθανότητα θέασης της από τρίτους. Έτσι και έγινε. Βγήκε από το αυτοκίνητο αφήνοντας "πάνω" τα κλειδιά, έτσι ώστε να μπορεί να φύγει χωρίς χρονοτριβή από εκεί, μετά το έγκλημα (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφία 44). Αν πρόθεσή της ήταν να έμπαινε στο σπίτι από τη μπροστινή είσοδο, δε θα υπήρχε λόγος υπό τις περιστάσεις να στάθμευε εντός του χώρου εισόδου οχημάτων του σπιτιού, αλλά έξω από αυτό. Μπήκε στη κουζίνα. Εκεί βρισκόταν η Έλλη η οποία έψηνε καφέ (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 25 και 26), με τη πλάτη γυρισμένη προς την πόρτα της κουζίνας αλλά και την ίδια. Δεν αντιλήφθηκε την Κατηγορούμενη, η οποία τότε ψυχρά, προγραμματισμένα, χωρίς απολύτως καμιά αναστολή και έχοντας πλήρη έλεγχο, επίγνωση και συναίσθηση των πράξεών της, καθώς και του παράνομου και λαθεμένου των, έστρεψε ενσυνείδητα το όπλο προς την Έλλη, τη σημάδεψε και την πυροβόλησε συμφώνως του σχεδίου της, με σκοπό να τη σκοτώσει. Στο άκουσμα του πυροβολισμού και του μεγάλου κρότου που δημιουργήθηκε, η Παναγιώτα, κατευθύνθηκε επιφυλακτικά και με αργά βήματα από το δωμάτιο της Έλλης προς την κουζίνα, κρατώντας το κινητό της τηλέφωνο, εξακολουθούσα να βρίσκεται σε επικοινωνία με τον αρραβωνιαστικό της, έχοντας ήδη σηκωθεί από προηγουμένως για να πάει στην κουζίνα να πιει νερό, πριν δηλαδή τον πρώτο πυροβολισμό. Προσεγγίζοντας την κουζίνα, είδε από την πόρτα την Κατηγορούμενη να στέκεται κοντά στο ψυγείο (το οποίο βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της κουζίνας, ως το Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 13 και 14), να στοχεύει και να πυροβολεί την Έλλη για ακόμη μια φορά από απόσταση ενάμισι περίπου μέτρου και ενώ ήδη κειτόταν στο δάπεδο ως αποτέλεσμα του πρώτου πυροβολισμού που έλαβε χώραν τρία με τέσσερα δευτερόλεπτα προηγουμένως. Η Κατηγορούμενη όπλισε το κυνηγετικό όπλο - Τεκμήριο 5 και πυροβόλησε την Έλλη χρησιμοποιώντας τα φυσίγγια που βρίσκονταν στον κάλυκα φυσιγγίου κυνηγετικού όπλου, διαμετρήματος 12, Nobel Sporting, 32 γραμμαρίων, No. 9.5, χρώματος κόκκινου (βλ. Τεκμήριο 6 και Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 15, 32, 33 και 34) και στον κάλυκα φυσιγγίου κυνηγετικού όπλου, διαμετρήματος 12, Europa La Perdrix, 32 γραμμαρίων, Νο.6, χρώματος μπεζ (βλ. Τεκμήριο 7 και Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 15, 32, 35 και 36). Γνώριζε (αφού τής το είχε πει ο Υπεύθυνος του Ολυμπιακού Σκοπευτηρίου στα Λατσιά Ιάκωβος Στυλιανού (Μ.Κ.13)), ότι τα φυσίγγια αυτά ήταν κυνηγετικά, με τη χρήση τους να απαγορεύεται στο Σκοπευτήριο για σκοπούς σκοποβολής. Ο κάλυκας φυσιγγίου Nobel Sporting - Τεκμήριο 6, τοποθετήθηκε από την Κατηγορούμενη στην κάτω κάνη του κυνηγετικού όπλου - Τεκμήριο 5 και πυροβολήθηκε πρώτος, ενώ ο κάλυκας φυσιγγίου Europa La Perdrix - Τεκμήριο 7, στην πάνω κάνη του ιδίου όπλου και πυροβολήθηκε δεύτερος. Η Κατηγορούμενη πάτησε τη σκανδάλη δύο φορές, την πρώτη, για τον πρώτο πυροβολισμό και τη δεύτερη, για το δεύτερο πυροβολισμό. Πρόταξε τις κάνες του κυνηγετικού όπλου - Τεκμήριο 5, προς την Έλλη, με το τελευταίο να είναι απασφάλιστο, ακριβώς, επειδή σκοπός της ήταν να την πυροβολούσε αμέσως και να την εξολόθρευε επί τόπου πριν προλάβει να αντιδράσει. Το πιστονάκι - Τεκμήριο 35, που αφαιρέθηκε από τη σπονδυλική της στήλη, ήταν αυτό που βρισκόταν στα φυσίγγια Nobel Sporting - Τεκμήριο 6, ενώ το πιστονάκι - Τεκμήριο 33, το οποίο αφαιρέθηκε από την κρανιακή της κοιλότητα, ήταν αυτό που βρισκόταν στα φυσίγγια Europa La Perdrix - Τεκμήριο
- Τα πέντε σφαιρίδια που αφαίρεσε η Ελένη Αντωνίου (Μ.Κ.5), από το κρανίο της Έλλης κατά τη νεκροψία (βλ. Τεκμήριο 34), προήλθαν από τον κάλυκα φυσιγγίων - Τεκμήριο
- Ο πρώτος πυροβολισμός έπληξε την Έλλη στη δεξιά ραχιαία επιφάνεια του σώματος (βλ. Τεκμήριο 2, φωτογραφίες 38-42) και ο δεύτερος, στο δεξιό μέρος του κεφαλιού (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 23 και 24 και Τεκμήριο 2, φωτογραφία 3). Η Παναγιώτα, φώναξε προς την Κατηγορούμενη ουρλιάζοντας, "τι κάνεις, τι κάνεις;", τρέχοντας προς αυτήν και αρπάζοντας την από τα χέρια, ταρακουνώντας την. Αυτή, απάντησε με ψυχραιμία και πλήρη διαύγεια "ήταν κατά λάθος". Ήταν απολύτως ψύχραιμη και ψυχρότατη, χωρίς κανένα ίχνος αναστάτωσης, λες και είχε ηρεμήσει με αυτό που είχε κάνει. Η Παναγιώτα, γύρισε τότε προς την Έλλη (η οποία βρισκόταν σωριασμένη στο πάτωμα της κουζίνας, ως το Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 11, 12, 13, 21, 22, 23, 24, 25 και 27) και πήγε κοντά της για να δει τι είχε πάθει, ενώ η Κατηγορούμενη εξακολουθούσε να στέκεται εκεί απαθής, μπροστά από τους πάγκους και το ψυγείο. Το ότι, μετά τη σύλληψη της φάνηκε, σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως κατά την εξέταση της από την Αγάθη Βαλανίδου (Μ.Κ 26)), να είναι ταραγμένη και να κλαίει, δεν αναιρεί εκ των πραγμάτων ή αμβλύνει τη διαπίστωση περί ψυχραιμίας, ψυχρότητας και απάθειας της κατά (και στιγμές μετά), το έγκλημα αφού επακολούθησε (ως συμπεριφορά), τη διάπραξη του εγκλήματος και μπορούσε να σχετίζεται είτε με ανησυχία της για την πράξη που έκανε είτε με ανησυχία της για την κατάσταση στην οποία περιήλθε ως εξ αυτής. Τα μυαλά της Έλλης είχαν βγει έξω από το κεφάλι και τα μάτια της ήταν ορθάνοικτα (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφία 23 και Τεκμήριο 2, φωτογραφία 5, μεταξύ άλλων). Γύρισε ξανά προς το μέρος της Κατηγορούμενης και της φώναξε "τι έκανες στην Έλλη;" Σε κάποια στιγμή, μετά το δεύτερο πυροβολισμό, η Κατηγορούμενη εξαφανίστηκε από την κουζίνα για περίοδο δύο περίπου λεπτών (προς την αντίθετη μεριά της αυλής, εντός του σπιτιού), κρατώντας το όπλο, σαν και κάτι να γύρευε. Επέστρεψε λίγο αργότερα και στάθηκε στην είσοδο που ενώνει το υπνοδωμάτιο της με την κουζίνα (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 13, 14, 16, 27, 28 και 29), άνοιξε το όπλο και ακολούθως, ξαφνικά (ταυτοχρόνως με την έλευση του πατέρα τους στο σπίτι), το άφησε κάτω, συναρμολογημένο, ανοικτό, οπλισμένο και απασφάλιστο, με το μοχλό επιλογής να βρίσκεται στην προτεραιότητα της κάτω κάνης, χωρίς φυσίγγια ή κάλυκες στις θαλάμες του (όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 14, 28, 29, 30 και 31) και έτοιμο, με το γέμισμα φυσιγγίων, να χρησιμοποιούνταν για άλλο πυροβολισμό ή πυροβολισμούς. Παρενθέτουμε, ότι επί των ζητημάτων που αφορούν στη λειτουργία και χρήση του κυνηγετικού όπλου - Τεκμήριο 5, καθώς και των πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν από την Κατηγορούμενη ή που ανευρέθηκαν στη σκηνή του εγκλήματος, στο αυτοκίνητο της και αλλού, υιοθετούμε πλήρως τη μαρτυρία του Χριστάκη Αντωνίου (Μ.Κ.7) και το περιεχόμενο της Έκθεσης που συνέταξε σχετικώς, ως το Έγγραφο "Κ", με τρόπο που να το καθιστούμε ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μας. Τα ίδια αφορούν και σε σχέση με τη μαρτυρία του Μάριου Καριόλου (Μ.Κ.9) και τη σχετική Έκθεση - Έγγραφο "Μ", που συνέταξε σε σχέση με τον εντοπισμό, γενετικού υλικού τής Κατηγορούμενης επί του κυνηγετικού όπλου - Τεκμήριο
- Ακολούθως, η Κατηγορούμενη με μεγάλη ψυχραιμία, τηλεφώνησε στην Αστυνομία από το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού
(22779020), αναφέροντας, ψευδώς, ότι "εκπυρσοκρότησε το όπλο κατά λάθος". Στο μεταξύ κατέφθασε όπως είπαμε και ο πατέρας τους. Είχε εισέλθει στο σπίτι με ανησυχία, αφού φθάνοντας (περίπου είκοσι λεπτά αφότου έφυγε από τη μηχανή του νερού στην Υπεραγορά Δήμος), είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης παρκαρισμένο στο γκαράζ με αποτέλεσμα να σταματήσει αμέσως και ενστικτωδώς στη μέση του δρόμου φοβούμενος μήπως και είχε γίνει κανένα κακό έχοντας υπόψη τα παράπονα της Κατηγορούμενης και την εχθρότητα που ανέκαθεν έτρεφε προς την Έλλη και την Παναγιώτα. Μπήκε από την ορθάνοικτη μπροστινή είσοδο του σπιτιού (βλ. Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 2 και 3). Ορθάνοικτη (όπως την είχε αφήσει η Κατηγορούμενη, όταν μπήκε), ήταν επίσης και η είσοδος προς την κουζίνα, ως το Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 11, 13, 21 και 27 (που οδηγεί στην είσοδο οχημάτων του σπιτιού, όπου βρέθηκε σταθμευμένο το αυτοκίνητο της, ως το Τεκμήριο 1, φωτογραφίες 1, 37 και 38). Μπήκε στο χολ (βλ. Τεκμήριο 1. φωτογραφία 7). Η Παναγιώτα, τον είδε και του φώναξε κατατρομαγμένη "Παπά η Ευτυχία εσκότωσε την Έλλη. Ε΄πεθαμένη η Έλλη". Αμέσως, έτρεξε προς την κουζίνα και είδε την Έλλη να κείτεται, σε λίμνη αίματος. Εκεί ήταν και η Κατηγορούμενη, η οποία του είπε, με πονηρό και περιπαιχτικό ύφος "ναι εσκότωσά την ήταν κατά λάθος". Το κυνηγετικό όπλο - Τεκμήριο 5, δεν είχε κανένα λειτουργικό πρόβλημα έτσι ώστε να μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα, ότι, ενδεχομένως, να εκπυρσοκρότησε, χωρίς ο χειριστής να είχε τέτοια πρόθεση, όπως υπονοήθηκε από την Υπεράσπιση κατά μια εκδοχή της. Η αιτία θανάτου της Έλλης ήταν το αιμορραγικό σοκ συνεπεία του πολυτραυματισμού της από τους δύο πυροβολισμούς. Αμφότερα τα τραύματα, από μόνα τους, ήσαν θανατηφόρα, με το θάνατο να μη χρειαζόταν περισσότερο από σαράντα δευτερόλεπτα για να επέλθει. Η φύση και το είδος τους ήταν τέτοια που δεν αφήνουν καμιά απολύτως αμφιβολία στο μυαλό μας ότι μοναδική επιδίωξη της Κατηγορούμενης ήταν η εκτέλεση της Έλλης. Παρεμβάλουμε, ότι επί του ζητήματος των τραυμάτων, των αιτιών τους και άλλων συναφών παραμέτρων, καθιστούμε τη μαρτυρία τής Ιατροδικαστού Ελένης Αντωνίου (Μ.Κ.5), καθώς και το περιεχόμενο της Μεταθανάτιας Ιατροδικαστικής της Έκθεσης - Έγγραφο "ΣΤ", ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μας. Η Κατηγορούμενη ήθελε να βεβαιωθεί ότι θα τη ξεπάστρευε. Κρίνουμε ότι υπό τις συνθήκες, έχοντας προαποφασίσει τη θανάτωση της Έλλης, είχε το χρόνο να αποστεί από την υλοποίηση του σχεδίου της μετά που έφυγε από το ανθοπωλείο και σταμάτησε στη μηχανή του νερού για να μιλήσει με τον πατέρα της αλλά και από κει, όταν άρχισε να οδεύει προς το πατρικό σπίτι (η διαδρομή χωρίς τροχαία κίνηση ήταν γύρω στα πέντε λεπτά), όπως και όταν στάθμευσε στην είσοδο οχημάτων του πατρικού σπιτιού, καθώς επίσης και όταν είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο, για να ανοίξει το χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου και να πάρει το κυνηγετικό όπλο, όμως και όταν μετά που το πήρε κατευθύνθηκε προς την είσοδο της κουζίνας. Είχε επίσης χρόνο να αποστεί, ακόμη και όταν αντίκρισε μπροστά της την Έλλη να ψήνει καφέ με την πλάτη γυρισμένη προς αυτήν και (εκ των πραγμάτων), να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία αντίδρασης, όχι μόνον γιατί δεν την είχε αντιληφθεί να στέκεται πίσω της με το όπλο έμφορτο αλλά και επειδή, ούτως ή άλλως, και να την αντιλαμβανόταν, η δύναμη πυρός που είχε, με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί από την Έλλη κατά τη συγκεκριμένη στιγμή και το γνώριζε αυτό πολύ καλά η Κατηγορούμενη. Η Κατηγορούμενη, έχοντας την εμπειρία παλαιότερου περιστατικού σωματικής πάλης με την Έλλη στο ανθοπωλείο, δε θα επέλεγε ξανά αυτόν τον τρόπο επίθεσης για να υλοποιούσε τους σκοπούς της για θανάτωσή της. Δεν υπήρξε κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή οιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους. Ούτε και τάχατες σιγομουρμούριζε ή σιγοτραγουδούσε η Έλλη όταν φερόμενα είδε την Κατηγορούμενη. Θα ήταν τουλάχιστον παράλογο αν βλέποντας την να τη σημαδεύει (ή να κρατά το κυνηγετικό όπλο), δε θα αντιδρούσε με άλλον τρόπο τη στιγμή μάλιστα που κανείς από την οικογένεια δε γνώριζε ότι η Κατηγορούμενη ήταν κάτοχος κυνηγετικού όπλου. Τα περί πρόκλησης, ανάγονται στη σφαίρα των εφευρημάτων της Κατηγορούμενης για να αποφύγει τις επιπτώσεις τής προμελετημένης της αδελφοκτονίας. Η εγκληματική της πράξη ήταν παντελώς απρόκλητη. Τίποτε από όσα προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας που δεχθήκαμε ως αξιόπιστο, δε θα μπορούσε αντικειμενικώς να δικαιολογήσει κατάληξη περί φόνευσης τής Έλλης εξαιτίας πρόκλησης εκ πλευράς της τελευταίας ή από οποιονδήποτε άλλο προς την Κατηγορούμενη, βάσει των προνοιών του άρθρου 208, Κεφ. 154, όπως εισηγήθηκε ο κ. Χριστοδουλίδης. Από πουθενά, δεν αναδύεται ότι η Κατηγορούμενη πυροβόλησε την Έλλη ευρισκόμενη σε βρασμό ψυχικής ορμής που οφειλόταν σε οποιαδήποτε ξαφνική πρόκληση, είτε, δηλαδή, σε κάποια άδικη πράξη, βρισιά ή εκνευρισμό τέτοιου είδους και έκτασης ώστε να μπορούσε να καταταχθεί ως αποστερούσα από αυτήν, την ικανότητα αυτοελέγχου πριν την παροχή χρόνου για κατευνασμό της (όποιας) ψυχικής της ορμής. Οι όποιες διαφορές προέκυψαν μεταξύ τής και του πατέρα της ή με τη μητέρα της το πρωινό εκείνο, δε συσχετίστηκαν ούτε και ευλόγως θα μπορούσαν να συσχετιστούν με την Έλλη, υπό τις περιστάσεις που παρατέθηκαν. Το αν η Κατηγορούμενη ήταν άτομο ιδιαίτερα ευέξαπτο (που ήταν), αυτό δε θα μπορούσε να κατατάξει τη συμπεριφορά και αντιδράσεις της ως εύλογες και συνεπώς εντός των παραμέτρων που οριοθετούν την εμβέλεια του άρθρου 208, Κεφ. 154 (βλ. Gour, σελ. 2318, 2321-2322). Είχε πλήρη συνείδηση και έλεγχο των πράξεών της και ήταν σε θέση να διακρίνει το σωστό από το λάθος. Γνώριζε καλώς τι έπραττε. Ήθελε να αφαιρέσει τη ζωή της αδελφής της. Αναφερθήκαμε πιο πάνω στις ευκαιρίες που είχε η Κατηγορούμενη για να αναλογιστεί αυτό που πήγαινε να κάνει και να το αποφύγει. Σε αυτό το σημείο θα αναφερθούμε και σε μια άλλη ευκαιρία που είχε και η οποία δεν ήταν άλλη από τη δυνατότητα της να απέφευγε το δεύτερο πυροβολισμό εναντίον της Έλλης (αφού υποτίθεται ο πρώτος επεσυνέβη χωρίς πρόθεση και κατά λάθος). Δεν το έπραξε, παρόλο που η αδελφή της βρισκόταν μπροστά της, στο δάπεδο της κουζίνας ανάσκελα, πυροβολημένη πισώπλατα και αιματωμένη. Καθόλου δε συγκινήθηκε. Διερωτάται επίσης κανείς γιατί δεν άφησε το όπλο χάμω ευθύς αμέσως μετά τον πρώτο πυροβολισμό και γιατί δεν τηλεφώνησε στην Αστυνομία αυθωρεί για να τους πει ότι πυροβόλησε την αδελφή της κατά λάθος, όπως έπραξε μετά το δεύτερο πυροβολισμό, αλλά και γιατί άνοιξε το όπλο μετά από τους δύο πυροβολισμούς, τη στιγμή που θα πρέπει να είχε διαπιστώσει το λάθος που υποτίθεται ότι είχε κάνει και το κρατούσε ανοιγμένο και οπλισμένο, έτοιμο να δεχθεί νέα φυσίγγια, αντί να το αφήσει στο δάπεδο (όπως τελικώς έπραξε με την άφιξη του πατέρα της στο σπίτι). Ακόμη, αναρωτιέται κανείς πώς και η Κατηγορούμενη βρέθηκε στα καλά καθούμενα, αργία Δεκαπενταύγουστου, στο πατρικό σπίτι μεταφέροντας έμφορτο κυνηγετικό όπλο, και δη το Τεκμήριο 5, οπλισμένο μάλιστα με φυσίγγια των οποίων (όπως ήδη αναφερθήκαμε), η χρήση δεν επιτρέπονταν στο Σκοπευτήριο αφού ήταν κυνηγετικά. Αιωρείται επίσης το ερώτημα βάσει ποιας λογικής θα μπορούσε, ούτως ή άλλως, να γίνει δεκτό ότι προέβαινε, δήθεν, σε επωμίσεις με το κυνηγετικό όπλο για σκοπούς προπόνησης, κατά τους κρίσιμους χρόνους, με αποτέλεσμα αυτό εκπυρσοκροτήσει και να χτυπήσει την αδελφή της στο κεφάλι (όπως ισχυρίστηκε προς τον Γεώργιο Χ" Γεωργίου (Μ.Κ.21), χωρίς να θυμάται αν είχε πυροβολήσει μια ή δύο φορές, καθώς είπε), τη στιγμή που το όπλο ήταν έμφορτο, χωρίς ποτέ να ισχυριστεί ότι δε γνώριζε το γεγονός αυτό, αν και ήξερε (όπως είπε στην Έλενα Κρητιώτου (Μ.Κ.37), ότι έκανε τις επωμίσεις με όπλο που δεν είχε ασφάλεια). Ή πώς και έτυχε να προέβαινε στις επωμίσεις αυτές μέσα στην κουζίνα, εντός ενός περιορισμένου, με άλλα λόγια, χώρου έχοντας υπόψη τις διαστάσεις και εσωτερική της διαρρύθμιση (4.40 μ. Χ 5.00 μ., από πάγκο σε πάγκο, όπως αναδεικνύεται και από τη μαρτυρία του Λένα Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.3) και το Σχεδιαγράφημα Σκηνής Εγκλήματος που ετοίμασε, ως το Τεκμήριο 3), με τις κάνες του όπλου να είναι, όλως τυχαίως, στοχευμένες προς την Έλλη, μετά μάλιστα από σχετική άδεια για να πρόβαινε στην εξάσκηση αυτή, όπως συγκεκριμένα ισχυρίστηκε προς τον Νίκο Χ" Σιαμμούτη (Μ.Κ.18), χωρίς όμως να εξειδικεύσει αν η υποτιθέμενη αυτή άδεια είχε δοθεί από την Έλλη ή κάποιον άλλον. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι για εμάς απλούστατη και εναργής και έγκειται στο γεγονός ότι η Κατηγορούμενη ήθελε να βεβαιωθεί ότι θα φόνευε την Έλλη, εξού και ο δεύτερος πυροβολισμός είχε τη χροιά της χαριστικής βολής. Η μαρτυρία (άμεση και περιστατική), στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, δε συμβιβάζεται με οποιονδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, παρά μόνον με την ενοχή της Κατηγορούμενης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας, είχαμε υπόψη και αυτοκαθοδηγηθήκαμε δεόντως από τη σχετική νομολογία όπως, για παράδειγμα, από το σκεπτικό των αποφάσεων Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 70/10, ημ. 20.10.10, Ahmad v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 207/09, ημ. 3.6.10 και Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 560, 580. Ως εκ των ως άνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς και της προμελέτης εκ πλευράς Κατηγορούμενης και συνεπώς, την κατηγορία εναντίον της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούμενη ευρίσκεται ένοχη ως το κατηγορητήριο, ότι δηλαδή, στις 15.8.08, στον Άγιο Δομέτιο, στη Λευκωσία, εκ προμελέτης, με παράνομη