Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Παναγιώτης Κυριάκου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 8990/09, 26 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 8990/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Παναγιώτης Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κα. Αχιλλέως Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης (κατηγορία 1) χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας (κατηγορία 2) και χωρίς να φέρει στερεά προσδεδεμένο στη κεφαλή του προστατευτικό κράνος (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 3/11/08 στη οδό Λεωνίδου στη Δρομολαξιά της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε μηχανοκίνητο δίκυκλο με αγνώστους αριθμούς εγγραφής χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης χωρίς να καλύπτεται από ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστυφύλακα 402 Αντρέα Γερασίμου (ΜΚ1) και τον Λουκά Χ΄΄Φυλακτού (ΜΚ2). Μετά δε την κλήση του κατηγοροούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατάθεσε ενόρκως και στη συνέχεια κάλεσε ως ΜΥ1 την μητέρα του Φιλίτσα Κυριάκου και ως ΜΥ2 την Αντρούλλα Χ΄΄Λεοντή. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης και ούτε καλύπτετο από ασφαλιστήριο. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως στη αξιολόγηση της. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 μου έκανα καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους. Και οι δύο μαρτύρησαν με σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς να περιέλθει στην αντίληψη μου οποιαδήποτε προσπάθεια τους να παραποιήσουν τα όσα πραγματικά έγιναν σε βάρος της αλήθειας. Ο πρώτος ανέφερε όσα περιήλθαν σε γνώση του από τη διερεύνηση της καταγγελίας που έλαβε από τον δεύτερο σε σχέση με τα υπό εξέταση αδικήματα. Σε σχέση δε με τον ΜΚ2 ο οποίος ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο γύρω στις 20:40 να διαπράττει τα υπό εξέταση αδικήματα, θα πρέπει να αναφέρω ότι το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του ισχυρίσθηκε ότι δεν παρατήρησε τον αριθμό εγγραφής του δίκυκλου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος όπως και τι ρούχα φορούσε ο τελευταίος, δεν κρίνεται ικανό να επηρεάσει την αξιοπιστία του, ενόψει της γενικότερης καλής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Και αυτό γιατί απαντούσε άμεσα και ευθέως στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, σε σχέση με τα επίδικα θέματα, όχι μόνο κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης αλλά και κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Τόσο το ύφος, ο τρόπος και η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του έπειθαν ότι έλεγε την αλήθεια σε ότι αφορά τη διάπραξη των αδικημάτων. Στο μόνο σημείο που δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής ο ΜΚ2 ήταν όταν ρωτήθηκε για τις σχέσεις του με την οικογένεια του κατηγορούμενου όπου απέφυγε να πει με σαφήνεια ότι αυτές δεν είναι καλές κάτι όμως που κρίνω ότι δεν σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η έντονη άρνηση του μάρτυρα σε σχετική υποβολή από την υπεράσπιση αφορούσε τη θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία του ήταν ψευδής λόγω εκδίκησης ένεκα των μη καλών σχέσεων του με την οικογένεια του κατηγορουμένου. Σημειώνω ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται ολότελα στην αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον ΜΚ2 ως τον οδηγό που οδηγούσε μοτοποδήλατο κατά τον επίδικο χρόνο. Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, η εξέταση της ποιότητας της αναγνώρισης αυτής, στα πλαίσια που έχει θέσει η νομολογία. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R.V. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία και έχει έκτοτε υιοθετηθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Μεταξύ άλλων, Αναστασιάδης v. Δημοκρατίας
(1977)2 ΑΑΔ 97, Κατσιαμάλης v. Δημοκρατίας
(1980)2 ΑΑΔ 107, Ρωσσίδης v. Δημοκρατίας
(1983)2 ΑΑΔ 391, Ιωάννης Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.6361, ημερ.21.9.1998, Φώτος Χ΄΄Δημητρίου v.Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 6399, ημερ.21/5/1998 και Δημήτρης Δημητρίου άλλως «Πόμπος» v. Αστυνομία, Ποιν.Εφ. 123/05, ημερ. 4/7/2006). Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι, τα ακόλουθα λαμβάνονται υπ' όψιν ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι, αφού αναφέρω ότι λαμβάνω σχετική προειδοποίηση περί του κινδύνου στήριξης με ασφάλεια στην αναγνώριση στην οποία προέβη ο ΜΚ2 στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε ο μάρτυρας οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποίου είδους φωτισμού; (δ) την ύπαρξη οποιουδήποτε εμπόδιου στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον κατηγορούμενο προηγουμένως και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) και το κατά πόσο η αναγνώριση στηρίζεται σε μια παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Από την μαρτυρία του ΜΚ2 προκύπτουν τα πιο κάτω, τα οποία σημειώνω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση, έχοντας βέβαια πάντοτε κατά νου την γενική υποβολή της υπεράσπισης προς τον μάρτυρα ότι ο τελευταίος δεν είδε τον κατηγορούμενο κατά τον επίδικο χρόνο να οδηγά μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ2 γνωρίζει πολύ καλά τον κατηγορούμενο και μάλιστα από μικρή ηλικία για το λόγο ότι είναι γείτονας του. Πριν χαλάσουν μάλιστα οι σχέσεις τους πήγαινε τακτικά στο σπίτι του. Κατά τον επίδικο χρόνο είδε τον κατηγορούμενο να οδηγά μοτοποδήλατο από απόσταση 4-5 μ. ενώ βρισκόταν στη βεράντα του σπιτιού του στην οποία υπάρχουν δύο λάμπες φωτισμού και , ακριβώς έξω από το σπίτι του υπάρχουν και δύο πάσαλλοι οδικού φωτισμού. Ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο όπως ανέφερε ο μάρτυρας πήγαινε μέχρι το τέρμα του δρόμου και έκανε επαναστροφές. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν φορούσε κράνος που ίσως να εμπόδιζε την αναγνώριση του από τον ΜΚ
- Περαιτέρω δεν προέκυψε από την μαρτυρία ότι υπήρχαν οποιαδήποτε εμπόδια στην ορατότητα του ΜΚ2 ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι είχε καθαρή οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο. Των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι η ποιότητα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου ως τον οδηγό του επίδικου μοτοποδηλάτου από τον ΜΚ2 είναι καλής ποιότητας, σε βαθμό που μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ σε αυτή. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια και την γνησιότητα της εκδοχής του. Δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και μου έδωσε την εντύπωση ότι είπε αυτά που είπε σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις συνέπειες. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο και καθυστερούσε να απαντήσει προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει. Στη προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν οδήγησε μοτοποδήλατο κατά τον επίδικο χρόνο, περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την μαρτυρία του. Ενώ στη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 2) ανέφερε ότι όταν επέστεψε από τη Λεμεσό όπου επισκέφθηκε φίλο του σε κλινική, παρέμεινε λίγο στο σπίτι και μετά πήγε στο πάρκο απέναντι και παρέμεινε εκεί μέχρι που έφθασε σπίτι του η αστυνομία κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι επιστρέφοντας από την Λεμεσό η μητέρα του τον άφησε στο πάρκο και μετά από 5 λεπτά ήρθε η αστυνομία. Κατά την αντεξέταση σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι 10 με 15 λεπτά μετά που πήγε στο πάρκο έφθασε η αστυνομία σπίτι του και ότι πήγε στο πάρκο περί τις 19:45 και παρέμεινε εκεί 5 με 10 λεπτά. Κάτι που έρχεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος αναφέρει στη κατάθεση του ότι μετέβηκε στο σπίτι του κατηγορουμένου περί η ώρα 21:
- Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον κατηγορούμενο, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτω. Η ΜΥ1 μητέρα του κατηγορούμενου η οποία σημειώνω ότι βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου σε όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι κατά την έναρξη της διαδικασίας ρωτήθηκε η συνήγορος του κατηγορουμένου κατά πόσο υπάρχουν στην αίθουσα μάρτυρες και η απάντηση που δόθηκε ήταν αρνητική. Εν πάση όμως περιπτώσει η ΜΥ1 δεν με έπεισε για την αμεροληψία και αντικειμενικότητα της, ούτε ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει την αλήθεια. Σε αντίθεση με τα όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος, η ΜΥ1 ισχυρίσθηκε ότι επέστρεψαν από τη Λεμεσό μετά τις 19:00 και ο κατηγορούμενος ήταν συνέχεια στο πάρκο που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι τους μέχρι την ώρα που ήρθε η αστυνομία. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι διαφωνεί ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο πάρκο 5-10 λεπτά και μετά έφυγε κάτι όμως που ισχυρίσθηκε ο ίδιος κατά την αντεξέταση του. Για να πείσει για την συνεχή παραμονή του κατηγορουμένου στο πάρκο, ισχυρίσθηκε, χωρίς όμως να πείσει το Δικαστήριο, ότι τον έβλεπε εκεί καθ΄όλη τη διάρκεια διότι είχε την πόρτα του σπιτιού της ανοικτή. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για την ΜΥ1, η οποία κατά την μαρτυρία της αναφέρθηκε κυρίως σε μη επίδικα θέματα σχετιζόμενα βασικά με την κατάρρευση των σχέσεων μεταξύ της οικογένειας της και του ΜΚ2, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ την μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω. Επίσης και η ΜΥ2 δεν με έπεισε για την αμεροληψία και αντικειμενικότητα της ούτε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει την αλήθεια, γι' αυτό απορρίπτω τη μαρτυρία της. Η ΜΥ2 η οποία ανέφερε ότι είναι γειτόνισσα του κατηγορούμενου και της μητέρας του, μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό μόνο να βοηθήσει τον κατηγορούμενο προσπαθώντας, χωρίς όμως επιτυχία, να πείσει το Δικαστήριο ότι ο τελευταίος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στο πάρκο. Η μάρτυρας ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο στο πάρκο διότι η ίδια βρισκόταν στη βεράντα του σπιτιού της και πότιζε τον κήπο. Σε σχετικές ερωτήσεις, που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση, δεν ήταν σε θέση να πει με σαφήνεια ποια και πόση ώρα βρισκόταν στην βεράντα του σπιτιού της ούτε και πόση ώρα βρισκόταν ο κατηγορούμενος στο πάρκο. Η μάρτυρας η οποία επίσης αναφέρθηκε σε μη επίδικα θέματα που αφορούσαν τον χαρακτήρα του ΜΚ2, ανέφερε γενικά και αόριστα ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο πάρκο για αρκετή ώρα, αλλά χωρίς να καθορίσει ούτε ποια ούτε πόση ώρα, διότι όπως ανέφερε, δεν κρατούσε ρολόι. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο κατηγορούμενος στις 3/11/08 περί η ώρα 20:40 στην οδό Λεωνίδου στη Δρομολαξιά της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με άγνωστους αριθμούς χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης χωρίς να καλύπτεται με ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου και χωρίς να φέρει στερεά προσδεδεμένο στη κεφαλή του προστατευτικό κράνος. Των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, έχει αποδείξει και τις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Επιδικάζονται €50 έξοδα να πληρωθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο