← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Κύπρου Χ΄΄Αυξέντη, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1817/09, 5 Φεβρουαρίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Κύπρου Χ΄΄Αυξέντη, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1817/09, 5 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 1817/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Κύπρου Χ΄΄Αυξέντη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Φούλιας Κατηγορούμενος : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8,19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80

(1)/2000 (1η κατηγορία) και τη κατηγορία της παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, κατά παράβαση του Καν.66(B)
(1)(α)(ι)(ιι)
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, τα αδικήματα ανατρέχουν στις 11/7/08 στο οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λάρνακα όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής BBD262 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και παραλείποντας να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή ήτοι πέρασε ενώ το κόκκινο φως ήταν αναμμένο με αποτέλεσμα να προκληθεί δυστύχημα. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 2638 Μ. Χρυσοστόμου (ΜΚ1), τον Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (ΜΚ2) και τον Παναγιώτη Λιασή (ΜΚ3). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1), σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι, στις 11/7/08 και ώρα 8:50 επισκέφθηκε τη σκηνή ενός δυστυχήματος που έγινε νωρίτερα στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή στα φώτα τροχαίας στη συμβολή με την Λεωφόρο Λεωνίδα Κιούππη με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KAT721 το οποίο οδηγούσε ο Παναγιώτης Λιασής (ΜΚ3) και το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής BBD262 το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Όταν μετέβηκε στη σκηνή βρήκε στη τελική του θέση μόνο το μοτοποδήλατο. Αφού πήρε τα αναγκαία μέτρα ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και στη συνέχεια ετοίμασε τελικό σχέδιο το οποίο κατάθεσε ως τεκμήριο
  2. Επί του τελικού σχεδίου σημείωσε τρία σημεία σύγκρουσης. Το σημείο Χ1 το οποίο υπέδειξε ο οδηγός του αυτοκινήτου ΜΚ3, το σημείο Χ2 που υπέδειξε ο κατηγορούμενος και το σημείο Χ το οποίο κατά τη γνώμη του είναι το ακριβές σημείο σύγκρουσης, αφού από εκεί, όπως ανέφερε αρχίζει γδάρσιμο στο οδόστρωμα το οποίο καταλήγει στο μπροστινό τροχό του μοτοποδηλάτου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ορατότητα ήταν απεριόριστη. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3). Ο μάρτυρας απέκλεισε το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο κατηγορούμενος διότι τούτο βρίσκεται πιο αριστερά και πιο πίσω από το μοτοποδήλατο προβάλλοντας τη θέση ότι όταν κτυπήσει ένα μοτοποδήλατο δεν πάει προς τα πίσω. Ο ΜΚ2, υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 4) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανάφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε στη Λεωφόρο Λεωνίδα Κιούππη και επειδή το φως στη πορεία του ήταν κόκκινο σταμάτησε πρώτος στη σειρά. Όταν άναψε το βέλος που του επέτρεπε να πάει αριστερά και ετοιμάστηκε να εκκινήσει τότε είδε να γίνεται το δυστύχημα. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ένα αυτοκίνητο ερχόμενο από την Πυροσβεστική στη προσπάθεια του να εισέλθει στη Λεωφόρο Κιούπη συγκρούστηκε με ένα μοτοποδήλατο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ερχόμενο από την Πυροσβεστική έκανε στάση για 2-3 δευτερόλεπτα και μετά προχώρησε. Την ώρα που ο ίδιος ετοιμαζόταν να εκκινήσει, το μοτοποδήλατο βρισκόταν πολύ κοντά στο αυτοκίνητο, οπόταν έγινε και η σύγκρουση. Ο ΜΚ4, ο οδηγός του ενεχόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 5) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι στις 11/7/08 περί ώρα 8:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της λεωφόρου Γρίβα Διγενή με πρόθεση να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στη λεωφόρο Λεωνίδα Κιούπη. Σταμάτησε στα φώτα όπου το φως όπως ερχόταν ήταν πράσινο και έτσι συνέχισε την πορεία του δηλαδή προχώρησε και έφθασε στη συμβολή. Έκανε μια μικρή στάση για να ελέγξει το δρόμο από απέναντι και από τα δεξιά αλλά και για να ξαναδεί το φως. Το βέλος όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ήταν αναμμένο πράσινο σύμφωνα με την πορεία του και ο δρόμος ήταν καθαρός. Μόλις εκκίνησε είδε το μοτοποδήλατο του κατηγορουμένου να εισέρχεται με μεγάλη ταχύτητα από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο ίδιος είχε ήδη πάρει κλίση προς τα δεξιά και τελικά το μοτοποδήλατο ήρθε και κτύπησε στη δεξιά μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου του. Από την σύγκρουση ο μοτοσικλετιστής έπεσε στο οδόστρωμα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά το δυστύχημα μετακίνησε το αυτοκίνητο του και ειδοποίησε το ασθενοφόρο. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεση του (τεκμήριο 3) στην οποία αναφέρει ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο του στη λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου με κατεύθυνση προς την Πυροσβεστική. Στα φώτα τροχαίας στη συμβολή με την Λεωνίδα Κιούππη δεν σταμάτησε διότι το φως ήταν πράσινο και συνέχισε την πορεία του. Μόλις πέρασε την άσπρη γραμμή του άλτ συγκρούστηκε υπο γωνία με το αυτοκίνητο του ΜΚ3, που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και το οποίο επιχείρησε να εισέλθει στην λεωφόρο Κιούπη χωρίς να σταματήσει και ανέκοψε την πορεία του. Δεν είχε χρόνο για να αντιδράσει ούτως ώστε να αποφύγει το δυστύχημα. Ο ίδιος τραυματίστηκε από την πτώση του και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 δεν με εντυπωσίασε ως μάρτυρας. Παρά το γεγονός ότι μου έδωσε την εντύπωση ότι προσπάθησε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο, εντούτοις, από την μαρτυρία του προέκυψε ότι η εργασία την οποία έκανε, ως εξεταστής του δυστυχήματος, ήταν μάλλον πλημμελής. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα. Ισχυρίστηκε ότι κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης το οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ στο τελικό σχέδιο, από γδάρσιμο που εντόπισε στο οδόστρωμα, χωρίς όμως να αναφέρει από πού προήλθε αυτό και ταυτόχρονα παραλείποντας να το σημειώσει στο τελικό σχέδιο ούτως ώστε να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα. Ελλειπείς σχεδόν ανύπαρκτες είναι επίσης οι μετρήσεις στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο μάρτυρας. Ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι το γδάρσιμο στο οδόστρωμα καταλήγει στο μπροστινό τροχό του μοτοποδηλάτου, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ήταν σίγουρος και είπε ότι νομίζει ότι καταλήγει στον μπροστινό τροχό. Ο λόγος που απέκλεισε το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο κατηγορούμενος ήταν διότι, όπως ισχυρίστηκε, αυτό βρίσκεται πίσω από το μοτοποδήλατο το οποίο μετά από κτύπημα δεν μπορεί να μετακινηθεί προς τα πίσω. Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει από το τεκμήριο 2, όπου το σημείο Χ2 που υπέδειξε ο κατηγορούμενος βρίσκεται πριν την τελική θέση του μοτοποδηλάτου και που συνεπώς υποδεικνύει ότι το μοτοποδήλατο μετά την σύγκρουση δεν κινήθηκε προς τα πίσω αλλά προς τα εμπρός σύμφωνα με την πορεία του. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε απεριόριστη ορατότητα χωρίς να αναφερθεί σε ιδιαίτερες μετρήσεις ενώ ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι ο επίδικος δρόμος είναι κατηφορικός και σε αυτόν υπάρχει στροφή. Παρά το γεγονός ότι το δυστύχημα επεσυνέβη σε συμβολή που ελέγχεται με φώτα τροχαίας, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη λειτουργία τους αόριστα και με πλήρη ασάφεια. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Εκείνο που προέκυψε από την μαρτυρία του μάρτυρα, σε σχέση με τη λειτουργία των φώτων τροχαίας στην επίδικη συμβολή, είναι ότι όταν για τα οχήματα στη Λεωνίδα Κιούππη το φως ανάβει κόκκινο για τα οχήματα στη Γρηγόρη Αυξεντίου το φως είναι πράσινο. Δεν αναφέρθηκε όμως ο μάρτυρας στη χρονική διάρκεια που παραμένουν τα φώτα αναμμένα, στο κόκκινο και πράσινο φως, κάτι που θα βοηθούσε το δικαστήριο, σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι όταν ο ανεξάρτητος μάρτυρας (ΜΚ2)σταμάτησε στη Λεωνίδα Κιούππη επειδή το φως της πορείας του ήταν κόκκινο το φως της πορείας του κατηγορούμενου ήταν πράσινο. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, την ώρα της σύγκρουσης το φως στα φώτα τροχαίας της πορείας του κατηγορούμενου ήταν κόκκινο, χωρίς να παραθέσει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία τα οποία τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο φως, σε σχέση πάντοτε και με το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος υπέδειξε ως το ορθό σύμφωνα με τα ευρήματα του και το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 19.60 μέτρα από τα φώτα τροχαίας της Γρηγόρη Αυξεντίου. Στο σημείο μάλιστα αυτό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πόσος χρόνος χρειάστηκε για να διανύσει ο κατηγορούμενος την απόσταση των 19.60 μέτρων που διένυσε από τα φώτα τροχαίας μέχρι το σημείο σύγκρουσης για τον λόγο ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει με ποιο όριο ταχύτητας οδηγούσε. Όπως διαφάνηκε, ο μάρτυρας βάσισε τα συμπεράσματα του απλά και μόνο στην εκδοχή του οδηγού του ενεχόμενου αυτοκινήτου (ΜΚ3), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος επιχείρησε να στρίψει δεξιά αφού άναψε το πράσινο βέλος της πορείας του, κάτι όμως που δεν ήταν αρκετό χωρίς την εξέταση άλλων στοιχείων και παραμέτρων. Για τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα για να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 3) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα ανέφερε ότι σταμάτησε πρώτος στη συμβολή των φώτων στη λεωφόρο Λεωνίδα Κιούππη διότι το φως της πορείας του ήταν αναμμένο κόκκινο. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ενόσω ήταν σταματημένος στο κόκκινο είδε μόνο το αυτοκίνητο του ΜΚ3 το οποίο σταμάτησε σχεδόν απέναντι του. Αφού άναψε το πράσινο φως στην πορεία του και ήταν έτοιμος να εκκινήσει για να εξέλθει από την λεωφόρο Κιούππη, τότε είδε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου να βρίσκεται πολύ κοντά στο αυτοκίνητο του ΜΚ3 σε απόσταση μισού μέτρου οπόταν έγινε και η σύγκρουση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν είδε το φως της πορείας του κατηγορούμενου. Εκείνο που είδε ήταν μόνο τη σύγκρουση, η οποία, σύμφωνα με τον μάρτυρα, έγινε όταν άναψε στη δική του πορεία το πράσινο βέλος των φώτων τροχαίας που του επέτρεπε να προχωρήσει αριστερά προς την Πυροσβεστική. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση δήλωσε ρητά ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να περνά με κόκκινο φως, επαναλαμβάνοντας ότι είδε τον κατηγορούμενο όταν βρισκόταν σε απόσταση μισού μέτρου από το αυτοκίνητο με το οποίο τελικά συγκρούστηκε. Η αξιοπιστία του μάρτυρα δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του από την οποία όμως δεν προκύπτουν γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω στην απόφαση μου. Ο ΜΚ3 δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. ´Hταν υπερβολικός σε όλες τις δηλώσεις του και η μαρτυρία του πέραν του ότι μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν επιτηδευμένη περιείχε και αντιφάσεις. Ο μάρτυρας αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του ότι επειδή το φως στην πορεία του ήταν πράσινο προχώρησε και αφού έφθασε στη συμβολή των φώτων έκανε μια μικρή στάση για να ελέγξει το δρόμο από απέναντι, από τα δεξιά αλλά και για να ξαναδεί το φως και στη συνέχεια επειδή το βέλος ήταν αναμμένο πράσινο, σύμφωνα με την πορεία του, εκκίνησε για να στρίψει δεξιά. Αντίθετα, κατά την προφορική του ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ισχυρίστηκε ότι επειδή το βέλος της πορείας του ήταν πράσινο δεν σταμάτησε αλλά κινήθηκε αμέσως προς τα δεξιά για να εισέλθει στη λεωφόρο Κιούππη. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι απλά οδηγούσε με ελαττωμένη ταχύτητα για να ισχυριστεί στη συνέχεια, ότι έκανε μικρή στάση. Παρά το γεγονός ότι ο μάρτυρας μιλούσε άψογα την ελληνική γλώσσα, ισχυρίστηκε ότι «μικρή στάση» και «ελαττωμένη ταχύτητα» έχουν ακριβώς την ίδια σημασία. Στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι μόλις εκκίνησε είδε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου με μεγάλη ταχύτητα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα να κτυπήσει στη μπροστινή δεξιά γωνία του αυτοκινήτου του. Αντίθετα κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι όταν πήρε κλίση το όχημα του ένιωσε ότι το μοτοποδήλατο ήρθε με «θυελλώδη» ταχύτητα και του κτύπησε. Ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι σταμάτησε στα φώτα τροχαίας της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή και μετά προχώρησε στη συμβολή των φώτων, κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι είδε το βέλος ότι ήταν πράσινο όταν βρίσκονταν λίγο πριν το αλτ των φώτων και γι' αυτό κινήθηκε αμέσως προς τα δεξιά. Παρά το ότι ισχυρίσθηκε ότι από την ώρα που έλεγξε πριν επιχειρήσει να στρίψει δεξιά μέχρι τη σύγκρουση πέρασαν μόνο 2-3 δευτερόλεπτα, εν τούτοις, ισχυρίσθηκε ότι δεν είδε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου διότι πρώτιστο μέλημα του ήταν να στρίψει δεξιά και να φύγει. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα, του οποίου η μαρτυρία ήταν συγκεχυμένη και οι πλείστες απαντήσεις του σε σχετικές ερωτήσεις, αόριστες ασαφείς και εκτός των επίδικων θεμάτων, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω. Ο κατηγορούμενος, επίσης δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Αυτό αντανακλάτο στην εντύπωση που μου άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά και στις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση. Η θέση που ο κατηγορούμενος προέβαλε ενόρκως ότι διένυσε 20 μέτρα μετά τα φώτα όταν πρόσεξε το αυτοκίνητο του ΜΚ3, παρουσιάζει ουσιαστική αντίφαση με την θέση που περιέχεται στη γραπτή κατάθεση του, ότι μόλις πέρασε την άσπρη γραμμή του αλτ συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του ΜΚ3 κάτι που έρχεται επίσης σε αντίφαση και με το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος υπέδειξε, και το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 17,6 μέτρων από τα φώτα τροχαίας όπου βρίσκεται και η γραμμή του ΑΛΤ. Η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν υπήρχαν οχήματα στη λεωφόρο Λ.Κιούππη, έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ2 η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, δεν συνάδει με τη λογική ο κατηγορούμενος κάτω από τις περιστάσεις να είχε το χρόνο να προσέξει κατά πόσο υπήρχαν οχήματα στη λεωφόρο Λ. Κιούππη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του κατηγορουμένου την οποία και απορρίπτω. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, αφού ο ΜΚ3 και ο κατηγορούμενος έχουν κριθεί αναξιόπιστοι και τα ακροσφαλή ευρήματα και οι αόριστοι ισχυρισμοί του ΜΚ1, ο οποίος δεν ήταν παρών, δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα, αλλά ούτε και με ποιο φως πέρασε ο κατηγορούμενος τα φώτα τροχαίας της λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου. Με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ2 το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής του κατηγορουμένου. Τούτο διότι από την μαρτυρία του δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο φως. Ο μάρτυρας ανέφερε ρητά ότι δεν είδε το κατηγορούμενο να περνά με κόκκινο φως. Εκείνο που ανέφερε είναι ότι είδε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου σε απόσταση μισού μέτρου από το αυτοκίνητο του ΜΚ3 που προσπαθούσε να εισέλθει στη Λ. Κιούππη και την σύγκρουση μεταξύ τους την στιγμή που στη δική του πορεία άναψε το πράσινο βέλος των φώτων τροχαίας. Δεδομένης της έλλειψης μαρτυρίας για την ακριβή λειτουργία των φώτων τροχαίας στην επίδικη συμβολή και της χρονικής διάρκειας που το κάθε φως παραμένει αναμμένο και εν όψει του γεγονότος ότι τα τρία σημεία σύγκρουσης που υποδείχθηκαν βρίσκονται σε απόσταση 17,5 μέχρι 19,60 μέτρων από τα φώτα τροχαίας από τα οποία ερχόταν ο κατηγορούμενος και χωρίς οποιανδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την ταχύτητα του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα για την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και κατά πόσο αυτή ήταν η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης. Σύμφωνα με την νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πώς έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ. Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, Μαυρίδης v. Dharanghji
(1990)1 AAδ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου v. Νίκου Νικολάου, Πολ. Έφεση αρ. 11744, ημε. 15.6.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου, v. Αστυνομίας
(1998)2ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με τη νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά v. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή v.Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά, αμελείς πράξεις (βλ. Χριστοδούλου v.Mπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164, Constantinou v. Katsouris a.a
(1975)1 CLR 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων πέραν της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΚ2 όπως αναλύεται πιο πάνω και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης των δύο οχημάτων και της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων 1 και 2 δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχουν λεχθεί στην απόφαση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στις κατηγορίες. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.