← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Νίκης Αριστοδήμου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:10403/09, 26 Ιανουαρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Νίκης Αριστοδήμου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:10403/09, 26 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:10403/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Νίκης Αριστοδήμου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: κα. Γιουσελλή Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη στις 24/12/08 στην οδό Λύση στις Κόκκινες της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής HYN481 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας την Irina Ditseva (MK1) η οποία οδηγώντας ποδήλατο κατά τον επίδικο χρόνο ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα με την κατηγορούμενη, τον αστυφύλακα 3170 Γιώργος Ματάρ (MK4) ο οποίος εξέτασε το δυστύχημα, τον αστυφύλακα Γιάννη Ιωάννου (ΜΚ2) και την αστυφύλακα Μάρθα Δημητρίου (ΜΚ3). Οι μάρτυρες κατηγορίας 1 και 4 υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στη συνέχεια απάντησαν σε ερωτήσεις. Ο ΜΚ2 αστυφύλακας Γιάννης Ιωάννου κατάθεσε ως τεκμήριο τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης και η ΜΚ3 αστυφύλακας Μάρθα Δημητρίου, κατάθεσε ως τεκμήριο τη γραπτή κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης. Μετά δε την κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία, αυτή επέλεξε και άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα τα επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Φαινόταν αβέβαιη γι' αυτά που κατέθεσε και η ένορκη μαρτυρία της ήταν διάχυτη από ασάφειες αοριστίες και αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ η ΜΚ1 υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, το οποίο έθεσε στο πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 6) και στη συνέχεια ο εξεταστής του δυστυχήματος (ΜΚ4) σημείωσε στο τελικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 7) με το σημείο Χ1, κατά την προφορική της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, διαφώνησε με αυτό υποδεικνύοντας επί του σχεδιαγράμματος άλλο σημείο σύγκρουσης. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι η πορεία της είναι αυτή που σημειώνεται επί του πρόχειρου και τελικού σχεδίου με το γράμμα Β και για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 6) προέβαλε διάφορους ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς. Η ΜΚ1 ισχυρίσθηκε ότι στους τροχούς του ποδηλάτου που οδηγούσε υπήρχαν φωτιζόμενα πλαστικά τα οποία έσπασαν κατά το δυστύχημα, κάτι που δεν αναφέρει στη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 1) όπου αναφέρεται στην ύπαρξη φαναριού χρώματος άσπρου κάτω από το τιμόνι, αλλά και που έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ4, την οποία αποδέχομαι στη συνέχεια, σύμφωνα με την οποία στη σκηνή του δυστυχήματος δεν βρέθηκαν οποιαδήποτε θραύσματα αλλά ούτε και στο ποδήλατο οποιαδήποτε βάση φωσφόρου. Ο ισχυρισμός της ΜΚ1 ότι δεν ήταν παρούσα όταν έφθασε η αστυνομία στη σκηνή του δυστυχήματος διότι είχε μεταφερθεί με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ4, ο οποίος ανέφερε ότι όταν έφθασε στη σκηνή βρίσκονταν εκεί και οι δύο οδηγοί. Για να δικαιολογήσει τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε η ΜΚ1 ισχυρίσθηκε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της με ασάφεια και αόριστο τρόπο ότι ήταν ζαλισμένη λόγω του τραυματισμού της ενώ σε άλλα σημεία της μαρτυρίας της αναφέρετο σε λεπτομέρειες που αναιρούσαν τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Η ΜΚ1 ισχυρίσθηκε ότι, μέσα στο καλάθι που είχε το ποδήλατο της μπροστά, υπήρχε μια τσάντα πάνω στην οποία υπήρχαν φωσφορούχες αντανακλαστικές λωρίδες, την οποία πήρε η κόρη της που βρέθηκε στη σκηνή πριν να φθάσει η αστυνομία, ενώ σε σχετική ερώτηση δεν αναφέρθηκε καθόλου στη παρουσία της κόρης της. Ερωτηθείσα κατά πόσο μπορούσε να παρουσιάσει την εν λόγω τσάντα, η απάντηση της ήταν ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο μπορεί να την παρουσιάσει. Στη γραπτή κατάθεση της αναφέρει ότι τη τσάντα την πήρε η κόρη της πριν έρθει η αστυνομία, η οποία όταν έφθασε η ίδια δεν ήταν εκεί. Αντιφατικά και ασαφή ήταν επίσης τα όσα ανέφερε η ΜΚ1 σε σχέση με το πώς συμπεριφέρθηκε η κατηγορούμενη μετά το δυστύχημα, όπου, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της την τοποθετεί να παραμένει μέσα στο αυτοκίνητο της και σε άλλα σημεία την τοποθετεί εκτός του αυτοκινήτου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για την ΜΚ1 δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι έλαβε γραπτή κατάθεση από την κατηγορούμενη την οποία κατάθεσε ως τεκμήριο 3 και δεν αντεξετάστηκε. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Σημειώνω ότι η κατηγορούμενη στη κατάθεση της συνοπτικά αναφέρει ότι τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής HYN481 στη οδό Λύση όπου στη συμβολή με την οδό Πότι, αφού έκανε ΑΛΤ και έλεγξε το δρόμο εκκίνησε με χαμηλή ταχύτητα και αφού εισήλθε στην αριστερή λωρίδα της οδού Πότι σύμφωνα με την πορεία της λίγο πριν ευθυγραμμιστεί είδε την ΜΚ1 από την αντίθετη κατεύθυνση μέσα στη λωρίδα της να κτυπά στο αυτοκίνητο της. Η ΜΚ3 κατέθεσε τη γραπτή κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης, ως τεκμήριο 4 και δεν αντεξετάστηκε. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία της. Η κατηγορούμενη απάντησε ότι παραδέχεται ότι κτύπησε την παραπονούμενη αλλά δεν ήταν δυνατό να την προσέξει αφού το ποδήλατο που οδηγούσε δεν είχε φως και η ίδια δεν φορούσε φωσφορούχο γιλέκο και οδηγούσε το ποδήλατο της μέσα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ΜΚ4 ο αστυφύλακας που εξέτασε το δυστύχημα υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του τεκμήριο 5 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε το όχημα της κατηγορούμενης στη τελική του θέση και το ποδήλατο στο πεζοδρόμιο διότι είχε μετακινηθεί από τους παρευρισκομένους. Στη σκηνή ήταν παρόντες και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί. Στη συνέχεια η οδηγός του ποδηλάτου παρελήφθηκε από ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Στη παρουσία της κατηγορουμένης ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος και έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις. Τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ το οποίο του υπέδειξε η κατηγορούμενη. Ανέφερε ότι, παρά τον σχολαστικό και λεπτομερή έλεγχο που διενήργησε δεν βρήκε θραύσματα γυαλιών, γεγονός το οποίο δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο το ποδήλατο της παραπονούμενης (ΜΚ1) έφερε φωσφόρα στα σημεία που η ίδια ισχυρίσθηκε. Επίσης από έλεγχο που διενήργησε στο ποδήλατο δεν βρήκε καμία βάση φωσφόρου. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, η παραπονούμενη (ΜΚ1) υπέδειξε άλλο σημείο σύγκρουσης το οποίο σημείωσε η ίδια στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα και στη συνέχεια ο μάρτυρας σημείωσε στο τελικό σχεδιάγραμμα με το γράμμα Χ1. Η ΜΚ1 συμφώνησε το υπέγραψε στη παρουσία του το πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έγινε κατορθωτό να εντοπίσει ο ίδιος το σημείο σύγκρουσης. Τη πορεία της παραπονούμενης που ο μάρτυρας σημείωσε με το γράμμα Β στο σχέδιο, την υπέδειξε όπως ανέφερε η κατηγορούμενη και οι παρευρισκόμενοι στη σκηνή, με την οποία όμως συμφώνησε και η ΜΚ1. Στη συνέχει ο μάρτυρας αρνήθηκε τον ισχυρισμό, που έθεσε η ΜΚ1 κατά την μαρτυρία της, ότι ο ίδιος της είπε να υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο είτε συμφωνεί είτε όχι με αυτό αναφέροντας ότι το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε το σημείωσε η ίδια στο πρόχειρο σχέδιο. Ο ΜΚ4 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος και ανέφερε τα γεγονότα όπως έγιναν δηλώνοντας ότι δεν ήταν κατορθωτό για τον ίδιο να εντοπίσει το σημείο σύγκρουσης. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του στο σημείο της γραπτής κατάθεσης του όπου αναφέρει αυτολεξεί ότι «το δυστύχημα είναι σε μια αριστερόστροφη στροφή πέραν τούτου η ορατότητα της κατηγορούμενης είναι πέραν των 50 μέτρων και ο φωτισμός του εν λόγω δρόμου είναι επαρκής». Τούτο διότι ο μάρτυρας δεν παραθέτει στοιχεία και κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα τόσο αναφορικά με το που ακριβώς έγινε το δυστύχημα αλλά και σε σχέση με την ορατότητα της κατηγορουμένης σύμφωνα με την πορεία της. Δεν αναφέρει στοιχεία όπως από ποιο και προς ποίο σημείο η ορατότητα ήταν 50 μέτρα ούτε και κατά πόσο αυτή μετρήθηκε και κάτω από ποιο φωτισμό. Συνεπώς πλην του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ4 η μαρτυρία του δεν έχει κλονισθεί και την αποδέχομαι. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού η ΜΚ1 κρίθηκε αναξιόπιστη και η μαρτυρία του ΜΚ4 ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβη το δυστύχημα. Σύμφωνα με την νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ. Εισαγγελέας v. Πότση

(2000)2 ΑΑΔ 252, Μαυρίδης v. Dharanghji
(1990)1 AAδ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου v. Νίκου Νικολάου, Πολ. Έφεση αρ. 11744, ημε. 15.6.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR, Αναστάσης Παύλου, v. Αστυνομίας
(1998)2ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά v. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή v.Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά, αμελείς πράξεις (βλ. Χριστοδούλου v.Mπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a
(1975)1 CLR 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων πέραν κάποιων μετρήσεων του ΜΚ4 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές η οδική συμπεριφορά της κατηγορούμενης δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης του οχήματος της κατηγορουμένης με το ποδήλατο της ΜΚ1. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχουν λεχθεί στην απόφαση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφού η κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στη κατηγορία. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.