Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Mahmoud Asfour, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1287/09, 28 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1287/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Mahmoud Asfour Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μικελλίδου Κατηγορούμενος : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8,19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και 80
(1)/2000 (1η κατηγορία) και τη κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, κατά παράβαση του Καν.66(B)
(1)(α)(ι)(ιι)
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, τα αδικήματα ανατρέχουν στις 3/8/08 στη Λάρνακα όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EEB209 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και παραλείποντας να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή ήτοι πέρασε ενώ το κόκκινο φως ήταν αναμμένο με αποτέλεσμα να προκληθεί δυστύχημα. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω με την απόφαση μου κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ στην διαπίστωση μου ότι στις λεπτομέρειες των αδικημάτων δεν συμπεριλαμβάνεται η οδός στην οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο όπου επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Σύμφωνα με το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155 δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο κατηγορητήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Η παράλειψη πλήρους συμμόρφωσης με τα όσα προνοούνται στο άρθρο 39(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, τότε μόνο επηρεάζει την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου, όταν πρόκειται για ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο (prejudice) και μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του. [Βλ. Constantinides v. Republic
(1978)2 C.L.R.337, Fourri and Others v. Repupblic
(1980)2 C.L.L 152, A.G.Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, Begonia Fashions Ltd κ.α.v. Aστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451 και Ξυδιά κ.α.v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 179]. Στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου v. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 33, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «..Κρίθηκε, ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του. Και θα πρέπει να δίδεται σημασία σε οποιεσδήποτε περιστάσεις που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε στην πραγματικότητα γνώση των ουσιωδών συστατικών στοιχείων του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται [βλ. ακόμα Chrysostomou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 176]. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη στη συμβολή των Λεωφόρων Φανερωμένης και Αρτέμιδος στη Λάρνακα, γεγονός που όπως προέκυψε από τις θέσεις που προβλήθησαν από την Υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν εν γνώση του κατηγορουμένου και δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η πιο πάνω παράλειψη δεν αποτελεί ουσιώδη παρατυπία η οποία επηρέασε δυσμενώς τον κατηγορούμενο κάτι που ούτε η συνήγορος του εισηγήθηκε. Ως εκ τούτου θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Γιαννάκη Παντελίδη (ΜΚ1), τον αστυφύλακα 2933 Γ. Γεωργίου (ΜΚ2) και τον Χρίστο Χαραλάμπους (ΜΚ3). Ο ΜΚ1 ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1), σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι, στις 3/8/08 περί η ώρα 22:10 οδηγούσε το όχημα του στη Λεωφόρο Φανερωμένης με κατεύθυνση από το σινεμά Cineplex προς την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου. Πρόθεση του ήταν από την διασταύρωση της πιο πάνω λεωφόρου με την λεωφόρο Αρτέμιδος να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί προς το αεροδρόμιο. Φθάνοντας στη διασταύρωση και ενώ εκινείτο στη δεξιά λωρίδα της πορείας του επειδή το φως στο σηματοδότη άναψε κόκκινο σταμάτησε. Ενώ ήταν σταματημένος είδε ένα αυτοκίνητο χρώματος μπλέ, το οποίο όπως διαφάνηκε από την περαιτέρω μαρτυρία ήταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΜΚ3, το οποίο ερχόταν από το αεροδρόμιο και σταμάτησε στη μέση της διασταύρωσης περιμένοντας να του δοθεί η ευκαιρία για να στρίψει δεξιά προς τον Άγιο Λάζαρο. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο παρέμεινε σταματημένο μέσα στο ελεγχόμενο τετράγωνο μέχρι τη στιγμή που άναψε στη δική του πορεία το πορτοκαλί φως. Τότε είδε το πιο πάνω αυτοκίνητο να εκκινά για να στρίψει δεξιά. Την ίδια ώρα είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το οποίο εκινείτο από το παλιό «ΓΣΖ» προς το αεροδρόμιο με πολύ μεγάλη ταχύτητα να μπαίνει στη διασταύρωση και να συγκρούεται με δύναμη στην αριστερή πλευρά του οχήματος που έστριβε δεξιά. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν είδε το φώς του σηματοδότη της Λεωφόρου Αρτέμιδος όπου οδηγούσε ο κατηγορούμενος, το φως όμως της δικής του πορείας ήταν πορτοκαλλί. Ο ΜΚ2, ο οποίος ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 2) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανάφερε ότι στις 3/8/08 και ώρα 22:25 μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος που έγινε στη διασταύρωση των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα, με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EEB209 με οδηγό τον κατηγορούμενο και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής AAS492 με οδηγό τον Χρίστο Χαραλάμπους(ΜΚ3). Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και παρόντες τους οδηγούς και δύο ανεξάρτητους μάρτυρες τον Μάριο Σωκράτους και τον Γιαννάκη Παντελίδη (ΜΚ1). Aφού άκουσε τους ισχυρισμούς των δύο ενεχόμενων οδηγών ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του τροχαίου δυστυχήματος (τεκμήριο 3) όπου τοποθέτησε το υποδειχθέν από τους δύο ενεχόμενους οδηγούς σημείο σύγκρουσης και με τη βοήθεια του αστυφύλακα 173 έλαβε τα αναγκαία μέτρα. Υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο στους δύο οδηγούς και αφού συμφώνησαν το υπέγραψαν στη παρουσία του. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό σχέδιο (τεκμήριο 4). Στη συνέχεια ανέφερε ότι η διασταύρωση των λεωφόρων Αρτέμιδος και Φανερωμένης ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία κατά την άφιξη του στη σκηνή λειτουργούσαν κανονικά. Καταθέτοντας ως τεκμήριο 7 σχετική έκθεση την οποία εξασφάλισε όπως ανάφερε από το Κλάδο Κυκλοφοριακών Μελετών του Τμήματος Δημοσίων Έργων, επεξήγησε το πρόγραμμα λειτουργίας των φώτων τροχαίας στην πιο πάνω διασταύρωση. Η άσφαλτος του δρόμου στην επίδικη διασταύρωση ήταν καλής επιφάνειας. Η διασταύρωση βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με όριο ταχύτητας 50 Χ.Α.Ω. Οι δύο οδηγοί σύμφωνα με τις πορείες τους μπορούσαν να έχουν ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης προς τις εξ' αντιθέτου πορείες τους πέραν των 100 μέτρων. Κατέθεσε την γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου ως τεκμήριο 5 και ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς καταθέτοντας την γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο 6. Κατά την αντεξέταση του που ήταν περισσότερο διευκρινιστικής φύσεως παρά αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του ο μάρτυρας επεξήγησε το σχεδιάγραμμα και τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στις δύο λεωφόρους. Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, στη Λεωφόρο Φανερωμένης πριν ανάψει το πράσινο ανάβει το πορτοκαλί για δύο δευτερόλεπτα. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών δευτερολέπτων αλλά και ένα δευτερόλεπτο προηγουμένως το φως στη Λεωφόρο Αρτέμιδος είναι κόκκινο. Σύμφωνα δε με τις εξηγήσεις του ΜΚ2, αναφορικά με τη λειτουργία των φώτων σε σχέση με το τεκμήριο 7, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση το πορτοκαλλί φως δεν είναι αναμμένο ταυτόχρονα και στις δύο λεωφόρους, ενώ αντίθετα για ένα δευτερόλεπτο το κόκκινο φως είναι αναμμένο και στις δύο λεωφόρους ταυτόχρονα. Ο ΜΚ3 που είναι ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος κατάθεσε την γραπτή του κατάθεση ως τεκμήριο 8 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα του υπ΄ αριθμό εγγραφής AAS492 με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο προς το παλιό ΓΣΠ. Φτάνοντας στη διασταύρωση με την λεωφόρο Φανερωμένης επειδή ήθελε να στρίψει δεξιά και επειδή το φως στην πορεία του άναβε πράσινο προχώρησε και μπήκε στο ελεγχόμενο τετράγωνο της εν λόγω διασταύρωσης και αφού σταμάτησε περίμενε μέχρι να σταματήσουν τα οχήματα που έρχονταν από απέναντι για να μπορέσει να στρίψει δεξιά, δείχνοντας προς τούτο με το σηματοδότη του οχήματος του. Παρέμεινε στη διασταύρωση, μέχρι που άναψε το κόκκινο φως στα απέναντι φώτα τροχαίας και αφού βεβαιώθηκε όπως ανέφερε ότι κάποια οχήματα που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση σταμάτησαν, ξεκίνησε να στρίψει δεξιά. Μόλις έπιασε κλίση προς τα δεξιά άκουσε φρένα και την ίδια ώρα ένιωσε κτύπημα στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του. Από το κτύπημα έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να καταλήξει στην εξ' αντιθέτου λωρίδα της Λεωφόρου Φανερωμένης. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Κατά την ένορκη μαρτυρία του υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του τεκμήριο 5 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα EEB209 στη Λεωφόρο Αρτέμιδος από τον κυκλικό κόμβο με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο. Σκοπός του ήταν να περάσει ευθεία από την διασταύρωση που βρίσκεται κοντά στην εκκλησία της Αγίας Φανερωμένης και ακολούθως να στρίψει δεξιά. Οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα της πορείας του και προχωρούσε προς τα φώτα τροχαίας με ταχύτητα περίπου 50 με 60 χ.α.ω. . Μπροστά του όπως ισχυρίστηκε κινούνταν άλλα οχήματα σε απόσταση 20 μέτρων. Πλησιάζοντας προς την πιο πάνω διασταύρωση και αφού έφτασε σε κάποιο σημείο στο οποίο ο δρόμος χωρίζεται σε τρείς λωρίδες, πρόσεξε ότι το φως της πορείας του άναβε πράσινο. Κατά την στιγμή εκείνη, μπροστά του σε απόσταση 10 μέτρων όπως ισχυρίσθηκε κινείτο ένα άλλο όχημα στην δεξιά λωρίδα υπήρχε επίσης ένα αυτοκίνητο το οποίο σταμάτησε γιατί ήθελε να στρίψει δεξιά ενώ ταυτόχρονα άλλο αυτοκίνητο που κινείτο στην αριστερή λωρίδα έστριψε αριστερά. Ο ίδιος ο οποίος κινείτο στη μεσαία λωρίδα επειδή όπως ισχυρίσθηκε το φως άναβε πράσινο συνέχισε κανονικά την πορεία του, δεν θυμάται όμως αν στη διασταύρωση υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα τα οποία έρχονταν από απέναντι, αφού όπως ισχυρίσθηκε, το όχημα που θα έστριβε δεξιά εμπόδιζε την ορατότητα του. Αφού εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως είδε από απέναντι στα φώτα τροχαίας ότι άναψε το κίτρινο φως. Ο ίδιος εξακολούθησε να ακολουθεί το προπορευόμενο του όχημα, από απόσταση περίπου 10 μέτρων, όταν είδε ότι άναψε το κίτρινο φως. Όταν το προπορευόμενο του όχημα πέρασε την διασταύρωση το όχημα του ΜΚ3 μπήκε απότομα μπροστά του, ο ίδιος προσπάθησε να τον αποφύγει πατώντας τα φρένα και γυρίζοντας το τιμόνι του αριστερά, χωρίς όμως να κατορθώσει να αποφύγει τη σύγκρουση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατάθεταν καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λήφθηκαν υπόψη όλοι οι παράγοντες και παράμετροι που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η συμπεριφορά του στο εδώλιο έδειχνε εικόνα ειλικρινούς ατόμου που εξέθεσε όσα συνέβησαν με αμερόληπτο και αντικειμενικό τρόπο χωρίς καμία προσπάθεια να παραποιήσει την αλήθεια. Ήταν σταθερός και σαφής στις απαντήσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο ΜΚ2, επίσης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή. Κατέθεσε με αντικειμενικό τρόπο και με σκοπό μέσα από τα ευρήματα του να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ότι τα φώτα τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση λειτουργούσαν κανονικά εξάλλου δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση η ορθή λειτουργία των φώτων τροχαίας (βλ. Lysandros Anastassiou Kestas v. The Police
(1970)2 CLR 74 και Nilkinson´s Road Traffic Offences, 10th Edition σελ.118). Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 4) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Ο ΜΚ3 θεωρώ ότι σε κύριες γραμμές είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του συνάδει με την μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα ΜΚ1, ο οποίος ανέφερε ότι τον είδε να σταματά στη διασταύρωση περιμένοντας για να στρίψει δεξιά. Ο ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι εκκίνησε για να στρίψει δεξιά όταν το φως απέναντι του άναψε κόκκινο, συνάδει τόσο με την μαρτυρία του ΜΚ1 όσο και με τη μαρτυρία του ΜΚ
- Σύμφωνα με αυτές, ο ΜΚ3 εκκίνησε για να στρίψει δεξιά όταν το φως στην πορεία του ΜΚ1 όπως ο ίδιος ανέφερε άναψε πορτοκαλί συνεπώς εκείνη τη στιγμή, με βάση τη λειτουργία των φώτων σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, το φως στην Λεωφόρο Αρτέμιδος ήταν κόκκινο. O MK3 δεν μπόρεσε να δώσει ακριβή εξήγηση για τη θέση που πήρε το όχημα του όταν έστριβε δεξιά, που όπως φαίνεται από το σημείο σύγκρουσης στο τεκμήριο 4 πλησίασε προς την έξοδο του ΑΛΤ της Λεωφόρου Αρτέμιδος. Τούτο όμως δεν στάθηκε αρκετό για να κλονίσει την αξιοπιστία του. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια και την γνησιότητα της εκδοχής του. Από το εδώλιο του μάρτυρα αποφεύγοντας να κοιτάξει προς το Δικαστήριο και περιγράφοντας τον τρόπο οδήγησης του και το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα επιμένοντας ότι δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για το δυστύχημα, μου άφησε μια πτωχή εικόνα. Αυτό αντανακλάτο στις απαντήσεις του τόσο κατά την κυρίως εξέταση και την αντεξέταση αλλά και στις αντιφάσεις που προκύπτουν στη μαρτυρία του. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, ενώ ισχυρίσθηκε ότι το φως στην πορεία του ήταν πράσινο, ισχυρίσθηκε ότι όταν πλησίασε τα φώτα τροχαίας το όχημα που βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του σταμάτησε, γιατί ήθελε να στρίψει δεξιά, χωρίς να δώσει λογική εξήγηση γιατί το εν λόγω αυτοκίνητο να σταματήσει στα φώτα τροχαίας αφού το φως της πορείας του ήταν πράσινο. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το όχημα αυτό του εμπόδιζε την ορατότητα για να μπορεί να δει αν έρχονταν από απέναντι αυτοκίνητα, χωρίς και πάλι να δώσει λογική εξήγηση πως ένα αυτοκίνητο που βρισκόταν στα δεξιά και όχι μπροστά του μπορούσε να του εμποδίσει την ορατότητα. Στη συνέχεια κατά την αντεξέταση ισχυρίσθηκε αόριστα ότι του εμπόδιζαν την ορατότητα αυτοκίνητα που υπήρχαν μπροστά του ενώ στην γραπτή κατάθεση του αναφέρθηκε μόνο σε ένα προπορευόμενο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση και την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι, αφού μπήκε στη διασταύρωση με πράσινο φως είδε από τα απέναντι φώτα τροχαίας ότι άναψε το πορτοκαλλί και αφού το προπορευόμενο όχημα πέρασε τη διασταύρωση, τότε είδε και το αυτοκίνητο του ΜΚ
- Αντίθετα, στο στάδιο της αντεξέτασης, ισχυρίσθηκε ότι το φώς άλλαξε από πράσινο σε πορτοκαλλί μετά την σύγκρουση του οχήματος του με το όχημα του ΜΚ
- Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για προπορευόμενο όχημα το οποίο ο ίδιος ακολουθούσε από απόσταση 10 μέτρων όταν μπήκε στη διασταύρωση, δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος δεν ανάφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε στη διασταύρωση ακολουθούσε άλλο προπορευόμενο αυτοκίνητο. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι είδε το όχημα του ΜΚ3 μετά που το εν λόγω προπορευόμενο όχημα πέρασε τη διασταύρωση, δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία όπου στο σχεδιάγραμμα φαίνονται τα ίχνη πλαγιολίσθησης του οχήματος του να ξεκινούν από τη γραμμή του ΑΛΤ των φώτων τροχαίας. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον κατηγορούμενο δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω. Περαιτέρω, δεδομένης της μαρτυρίας του ΜΚ1, την οποία έχω αποδεχθεί, σύμφωνα με την οποία όταν αυτός είδε το ΜΚ3 να εκκινά για να στρίψει δεξιά και τον κατηγορούμενο να μπαίνει στη διασταύρωση το φως της δικής του πορείας ήταν πορτοκαλί, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, σε συνάρτηση με την μαρτύρια του ΜΚ2 που επίσης δεν αμφισβητήθηκε, σύμφωνα με την οποία όταν το φως της πορείας του ΜΚ1 ανάβει πορτοκαλλί το φως στη πορεία του κατηγορούμενου είναι κόκκινο, το Δικαστήριο με βάση και το σημείο σύγκρουσης που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 4) και τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων μπορεί να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος μπήκε στη διασταύρωση με κόκκινο φως, όταν ο ΜΚ3 έστριβε δεξιά. Περαιτέρω σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι πλησιάζοντας την διασταύρωση ελάττωσε ταχύτητα κάτι που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στη διασταύρωση με ταχύτητα. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης αποτελεί εύρημα μου ότι ο κατηγορούμενος στις 3/8/08 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EEB209 στη Λεωφόρο Αρτέμιδος με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο όπου η διασταύρωση με την Λεωφόρο Φανερωμένης ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία λειτουργούσαν κανονικά. Ο κατηγορούμενος πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας ενώ το φώς άναψε κόκκινο παρέλειψε να σταματήσει και προχωρώντας ευθεία συγκρούστηκε με το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής AAS492 που οδηγείτο από τον ΜΚ3 ο οποίος εκείνη την ώρα επιχειρούσε να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην Λεωφόρο Φανερωμένης. Το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξαν οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί φαίνεται με το σημείο Χ επί του σχεδιαγράμματος τεκμήριο
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης v. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι το τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Αναφορικά με τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας δεν υπάρχει κανόνας δικαίου και η αμέλεια κρίνεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ.Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84, Φοινικαρίδης κ.α. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, Eva v. Reeves
(1938)1 ALL E.R.115). Στις πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι τα οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μη ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των Κανονισμών. Στην αγγλική απόφαση Radburn v. Kemp
(1971)3 ALL E.R 249 αποφασίστηκε ότι ένας οδηγός δεν έχει απόλυτο δικαίωμα να εισέλθει στη διασταύρωση όταν και απλά επειδή ανάβει το πράσινο φως στην πορεία του. Έχει καθήκον να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές γι' αυτόν να εισέλθει και αφού εισέλθει δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει περαιτέρω διασχίζοντας τη διασταύρωση χωρίς να λάβει τη μέγιστη επιμέλεια να σώσει αθώα άτομα που βρίσκονταν ήδη στη διασταύρωση πριν την είσοδο του σε αυτή. Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις (βλ. Χριστοδούλου v. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 CLR 188). Σύμφωνα με την υπόθεση Constantinou v. Katsouris (ανωτέρω) το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Έχοντας υπόψη τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται κρίνω ότι η οδική συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος δείχνει την έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας υπό τις περιστάσεις και απέχει από αυτήν του λογικού και συνετού οδηγού. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ3 προφανώς φέρει και αυτός ευθύνη για το δυστύχημα, εν τούτοις η συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνέτεινε στη σύγκρουση αφού διασταύρωσε τη λεωφόρο ενώ το φως της τροχαίας στην πορεία του άναψε κόκκινο χωρίς ταυτόχρονα να εντοπίσει την παρουσία και την ορατή πρόθεση του ΜΚ3 να στρίψει δεξιά. Ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός της διασταύρωσης χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα παραβαίνοντας το καθήκον του να ασκήσει την κατάλληλη παρατηρητικότητα για την ύπαρξη του άλλου οχήματος με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. O Kανονισμός 66Β
(1)προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με τη ρύθμιση της τροχαίας με τη χρήση φωτεινών σηματοδοτών: (
- i)Εξαιρουμένων των προνοιών της υποπαραγράφου (
- ii)η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στον δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμή στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και τις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ο οποίος κρίνεται ένοχος σε αυτές. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο