Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ειρήνη Διομήδους, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 7687/09, 22 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 7687/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ειρήνη Διομήδους Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: κος. Βασιλακκάς Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη στις 28/9/08 στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRU498 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω με την απόφαση μου κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ στην διαπίστωση μου ότι στις λεπτομέρειες των αδικημάτων δεν συμπεριλαμβάνεται η οδός στην οποία οδηγούσε η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο και στην οποία επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα. Σύμφωνα με το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155 δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο κατηγορητήριο όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Η παράλειψη πλήρους συμμόρφωσης με τα όσα προνοούνται στο άρθρο 39(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, τότε μόνο επηρεάζει την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου, όταν πρόκειται για ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο (prejudice) και μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του. [Βλ. Constantinides v. Republic
(1978)2 C.L.R.337, Fourri and Others v. Repupblic
(1980)2 C.L.L 152, A.G.Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, Begonia Fashions Ltd κ.α.v. Aστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 451 και Ξυδιά κ.α.v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 179]. Στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου v. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 33, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «..Κρίθηκε, ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του. Και θα πρέπει να δίδεται σημασία σε οποιεσδήποτε περιστάσεις που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε στην πραγματικότητα γνώση των ουσιωδών συστατικών στοιχείων του αδικήματος με το οποίο κατηγορείται [βλ. ακόμα Chrysostomou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 176]. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβηκε στη συμβολή των οδών Αιθέρος και Σόλωνος Μιχαηλίδη, γεγονός που όπως προέκυψε από τις θέσεις που προβλήθηκαν μέσα από την Υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν εν γνώση της κατηγορουμένης και δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι η πιο πάνω παράλειψη δεν αποτελεί ουσιώδη παρατυπία η οποία επηρέασε δυσμενώς την κατηγορούμενη, κάτι που άλλωστε δεν εισηγήθηκε ούτε και ο συνήγορος της. Ως εκ τούτου θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 2 μάρτυρες τον Αστ.173 Α. Τοφή (MK1) και τον Ανδρέα Περδίκη (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Συνοπτικά ανέφερε ότι στις 28/9/08 και ώρα 19:10 επισκέφθηκε τη σκηνή οδικού δυστυχήματος που επεσυνέβηκε την ίδια μέρα και περί η ώρα 18:40, στη συμβολή της οδού Σόλωνος Μιχαηλίδη με την οδό Αιθέρος στη Λάρνακα μεταξύ του οχήματος υπ' αριθμούς KRU498 που οδηγείτο από την κατηγορούμενη και της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής KSY619 που οδηγούσε ο ΜΚ
- Κατά την άφιξη του στη σκηνή η μοτοσικλέτα είχε ήδη μετακινηθεί από παρακείμενο αυλάκι από νεαρά πρόσωπα ενώ ο οδηγός του είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο διότι είχε τραυματιστεί. Με βάση τα όσα του ανέφερε η κατηγορούμενη ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 2) στο οποίο σημείωσε με τα γράμματα Α και Β τις πορείες των δύο οχημάτων και με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε η κατηγορούμενη. Στη συνέχεια έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις τις οποίες τοποθέτησε στο πρόχειρο σχέδιο και αφού το υπέδειξε στην κατηγορούμενη αυτή συμφώνησε ότι είναι ορθό και το υπέγραψε στην παρουσία του. Ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας ευθύς και επίπεδος. Στο τέρμα της οδού Αιθέρος υπάρχει πινακίδα με το σημείο ΑΛΤ. Από το τέρμα της οδού Αιθέρος προς τα δεξιά υπάρχει ορατότητα απόστασης 36 μέτρων. Ο μάρτυρας έλαβε αριθμό φωτογραφιών των οχημάτων τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήριο
- Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε ότι, όταν μετέβηκε ξανά στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη για περαιτέρω εξετάσεις συνάντησε τον ιδιοκτήτη της οικίας με αρ. 110, ο οποίος του ανέφερε ότι στο σπίτι του υπάρχει κλειστό σύστημα παρακολούθησης που ελέγχει την πρόσοψη και τις δύο πλευρές της οικίας του. Μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το σύστημα κατέγραψε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και ο ιδιοκτήτης ειδοποίησε τον τεχνικό του συστήματος για να καταγράψει το σχετικό απόσπασμα. Στις 29/9/08 μετέβηκε στην πιο πάνω αναφερόμενη οικία και στην παρουσία του ιδιοκτήτη της Ά. Αντρέου και του τεχνικού Ζαχαρία Παπαζαχαρία παρέλαβε βιντεοκασέτα στην οποία μαγνητοσκοπήθηκε απόσπασμα της σκηνής του τροχαίου δυστυχήματος που κατέγραψε το κλειστό σύστημα παρακολούθησης. Την ίδια ημέρα ετοίμασε δεύτερο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 3) βασιζόμενος στο απόσπασμα που κατέγραψε το κλειστό σύστημα παρακολούθησης, και τοποθέτησε τις πορείες των δύο ενεχόμενων οχημάτων σύμφωνα με αυτό. Με βάση τα πρόχειρα σχέδια εκπόνησε τελικό σχέδιο (τεκμήριο 4). Η πιο πάνω αναφερόμενη βιντεοκασέτα μεταφέρθηκε στο εργαστήριο φωτογραφίας εικόνας και γραφικών του Αρχηγείου Αστυνομίας όπου έγινε αντιγραφή της εις διπλούν σε δύο ψηφιακούς δίσκους (dvd). Η βιντεοκασέτα και οι δύο ψηφιακοί δίσκοι κατατέθηκαν από τα μέρη από κοινού ως τεκμήρια 9, 10 και 11 αντίστοιχα, δηλώνοντας ότι αποδέχονται την αυθεντικότητα τους και ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αυτά καταγράφουν το επίδικο δυστύχημα μεταξύ των δύο επίδικων οχημάτων. Ο ΜΚ1 στις 30/9/08 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 6). Στις 18/1/09 υπέδειξε στην κατηγορούμενη με τον ψηφιακό δίσκο το τι κατέγραψε το πιο πάνω αναφερόμενο κλειστό σύστημα παρακολούθησης. Την ίδια μέρα την κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 7) και η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Σημειώνω ότι, στη συνέχεια της απόφασης όταν γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο των δύο ψηφιακών δίσκων που αποτελούν αντιγραφή της βιντεοκασέτας το Δικαστήριο θα αναφέρεται στην λέξη «ταινία». Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά που παρακολούθησε τη ταινία, διαπίστωσε ότι το σημείο σύγκρουσης δεν ήταν εκεί που υπέδειξε η κατηγορούμενη αλλά πολύ κοντά στην έξοδο της οδού Αιθέρος. Ο λόγος που δεν σημείωσε το σημείο σύγκρουσης στο τελικό σχέδιο είναι διότι δεν μπορούσε να το τοποθετήσει με ακρίβεια. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι, από το περιεχόμενο της ταινίας δεν μπόρεσε να εξακριβώσει με βεβαιότητα κατά πόσο η κατηγορούμενη σταμάτησε ή όχι στο ΑΛΤ της οδού Αιθέρος πριν να εξέλθει στον κύριο δρόμο της οδού Σόλωνος Μιχαηλίδη, φαίνεται όμως ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων έγινε στην έξοδο της συμβολής των δύο δρόμων και ενώ το όχημα της κατηγορούμενης δεν είχε ακόμα ευθυγραμμιστεί. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά την σύγκρουση η μοτοσικλέτα σύρθηκε για απόσταση περίπου 37 μ. και κατέληξε σε παρακείμενο αυλάκι, κάτι από το οποίο προκύπτει όπως ανέφερε ότι ο ΜΚ2 οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Τέλος ανέφερε ότι δεν εντόπισε σημάδια τροχοπέδησης ούτε τριψίματα επί της ασφάλτου. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεση του (τεκμήριο 8) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε την επίδικη μοτοσικλέτα επί της οδού Σόλωνος Μιχαηλίδη με ταχύτητα 50 χαω. Δέκα μέτρα περίπου πριν την πάροδο που βρισκόταν αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του, είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης να βγαίνει από αυτή χωρίς να σταματά και να στρίβει αριστερά. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει και έγινε η σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ήταν ηλικίας 15 χρόνων και παραδέκτηκε ότι οδηγούσε χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης. Μετά που η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε και έδωσε ένορκη μαρτυρία. Η κατηγορούμενη ανέφερε ότι σταμάτησε στο αλτ της παρόδου της οδού Αιθέρος και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος στη Σόλωνος Μιχαηλίδη ήταν καθαρός ξεκίνησε την πορεία της προς τα αριστερά. Ισχυρίσθηκε ότι από τη συμβολή η ορατότητα της στα δεξιά ήταν μέχρι 10 μέτρα απόσταση. Αφού βγήκε από την πάροδο πριν ακόμα ευθυγραμμιστεί άκουσε θόρυβο και ξαφνικά είδε την μοτοσικλέτα του ΜΚ2 να οδηγείται με μεγάλη ταχύτητα να περνά από μπροστά της και να πέφτει στην άσφαλτο. Η κατηγορούμενη μετά από υπόδειξη του συνηγόρου της ότι στη γραπτή κατάθεση της περιγράφει διαφορετικά τα γεγονότα ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος είναι διότι όταν έδινε την κατάθεση της ήταν σοκαρισμένη. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη ανέφερε ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα ήταν όταν άκουσε θόρυβο στον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της. Σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση, η κατηγορούμενη απάντησε ότι δεν αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα πριν τη σύγκρουση, που όπως ανέφερε, επεσυνέβηκε μόλις η ίδια ξεκίνησε την πορεία της προς τα αριστερά κοντά στο αλτ της οδού Αιθέρος. Παραδέχθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε στον αστυνομικό δεν ήταν το ορθό προβάλλοντας και πάλιν ότι ο λόγος ήταν διότι ήταν σοκαρισμένη. Δικαιολόγησε το γεγονός ότι δεν ζήτησε να διορθώσει την κατάθεση της, λέγοντας ότι θα έλεγε τα πραγματικά γεγονότα όταν θα παρουσιάζετο στο Δικαστήριο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Ο ΜΚ1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Υπήρξε αντικειμενικός μάρτυρας και η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούμενης. Κατέθεσε με σαφή και αντικειμενικό τρόπο, και, συνεπώς την μαρτυρία του την αποδέχομαι στην ολότητα της. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 4) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Στην παρούσα υπόθεση, η πραγματική μαρτυρία που θα βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το υπό εξέταση δυστύχημα είναι το περιεχόμενο της ταινίας, που το Δικαστήριο παρακολούθησε με προσοχή τόσο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας όσο και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην απόφαση Κονναρή (πιο πάνω) το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε τα εξής σε σχέση με την πραγματική μαρτυρία: «όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί, η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για την διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων . είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορεί, όπως επισημάναμε στην Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα». Ο οδηγός της μοτοσικλέτας ΜΚ2, σε γενικές γραμμές υπήρξε ειλικρινής στη μαρτυρία του. Η θέση του ότι αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης να βγαίνει από τη πάροδο από απόσταση περίπου 10 μέτρων υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο της ταινίας, όπου φαίνεται ότι τη στιγμή που η κατηγορούμενη εξέρχεται από τη πάροδο, η μοτοσικλέτα του ΜΚ2 βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την πάροδο. Ακόμα ένα στοιχειό είναι και το γεγονός ότι η μοτοσικλέτα του ΜΚ2, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της ταινίας, φαίνεται να πλησιάζει προς την πάροδο πριν ακόμα το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης εμφανιστεί στη συμβολή της οδού Αιθέρος για να εξέλθει από αυτή. Δεδομένης όμως και της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα και της απόστασης που σύρθηκε η μοτοσικλέτα μετά από την σύγκρουση, ο ΜΚ2 δεν με έπεισε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 50 χ.α.ω, ελλείψει όμως άλλης μαρτυρίας αναφορικά με την ταχύτητα του δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το θέμα αυτό. Επίσης από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι ο ΜΚ2 δεν μπορούσε να είναι βέβαιος κατά πόσο η κατηγορούμενη σταμάτησε ή όχι στο ΑΛΤ της οδού Αιθέρος. Η γενική όμως περιγραφή των συνθηκών που έδωσε ο ΜΚ2 κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το δυστύχημα, συνάδει με τα όσα διαδραματίζονται στην ταινία και περιγράφονται πιο πάνω και συνεπώς αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του. Αντίθετα η εκδοχή της κατηγορουμένης όπως προσπάθησε να την προβάλει τόσο μέσα από την ανακριτική κατάθεση της όσο και μέσα από την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, αντικρούεται από την πραγματική μαρτυρία του περιεχομένου της ταινίας, παρά την έντονη προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν ευθύνεται καθόλου για το δυστύχημα. Η αιτιολογία που έδωσε για το γεγονός ότι στην γραπτή κατάθεση της αναφέρει τα γεγονότα διαφορετικά από ότι τα ανέφερε στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή ήταν σοκαρισμένη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, δεδομένου ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε αμέσως μετά το δυστύχημα αλλά δύο μέρες μετά. Εν πάση περιπτώσει η κατηγορούμενη ποτέ δεν ζήτησε να διορθώσει την κατάθεση της, ακόμα και μετά που είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει το περιεχόμενο της ταινίας. Παραθέτω αυτολεξεί απόσπασμα από την γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το δυστύχημα. «Ευθυγραμμίστηκε το αυτοκίνητο μου και με σιγανή ταχύτητα προχωρούσα ευθεία. Την ώρα εκείνη υπήρχε ακόμη φως της ημέρας και επειδή τα φώτα του αυτοκινήτου μου ενεργοποιούνται αυτόματα, δεν γνωρίζω εάν είχαν ανάψει. Προχώρησα ευθεία γύρω στα 20-25 μέτρα όταν είδα να με προσπερνά με ταχύτητα μια μοτόρα με ένα επιβαίνοντα ο οποίος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Άκουσα θόρυβο και κατάλαβα ότι μου κτύπησε η μοτόρα αυτή. Εγώ κρατούσα κανονικά την λωρίδα μου και ο οδηγός της μοτόρας μετά που ήρθε και κτύπησε στην μπροστινή δεξιά γωνιά του προφυλακτήρα μου χαμηλά, τον είδα να χάνει την ισορροπία του και αφού είδα τον οδηγός της να πέφτει στον δρόμο η μοτόρα κατέληξε σε χαντάκι που υπήρχε μπροστά μας.» Αντίθετα κατά την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε στη συμβολή της οδού Αιθέρος με την οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη, ισχυριζόμενη όμως ότι πριν βγει από την πάροδο της οδού Αιθέρος έλεγξε το δρόμο και ήταν καθαρός. Η κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε ότι η ορατότητα της προς τα δεξιά ήταν μέχρι 10 μέτρα απόσταση, σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ1 ότι η ορατότητας της προς τα δεξιά ήταν απόστασης 36 μ., κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση λαμβανομένου υπόψιν ότι η θέση αυτή υποβλήθηκε στον ΜΚ2 με σχετική υποβολή που τέθηκε κατά την αντεξέταση. Η θέση της κατηγορούμενης ότι πριν ευθυγραμμίσει το όχημα της άκουσε θόρυβο και ξαφνικά είδε τη μοτοσικλέτα να οδηγείται με μεγάλη ταχύτητα και αφού πέρασε από μπροστά της λόγω ταχύτητας έπεσε στο δρόμο, έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό της, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, όπου ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα ήταν όταν άκουσε θόρυβο στον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της και είδε τον οδηγό να πέφτει στην άσφαλτο. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη ανέφερε ότι ήταν σίγουρη ότι δεν την είδε ο ΜΚ2 διότι δεν ήταν εκεί όταν η ίδια έβγαινε από την πάροδο κάτι που αντικρούεται τόσο από την ταινία, όσο και από τον ισχυρισμό του ιδίου, ο οποίος, όπως ανέφερε αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορουμένης από απόσταση περίπου 10 μέτρων πριν την πάροδο. Όλες οι πιο πάνω θέσεις της κατηγορουμένης, πέραν του ότι αλληλοσυγκρούονται μεταξύ τους, καταρρίπτονται από την υπόλοιπη μαρτυρία και κυρίως από το περιεχόμενο της ταινίας που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να προβεί στα δικά του συμπεράσματα, τα οποία είναι ότι η μοτοσικλέτα του ΜΚ2 κατευθύνεται προς τη συμβολή της οδού Αιθέρος με την Σόλωνος Μιχαηλίδη πριν ακόμα το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης εμφανιστεί στη σκηνή και πλησιάζει τη συμβολή των δύο οδών πριν ακόμα το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης εξέλθει από την πάροδο με αποτέλεσμα πριν ευθυγραμμιστεί να συγκρουστεί με τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2. Τα πιο πάνω υποστηρίζονται και από τις ζημιές που υπέστη το όχημα της κατηγορουμένης και που σύμφωνα με τη μαρτυρία βρίσκονται στη δεξιά γωνιά του μπροστινού προφυλακτήρα και στο ριμς του μπροστινού δεξιού τροχού. Συνεπακόλουθα, όλα τα πιο πάνω δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ την μαρτυρία της κατηγορουμένης, την οποία και απορρίπτω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι την 28/9/08 και περί ώρα 18:40 η κατηγορούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KRU498 επί της οδού Αιθέρος στη Λάρνακα με κατεύθυνση προς την συμβολή της με την οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη που ελέγχεται με σήμα ΑΛΤ. Η κατηγορούμενη, εξερχόμενη από την πάροδο εισήλθε στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη με πρόθεση να στρίψει αριστερά αποκόπτοντας την ελεύθερη πορεία της μοτοσικλέτας με αριθμούς εγγραφής KSY619, η οποία οδηγείτο από τον ΜΚ2 με κατεύθυνση από τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της κατηγορουμένης, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν στην οδό Σόλωνος Μιχαηλίδη κοντά στο σημείο που βρίσκεται η έξοδος της παρόδου της οδού Αιθέρος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο για την διαπίστωση της αμελούς οδήγησης όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια της κατηγορουμένης, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις που είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξετάζοντας το ζήτημα μέσα από τα γεγονότα που διαφάνηκαν μέσα από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να καταλήξει σε οριστικό και ασφαλές συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη δεν σταμάτησε στο ΑΛΤ της οδού Αιθέρος. Η αμφιβολία στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος επενεργεί προς όφελος της κατηγορουμένης. Το κρίσιμο όμως ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η κατηγορούμενη επέδειξε την δέουσα παρατηρητικότητα πριν εξέλθει από την πάροδο στο κύριο δρόμο. Το ότι η κατηγορούμενη, προφανώς εντίμως, έλεγε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός δεν σημαίνει και πως πράγματι έτσι ήταν. Από το περιεχόμενο της ταινίας προκύπτει ως αναπόδραστο ότι ο δρόμος δεν ήταν καθαρός. Η μοτοσικλέτα του ΜΚ2 εμφανίζεται επί της οδού Σόλωνος Μιχαηλίδη πριν ακόμα το όχημα της κατηγορουμένης εμφανιστεί στη συμβολή της παρόδου και πλησιάζει προς την πάροδο πριν ακόμα το όχημα της κατηγορούμενης εξέλθει από αυτή. Τούτο κατά πλήρη εναρμόνιση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος αντελήφθηκε τη παρουσία της κατηγορουμένης από απόσταση 10 μέτρων πριν την πάροδο. Η δήλωση της κατηγορούμενης ότι ο δρόμος ήταν καθαρός θεμελιώνει την αμέλεια της, που έγκειται στο ότι παρέλειψε να ελέγξει δεόντως τον δρόμο και τα οχήματα που κινούνταν σε αυτόν προτού εξέλθει από την πάροδο της οδού Αιθέρος για να στρίψει αριστερά, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την παρουσία του ΜΚ2. Η κατηγορούμενη όφειλε να αντιληφθεί το όχημα του ΜΚ2 ερχόμενο από τα δεξιά της. Η πιθανότητα του κινδύνου υπό τις περιστάσεις ήταν εύλογα αντιληπτή. Συνεπώς η παράλειψη της κατηγορούμενης να επιδείξει την δέουσα παρατηρητικότητα και να αντιληφθεί την μοτοσικλέτα του ΜΚ2 συνιστά αμέλεια. Η ευθύνη της συνδέεται με το γεγονός ότι παρέλειψε να ασκήσει την δέουσα προσοχή και να ελέγξει κατά πόσο τούτο ήταν απόλυτα ασφαλές πριν εξέλθει από την πάροδο στο κύριο δρόμο για να στρίψει αριστερά. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ2 δεν με έπεισε για την ταχύτητα με την οποία ισχυρίσθηκε ότι οδηγούσε, βρίσκω ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης συνέτεινε στην σύγκρουση αφού δεν λειτούργησε ως ένας συνετός και προσεκτικός οδηγός. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτερά v. Kυπριανού
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1696, Κουμή v. Χίννη
(2000)1 ΑΑΔ 383). Όλων των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο