← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ευφροσύνη Ηλία, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10381/09, 8 Ιανουαρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ευφροσύνη Ηλία, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10381/09, 8 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 10381/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή v. Ευφροσύνη Ηλία Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για την Κατηγορούμενη: κα. Γ. Ζαχαρίου Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η H κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/

  1. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες. Ο ΜΚ1 αστυφύλακας 2828 Ορθόδοξος Πέτρου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1), και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τη Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε ότι την 8.11.07 και ώρα 8:50 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που επεσυνέβη στη συμβολή της Λεωφόρου Φανερωμένης με την οδό Αγίου Χαραλάμπους στη Λάρνακα. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής BAJ408 το οποίο οδηγείτο από την κατηγορούμενη και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EBX987, που οδηγείτο από την Kυριακή Ηλία (ΜΚ2). Η Λεωφόρος Φανερωμένη είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας προς κάθε κατεύθυνση. Οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται από ζωγραφιστή νησίδα επί της ασφάλτου πλάτους 1,70 μέτρων. Ετοίμασε σχεδιάγραμμα το οποίο κατάθεσε ως τεκμήριο 2, επί του οποίου, όπως ανάφερε, το σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται με το σημείο Χ βρίσκεται 20 cm πριν την πρώτη γραμμή της ζωγραφιστής νησίδας που χωρίζει τις δύο κατευθύνσεις της Λεωφόρου Φανερωμένης, εύρημα στο οποίο κατέληξε όπως εξήγησε διότι εκεί υπήρχε τρίψιμο του πισινού δεξιού τροχού του οχήματος της κατηγορουμένης ο οποίος βρισκόταν στο σημείο Χ όταν το όχημα της ήρθε σε πρώτη επαφή με το όχημα ΕΒΧ
  2. Ο ΜΚ1 επεξήγησε στις δύο οδηγούς, οι οποίες και συμφώνησαν, με το πρόχειρο σχέδιο και το σημείο Χ. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο πισινός τροχός του οχήματος της κατηγορουμένης μέχρι το τέλος του οχήματος απέχει 80 cm και ότι το μπροστινό μέρος του οχήματος της κατηγορουμένης κατά την ώρα της σύγκρουσης βρισκόταν εντός της ζωγραφιστής νησίδας, ενώ το άλλο ενεχόμενο όχημα βρισκόταν εντός της λωρίδας του με το άκρως δεξιό μέρος του να βρίσκεται μέχρι την πρώτη γραμμή της νησίδας, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε και από τις ζημιές των οχημάτων. Δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια, κατά πόσο το όχημα της κατηγορουμένης βρισκόταν σε κλίση, αλλά ισχυρίσθηκε ότι αφού όπως ανέφερε η ίδια η πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά και προς τούτο προχώρησε προς το μέσο του δρόμου, ήταν λογικό το όχημα της να βρισκόταν σε κλίση κατά την ώρα της σύγκρουσης. Οι ζημιές που υπέστη το όχημα της κατηγορουμένης ήταν βούλωμα στις δεξιές πόρτες και στη οροφή. Επίσης έσπασε ο ανεμοθώρακας και το δεξιό καθρεφτάκι και ζάβωσε ο πισινός δεξιός τροχός. Οι ζημιές του άλλου ενεχόμενου οχήματος ήταν σε όλο το μπροστινό μέρος. Η οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΒΧ987, ΜΚ2, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 4) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι οδηγούσε στη Λεωφόρο Φανερωμένης με κατεύθυνση προς το κυκλικό κόμβο Φανερωμένης. Διορθώνοντας σε κάποιο σημείο τη γραπτή κατάθεση της, είπε ότι κρατούσε τη δεξιά και όχι την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πλησιάζοντας σε απόσταση περίπου 5 μέτρων από τη πάροδο της οδού Αγίου Χαραλάμπους, που βρίσκετο στα αριστερά, πρόσεξε ξαφνικά μπροστά της το όχημα της κατηγορούμενης να βγαίνει από την πάροδο και να εισέρχεται στη πορεία της. Νομίζει, όπως είπε, ότι έστριψε λίγο δεξιά για να την αποφύγει αλλά δεν θυμάται αν πάτησε φρένα και δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Ισχυρίσθηκε ότι το όχημα της κατηγορούμενης κάλυπτε ολόκληρη τη λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε η ίδια και ότι αυτό δεν πατούσε στη νησίδα, αλλά βρισκόταν ολόκληρο μέσα στη λωρίδα της. Κατά την αντεξέταση, η ΜΚ2, είπε ότι η πρώτη φορά που είδε το όχημα της κατηγορούμενης ήταν από πολύ κοντινή απόσταση υποδεικνύοντας, μέσα στο χώρο της αίθουσας του δικαστηρίου, απόσταση περίπου μισού μέτρου. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι εκείνη την ώρα στα αριστερά της δεν υπήρχε άλλο όχημα. Ο ΜΚ3, Χάικ Βαρπετιάν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος, καθώς κατά τον επίδικο χρόνο ακολουθούσε όπως ανάφερε το όχημα της ΜΚ
  3. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 5), και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι το όχημα της ΜΚ2 προπορευόταν του δικού του σε απόσταση περίπου 15 μέτρων. Ο ίδιος παρατήρησε το όχημα της κατηγορούμενης από απόσταση περίπου 50 μέτρων, όταν η τελευταία προσπαθούσε να βγεί από την πάροδο. Όταν το είδε να εισέρχεται στη λεωφόρο Φανερωμένης ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα, το προπορευόμενο όμως όχημα της ΜΚ2 συνέχισε κανονικά την πoρεία του. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, το όχημα της κατηγορούμενης εισήλθε στη πορεία της ΜΚ2 με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα τα οποία βρίσκονταν σε κίνηση να συγκρουστούν βίαια. Ισχυρίσθηκε ότι το όχημα της ΜΚ2 δεν έκανε καμία κίνηση για να αποφύγει το όχημα της κατηγορούμενης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου. Αρχικά ανέφερε ότι δεν πρόσεξε κατά πόσο το όχημα της κατηγορούμενης είχε εισέλθει στη νησίδα, στη συνέχεια ανέφερε ότι η κατηγορούμενη δεν μπήκε καθόλου στη νησίδα και τέλος ανέφερε ότι είδε το όχημα της κατηγορουμένης σχεδόν ολόκληρο προς τα έξω, ισχυριζόμενος ότι το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης όπως εκινείτο πετάχτηκε μπροστά τους, αναφέροντας ότι την ώρα της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της ήταν σχεδόν ολόκληρο μέσα στη λωρίδα που χρησιμοποιούσε ο ίδιος και η ΜΚ
  4. Ο ίδιος πρόλαβε να αποφύγει τη σύγκρουση, όπως ανέφερε, διότι είδε την κατηγορούμενη από απόσταση 50 μέτρων και είχε διαφορά από το όχημα της ΜΚ2 15 με 20 μέτρα. Σημειώνω ότι στη ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την κατηγορούμενη, αυτή ανέφερε ότι σταμάτησε στο ΑΛΤ και αφού έλεγξε το δρόμο και διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο της ΜΚ2 βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση, ξεκίνησε και κατευθύνθηκε στο μέσο της λεωφόρου όπου σταμάτησε πάλι διότι είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Μετά την πάροδο 4-5 δευτερολέπτων ένιωσε βίαιο κτύπημα στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της να γυρίσει. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, η ευπαίδευτη συνήγορος για την κατηγορούμενη εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης ώστε να κληθεί σε απολογία. Την εισήγηση αυτή στήριξε στο ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 συγκρούεται με αυτή των άλλων δύο μαρτύρων κατηγορίας κυρίως ως προς το σημείο σύγκρουσης. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ενώ ο ΜΚ1 τοποθέτησε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης στη άκρια της πορείας της ΜΚ2 με το μεγαλύτερο μέρος αυτού να είναι εντός της ζωγραφιστής νησίδας, οι δύο άλλοι μάρτυρες ισχυρίσθηκαν ότι τη στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης βρισκόταν ολόκληρο εντός της πορείας τους δηλαδή της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Τόνισε επίσης και την αντίφαση στη μαρτυρία των δύο μαρτύρων όπου ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είδε το όχημα της κατηγορούμενης να προσπαθεί να βγεί από την πάροδο από απόσταση 50 μέτρων, ενώ η ΜΚ2 είπε ότι το είδε από απόσταση μισού μέτρου. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η απόσταση του μισού μέτρου αναφέρθηκε από την ΜΚ2 κατά την αντεξέταση της, ενώ στη γραπτή κατάθεση της ανέφερε ότι είδε το όχημα της κατηγορούμενης από απόσταση 5 μέτρων. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή, η οποία υποστήριξε ότι το σημείο σύγκρουσης στο οποίο κατέληξε ο ΜΚ1 είναι σωστό και κάνοντας αναφορά στις μετρήσεις και στις διαστάσεις του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι θα ήταν αδύνατο η κατηγορούμενη να σταμάτησε στη νησίδα χωρίς το όχημα της να καταλαμβάνει και μέρος της λωρίδας της ΜΚ
  5. Τέλος εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της ΜΚ2 συνάδει με την μαρτυρία του ΜΚ
  6. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ.27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2000). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοίζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Στεφάνου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999 Azinas v. The Police
(1981)2 CLR 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιανδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά τη καταδίκη της κατηγορουμένης μια πραγματική δυνατότητα. Η αντινομικότητα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τέτοια, που δεν θα επέτρεπε σε αυτό να την χρησιμοποιήσει σαν βάση για να αποφασίσει την ενοχή ή όχι της κατηγορουμένης. Ο ΜΚ1, δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας στη σύγκρουση, ούτε και μπορούσε να αναφέρει τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Όταν επισκέφθηκε τη σκηνή, οι ενεχόμενοι οδηγοί απουσίαζαν διότι μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες. Από το σχέδιο που κατάθεσε και με το οποίο συμφώνησαν οι δύο οδηγοί, προκύπτει σύμφωνα και με το σημείο Χ ότι την ώρα της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης βρισκόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του εντός της ζωγραφιστής νησίδας κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη μαρτυρία των δύο άλλων μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι ισχυρίσθηκαν ότι το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης βρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι. Όπως προκύπτει από το σχέδιο (τεκμήριο 2) και τα ευρήματα του ΜΚ1, το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης, προτού συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της ΜΚ2, είχε περάσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου Φανερωμένης, και έφτασε στο μέσο της Λεωφόρου για να στρίψει δεξιά. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης ο πισινός τροχός του οχήματος της κατηγορούμενης βρισκόταν στο σημείο Χ, το οποίο βρίσκεται 20 cm πριν από την πρώτη γραμμή της ζωγραφιστής νησίδας και το υπόλοιπο μπροστινό μέρος του οχήματος βρισκόταν μέσα στη νησίδα. Αντίθετα, και σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του MK1, οι δύο άλλοι μάρτυρες κατηγορίας τοποθετούν κατά την ίδια στιγμή το όχημα της κατηγορούμενης μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας τους. Πλήρης αντίφαση υπάρχει επίσης μεταξύ των δύο μαρτύρων αναφορικά με την απόσταση από την οποία έγινε αντιληπτή η παρουσία της κατηγορουμένης και περαιτέρω αντίφαση υπάρχει μέσα στην ίδια την μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία αναφέρει στη γραπτή κατάθεση της ότι αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορούμενης από απόσταση 5 μέτρων, ενώ στο Δικαστήριο κατά την προφορική της μαρτυρία είπε ότι αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορουμένης από απόσταση περίπου μισού μέτρου. Θεμελιακή αντίφαση περιέχεται όμως και μέσα στην ίδια την μαρτυρία του ΜΚ1, στο σημείο όπου, ενώ κατά την στιγμή της σύγκρουσης τοποθετεί το μεγαλύτερο μέρος του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης μέσα στη νησίδα και το αυτοκίνητο της ΜΚ2 μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε, οι ζημιές των οχημάτων, στις οποίες στηρίχθηκε όπως ανέφερε για να καταλήξει στα ευρήματα του, ήταν στις δύο δεξιές πόρτες του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης και σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της ΜΚ2 και τούτο χωρίς να τεθεί ίχνος περαιτέρω μαρτυρίας που να συνδέει τις πιο πάνω θέσεις των οχημάτων με τις ζημιές στα συγκεκριμένα σημεία. Οι αντιφάσεις στο σύνολο της μαρτυρίας που ενδεικτικά αναφέρονται πιο πάνω, είναι τέτοιες, που δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να τις αντιπαρέλθει με οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας στο σύνολο της. Είναι δε τέτοιας σημασίας, που κρίνω ότι οδηγούν σε αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση θα καλείτο η κατηγορούμενη να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην προσκομισθείσα μαρτυρία, κάτι που δεν συνάδει με τις νομολογημένες αρχές, με βάση τις οποίες ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στη ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα. Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η αγγλική απόφαση στην υπόθεση R.V. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στο τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Μεταξύ άλλων ειπώθηκαν και τα εξής: «Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λόγου χάρη από μόνης της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του Δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση.» Απλή υποψία ότι η κατηγορούμενη δυνατόν να ευθύνεται για το δυστύχημα δεν αρκεί. Στην υπόθεση Shaaban Bin Hussien v. Chong Fook Kam
(1969)3 All E.R. 1626, ειπώθηκε ότι η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με την μαρτυρία. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία δεν θα εξυπηρετήσει κανένα σκοπό και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.