← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χρίστου Ματσιά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17212/08, 17.2.2010

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χρίστου Ματσιά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17212/08, 17.2.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ Ν. Γερολέμου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17212/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναντίον

  1. Χρίστου Ματσιά
  2. Αντρέα Κοντζιά Κατηγορουμένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.2.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Βραχίμης. Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Γεωργίου. Κατηγορούμενοι παρόντες. (Ο κ. Άντης Χατζηφιλίππου ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αναφορικά με τη σειρά αγορεύσεων) Η ακροαματική διαδικασία έχει περατωθεί. Ο 1ος κατηγορούμενος έδωσε ο ίδιος μαρτυρία χωρίς να καλέσει μάρτυρες, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς επίσης να καλέσει μάρτυρες. Σύμφωνα με το άρθρο 74

(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου: «.. η πλευρά η οποία κάλεσε τελευταία μάρτυρα δύναται να αγορεύσει στο δικαστήριο και η άλλη πλευρά δύναται τότε να αγορεύσει σε απάντηση». Ο κατηγορούμενος όμως, όταν δίδει μαρτυρία για την υπεράσπιση δεν θεωρείται ως μάρτυρας για τους σκοπούς του άρθρου 74
(2)και ως εκ τούτου δεν στερείται του δικαιώματος του να έχει την τελευταία λέξη (βλ. Criminal Procedure in Cyprus, Λοΐζου και Πική σελ.121). Όμως με μια περαιτέρω πρόνοια που έχει τεθεί ως επιφύλαξη στο άρθρο 74
(2), όταν εμφανίζεται για την κατηγορούσα αρχή νομικός λειτουργός, «ο λειτουργός αυτός έχει δικαίωμα απάντησης σε όλες τις περιπτώσεις». Όπως εξηγείται στο εν λόγω σύγγραμμα η πρόνοια αυτή δεν δίδει δικαίωμα στον νομικό λειτουργό να αγορεύσει δύο φορές. Η έννοια της παραπάνω επιφύλαξης είναι ότι ο νομικός λειτουργός έχει το δικαίωμα να επιλέξει όπως προβεί σε τελική αγόρευση μετά την τελική αγόρευση για την υπεράσπιση (σελ.122). Ήδη από το 1975 όταν οι δύο επιφανείς δικαστές της Κύπρου, που αμφότεροι υπηρέτησαν αργότερα ως Πρόεδροι του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είχαν εκδώσει το εν λόγω σύγγραμμά τους, διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη για την πρόνοια της επιφύλαξης του άρθρου 74
(2): «It is submitted that it is unfortunate that the law should deprive the accused of the right to the last word where he calls no witnesses, merely upon the incident of the prosecution being represented by a law officer. It may be noted that the English Criminal Procedure (Right of Reply) Act, 1964, has abolished the right of the prosecution to the last word where it is represented by the Attorney-General or Solicitor-General. Further, this Act has given accused the right to address, in all cases, the Court last. The law of Cyprus could usefully be amended along similar lines». Παρά ταύτα, η εν λόγω πρόνοια παραμένει έως σήμερα σε ισχύ. Είναι δε, αυτή την πρόνοια που επικαλέστηκε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζητώντας, υπό την ιδιότητα της ως νομική λειτουργός, να αγορεύσει μετά από τους συνηγόρους. Οι τελευταίοι ήγειραν θέμα αντισυνταγματικότητας της εν λόγω ρύθμισης, εισηγούμενοι ότι προσβάλλει την αρχή της «ισότητας των όπλων» η οποία είναι επί μέρους εκδήλωση της αρχής της δίκαιης δίκης, όπως αυτή διασφαλίζεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το ΄Αρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν αμφισβητείται ότι η αρχή της ισότητας των όπλων από την οποία κατά το Νικήτα Δ. «διαπνέεται η δομή της ποινικής μας δικαιοσύνης»[1] είναι αναπόσπαστο στοιχείο της έννοιας της δίκαιης δίκης[2]. Οι προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης καθορίζονται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, ενώ η παράγραφος 3 του ίδιου Άρθρου καθορίζει τα δικονομικά εχέγγυα για τη διασφάλιση δίκαιης δίκης[3]. Οι πρόνοιες των Άρθρων 30.2 και 30.3, στο βαθμό που τώρα ενδιαφέρουν, έχουν ως ακολούθως: «30.2 Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου. Αι αποφάσεις των δικαστηρίων δέον να είναι ητιολογημέναι και ν΄ απαγγέλωνται εν δημοσία συνεδριάσει πλήν όμως ο τύπος και το κοινόν δύνανται ν΄ αποκλεισθώσιν εξ ολοκλήρου ή μέρους της δίκης τη αποφάσει του δικαστηρίου, ...» 30.3 Έκαστος έχει το δικαίωμα: «(α) να πληροφορηθή τους λόγους, δι΄ ους καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου. (β) να προβάλη τους ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικαστηρίου και να έχη χρόνον επαρκή δια την προπαρασκευήν τούτων, (γ) να προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω, (δ) να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχη δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει, ( ε) να έχη δωρεάν συμπαράστασιν διερμηνέως, εφ΄ όσον δεν δύναται να κατανοή ή ομιλή την εν τω δικαστηρίω χρησιμοποιουμένην γλώσσαν.» Όπως παρατηρεί ο Στυλιανίδης Δ. (ως ήτο τότε), «διάδικος ο οποίος επιθυμεί την κήρυξη νόμου ως αντισυνταγματικού, πρέπει να αναφέρει το λόγο αντισυνταγματικότητας του και να προσδιορίσει την πρόνοια του Συντάγματος στην οποία προσκρούει και η οποία παραβιάστηκε»[4]. Η μεθοδολογία που ακολουθείται, κατά τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική «έγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος»[5]. Εν προκειμένω, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν έχουν αντιπαραβάλει τις πρόνοιες του άρθρου 74
(2)με οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόνοια του Άρθρου
  1. Η αρχή της ισότητας των όπλων στην οποίαν αναφέρθηκαν, είναι μεν επιμέρους εκδήλωση της αρχής της δίκαιης δίκης που πηγάζει από τις διασφαλίσεις τις οποίες παρέχει το Άρθρο 30, όπως είναι και δικονομική έκφραση της αρχής της ισότητας που διασφαλίζεται από το Άρθρο
  2. Όμως ό,τι εξετάζει το δικαστήριο όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας νόμου, είναι η συμβατότητα ή μη της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας προς συγκεκριμένη διάταξη του Συντάγματος και όχι «τα κίνητρα, η πολιτική ή η σοφία της νομοθεσίας ή η συμβατότητα της με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τις θεμελιώδεις αρχές διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος».[6] Ό,τι σχετικό το Άρθρο 30 κατοχυρώνει είναι το δικαίωμα κάθε διάδικου «να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του δικαστηρίου». [Άρθρο 30.3 (β)] Η νομολογία παρέχει ακριβώς παράδειγμα που η αποστέρηση από διάδικο του δικαιώματος του για τελική επιχειρηματολογία, όπως αυτό ρητά διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3 (β), κρίθηκε ότι αναίρεσε τη δίκη λόγω μη διασφάλισης των εχεγγύων της δίκαιης δίκης. (Ανδρέας Γρηγορίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ, 1222). Το άρθρο 74
(2)δεν αποστερεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου να παρουσιάσει την επιχειρηματολογία του επί των επιδίκων θεμάτων, οπότε όντως θα ετίθετο ζήτημα παραβίασης του Άρθρου 30.3 (β) του Συντάγματος. Απλώς ρυθμίζει τη σειρά που ο κάθε διάδικος θα θέσει την τελική του επιχειρηματολογία. Ενώ στην Αίτηση Χαραλάμπους κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 375 όπου οι κατηγορούμενοι αγόρευσαν, πλην όμως οι πρόνοιες του άρθρου 74
(2)εφαρμόστηκαν με τέτοιο τρόπο από το πρωτόδικο δικαστήριο ώστε η κατηγορούσα αρχή, όχι μόνο να αγορεύσει τελευταία, αλλά για δεύτερη φορά (εις απάντηση), ο Κούρρης Δ., αν και δεν τέθηκε ευθέως ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 74
(2)απέρριψε την εισήγηση των κατηγορουμένων ότι παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων, όπως διασφαλίζεται από τα Άρθρα 12, 28 και 30 του Συντάγματος. Η κήρυξη νόμου ως αντισυνταγματικού δικαιολογείται σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, όταν η αντισυνταγματικότητα στοιχειοθετείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[7]. Για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε ανωτέρω δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 74
(2). Αναφερόμενοι όμως στην πολιτική του νόμου, υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε με το δέοντα σεβασμό την προ 35 χρόνων εισήγηση των Προέδρων Λοΐζου και Πική, έτσι ώστε η νομοθεσία, έστω και εάν δεν αντιβαίνει σε συγκεκριμένη πρόνοια του Συντάγματος, να συνάδει με το ευρύτερο φιλελεύθερο του πνεύμα. (Υπ.) ............................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ..................................... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. [1] Αίτηση Αεροπόρου
(1992)1 ΑΑΔ 861 [2] Ιωσηφίδης (Ππαϊλας) v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204, Ζυπίτης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 [3] Παπαϊωάννου κ.ά. v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2000)1 AAΔ 656 [4] Ρ.Ι.Κ. v. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 ΑΑΔ 159 [5] Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ.3)
(1996)1 ΑΑΔ, 315 [6] Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution: see Watson v. Buck, 313 U.S. 387
(1941). (The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640). [7] Kyriakides ανώτ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.