Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Θεό Γιάννης Τίμμης, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:11691/09, 10 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:11691/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Θεό Γιάννης Τίμμης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κος. Χρυσάνθου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου στις 4/1/09 και περί η ώρα 18:40 στη Λεωφόρο Χρ. Αυξεντίου στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΜΖ473 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν δύο μάρτυρες κατηγορίας ο αστυφύλακας 3580 Λ. Λεοντή (ΜΚ1) και ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος (ΜΚ2). O ΜΚ1 εξεταστής στην υπόθεση κατέθεσε τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Συνοπτικά ανέφερε ότι μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος όπου βρήκε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου στη τελική του θέση το οποίο έφερε ζημιές στο μπροστινό μέρος. Ο δρόμος που επεσυνέβηκε το δυστύχημα είναι άσφαλτος, καλής επιφάνειας, πλάτους 6,80 μ. εντός κατοικημένης περιοχής με επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 50 χαω. Ο καιρός ήταν αίθριος. Δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο. Έλαβε τις σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 2) βάση του οποίου εκπόνησε τελικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Επεξηγώντας το τεκμήριο 3 ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης, που είναι και το σημείο ανατροπής του μοτοποδηλάτου, βρίσκεται εντός της λωρίδας του δρόμου που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος σε απόσταση 1.80μ. από την αριστερή γραμμή της ασφάλτου σύμφωνα με την πορεία του. Η γραμμή ορατότητας των φώτων του μοτοποδηλάτου του κατηγορούμενου όπου μετρήθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν 50 μ. H γραμμή ορατότητας των φώτων του μοτοποδηλάτου του κατηγορούμενου μετρήθηκε ξανά σε άλλη ημερομηνία, έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης όπου στη ψηλή στάση ήταν 40 μ. ενώ στη χαμηλή 25μ. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και στις 24.1.09 τον κατηγόρησε γραπτώς. Ο ΜΚ2 συνοπτικά ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο διασταύρωνε με τη σύζυγο του από τα δεξιά προς τα αριστερά τον επίδικο δρόμο για να πάει στο ξενοδοχείο Henipa που βρίσκεται απέναντι. Άρχισαν να διασταυρώνουν με την σύζυγο του αφού έλεγξαν τον δρόμο και ήταν καθαρός. Πέρασαν την άσπρη διαχωριστική γραμμή και αφού σχεδόν έφτασαν στο απέναντι πεζοδρόμιο αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου ερχόμενο από τα αριστερά τους να τους πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα. Έσπρωξε την σύζυγο του προς το πεζοδρόμιο αλλά ο ίδιος δεν πρόλαβε και κτυπήθηκε από το μοτοποδήλατο. Δεν ήταν σε θέση να πει από ποιά απόσταση αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο του κατηγορούμενου. Συμφώνησε ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός στο δρόμο αλλά υπήρχαν όπως είπε τα φώτα του ξενοδοχείου. Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος στην ανακριτική κατάθεση του (τεκμήριο 4) αναφέρει ότι, οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΚΜΖ473 στην επίδικη οδό με λογική ταχύτητα πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται κοντά στο ξενοδοχείο Henipa. Ο δρόμος ήταν βρεγμένος και δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα αριστερά έξω από το ξενοδοχείο όπως επίσης και στο χώρο απέναντι. Η πρώτη φορά που είδε τον παραπονούμενο (ΜΚ2), ο οποίος φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν όταν τον κτύπησε. Η σύγκρουση έγινε στο μέσο της δικής του λωρίδας. Ο παραπονούμενος βρισκόταν πολύ κοντά του και δεν μπόρεσε να σταματήσει. Μετά την σύγκρουση το μοτοποδήλατο σύρθηκε στην άσφαλτο. Είναι σίγουρος ότι δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο είτε μπροστά είτε πίσω από το δικό του όχημα. Τα φώτα του μοτοποδηλάτου του βρίσκονταν στη χαμηλή στάση. Το μοτοποδήλατο που οδηγούσε συμπεριλαμβανομένων και των φώτων ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Η ταχύτητα του δεν ήταν μεγάλη διότι είχε σκοπό να στρίψει δεξιά από τα φώτα τροχαίας αλλά και ένεκα της παρουσίας των σταθμευμένων οχημάτων έξω και απέναντι από το ξενοδοχείο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το τεκμήριο 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Το γεγονός ότι στη μέτρηση της απόστασης του σημείου σύγκρουσης μέχρι την τελική θέση του μοτοποδηλάτου έκανε λάθος 50cm, δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Η μαρτυρία όμως του μάρτυρα στο μέρος που αφορά την ορατότητα που πρόσφερε η ακτίνα των φώτων του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν ελλιπής και ανεπαρκής. Δεν βρίσκω βέβαια ότι ο μάρτυρας δεν έλεγε την αλήθεια όταν αναφέρετο στα αποτελέσματα των μετρήσεων που διενήργησε. Οι μετρήσεις όμως αυτές δεν βοήθησαν το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την ακριβή απόσταση της ορατότητας που πρόσφεραν τα φώτα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο στον επίδικο δρόμο ο κατηγορούμενος. Και εξηγώ γιατί. Σύμφωνα με τα όσα λέχθησαν από το μάρτυρα, στη σκηνή του δυστυχήματος μετρήθηκε η ακτίνα των φώτων του μοτοποδηλάτου όπως ήταν μετά το ατύχημα, χωρίς διευκρίνιση σε ποια στάση βρίσκονταν, με τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στη σκηνή και με αστυνομικό που κατά την μέτρηση στεκόταν απέναντι φορώντας φωσφορούχο γιλέκκο. Στη συνέχεια σε άλλη ημερομηνία τα φώτα του μοτοποδηλάτου, μετρήθηκαν έξω από τον αστυνομικό σταθμό με συνθήκες όπως ανέφερε ο μάρτυρας «περίπου τις ίδιες» με αυτές του τόπου του δυστυχήματος και με αστυνομικό απέναντι που φορούσε την στολή της αστυνομίας μπλέ χρώματος. Στη σκηνή του δυστυχήματος σε απόσταση 20 μ. από το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται το ξενοδοχείο, ενώ στο αστυνομικό σταθμό εκτός από τα φώτα του σταθμού, υπάρχει σε απόσταση 100 μ. πυλώνας οδικού φωτισμού. Όλα τα πιο πάνω, δεν μου παρέχουν την ευχέρεια να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα για την ακριβή απόσταση ορατότητας που πρόσφεραν στον κατηγορούμενο τα φώτα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο στον επίδικο δρόμο. Πλην του πιο πάνω μέρους, η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ1, όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του δεν έχει κλονισθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 3) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας,
(2000)ΑΑΔ 2 307, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου,
(1996)1 ΑΑΔ 267, Κυριάκου v. Δημητρίου,
(1997)1 ΑΑΔ 1362 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1998)1 ΑΑΔ 1388 Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Ο ΜΚ2, δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Υπήρξε σε γενικές γραμμές ειλικρινής στη μαρτυρία του. Τα όσα ανάφερε για το σημείο που έγινε η σύγκρουση συνάδουν και με την πραγματική μαρτυρία (τεκμήριο 3) αλλά και με τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση. Σημειώνω ότι ο ΜΚ2 δεν μπόρεσε να πει στο Δικαστήριο από ποια απόσταση αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση δεν κλονίσθηκε η αξιοπιστία του, απλά διαφάνηκε ότι δεν θυμόταν και δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του πλην του ισχυρισμού του ότι τα ρούχα που φορούσε ήταν σκούρα και όχι μαύρα και τούτο διότι έρχεται σε αντίφαση με τη γραπτή κατάθεση του όπου αναφέρει ότι φορούσε μαύρα ρούχα. Αναφορικά με το τεκμήριο 4 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ109 στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim.Arr. R.359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορούμενου. Δίνω βαρύτητα στις εξής δηλώσεις του κατηγορούμενου που περιέχονται στο τεκμήριο
- - Ότι η πρώτη φορά που είδε τον παραπονούμενο ήταν όταν τον κτύπησε. - Ότι το μοτοποδήλατο που οδηγούσε συμπεριλαμβανομένων και των φώτων του λειτουργούσε κανονικά. - Ότι είδε τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα έξω από το ξενοδοχείο και στο χώρο απέναντι από αυτό. - Ότι τα φώτα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε βρίσκονταν στη χαμηλή στάση. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας αποτελεί εύρημα μου ότι στις 4/1/09 και περί η ώρα 18:40 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής KMZ473 στη Λεωφόρο Χρ. Αυξεντίου με κατεύθυνση από την Ορόκλινη προς τη Λάρνακα ως η πορεία Α στο τεκμήριο
- Ο δρόμος έχει πλάτος 6,80 μ. και το ασφάλτινο παγκέτο. στα αριστερά και στα δεξιά της πορείας του κατηγορούμενου έχει πλάτος 2,5μ. . Στα αριστερά της πορείας του κατηγορούμενου βρίσκεται το ξενοδοχείο Henipa το οποίο λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη του ξενοδοχείου και αντιλήφθηκε ότι έξω από αυτό αλλά και στο χώρο απέναντι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Ήταν νύκτα και στο δρόμο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Τα φώτα του μοτοποδηλάτου του κατηγορούμενου λειτουργούσαν κανονικά και βρίσκονταν στη χαμηλή στάση. Το ανώτατο όριο ταχύτητας στο δρόμο είναι 50 χαω. Ο κατηγορούμενος ακολουθώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με τον πεζό ΜΚ2, ο οποίος διασταύρωνε με γρήγορο βήμα μαζί με τη σύζυγο του το δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία Β στο τεκμήριο
- Κτύπησε τον πεζό στο σημείο σύγκρουσης Χ του τεκμηρίου 3 που απέχει 1,80 μ. από την αριστερή άκρη της ασφάλτου. Ο πεζός κτυπήθηκε από το μοτοποδήλατο του κατηγορουμένου αφού κάλυψε απόσταση 5 μ. από αριστερά του δρόμου που έχει πλάτος 6,80μ. καλύπτοντας έτσι ολόκληρη τη δεξιά λωρίδα και απόσταση 1,60μ. από της αριστερής λωρίδας πλάτους 3,40μ. στην οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος. Στο σημείο σύγκρουσης βρέθηκε στην άσφαλτο γδάρσιμο από το μοτοποδήλατο μήκους 0,50 cm ενώ αυτό ακινητοποιήθηκε μετά την σύγκρουση στη τελική του θέση όπως αυτή φαίνεται με το γράμμα Α1 στο σχέδιο τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος ουδέποτε πριν από την σύγκρουση είδε ή αντελήφθηκε τον πεζό (ΜΚ2) ο οποίος φορούσε μαύρα ρούχα. Συνεπεία της σύγκρουσης ο πεζός (ΜΚ2) τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Το μοτοποδήλατο υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος. Ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή κατάθεση στις 8/1/09 (τεκμήριο 4). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 λέχθηκε σχετικά με την αμελή οδήγηση ότι: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, του γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Ότι διαφέρει είναι το βάρος της απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Σχετικά με το ίδιο θέμα παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202. «Θα είναι νομική κοινοτυπία αλλά πρέπει να το πούμε, η οδήγηση συναρτάται με την προσήκουσα προσοχή. Η έλλειψη της θεμελιώνει το αδίκημα της αμέλειας, το οποίο δημιουργεί ο νόμος. Το μέτρο της προσήκουσας προσοχής είναι εκείνο του μέσου συνετού και σώφρονα οδηγού. Παρεμπιπτόντως, ο Πλάτων θεωρούσε την σωφροσύνη σαν αρετή, την οποίαν δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι. Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα, το κριτήριο της προσοχής λειτουργεί στο πλαίσιο των αντικειμενικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης». Στην υπόθεση Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140 το καθήκον του οδηγού διατυπώθηκε ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν». Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Η οδήγηση κατά τη διάρκεια της νύκτας με περιορισμένο φωτισμό στο δρόμο επιφορτίζει τον οδηγό με την υποχρέωση να οδηγεί με τέτοιο τρόπο που να μπορεί έγκαιρα να αντιληφθεί μη φωτεινά εμπόδια στο δρόμο, όπως ποδήλατα χωρίς φώτα, ή πεζούς με σκούρα ρούχα, η παρουσία των οποίων εύλογα θα μπορούσε να προβλεφθεί στο συγκεκριμένο δρόμο. Η παρατηρητικότητα του οδηγού σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αυξημένη (βλ. Hill v. Phillips,
(1963)107 501 50 890, Γ. Λοής κ.α. v. Χρ. Παύλου, ΑΑΔ
(1998)1 1662). Στην απόφαση στην υπόθεση Savva and Others v. Mylona 1958 23 CLR 210 αναφέρθηκε ότι την νύκτα ένας οδηγός πρέπει να ταξιδεύει με τέτοια ταχύτητα που να μπορεί να σταματήσει μέσα στο πεδίο των φώτων του. Έχοντας υπόψη μου τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται, βρίσκω ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στον συγκεκριμένο δρόμο, που βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με περιορισμένο φωτισμό, με τρόπο που φανερώνει έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής, υπό τις περιστάσεις. Οι συνθήκες της περιοχής ήταν τέτοιες ώστε εύλογα θα μπορούσε να προβλεφθεί η παρουσία πεζών στο δρόμο με σκούρα ρούχα λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν κατοικημένη περιοχή, την ύπαρξη του ξενοδοχείου και την παρουσία σταθμευμένων οχημάτων τόσο έξω όσο και απέναντι από αυτό. Κάτω από αυτά τα δεδομένα και ενώ η ορατότητα του κατηγορούμενου δεν εμποδίζετο από άλλα εμπόδια, ο κατηγορούμενος δεν αντελήφθηκε ποτέ πριν την σύγκρουση τον πεζό ο οποίος διένυσε ήδη απόσταση 5μ. από τα δεξιά στα αριστερά σύμφωνα με την κατεύθυνση του κατηγορουμένου σε δρόμο πλάτους 6,80μ. . Η πραγματική μαρτυρία φανερώνει ότι αν είχε την προσοχή του στραμμένη στο δρόμο, θα μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό έγκαιρα μέσα στα πλαίσια της ορατότητας που του παρείχαν τα φώτα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε. Όφειλε να οδηγά μέσα στα πλαίσια της ορατότητας που θα του επέτρεπε να αντιδράσει αποτρέποντας την σύγκρουση και με τέτοια ταχύτητα που να μπορεί να σταματήσει μέσα στο πεδίο των φώτων του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου δείχνει έλλειψη δέουσας παρατηρητικότητας. Ο τρόπος οδήγησης του κάτω από τις περιστάσεις δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί αμελής. (βλ. Μακρυγιάννης v. Αστυνομίας,
(1996)2 ΑΑΔ41, Συλβέστρου v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 151). Σε αυτή την παράλειψη έγκειται η αμέλεια του. Θα έπρεπε σαν συνετός οδηγός υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν να οδηγά με τέτοιο τρόπο και η προσοχή του στο δρόμο να είναι τέτοια, ώστε να είναι σε θέση να σταματήσει έγκαιρα ή να πάρει άλλα μέτρα αποφυγής σύγκρουσης με οποιοδήποτε τυχόν εμπόδιο παρουσιάζετο μπροστά του. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις υποθέσεις πεζού που απότομα πετάγεται μπροστά από όχημα με αποτέλεσμα να μην δίδονται περιθώρια στον οδηγό να αντιδράσει. Η απόσταση του σημείου σύγκρουσης από την άκρη του δρόμου, και η απόσταση που διένυσε ο πεζός πριν την σύγκρουση, λαμβανομένης υπόψη της λωρίδας του δρόμου που κινείτο ο κατηγορούμενος, φανερώνουν την έλλειψη της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας του κατηγορούμενου στο δρόμο που χρησιμοποιούσε. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsouris
(1975)1 CLR 18 λέχθηκε ότι το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Πρόκειται για περίπτωση όπου, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ο πεζός κάλυψε απόσταση 5μ. διασταυρώνοντας δρόμο πλάτους 6,80μ. και κτυπήθηκε σχεδόν στο κέντρο της αριστερής λωρίδας του δρόμου επί της οποίας εκινείτο ο κατηγορούμενος. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι, δεν υπάρχει μαρτυρία για την ακριβή απόσταση της ορατότητας που είχε ο κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη στιγμή σύμφωνα με την ακτίνα ορατότητας των φώτων του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε. Ωστόσο με βάση και τις πιο πάνω νομικές αρχές, ο κατηγορούμενος όφειλε και είχε καθήκον να οδηγά μέσα στα πλαίσια του οπτικού πεδίου που του παρείχαν τα φώτα του οχήματος του, κάτι που δεν έπραξε όπως προκύπτει από τη δική του παραδοχή ότι ουδέποτε πριν την σύγκρουση αντιλήφθηκε τον πεζό. Στην απόφαση στην υπόθεση Γιώργου Σαπαρίλα v. Αστυνομίας AAΔ
(2004)2 533 ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε το περιερχόμενο της κατάθεσης που έδωσε η εφεσείουσα στην αστυνομία. Αντίθετα αναφέρει ότι λήφθηκε υπόψη σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας. Εξάλλου στην κατάθεση αναφέρονται οι συνθήκες του δυστυχήματος και η παραδοχή της εφεσείουσας ότι ουδέποτε πριν από την σύγκρουση είδε ή αντελήφθηκε την παραπονούμενη. Και αυτή η παραδοχή αποτελεί ουσιαστικά και το εύρημα του Δικαστηρίου που οδήγησε στην ενοχή της.» Τόσο η προσήλωση στο δρόμο αφενός όσο και η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου, χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με αυτή, θα έπρεπε να ήταν τέτοιες ώστε να καθιστούσαν δυνατή από τον κατηγορούμενο την έγκαιρη αντίληψη πεζού στο δρόμο υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν ακόμα και αν ο τελευταίος φορούσε μαύρα ρούχα (Savva and others πιο πάνω, Tarellis v. Evangelou and another
(1984)1 ΑΑΔ 460, Νικολάου κ.α. v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 938). Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences 13 edition σελ. 241 κάτω από τον τίτλο Headlights. The Court of Appeal in Hill v. Phillips
(1963)107 55 890 (a civil case) held that, when driving with dipped headlights in country roads, motorists should drive so that they could see unlighted obstructions the presence of which might be anticipated, eg cycles without lights or people in dark clothes. But whether the defendant who collides or fails to see something at night or in conditions of poor visibility is like any other case a guilty of careless driving is primarily a question of fact (see Jarvis V. Fuller and Webster v. Wall on p.239, and Hume v. Ingleby on r.238). O κατηγορούμενος όπως ο ίδιος ανέφερε στη γραπτή κατάθεση του είχε τα φώτα του στη χαμηλή στάση (dipped) και τούτο συνιστά αμέλεια υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Telemachou v. Papakyriacou 1986 1 CLR 705. «But there is a further element of negligence. Once the defendant chose to drive with the lights of the car in a dipped position, he should have driven in such a way as to be able to face a sudden emergency. It is clear in the present case that the defendant may not driving within the limits of vision allowed by the lights of his car with the result that he was unable to stop or he did not look carefully to understand what was going on ahead of him». Στην παρούσα υπόθεση, με όλα τα πιο πάνω δεδομένα και κυρίως του ότι ο κατηγορούμενος δεν είδε τον πεζό, ποτέ πριν από την σύγκρουση οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν οδηγούσε μέσα στα πλαίσια των φώτων του μοτοποδηλάτου του και δεν είχε την δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο που χρησιμοποιούσε παραλείποντας να ασκήσει τον απαιτούμενο έλεγχο. Το ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε σε κατοικημένη περιοχή και δεδομένης της παρουσίας του ξενοδοχείου και των σταθμευμένων οχημάτων έξω και απέναντι από αυτό, επαύξησε το καθήκον του κατηγορούμενου για επιμέλεια και προσοχή. Συνεπακόλουθα όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος παρέβη το καθήκον φροντίδας και μέριμνας προς τους άλλους χρήστες του δρόμου μεταξύ των οποίων και του ΜΚ2, χωρίς να αποκλείω και τυχόν ευθύνη του τελευταίου για το δυστύχημα δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την μαρτυρία δεν είχε την δέουσα και ή την επαρκή παρατηρητικότητα πριν διασταυρώσει τον δρόμο. Συνεπώς βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο