Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Λοίζου Ιταλού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8015/08, 9 Μαρτίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8015/08 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν.
- Λοίζου Ιταλού
- Χρύσανθου Χρυσάνθου
- Νικόλα Χρυσάνθου
- Θεμιστοκλή Μηχανικού Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 9 Μαρτίου, 2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Ο κος Μαππουρίδης, για ν΄ ακούσει απόφαση, για την κα Μαθηκολώνη. Για τους Κατηγορούμενους 2 και 3: Ο κ. Παναούτας. Για τον Κατηγορούμενο 4: Ο κ. Γ.Α. Γεωργίου. Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4: παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (μειοψηφίας) (αναφορικά με αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας μετά που έκλεισε την υπόθεση της η Υπεράσπιση με βάση το άρθρο 74
(1)(ε) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155) Ο κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει διάφορες κατηγορίες που σχετίζονται με την παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και από άλλο πρόσωπο, πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, βάρους 981.5 γραμμαρίων. Αφού έκλεισε και η υπεράσπιση την υπόθεση της, αμφότερες οι πλευρές ζήτησαν χρόνο με σκοπό να ετοιμάσουν τις τελικές τους αγορεύσεις. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση για αγορεύσεις στις 24.2.10. Ενώ το Δικαστήριο ανέμενε κατά την ημέρα αυτή να αγορεύσουν οι δικηγόροι, η κα Μαθηκολώνη υπέβαλε αίτημα, βασιζόμενο στο άρθρο 74
(1)(ε) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, όπως προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία σχετικά με νέα στοιχεία που πρόβαλε ο κατηγορούμενος 4, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να προβλέψει. Εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατελήφθη εξ΄ απίνης (ex improviso). Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 4 κατά την ένορκη μαρτυρία του ανάφερε ότι κατά την ημέρα, που ο ΜΚ1 είπε ότι τον συνάντησε σε καφενείο του χωριού του, και αργότερα την ίδια μέρα αφού πέρασε από την τράπεζα και πήρε €10.000 μετέβη στην οικία του και του τις παρέδωσε, εργάζετο από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα, εννοώντας στο ΡΙΚ, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να έγινε τέτοια συνάντηση. Για τον ίδιο λόγο δεν μπόρεσε να του παραδώσει εμβόλια και αμπούλες για τους σκύλους του όπως του ζήτησε στο τηλέφωνο που του έκανε το πρωί της 12.5.08 ο κατηγορούμενος
- Όμως, συνέχισε, υποβολή τέτοιας θέσης ουδέποτε έγινε στον ΜΚ1 για να καταστεί η θέση του κατηγορούμενου σαφής και έτσι, άφησε να νοηθεί, η Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει ανάλογη και κατάλληλη μαρτυρία. Απλά του υποβάλλετο ότι έλεγε ψέματα. Επίσης ούτε στην κατάθεση του στην αστυνομία πρόβαλε τέτοιο ισχυρισμό. Με έμφαση τόνισε ότι είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να λέει ο κατηγορούμενος 4, ότι δεν έγινε η συνάντηση που είπε ο ΜΚ1 στην οικία του, προφανώς εννοεί η κα Μαθηκολώνη την θέση που προώθησε με υποβολές ο κος Γεωργίου κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, από το να λέει στην εξέταση του και ύστερα στην αντεξέταση του ότι δεν μπορούσε να συναντηθεί με τον ΜΚ1 γιατί εργάζετο εκείνη την ώρα στο ΡΙΚ. Ούτε υποβλήθηκε στο ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν ήταν με άδεια. Τέλος εισηγήθηκε ότι δεν ήταν μέρος των θεμάτων, με όσα είχε υπόψη της η Κατηγορούσα Αρχή μέχρι το κλείσιμο της υπόθεσης της, το οποίο όφειλε να αποδείξει, αφού μάλιστα φαίνετο ότι δεν διάφεραν οι θέσεις των δύο πλευρών. Ο κατηγορούμενος 4 όμως πρόβαλε ένα νέο ισχυρισμό. Η Κατηγορούσα Αρχή βρέθηκε εξ΄ απροόπτου αφού η υπεράσπιση δεν έθεσε τέτοιες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας που να δίδουν ένδειξη της προώθησης του ισχυρισμού αυτού. Η αντικρουστική μαρτυρία που ζητείται δεν είχε καταστεί σχετική παρά μετά την μαρτυρία του κατηγορούμενου, ούτε και προέκυψε η ανάγκη για προσκόμιση της. Η κα Μαθηκολώνη προς επίρρωση των θέσεων της επικαλέσθηκε σχετική νομολογία. Ο κος Γεωργίου αφού εισηγήθηκε, με παραπομπή στο σύγγραμμα των Λοϊζου και Πική «Criminal Procedure in Cyprus» σελίδα 119, ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αγγλικές αποφάσεις αλλά επιτρέπεται να παρουσιασθεί αντικρουστική μαρτυρία μόνο όταν καταλαμβάνεται εξ΄ απροόπτου η άλλη πλευρά, προχώρησε να πει ότι εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσαχθεί είναι προς ενίσχυση της μαρτυρίας του ΜΚ1 επειδή αυτός είναι συναυτουργός τότε όχι μόνο ήταν προβλεπτή η μαρτυρία αυτή αλλά και αναγκαία να προσάγετο στο στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε αποτελεί νέα υπεράσπιση αυτό το οποίο αναφέρει ο κατηγορούμενος
- Η υπεράσπιση ήταν η άρνηση της κατηγορίας. Ως εκ τούτου η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποχρέωση να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που την συναποτελεί. Δεν δόθηκε καμιά ειδοποίηση ότι η υπεράσπιση θα ήταν η Α και στην ένορκη μαρτυρία του παρουσίασε την Β. Ο εξεταστής της υπόθεσης ερωτήθηκε γιατί δεν έκανε έρευνα να διαπιστώσει αν πράγματι έγινε η συνάντηση στο καφενείο στις 13.5.08 και γιατί δεν έκανε έρευνα να πληροφορηθεί εάν όντως στις 13.5.08 ο κατηγορούμενος πήγε στην τράπεζα και απέσυρε χρήματα. Επίσης ερώτησε τον εξεταστή «Δεν έπρεπε να ρωτήσεις εάν ήταν στο καφενείο εκείνη την ώρα ή στη δουλειά του στη Λευκωσία». Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που τώρα επιθυμεί να φέρει η Κατηγορούσα Αρχή λογικά αναμένετο να την είχε φέρει κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της. Επικαλέσθηκε σχετικές αυθεντίες για τις θέσεις που προώθησε. Το άρθρο στο οποίο εδράζεται το αίτημα είναι το 74
(1)(ε) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 το οποίο προνοεί: «Μετά την εγκατάλειψη του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, το Δικαστήριο προχωρεί στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης κατά τον ακόλουθο τρόπο: (α) (β) (γ) (δ) (ε) αν ο κατηγορούμενος προβάλει προς υπεράσπιση του νέα στοιχεία τα οποία η κατηγορία δεν μπορούσε να προβλέψει, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος για την κατηγορία δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να παρουσιάσει μαρτυρία προς ανατροπή των νέων αυτών στοιχείων». Το εδάφιο (ε) στην αρχική του μορφή στο αγγλικό κείμενο πριν γίνει μετάφραση στην ελληνική είχε ως ακολούθως: (e) if the accused adduces in his defence new matter which the prosecution could not have foreseen, the prosecutor or the advocate for the prosecution may, with the leave of the Court, adduce evidence to rebut such new matter. Προφανώς η λέξη prosecutor εκ λάθους μεταφράστηκε κατηγορούμενος αντί κατήγορος. Η δε λέξη rebut θα ήταν προτιμότερο να μεταφραστεί αντίκρουση παρά ανατροπή η οποία αποδίδεται με τη λέξη overthrow. Δύο είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για να επιτραπεί από το Δικαστήριο η προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας (α) ο κατηγορούμενος να προβάλει προς υπεράσπιση του νέα στοιχεία και (β) τα νέα στοιχεία να μην μπορούσε να τα προβλέψει η Κατηγορούσα Αρχή. Στο βιβλίο του κ. Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», στη σελίδα 238, αναφέρονται τα κατωτέρω: «Ο γενικός κανόνας είναι, τόσο σε ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος πρέπει να παρουσιάζει τη μαρτυρία πάνω στην οποία θα βασίσει την υπόθεση του, προτού κλείσει την υπόθεση του. Αυτό προϋποθέτει ότι ο διάδικος θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και να προετοιμάσει την μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Όμως σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται το φαινόμενο ότι η ακροαματική διαδικασία παίρνει μια άλλη γραμμή από αυτή που είχε προβλεφθεί και πολλές φορές εγείρονται θέματα που καταλαμβάνουν έναν από τους διαδίκους εξ απροόπτου. Για να αποτρέψουν μια πιθανή αδικία τα Δικαστήρια σε ορισμένες περιπτώσεις άρχισαν να δέχονται μαρτυρία, σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί.» Στην υπόθεση Savva «ΡΑΜΒΟS» vs POLICE
(1986)2 CLR30 o εφεσείοντας κατηγορήθηκε σε δύο κατηγορίες, ήτοι κατηγορίες 2 και 3, ότι στις 16.5.1985 και 17.5.1985 υποσχέθηκε να δώσει £300 και σε μια κατηγορία, την 6η ότι έδωσε £300, στο Δημήτρη Χριστοφίδη ποδοσφαιριστή του σωματείου Άσσιας «EΘΝΙΚΟΣ» με σκοπό αλλαγής, υπέρ του σωματείου «ΟΡΦΕΑΣ» Αθηαίνου, του αποτελέσματος ποδοσφαιρικού αγώνα που θα εγίνετο στις 19.5.1985 μεταξύ των δύο ανωτέρων σωματείων. Επίσης ότι αποδέχθηκε ποσό £500 από τα μέλη της Επιτροπής του σωματείου «ΟΡΦΕΑΣ» Αθηαίνου υποσχόμενος αλλοίωση υπέρ του σωματείου «ΟΡΦΕΑΣ» το αποτέλεσμα του ίδιου ποδοσφαιρικού αγώνος, κατηγορίες 4 και 5. Οι κατηγορίες, βασίζοντο στα άρθρα 17Α
(1)(α) και 17
(1)(α)(β)(αα) του Περί Κυπριακού Αθλητισμού Οργανισμού Νόμου 41/69 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.79/
- Με το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος του εφεσείοντα εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, διότι δεν προσάχθηκε μαρτυρία ως προς τη νομική οντότητα των ανωτέρω σωματείων και κατ΄ επέκτασιν, εξέλειπε ουσιώδες στοιχείο του αδικήματος. Ενώ αγόρευε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο παρενέβη και αφού εισηγήθηκε ότι θα ήταν χρήσιμη περαιτέρω βοήθεια, ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Η υπόθεση αναβλήθηκε και αφού εμφανίσθη νομικός βοηθός μαζί με τον λοχία που παρουσίαζε την υπόθεση ζήτησε άδεια για να προσαγάγη μαρτυρία σε σχέση προς την εγγραφή των ως άνω σωματείων. Ισχυρίσθηκε ότι δεν προσκομίστηκε η μαρτυρία αυτή από απροσεξία και ότι η μαρτυρία ήταν μάλλον τυπική και μη αμφισβητούμενης φύσεως. Ο συνήγορος του εφεσείοντα έφερε ένσταση αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε άδεια για προσαγωγή της σχετικής μαρτυρίας. Τελικά κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 2 έως
- Ασκήθηκε έφεση και το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι μεταξύ των στοιχείων τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή έπρεπε να αποδείξει, ήταν αναμφίβολα η έγγραφη των δύο ως άνω σωματείων. Το στοιχείο αυτό ως αποφάνθηκε δεν ήταν τυπικό. Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι αφού υπάρχει ειδική διάταξη στο δικό μας δίκαιο, σε σχέση με το επίδικο θέμα, το δίκαιο και οι κανόνες πρακτικής σε σχέση προς την Ποινική Δικονομία «ως επί του παρόντος ισχύουν στην Αγγλία» (ιδ. άρθρο 3 του Κεφ.155) δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Κατά τον κον Πική δεν επιτρέπεται η εφαρμογή της Αγγλικής Πρακτικής και Δικονομίας, όταν ευρίσκονται σε αντίθεση με το δικό μας Νόμο Κεφ.
- Το δικαίωμα της Κατηγορούσας Αρχής να προσαγάγουν μαρτυρία ρυθμίζεται υπό του άρθρου 74
(1)(α) και το καθήκον της να προσαγάγει την μαρτυρία κατά το προκαθορισμένο στάδιο που ορίζει το άρθρο αυτό είναι επιτακτικό. Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει δικαίωμα να πρασαγάγει μαρτυρία προς θεμελίωση της κατηγορίας καθ΄ οιονδήποτε άλλον στάδιο, αλλά ούτε το Δικαστήριο κέκτηται διακριτικής εξουσίας να επιτρέψει τέτοια μαρτυρία. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν δύναται να έχει περισσότερες της μιας ευκαιρίας για να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Οφείλει να συμπληρώσει την υπόθεση της όπως προνοείται από το άρθρο 74
(1)(α). Μετά αρχίζει η υπόθεση της υπεράσπισης. Εάν δεν αποδειχθή εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αυτός δικαιούται να αθωωθεί. Όπως είναι σαφές από την φρασεολογία του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ.155 ουδεμία διακριτική εξουσία παρέχεται στο Δικαστήριο κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας να παράσχει άδεια στην Κατηγορούσα Αρχή, δι οιονδήποτε λόγο να ανοίξει εκ νέου την υπόθεση της. Η Αγγλική πρακτική και Δικονομία, όπως ανελίχθηκε, περί του αντιθέτου, δεν δύναται να εκτοπίσει τις σαφείς διατάξεις του δικού μας νόμου ή να υπερισχύσει αυτών. Η μόνη διάταξις, η οποία παρέχει διακριτικήν εξουσίαν εις το Δικαστήριον να καλέση και ανακαλέση μάρτυρας καθ΄ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας, είναι το άρθρον 54 του Κεφ.
- Η δυνάμει του άρθρου τούτου διακριτική εξουσία ανήκει αποκλειστικώς εις το Δικαστήριον και οιαδήποτε μαρτυρία προσάχθη ως αποτέλεσμα της ενασκήσεως της εξουσίας αυτής συνιστά μαρτυρίαν προσαχθείσαν υπό του Δικαστηρίου δια την «δίκαιαν διάγνωσιν της υποθέσεως». Η δυνάμει του άρθρου 54 παρεχομένη εξουσία είναι ανεξάρτητος από τας διατάξεις του άρθρου
- Παρά το ότι η κατηγορούσα αρχή καθώς και η υπεράσπισις δυνατόν να προειδοποιήση το Δικαστήριον περί της αναγκαιότητος προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας δια το συμφέρον της δικαιοσύνης, εντούτοις οιαδήποτε απόφασις του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 54 πρέπει ν΄ αντικατοπτρίζη την εκτίμησιν του Δικαστού δια το συμφέρον της δικαιοσύνης εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν και οιαδήποτε μαρτυρία προσαχθή μετά ταύτα πρέπει να προσάγεται τη πρωτοβουλία του Δικαστηρίου. Η διαφορά, από απόψεως διαδικασίας, της υπό εξέταση υπόθεσης από την «SAVVA» ανωτέρω έγκειται στο στάδιο που ευρίσκετο η υπόθεση εκείνη, ήτοι στο εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενώ η υπό κρίση στις τελικές αγορεύσεις και η παρέμβαση του Δικαστηρίου και η εφαρμογή του άρθρου 54 του Κεφ. 155 ενώ στη δική μας περίπτωση το αίτημα υποβλήθηκε κάτω από το άρθρο 74
(1)(ε) του Κεφ. 155. Όσον αφορά την ουσία του ζητήματος σε εκείνη την υπόθεση το θέμα δηλαδή η εγγραφή των σωματείων ήταν ουσιώδες και θα έλεγα ότι ήταν μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Στο σύγγραμμα του Κακογιάννη η «ΑΠΟΔΕΙΞΗ» στις σελίδες 214 και 216 στο Κεφάλαιο 10 υπό τον τίτλο ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ (Η ΑΝΤΑΠΟΔΕΙΞΗ) (EVIDENCE INREBUTAL), παρατίθεται η αντιμετώπιση του ζητήματος από τα Αγγλικά Δικαστήρια. Σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις καταγράφονται τα ακόλουθα: «Αντικρουστική ή απαντητική μαρτυρία (ή ανταπόδειξη) κατά κανόνα περιορίζεται αυστηρά στα πλαίσια της αντίκρουσης της υπόθεσης του εναγόμενου ή του κατηγορούμενου και δεν επεκτείνεται στην επιβεβαίωση της υπόθεσης του ενάγοντα ή της κατηγορίας (GILBERT V. COMEDY CO.16 CH.D. Q.B.857,
(1963)1 ALL E.R.832 (στη σελ.839), από το WINN J., «Υπάρχει ένας γενικός κανόνας πρακτικής .. αν και όχι κανόνας δικαίου, ότι όλα τ΄ αποδεικτικά στοιχεία στα οποία η κατηγορούσα αρχή σκοπεύει να στηριχτεί για ν΄ αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου .. πρέπει να παρουσιάζονται πριν από το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας, δεδομένου ότι είναι τότε διαθέσιμα». Κατά συνέπεια, μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις ασκείται το δικαίωμα ενός διάδικου να καλέσει αντικρουστική μαρτυρία μετά που θα έχει κλείσει την υπόθεση του.................... ................................. Τα κυριώτερα παραδείγματα μας τα δίνουν ποινικές υποθέσεις στις οποίες η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας. Εκεί που η μαρτυρία αφορά ζητήματα ουσίας κι όχι απλώς τυπικά ζητήματα, ο δικαστής τότε μόνο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας, όταν αυτή αφορά θέματα που ο εισαγγελέας δεν μπορούσε να είχε προβλέψει. Έχει λεχθεί ότι το θέμα πρέπει να΄ ναι τέτοιο που να μην μπορούσε να το είχε προβλέψει η ανθρώπινη οξύνοια (R V FROST (1835-42) ALL E.R.REP.106 Βλ. επίσης §11-11, κάτω). Στην υπόθεση R V DAY
(1940)1 ALL E.R.402, 27 CR.APP.R. 168, για παράδειγμα, ο πρωτόδικος δικαστής επίτρεψε στον εισαγγελέα σε υπόθεση πλαστογραφίας να καλέσει γραφολόγο αφού έκλεισε η υπόθεση της κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, αλλά η καταδίκη του ακυρώθηκε από το Ποινικό Εφετείο γιατί η μαρτυρία αυτή ήταν τέτοιο που η αναγκαιότητα της μπορούσε εύκολα να είχε προβλεφθεί νωρίτερα. Εντούτοις στην υπόθεση R v. Milliken
(1969)CR.APP.R.330, το Εφετείο βρήκε ότι ο πρωτόδικος δικαστής σωστά επίτρεψε στον κατήγορο να παρουσιάσει μαρτυρία σε απαντητικό στάδιο για ν΄ αντικρούσει τον ισχυρισμό, που ο κατηγορούμεμος για πρώτη φορά πρόβαλε στη δίκη, ότι δήθεν υπήρξε σκευωρία (FRAME-UP) της αστυνομίας εναντίον του. Παράδειγμα παράλειψης τυπικής μορφής, που το δικαστήριο πρόθυμα θα επιτρέψει την επανόρθωση της έστω και μετά που θα έχει κλείσει η υπόθεση της κατηγορίας, μας δίνει η περίπτωση στην οποία η κατηγορούσα αρχή παρέλειψε να προσκομίσει έγκαιρα απόδειξη ότι είχε δοθεί η άδεια του Γενικού Εισαγγελέα (εκεί που χρειαζόταν από το νόμο) για την καταχώρηση του κατηγορητηρίου (PRICE v. HUMPHRIES
(1958)2 QB353,
(1958)2 ALL ER725, που συζητήθηκε εκτεταμένα κι υιοθετήθηκε στην Κυπριακή υπόθεση IOANNOU AND ANOTHER v. THE POLICE
(1958)23CLR266, 155 CRI.C.C. Βλ. επίσης τη συζήτηση για το τεκμήριο «ΟΜΝΙΑ PRAESUMUNTUR RITE ET SOLEMNITER ESSE ACTA, στην §4-12). Το δικαστήριο πρέπει πάντοτε να έχει κατά νουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια ένσταση που θίγει την ουσία και μια ένσταση που αφορά μόνο τη διαδικασία (PRICE v. HUMPHRIES, άνω)...... ................................. «Έχει πια καθιερωθεί από παλιά ότι ο δικαστής έχει διακριτική εξουσία σχετικά με την προσαγωγή απαντητικής μαρτυρίας. Τα πλαίσια στα οποία η διακριτική αυτή εξουσία πρέπει ν΄ ασκείται καθορίζονται από την αρχή ότι μαρτυρία που είναι σαφώς σχετική - όχι περιθωριακά, μηδαμινά ή αμφίβολα, αλλά πασιφανώς σχετική - με τα επίδικα θέματα, και που βρισκόταν ήδη στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής, οφείλει να προσάγεται από την κατηγορούσα αρχή ως μέρος της υπόθεσης της κατηγορίας, και κατά κανόνα θ΄ αποκλείεται ύστερα από την προσαγωγή της μαρτυρίας της υπεράσπισης». Τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 190 έως 193, 200, 204 του ίδιου συγγράμματος μπορούν να θεωρηθούν χρήσιμα. Στη σελίδα 224 αναφέρονται τα εξής: «Σε ποινική διαδικασία, το δικαστήριο δικαιούται αυτεπάγγελτα να καλέσει ένα μάρτυρα που δεν κλήθηκε ούτε από την κατηγορία ούτε από την υπεράσπιση, χωρίς την συγκατάθεση των δύο πλευρών, όταν φρονεί ότι τούτο είναι αναγκαίο για το συμφέρον της δικαιοσύνης (R v. LIDDLE
(1928)21 CR.APP.R.3, R v. MACMAHON
(1933)24 CR. APP.R.95). Όμως δεν μπορεί να καλέσει τέτοιο μάρτυρα αφού θα έχει κλείσει η υπόθεση της υπεράσπισης, εκτός αν πρόκειται για θέμα που «εγέρθηκε εξ΄ απροόπτου και πουδεν μπορούσε να το είχε προβλέψει η ανθρώπινη οξύνοια». (R v. HARRIS
(1927)2 K.B. 587 που εφάρμοσε τον ίδιο κανόνα που είχε θέσει ο Αρχιδικαστής ΤΙΝDALL στην υπόθεση R v. FROST (1835-42) ALL E.R.REP.106, σχετικά με αντικρουστική μαρτυρία . Βλ.§10-01). Στην περίπτωση όμως αυτή, δικαιούται να το κάνει μόνο όταν δεν θα προκληθεί αδικία ή ζημιά στον κατηγορούμενο. (R v. CLEGHORN
(1967)1 ALL ER 996, που ακολούθησε την υπόθεση R v. HARRIS, άνω. Βλ. επίσης R v. JOSEPH
(1971)56 CR.APP.R.60). Στην υπόθεση Bigsby v. Dickinson
(1876)Ch.D. 24 επιτράπηκε αντικρουστική μαρτυρία γιατί τα θέματα δεν είχαν εγερθεί στη σχετική δικογραφία και ο διάδικος βρέθηκε μπροστά σε έκπληξη. Στην υπόθεση Rogers v. Manley
(1882)42 LTS 85 επιτράπηκε ανικρουστική μαρτυρία γιατί ο ενάγοντας παραπλανήθηκε από τον πραγματικό χαρακτήρα της υπεράσπισης. Στην υπόθεση Shaw v. Beck
(1853)8 Εxch 392 επιτράπηκε αντικρουστική μαρτυρία γιατί η γραμμή υπεράσπισης διαφάνηκε από την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντος. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική εξουσία να αρνηθεί να επιτρέψει αντικρουστική μαρτυρία για θέματα που δεν εγείρονται στη δικογραφία, εκτός εάν το εγειρόμενο θέμα είναι αρκετά σοβαρό (βλ. Tο Δίκαιο της απόδειξης του κ. Ηλιάδη). Το ερώτημα που τίθεται στην υπό κρίση περίπτωση είναι κατά πόσο αποτελούν νέα στοιχεία η αναφορά του κατηγορούμενου 4 ότι ο λόγος που δεν συναντήθηκε με τον ΜΚ1 στις 13.5.08 είτε για να του παραδώσει, όπως του ζήτησε ο ΜΚ1, εμβόλια και αμπούλες για τους σκύλους του, είτε για να του παραδώσει τις €10.000 για να αγοράσει ναρκωτικά κατ΄ ισχυρισμό του ΜΚ1, ήταν γιατί εργάζετο εκείνη την ημέρα από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα στο ΡΙΚ. Κατά δεύτερο εάν τα νέα στοιχεία, τα ως άνω δηλαδή, μπορούσε να τα προβλέψει η Κατηγορούσα Αρχή και να προσαγάγει μαρτυρία κατά το στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης της. Η πραγματικότητα είναι ότι ουδέποτε υποβλήθηκε στο ΜΚ1 ή σε άλλο μάρτυρα ότι ο λόγος που ψεύδεται όταν λέγει ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 4 είναι γιατί ο κατηγορούμενος 4 ευρίσκετο στην εργασία του στο ΡΙΚ. Ούτε στην ανακριτική κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 4 στην αστυνομία ανάφερε αυτό τον ισχυρισμό που για πρώτη φορά επικαλέσθηκε κατά την ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Διακστηρίου μετά που κλήθηκε σε απολογία. Η μαρτυρία του ΜΚ1 «πήγε στην τράπεζα να πιάσει λεφτά, ήρτεν σπίτι μου τα έφερε τζιαι μετά έφυγε τζιαι πήγε δουλειά μέχρι που πήγα να πιάσω τα ναρκωτικά από τη Λεμεσό» δεν υποδηλώνει ότι αναφέρεται στην εργασία του στο ΡΙΚ. Αυτή μπορεί να τύχει διαφορετικών ερμηνειών. Είτε ότι αυτό που συνήθως λέγεται «έφυγε και πήγε στην δουλειά του» εννοώντας γενικά οτιδήποτε είναι αυτό ή οπουδήποτε, είτε το ανάφερε γιατί του το είπε ο κατηγορούμενος 4 ή πήγε στο πρακτορείο που διατηρούσε. Σημειώνω από τώρα ότι δεν δίνω καμιά σημασία σ΄ αυτό που ανάφερε η κα Μαθηκολώνη ότι η σύζυγος του σε κατάθεση της ανάφερε ότι ήταν με άδεια τον τελευταίο μήνα και ο κατηγορούμενος 4 θα πήγαινε στην εργασία του την επόμενη Δευτέρα, καθ΄ ότι τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιο του Δικαστηρίου. Η αγόρευση δικηγόρου δεν είναι μαρτυρία. Επανέρχομαι στο ζήτημα που εξετάζεται. Σίγουρα αν το αίτημα αφορούσε στην συνάντηση στο καφενείο ή στην απόσυρση χρημάτων από την τράπεζα, για να κληθούν μάρτυρες από την τράπεζα κατά πόσο απέσυρε χρήματα ο κατηγορούμενος στις 13.5.08 ή από θαμώνες του καφενείου κατ΄ εκείνο το πρωινό δεν θα επρόκειτο για νέα στοιχεία ούτε και ότι δεν ήταν μαρτυρία που θα μπορούσε να προβλέψει η Κατηγορούσα Αρχή αφού αυτά τα θέματα τέθηκαν σε μάρτυρα της κατηγορίας. Η γενική άρνηση του κατηγορούμενου 4 ότι δεν συναντήθηκε με τον ΜΚ1 και η γενική υποβολή στον ΜΚ1 ότι δεν λεει την αλήθεια ή ότι λέει ψέματα ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 4 είναι διαφορετικό πράγμα απ΄ αυτό που εισηγείται τώρα. Ότι οι αναφορές του μάρτυρα που κατέγραψα ανωτέρω αποτελούν νέα στοιχεία υπό την έννοια του άρθρου 74
(1)(ε) του Κεφ.155 δεν υπάρχει αμφιβολία, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω. Μπορούσε να προβλέψει η Κατηγορούσα Αρχή τα νέα στοιχεία, όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω; Κατά την κρίση μου όχι. Γιατί η Κατηγορούσα Αρχή διέθετε την μαρτυρία του ΜΚ1 για την συνάντηση στο σπίτι του και δεν ήταν δυνατό η γενική άρνηση του κατηγορούμενου περι τούτου να θέσει σε εγρήγορση τον ανθρώπινο νου σε τέτοιο βαθμό που να χρειάζεται οιανδήποτε άλλη μαρτυρία προς απόδειξη της συνάντησης. Μόνο αν είχε ένα σαφή και ακριβή ισχυρισμό του κατηγορούμενου 4 θα μπορούσε η Κατηγορούσα Αρχή να φέρει την ανάλογη μαρτυρία στο στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης της. Το θέμα ανέκυψε ακριβώς γιατί ουδέποτε τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός στους μάρτυρες κατηγορίας ή στην κατάθεση του την αστυνομία. Η θέση του κ. Γεωργίου ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου ήταν η άρνηση της κατηγορίας και άρα αρνείται ολόκληρο το κατηγορητήριο και επομένως η Κατηγορούσα Αρχή είναι υποχρεωμένη να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που την συναποτελεί είναι ορθή, από την άποψη ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία και κάθε συστατικό της στοιχείο. Αυτό που τώρα ζητά η Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει δεν αφορά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η άλλη θέση της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 4 ότι ο ΜΚ1 είναι ψεύτης, αποτελεί μια γενική τοποθέτηση και όχι ένα συγκεκριμένο ισχυρισμό επί συγκεκριμένου μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ1. Μάλιστα τίθεται το ερώτημα γιατί ενώ έγιναν συγκεκριμένες υποβολές στον ΜΚ1 για την μη έρευνα κατά πόσο έγινε η συνάντηση στο καφενείο και την απόσυρση των χρημάτων από την τράπεζα, δεν υποβλήθηκε σε κανένα μάρτυρα και δη στο ΜΚ1 ότι δεν λέει την αλήθεια γιατί ο κατηγορούμενος 4 την ώρα που αναφέρει ότι συναντήθηκαν στην οικία του αυτός εργάζετο στο ΡΙΚ; Εάν προέβαινε η υπεράσπιση σ΄ αυτή την υποβολή δεν θα ετίθετο ζήτημα ότι δεν ήταν δυνατό να το προβλέψει η Κατηγορούσα Αρχή. Η απόφαση που αναφέρθηκε ο κος Γεωργίου με την πλαστογραφία ακριβώς καταδεικνύει ότι όταν πρόκειται για απόδειξη συστατικού στοιχείου ή μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, δεν θα επιτραπεί, αφού σε εκείνη την περίπτωση η μαρτυρία του γραφολόγου ήταν ουσιώδης για την απόδειξη του αδικήματος. Το επιχείρημα δε που ανέπτυξε ποια σημασία θα είχε εάν πέραν από την υποβολή στο ΜΚ1 ότι είναι ψεύτης του έλεγε ότι είναι ψεύτης γιατί ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο εβρίσκετο στην Ιταλία ή εκοιμάτο ή εβρίσκετο σε άλλες τοποθεσίες που ανάφερε, ακριβώς αποδεικνύει το μη προβλέψιμο εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής για να προσαγάγει τη μαρτυρία αυτή κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της. Για όλους του πιο πάνω λόγους όπως προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι πρόκειται για νέα στοιχεία τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να προβλέψει και να προσαγάγει μαρτυρία κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της. Ως εκ των πιο πάνω το αίτημα εγκρίνεται. [Υπ.] Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο