← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Νίκου Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθ: 6002/08, 28.1.2010

Δημοκρατία ν. Νίκου Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθ: 6002/08, 28.1.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ: 6002/08 Δημοκρατία v.

  1. Νίκου Νικολάου
  2. Γιάννη Παπαγεωργίου
  3. Φώτη Κυριάκου
  4. Καλλιόπης Βασιλείου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28.1.2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Ο κ. Ρ. Μαππουρίδης. Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Α. Δημητρίου. Κατηγορούμενος 3: παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δίκης εντός δίκης αρ.1) Ο κατηγορούμενος 3, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως 'ο κατηγορούμενος', αντιμετωπίζει τα αδικήματα της συνωμοσίας, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 355,92 γρ. ηρωίνης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ο Μ.Κ.1, Γιώργος Γεωργίου επιχείρησε να καταθέσει στο δικαστήριο την κατάθεση του κατηγορουμένου, ως Τεκμήριο. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου έφερε ένσταση στο πιο πάνω αίτημα. Ισχυρίστηκε ότι η κατάθεση ήταν το αποτέλεσμα υποσχέσεων που έδωσαν μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου στον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης βούλησής του. Άντρες της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, σύμφωνα με το συνήγορο, μετέφεραν τον κατηγορούμενο στο σπίτι του, στο Φρέναρος και εκεί του ζήτησαν όπως δώσει κατάθεση, ταυτόσημη με την κατάθεση που είχε δώσει ο πρώην κατηγορούμενος 2, Γιάννης Παπαγεωργίου, για να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος
  5. Του υποσχέθηκαν ότι εάν έδιδε κατάθεση, θα αφήνετο ελεύθερος και δεν θα εδιώκετο ποινικά. Ο συνήγορος ανέφερε περαιτέρω, ότι η κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)του Νόμου 163
(1)/2005, που προνοεί για το δικαίωμα επικοινωνίας κρατουμένου με δικηγόρο. Ενόψει των πιο πάνω θέσεων, το δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διαφανούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η επίδικη κατάθεση. Κατά τη διάρκεια της δίκης κατέθεσαν εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ο αρχιαστυφύλακας Γιώργος Γεωργίου, Μ.Κ.1, που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και το άτομο που έλαβε την επίδικη κατάθεση και οι αστυφύλακες Μιχάλης Κωνσταντίνου, 1541 και Παναγιώτης Περό, 2354, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αντίστοιχα. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο κατηγορούμενος, Φώτης Κυριάκου. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας. Το πρωί της 24.9.2008 ο κατηγορούμενος, τότε ύποπτος, συνελήφθηκε για τα αδικήματα της κατοχής και προμήθειας ελεγχομένου φαρμάκου. Την ίδια ημέρα, ανακρινόμενος, αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη με την υπόθεση ναρκωτικών που διερευνούσε η αστυνομία. Το επόμενο πρωί, την 25.9.2008 και ώρα 10.10, ο κατηγορούμενος, μεταφέρθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοτύμπου, όπου εκρατείτο, στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου, στο Παραλίμνι από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και τον αστυφύλακα
  1. Εκεί, λήφθηκαν τα δακτυλικά αποτυπώματα του, από τον Μ.Κ. 3, διαδικασία που διήρκησε μισή περίπου ώρα. Την ίδια ημέρα και ώρα 12.00, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε από τα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, από τον Μ.Κ.
  2. Οι δύο σταθμοί απέχουν μεταξύ τους 50 - 100 μέτρα, περίπου. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν, στην Αγία Νάπα από τους Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και τον αστυνομικό 3614 η ώρα 14.00 και δέκα λεπτά αργότερα, 14.10, έδωσε την επίδικη κατάθεση στον ανακριτή της υπόθεσης, Γιώργο Γεωργίου, Μ.Κ 1 . Στην επίδικη κατάθεση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι μετά από προτροπή του κατηγορουμένου 2, Γιάννη Παπαγεωργίου, μετέφερε ποσότητα ηρωίνης από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές, εκείνο που αμφισβητείται από την υπεράσπιση είναι οι ενέργειες της αστυνομίας, μεταξύ των ωρών 12.00 που μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου και 14.10, που δόθηκε η επίδικη κατάθεση. Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος όλο αυτό το διάστημα, δηλαδή από η ώρα 12.00, που έφθασε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, μέχρι τη μεταφορά του στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν, Αγ. Νάπας, ήταν μαζί με τον αστυφύλακα 1541 Μιχάλη Κωνσταντίνου, Μ.Κ. 2 και κανένα πρόσωπο δεν του έδωσε υπόσχεση ότι αν έδιδε κατάθεση θα τον άφηναν ελεύθερο και δεν θα διωκόταν ποινικά. Ο Μ.Κ.2 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τη συγκεκριμένη ημέρα πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου για να παραλάβει τον κατηγορούμενο και να τον μεταφέρει στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν, Αγίας Νάπας, για ανάκριση. Ο μάρτυρας παρέλαβε τον κατηγορούμενο η ώρα 12.30, από τον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, παρέμειναν όμως εκεί αναμένοντας τον Μ.Κ. 3 και τον αστυνομικό 3614, που θα τους μετέφεραν, με το μοναδικό όχημα που διέθετε η υπηρεσία τους, κατά το συγκεκριμένο χρόνο, στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν, Αγία Νάπα. Ο μάρτυρας δεν πήγε με τους συναδέλφους του να βοηθήσει στις μεταφορές των υπόπτων που εμπλέκονταν στην υπό διερεύνηση υπόθεση, αλλά παρέμεινε στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου καθότι είχε 'προσωπική δουλειά', όπως είπε χαρακτηριστικά. Καθ' όλο αυτό το διάστημα, ήτοι από την ώρα που παρέλαβε τον κατηγορούμενο μέχρι και την αναχώρηση τους από το σταθμό, ο κατηγορούμενος δεν κρατείτο μέσα σε κελί, αλλά ήταν μαζί με το Μ.Κ.2 εντός του γραφείου παραπόνων του σταθμού. Ο Μ.Κ.2 τον έβγαλε από το κελί καθότι, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, ο κατηγορούμενος δεν ένιωθε καλά, αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Στη συνέχεια οι τρεις αστυνομικοί, οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και ο αστυνομικός 3614 μετέφεραν τον κατηγορούμενο στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν στην Αγία Νάπα. Η διαδρομή προς τα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν διήρκησε, σύμφωνα πάντα με το Μ.Κ.2, 15-20 λεπτά. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.2 αύξησε τον χρόνο αυτό σε 20-25 λεπτά, ενώ σε κάποιο άλλο στάδιο ισχυρίσθηκε ότι αναχώρησαν από τον σταθμό Παραλιμνίου η ώρα 1.20 - 1.25 μ.μ, ήτοι 35-40 λεπτά προηγουμένως. Όταν ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Αγίας Νάπας συνάντησε τον Μ.Κ.
  3. Εξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ως προς το τί έγινε από τις 14.00 που αφίχθηκε ο κατηγορούμενος μέχρι τις 14.10 που άρχισε να λαμβάνει την κατάθεση του, είπε ότι 'σε εκείνα τα δέκα λεπτά', τον πληροφόρησε ότι προτίθετο να τον ανακρίνει εκ νέου. Του επέστησε την προσοχή στο νόμο και του ζήτησε να του πει '...ότι πιθανόν δεν του είχε αναφέρει προηγουμένως στην ανακριτική κατάθεση του'. Ο κατηγορούμενος είπε τότε στο Μ.Κ. 1 , σύμφωνα πάντα με τη κατάθεση του τελευταίου, '...τα γεγονότα δε ήταν όπως σου τα ανέφερα εχθές και θα σου τα πω σήμερα'. Ο μάρτυρας του επέστησε τότε εκ νέου τη προσοχή στο νόμο και ο κατηγορούμενος του είπε '...θέλω να σου πω τα γεγονότα όπως τα ξέρω για να ξεκαθαρίσω τη δική μου ευθύνη' . Αμέσως μετά ο μάρτυρας προχώρησε στη λήψη της κατάθεσης, την οποία, κατόπι επιθυμίας του κατηγορουμένου, την κατέγραψε ο ίδιος. Η θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος, σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη χρονική περίοδο 12.30 μέχρι 14.00, της 25.9.08, ήταν εντελώς διαφορετική. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι το μεσημέρι της συγκεκριμένης ημέρας ο Αστ. 1541, Μ.Κ.2 τον πήρε έξω από το κελί όπου εκρατείτο και εκεί δύο άτομα, τα οποία του συστήθηκαν ως 'αστυνομικοί των ναρκωτικών του Αρχηγείου', του ζήτησαν να του μιλήσουν και στη συνέχεια τα δύο πιο πάνω πρόσωπα και ο κατηγορούμενος μπήκαν μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Ένας εξ αυτών τον ρώτησε που είναι το σπίτι του και πόση απόσταση απείχε από το σημείο που βρισκόντουσαν. Ο κατηγορούμενος του είπε τότε ότι κατοικεί στο Φρέναρος, που απείχε τρία με τέσσερα χιλιόμετρα. Το πρόσωπο αυτό του είπε τότε ότι θα πήγαιναν στο σπίτι του, στο Φρέναρος για να μιλήσουν για την υπόθεση. Καθ' οδόν προς το σπίτι του, του είπαν τα πιο κάτω: '... θέλουμε σε, εσύ είσαι αθώος, ξέρουμε ότι είσαι αθώος. Εσένα δεν σε θέλουμε, θέλουμε τον Νίκο Νικολάου που είναι έμπορας των ναρκωτικών και θέλουμε να μας βοηθήσεις να δώσεις νέα κατάθεση και να σε αφήσουμε να πάεις σπίτι σου, ελεύθερο...' Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο Νίκος Νικολάου είναι ο πρώην κατηγορούμενος 1, επί του κατηγορητηρίου, στον οποίον επιβλήθηκε ήδη ποινή, από το κακουργιοδικείο, για τα αδικήματα που αντιμετώπιζε, μετά από δική του παραδοχή. Ο κατηγορούμενος ρώτησε τότε τους δύο άνδρες τι κατάθεση ήθελαν να δώσει και αυτοί του είπαν να δώσει κατάθεση που '.. να ομοιάζει με τη κατάθεση του Γιάννη Παπαγεωργίου'. Όταν έφθασαν στο σπίτι του, στο Φρέναρος, ο κατηγορούμενος πήρε το κλειδί, από το σημείο που ήταν κρυμμένο, άνοιξε τη πόρτα και μπήκαν και οι τρεις μέσα στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος τους έψησε καφέ και ενώ έπιναν τον καφέ τους οι δύο άνδρες επανέλαβαν στο κατηγορούμενο τι θα έπρεπε να αναφέρει στη κατάθεση του. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε να δώσει τη κατάθεση που αυτοί επιθυμούσαν και οι δύο άνδρες του επανέλαβαν την υπόσχεση τους ότι θα τον άφηναν ελεύθερο. Στη συνέχεια τον μετέφεραν πίσω στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου και τον παρέδωσαν στο Μ.Κ.
  4. Πέντε με έξι λεπτά αργότερα, κατέφθασε στο σταθμό και ο Μ.Κ.
  5. Ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Μ.Κ.2 και τον αστυνομικό 3614 τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν, στην Αγία Νάπα. Εκεί, έδωσε την επίδικη κατάθεση. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο ότι δεν πήγε σπίτι του αλλά παρέμεινε στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, μαζί με τον Μ.Κ.2, θέση την οποία απέρριψε. Οι αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης συνοψίζονται από τον Γ. Πική, Δ. στην υπόθεση Φουρνίδης και Δημοκρατία
(1986)2 Α.Α.Δ. 73 όπου στις σελ. 86 και 87 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει την δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμία από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας v. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9.» Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ευρεία. Αυτή όμως πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατάθεση ήταν θεληματική[1], ήτοι ότι δεν πάρθηκε από φόβο για ζημιά ή από ελπίδα για όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας[2]. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι η κατάθεση του κατηγορουμένου ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του και το προϊόν συνειδητής απόφασης του. Το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του κατηγορουμένου, ιδιαίτερα ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση.[3] Δεν απαιτείται το δικαστήριο να πειστεί ότι οι ισχυρισμοί περί υποσχέσεων, απειλών ή κακομεταχείρισης είναι αληθείς. Αν το δικαστήριο διατηρεί έστω και κάποια αμφιβολία ως προς τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης, αν διαφανεί ότι η ομολογία λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες συνθήκες, αυτή δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Αξιολογήσαμε την ενώπιον μας μαρτυρίας, έχοντας επίγνωση της αρχής ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία είναι δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του, όπως για παράδειγμα γενικά συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και ιδιαίτερα ως προς την αξιοπιστία του ιδίου του κατηγορουμένου. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Ιωαννίδης και Δημοκρατία[4] . Ενόψει τούτου, θα προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία, στο βαθμό που είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας και χωρίς να υπεισέλθουμε σε ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ουσία της υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Έχουμε μελετήσει με προσοχή τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και έχουμε προβεί σε μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων και των περιστατικών που περιβάλλουν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης και παρατηρούμε τα πιο κάτω: Ο κατηγορούμενος συλλαμβάνεται νωρίς το πρωί της 24.9.08, για κατοχή και κατοχή με σκοπό τη προμήθεια μεγάλης ποσότητας ηρωίνης. Λίγη ώρα αργότερα ανακρίνεται γραπτώς από τον εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.1 και αρνείται οποιανδήποτε ανάμιξη στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ώρες μετά κι ενόσω βρίσκεται στα χέρια της αστυνομίας εμφανίζεται να ομολογεί. Το ουσιαστικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί από το δικαστήριο, είναι τί οδήγησε τον κατηγορούμενο να αλλάξει τη στάση του και πει αυτά που είπε στη κατάθεση του[5]. Το ελατήριο μιας ομολογίας πρέπει, ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομία[6], να διερευνάται όχι μόνο σε σχέση με την αποδεικτική αξία της δήλωσης, αλλά και σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, κατά πόσο θα πρέπει να επιτραπεί η προσαγωγή της κατάθεσης. Τί οδήγησε τον κατηγορούμενο, στην υπό εξέταση υπόθεση, να δώσει δεύτερη κατάθεση, στην οποία εμπλέκει τον εαυτό του στη διάπραξη του αδικήματος, ενώ την προηγούμενη μέρα ανακρινόμενος από τον ίδιο αστυνομικό, αρνήθηκε οποιανδήποτε ανάμιξη; Γιατί ο κατηγορούμενος, ελάχιστο μόνο χρόνο μετά την άφιξη του στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν, συγκατατίθεται να δώσει κατάθεση, χωρίς δεύτερη σκέψη και εμπλέκει τον εαυτό του στη διάπραξη ενός τόσου σοβαρού αδικήματος, ήτοι στη μεταφορά μεγάλης ποσότητας ηρωίνης από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές; Με βάση δε τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής προκύπτει ότι δεν προηγήθηκε οποιονδήποτε γεγονός, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης κατάθεσης, που θα μπορούσε να εξηγήσει την αλλαγή στη στάση του. Ούτε έχουμε οποιοδήποτε στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος εξέφρασε πρόθεση ή έστω προβληματισμό ή έκαμε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με την εμφανιζόμενη ξαφνικά επιθυμία του να ομολογήσει. Σύμφωνα δε με τα στοιχεία που κατέθεσε η κατηγορούσα αρχή, τα μόνα γεγονότα που μεσολάβησαν ήταν η μεταφορά του κατηγορουμένου από τον ένα σταθμό στον άλλο και η λήψη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων. Στην Kokkinos (ανωτέρω) ο Ιωσηφίδης Δ. εξέφρασε καχυποψία σε σχέση με ομολογίες που υποτίθεται ότι πηγάζουν από τύψεις και μετάνοια και, που παρά ταύτα, αποκηρύσσονται από τον κατηγορούμενο κατά τη δίκη. Ερώτημα εγείρεται και για το λόγο που ο κατηγορούμενος αφέθηκε έξω από το κελί όπου εκρατείτο, η ώρα 12.30 και που παραδόθηκε στη συνέχεια στο Μ.Κ.2, εφόσον δεν υπήρχε διαθέσιμο αυτοκίνητο να τους μεταφέρει στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν, στην Αγία Νάπα, τη συγκεκριμένη ώρα. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι τον έβγαλε από το κελί καθότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας δεν πείθει το Δικαστήριο. Ενώ η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αφήνει αναπάντητα τα ερωτήματα που σχετίζονται με τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης, αυτά απαντώνται από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του επεξηγεί και δίδει συνοχή στα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη ομολογία. Αποδεχόμαστε ότι ενώ βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου τον έβγαλαν έξω από το κελί, τον παρέλαβε ο Μ.Κ.2 και αμέσως μετά τον προσέγγισαν δύο άγνωστα του πρόσωπα, που του συστήθηκαν ως αστυνομικοί της Υ.ΚΑ.Ν Αρχηγείου. Δεχόμαστε επίσης ότι ήταν μετά τις προτροπές και την υπόσχεση που του έδωσαν τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, που ο κατηγορούμενος αποφάσισε, ξαφνικά και χωρίς να προηγηθεί οποιονδήποτε άλλο γεγονός, να δώσει την επίδικη κατάθεση. Η αποδοχή της θέσης του κατηγορούμενου θέτει τέλος στον προβληματισμό μας. Εν πάση όμως περιπτώσει, αν κρίναμε την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής από μόνη της, ενόψει των κενών που προσπαθήσαμε να υποδείξουμε, η κατάληξη θα ήταν η ίδια εφόσον δεν έχουμε, εν πάση περιπτώσει, πειστεί ότι οι συνθήκες ήταν αδιάβλητες. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποσείσει το αποδεικτικό βάρος με το οποίο βαρύνεται , να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η επίδικη κατάθεση λήφθηκε κάτω από συνθήκες που την καθιστούν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος στην ένσταση του, εισηγήθηκε επίσης ότι ο ανακριτής της υπόθεσης παρέλειψε να πληροφορήσει τον κατηγορούμενο, πριν αυτός δώσει τη δεύτερη κατάθεση του, ότι είχε δικαίωμα να συμβουλευθεί δικηγόρο. Το θέμα αυτό έχει καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της πιο πάνω κατάληξης μας και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να προχωρήσουμε και να εξετάσουμε το θέμα αυτό. Η ένσταση του συνηγόρου γίνεται δεκτή. Το αίτημα για κατάθεση της κατάθεσης του κατηγορουμένου, ημερομηνίας 25.9.08, απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. [1] D.P.P. v. Ping Lin
(1975)3 All E.R. 175 και Reg. v. Sfongaras, 22 C.L.R. 113. [2] Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 609. [3] Commissioner of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)51 Cr. App. R. 123, D.P.P. v. Ling
(1975)3 ALL E.R. 175. [4]
(1968)2 C.L.R. 169. [5] Στην υπόθεση R v. Hough
(1979)68 Cr.App. R. 197, έχει νομολογηθεί ότι το δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. [6]
(1967)2 Α.Α.Δ. 217 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.