← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΤΣΙΑ κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 17212/08, 17.3.2010

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΤΣΙΑ κ.α., Αριθμός Υπόθεσης: 17212/08, 17.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:9 ΕΝΩΠΙΟΝ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΟΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 17212/08 Μεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κατηγορούσας Αρχής Και

  1. ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΤΣΙΑ
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΝΤΖΙΑ Κατηγορούμενων __________ Ημερομηνία: 17.3.2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: H κα Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κος Βραχίμης. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κος Μ. Γεωργίου. (Σε κάποιο στάδιο της εκφώνησης ο κ. Γεωργίου έλαβε άδεια και απεχώρησε για 5΄ εκπροσωπούμενος από τον κο Βραχίμη). Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. Ο κ. Άντης Χατζηφιλίππου ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα ελληνικά στ΄ αγγλικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. ΑΠΟΦΑΣΗ Α.ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία ότι στις 10.11.2008 στο αεροδρόμιο Λάρνακας εισήγαγαν ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, ήτοι 969,9 γραμ. κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 4). Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία για κατοχή της ίδιας ουσίας (κατηγορία 5) και για κατοχή της με σκοπό την προμήθεια (κατηγορία 6). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία ότι προμηθεύτηκε την εν λόγω ουσία από τον κατηγορούμενο 1 (κατηγορία 7) και κατηγορίες για κατοχή της ίδιας ποσότητας (κατηγορία 8) και για κατοχή της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 9). Οι λεπτομέρειες των κατηγοριών φαίνονται στο κατηγορητήριο. Σημειώνουμε, περιπλέον, ότι οι κατηγορίες 1, 2 και 3 έχουν διακοπεί. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
  3. Η άφιξη του κατηγορούμενου 1 στην Κύπρο και η μετάβασή του στο ξενοδοχείο Palm Beach Στις 07.45 της 10.11.2008 όταν ο Λοχίας 2969, Λ. Λοιζίδης (Μ.Κ.3) της ΥΚΑΝ αεροδρομίου ανέλαβε καθήκον, ενημερώθηκε από το Λοχία 4743, Γ. Ιωάννου (Μ.Κ.13), ότι υπήρχε πληροφορία πως κάποιο πρόσωπο με το όνομα Ματσιάς Χρίστος θα έφθανε στην Κύπρο η ώρα 08.30 με την πτήση ΟΑ329 για να μεταφέρει ναρκωτικά. Ο Μ.Κ.3 ζήτησε από τον Αστ. 4821, Ζ. Γερολεμίδη, που βρισκόταν καθήκον στον τομέα αφίξεων, ότι ήθελε να εντοπίσει τον εν λόγω επιβάτη και να του τον υποδείξει. Πράγματι, στις 8.30 ο Χρίστος Μάτσιας (κατηγορούμενος 1) αφίχθη στην Κύπρο από τη Νότιο Αφρική, μέσω Αθήνας και περί ώρα 08.35 ο Αστ. 4821 υπέδειξε στο Μ.Κ.3 τον Ματσιά Χρίστο. Η μαρτυρία αυτή του Αστ. 484 έγινε κοινώς αποδεκτή. Ο Ματσιάς μετέφερε μια ταξιδιωτική τσάντα μαύρου χρώματος και ο Μ.Κ.3 τον έθεσε υπό παρακολούθηση. Στη συνέχεια τον υπέδειξε με τη σειρά του στον Μ.Κ.13, ο οποίος βρισκόταν εντός της αίθουσας αφίξεων του αεροδρομίου μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου για παρακολούθηση του υπόπτου. Η αστυνομία είχε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος 1 επρόκειτο να διαμείνει στο ξενοδοχείο Palm Beach στη Λάρνακα. Όντως, παρακολουθούμενος από τους αστυνομικούς κατέληξε στο εν λόγω ξενοδοχείο. Η αστυνομία είχε ήδη εξασφαλίσει στις 08.45 ένταλμα έρευνας για «το δωμάτιο του Χρίστου Μάτσια στο ξενοδοχείο Palm Beach». Σύμφωνα με τη Μαρία Νίκου (Μ.Κ.7) υπάλληλο υποδοχής στο εν λόγω ξενοδοχείο, είχε γίνει κράτηση στο όνομα του κατηγορούμενου 1 από την προηγούμενη ημέρα. Για τα γεγονότα της παρακολούθησης από το αεροδρόμιο μέχρι το Palm Beach σχετική είναι η μαρτυρία τριών αστυνομικών: του Μ.Κ.13, του Αστ. 2230, Γ. Γιαννακού, (Μ.Κ.9) και του Αστ. 9, Α. Πηλαβάκη, (Μ.Κ.11).
  4. Η έρευνα σε δωμάτιο του ξενοδοχείου Palm Beach και η σύλληψη του κατηγορουμένου 1 Οι ίδιοι μάρτυρες αναφέρθηκαν και στις ενέργειες του κατηγορούμενου 1 μετά που έφθασε στο εν λόγω ξενοδοχείο αλλά και στις δικές τους ενέργειες εκεί. Παραθέτουμε τη μαρτυρία τους όπως ετέθη δια των καταθέσεών τους, οι οποίες έγιναν μέρος της κύριας εξέτασής τους: Ο κατηγορούμενος αφού έκανε check in ανέβηκε στο δωμάτιο με αρ. 203 μεταφέροντας την εν λόγω ταξιδιωτική του τσάντα. Στο δεύτερο όροφο, όπου βρίσκεται το δωμάτιο 203 ανέβηκε και παρακολουθούσε τον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.
  5. Αφού ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο δωμάτιό του για δέκα λεπτά, εξήλθε χωρίς τη βαλίτσα και μετέβη σε supermarket έναντι του ξενοδοχείου. Ο Μ.Κ.9 παρέμεινε στο δεύτερο όροφο παρακολουθώντας το δωμάτιο ενώ ο Μ.Κ.11 μαζί με το Μ.Κ.13 ακολούθησαν τον κατηγορούμενο στο supermarket, από το οποίο εξήλθε μετά από δύο - τρία λεπτά για να εισέλθει σε τηλεφωνικό θάλαμο έναντι του supermarket. Αφού παρέμεινε δύο - τρία λεπτά στον τηλεφωνικό θάλαμο, ξαναμπήκε στο supermarket. Εκεί τον ακολούθησε ο Μ.Κ.13 προφασιζόμενος ότι ήθελε να αγοράσει αναψυκτικά. Ο κατηγορούμενος 1 συνομιλούσε με την υπάλληλο του supermarket στα αγγλικά και ρωσικά και η κοπέλα του ενεργοποίησε κυπριακή κάρτα τηλεφώνου (so easy) που αγόρασε εκείνη τη στιγμή. Βγαίνοντας έξω ο κατηγορούμενος 1 πήρε αμέσως τηλέφωνο. Περπατούσε αργά προς το ξενοδοχείο και μιλούσε στο τηλέφωνο για δύο λεπτά περίπου. Ο Μ.Κ.13 και ο Μ.Κ.11 συνέχισαν να τον παρακολουθούν πεζοί και ο πρώτος ενημέρωσε τους άλλους αστυνομικούς ότι θα τον ανέκοπταν για έρευνα τη στιγμή που θα εισερχόταν στο δωμάτιό του, αφού ήδη είχαν εξασφαλίσει, ως άνω, ένταλμα έρευνας. Στον ανελκυστήρα για το δεύτερο όροφο εισήλθαν μαζί του ο Μ.Κ.11 και ο Μ.Κ.13 ενώ πάνω ανέμενε ο Μ.Κ.
  6. Μόλις άνοιξε την πόρτα και πριν προλάβει να την κλείσει τον ανέκοψαν και ο Λοχ. 4743 τον πληροφόρησε για την ύπαρξη δικαστικού εντάλματος έρευνας του δωματίου και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε «ok». Ο Μ.Κ.13 βρισκόταν δίπλα από τον κατηγορούμενο, ενώ οι άλλοι δύο αστυνομικοί διενεργούσαν την έρευνα. Κατά την έρευνα ο Μ.Κ.9 βρήκε στην κατοχή του Μάτσια ένα κινητό τηλέφωνο με κάρτα αρ. κλήσης 97618127 (Τεκμήριο 19) και ένα πακέτο σύνδεσης κάρτας so easy της cytamobile vodafone με αρ. κλήσης 97618127 (Τεκμήριο 17)[1]. Βρήκε, επίσης, στην ταξιδιωτική τσάντα, Τεκ. 1, κάτω από τον πάτο της, ένα νάιλον σακούλι το οποίο ήταν σαν πλάκα που είχε, όπως βλέπουμε από τα ενώπιον μας τεκμήρια, το μέγεθος και το σχήμα του πάτου της βαλίτσας, πάνω στο οποίο υπήρχε καφεΐνη και μύριζε άρωμα. Αυτό το σακούλι περιείχε άσπρη σκόνη. Σε σχέση με αυτά έχει κατατεθεί, ως Τεκμήριο 2, ένα πλαστικό σακούλι που περιέχει άσπρη σκόνη, κατ΄ ισχυρισμόν κοκαΐνη και, ως Τεκμήριο 3, ένα μαύρο νάιλον περιτυλιγμένο με καφέ κολλητική ταινία και εμποτισμένο με καφέ, εντός του οποίου βρισκόταν το Τεκμήριο
  7. Οι τρεις εν λόγω αστυνομικοί ισχυρίστηκαν στις καταθέσεις τους ότι ο Μ.Κ.9 προέβη σε προκαταρκτικό έλεγχο και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για κοκαΐνη. Ακολούθως, την υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και απάντησε «μου είπαν να τη φέρω εδώ». Στη συνέχεια ο Μ.Κ.9 τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Η έρευνα έγινε μεταξύ των ωρών 11.50 - 12.20 και τα κατ΄ ισχυρισμόν ναρκωτικά εντοπίστηκαν η ώρα 12.
  8. Σχετικές φωτογραφίες έλαβε αργότερα ο Αστ. 1914, Δ. Χρίστου (Μ.Κ.1) (Τεκμήριο 32).
  9. Η σύλληψη κατηγορούμενου 2 Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 μιλώντας με τον Μ.Κ.13, εξέφρασε την επιθυμία να συνεργαστεί για να συλληφθεί ο τελικός παραλήπτης της κοκαΐνης. Ο Μ.Κ.13 ενημέρωσε σχετικά τους προϊστάμενούς του, οι οποίοι του ανέφεραν ότι είχε άδεια να προχωρήσει σε ελεγχόμενη παράδοση σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμου του 1995, Ν. 3 (Ι)/
  10. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1 είχε αναφέρει στον Μ.Κ.13 ότι το απόγευμα της ίδιας μέρας επρόκειτο να έρθει κάποιο άγνωστό του πρόσωπο στο δωμάτιο για να παραλάβει την κοκαΐνη. Οι τρεις αστυνομικοί παρέμειναν στο δωμάτιο περιμένοντας. Παραθέτουμε στη συνέχεια τη σχετική αναφορά του Μ.Κ.13 από την κατάθεσή του, η οποία είναι πιο λεπτομερής από τους άλλους δύο αστυνομικούς. «Περί ώρα 17:20 χτύπησε το τηλέφωνο του Μάτσια από τον αριθμό
  11. Ο τελευταίος του απάντησε, ήταν κάποιος άντρας, ο οποίος του είπε να πάει στο δωμάτιο 318 να του δώσει τη βαλίτσα. Ο Μάτσιας αρνήθηκε ως οι οδηγίες που είχε από εμένα και τότε ο άγνωστος άντρας του έκλεισε το τηλέφωνο. Αμέσως ξανακτύπησε το τηλέφωνο με ένδειξη "private number" και στη γραμμή ήταν το άτομο που του έδιδε οδηγίες από την Αφρική. Οι δυο τους μιλούσαν στην Ελληνική γλώσσα. Ο Μάτσιας του είπε ότι κοιμόταν και δεν πήγαινε να παραδώσει τη βαλίτσα στο 318 αφού η συμφωνία που είχαν μεταξύ τους ήταν να έρθει κάποιος στο δωμάτιο του να παραλάβει τη βαλίτσα. Ο άντρας από την Αφρική του είπε «οκ» και έκλεισαν το τηλέφωνο. Αμέσως κτύπησε και πάλι το τηλέφωνο του Μάτσια από τον αριθμό 99294605 και ήταν ο ίδιος άγνωστος άντρας που τηλεφώνησε και τη πρώτη φορά. Είπε στο Μάτσια ότι σε δύο λεπτά θα του κτυπήσει την πόρτα και να του δώσει τη βαλίτσα με τη κοκαΐνη.» Στη συνέχεια οι τρεις εν λόγω αστυνομικοί περιγράφουν στις καταθέσεις τους το τί ακολούθησε. Παραθέτουμε και πάλιν, ως πιο λεπτομερή, την αναφορά του Μ.Κ.13: «Λίγα λεπτά μετά, η ώρα 17:35, χτύπησε η πόρτα του δωματίου αρ.
  12. Ο Α/2230 και ο Α/9 ήταν κρυμμένοι δίπλα από το κρεβάτι ενώ εγώ βρισκόμουν πίσω από την αντηλιακή κουρτίνα του δωματίου στην οποία χάραξα μια μικρή τρύπα για να βλέπω. Ο Μάτσιας άνοιξε την πόρτα. Εμφανίστηκε κάποιος άγνωστος άντρας, φαλακρός με τζιν παντελόνι και ασπρογάλαζο πουκάμισο. Στον ώμο του κρατούσε μια μικρή βαλίτσα ώμου. Αμέσως ρώτησε τον Μάτσια επί λέξει «που εν η βαλίτσα με την κόκα;». Ο Μάτσιας του είπε «εδώ», δείχνοντας του με το χέρι του τη βαλίτσα η οποία ήταν στο πρώτο από τα δύο κρεβάτια του δωματίου. Χωρίς να πει τίποτε άλλο, ο άγνωστος άντρας πήρε τη βαλίτσα για να φύγει. Εκείνη ακριβώς την ώρα εμφανιστήκαμε. Ο άγνωστος άντρας μόλις μας είδε άφησε τη βαλίτσα πάνω στο κρεβάτι. Τότε αφού του φανέρωσα την αστυνομική μου ταυτότητα και ιδιότητα του εξήγησα το αδίκημα που διέπραξε, του επέστησα την προσοχή του στο νόμο αλλά δεν έδωσε καμία απάντηση. Ακολούθως τον συνέλαβα, του επέστησα τη προσοχή του στο νόμο αλλά και πάλι δεν έδωσε καμία απάντηση. Τον ερεύνησα σωματικά και στη κατοχή του βρήκα ένα τηλέφωνο «SAMSUNG»[2], 982 ευρώ σε μετρητά και κέρματα, δύο κάρτες εισόδου δωματίων του ξενοδοχείου "PALM BEACH", το 318 και
  13. Στη βαλίτσα ώμου που κρατούσε είχε ένα χαρτοκόπτη, ένα ζευγάρι χειρουργικά γάντια, ένα κλειδί με τηλεχειριστήριο και ένα κουτί τσίχλες. Τον ρώτησα το όνομα του και μου είπε ότι ονομάζεται Αντρέας Κοντζιάς και είναι από το Δάλι.[3] Ακολούθως ενημέρωσα τον Α/2733 Κώστα Κωνσταντίνου Φ/δι Υ. ΚΑ. Ν Λάρνακας, εξεταστή της παρούσας υπόθεσης και αφού του εξήγησα τα γεγονότα του ζήτησα να έρθει στο μέρος για αναλάβει τη διερεύνηση της υπόθεσης. Πράγματι, μισή ώρα μετά περίπου ήρθε στο μέρος μαζί με άλλα μέλη της Υ. ΚΑ. Ν Λάρνακας. Εκεί παράδωσα στον Α/2733 τους συλληφθέντες και στον Α/2448 τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν στην κατοχή του Ανδρέα Κοντζιά και την βαλίτσα με την κοκαΐνη της υπόθεσης.» Οι αστυνομικοί είχαν υποδείξει τα σημεία όπου κατ΄ ισχυρισμόν είχαν κρυφθεί σ΄ ένα πρόχειρο σχεδιαγράφημα, το οποίο παρουσίασε στον Μ.Κ.9 ο κ. Γεωργίου και ο Μ.Κ.9 δέχθηκε ότι υπάρχει ομοιότητα με την κάτοψη του δωματίου. Σ΄ εκείνο το στάδιο έγινε Τεκμήριο για αναγνώριση Γ ενώ την επόμενη ημέρα, κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.11 η κα Πασιαρδή δέχθηκε όπως το Τεκμήριο Γ για αναγνώριση γίνει Τεκμήριο (Τεκμήριο 44) ως το σχεδιάγραμμα κάποιου δωματίου του οποίου η περιγραφή είναι όπως το δωμάτιο 203, χωρίς όμως να δέχεται τις διαστάσεις οι οποίες φαίνονται πάνω στο σχεδιάγραμμα. Το Τεκμήριο 44 απεικονίζει ότι μετά την είσοδο υπάρχει ένας διάδρομος που οδηγεί προς το κυρίως δωμάτιο, ενώ στα αριστερά της εισόδου και στη συνέχεια καθόλο το μήκος του εισαγωγικού εκείνου διαδρόμου βρίσκεται το αποχωρητήριο. Ο διάδρομος τελειώνει στο σημείο που το αποχωρητήριο διαχωρίζεται από το κυρίως δωμάτιο με τοίχο. Στο κυρίως δωμάτιο, μετά το διαχωριστικό τοίχο με το αποχωρητήριο, υπάρχουν δύο κρεβάτια και ακολουθεί ένα μικρό σαλόνι. Απέναντι από τα κρεβάτια σημειώνεται να υπάρχει μια τηλεόραση. Ήταν η θέση των αστυνομικών, όπως την σημείωσαν στο Τεκμήριο 44, ότι οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.11 είχαν κρυφτεί πίσω από τον τοίχο που διαχωρίζει το κυρίως δωμάτιο με το αποχωρητήριο, δηλαδή μεταξύ του τοίχου και του πρώτου κρεβατιού, ενώ ο Μ.Κ.13, όπως αναφέραμε, είχε κρυφτεί πίσω από την αντηλιακή κουρτίνα του δωματίου. Ο εν λόγω Αστ. 2733, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.12) είχε οριστεί ως εξεταστής της υπόθεσης. Αναφέρει στη δική του κατάθεση ότι αφού έφθασε στο δωμάτιο 203 και ενημερώθηκε για όλα όσα συνέβησαν, επέστησε την προσοχή των δύο κατηγορούμενων στο νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 δεν απάντησε τίποτε, ενώ ο κατηγορούμενος 2 απάντησε: «τα πράγματα τούτα ήταν να τα πάρω στη Βιομηχανική Περιοχή των Λατσιών»
  14. Η παρουσία του κατηγορούμενου 2 στο ξενοδοχείο Palm Beach Υπό ποίες συνθήκες βρέθηκε στο Palm Beach ο κατηγορούμενος 2 σχετικό είναι το κοινώς αποδεκτό περιεχόμενο δύο καταθέσεων του παιδικού του φίλου Φίλιου Κανιού στην αστυνομία, ημερ. 12.11.2008 και 14.11.
  15. Στις καταθέσεις του αναφέρει ότι το βράδυ της 9.11.2008 ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε ως χάρη να πάει στο ξενοδοχείο Palm Beach και να κρατήσει δύο δωμάτια το ένα έναντι του άλλου. Αναφέρει σχετικά ο Κανιός: «Όταν ο Ανδρέας μου ζήτησε να του κάνω αυτή τη χάρη μου είπε ότι δεν θα χάσω και εγώ». Ο Κανιός αναφέρει ακόμα ότι είχε πει στον κατηγορούμενο ότι δεν κρατούσε λεφτά για να πληρώσει τα δωμάτια και ο κατηγορούμενος του έδωσε €400 και του είπε «πλήρωστα και κανονίζουμε τα λεφτά». Του είπε δε, να κρατήσει το ένα δωμάτιο στο όνομά του (του Κανιού) και να κρατήσει το άλλο δωμάτιο σ΄ ένα οποιοδήποτε άλλο όνομα. Πράγματι, ο Κανιός στις 10.11.2008 η ώρα οκτώ το πρωί πήγε στο ξενοδοχείο και κράτησε τα δωμάτια 305 και
  16. Το ένα στο όνομά του και το άλλο στο όνομα «Μιχάλης Αργυρού». Ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 2 τηλεφωνικά. Σχετική είναι και η μαρτυρία της Agnieska Bachula (Μ.Κ.8) η οποία ήταν η υπάλληλος υποδοχής όταν ο Κανιός έκαμε την κράτηση των δύο δωματίων. Σημειώνουμε, περαιτέρω, ότι είχε ζητήσει από τον Κανιό να παραλάβει τα κλειδιά των δωματίων κατά την κράτηση τους, πράγμα όμως που δεν έγινε δεκτό από την υπάλληλο. Ο κατηγορούμενος 2 μετέβη στο ξενοδοχείο Palm Beach χρησιμοποιώντας τη μοτοσικλέτα του φίλου του Κώστα Μιχαήλ (Μ.Κ.4), υπ΄ αρ. εγγραφής KQD
  17. Αυτό προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα (κατάθεση μητέρας του Κ. Μιχαήλ, Κριτοθέας Μιχαήλ και κατάθεση προϊσταμένου του κατηγορούμενου 2, Π. Πάντη) και μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε (Μ.Κ.4). Άλλωστε, κατά την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Αστ. 1914, Δ. Χρίστου (Μ.Κ.1), όταν βρέθηκε στο δωμάτιο του κατηγορούμενου 2 ένα κλειδί μοτοσικλέτας, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι ήταν το κλειδί της μοτοσικλέτας του που βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου. Η Μαρία Γεωργίου (Μ.Κ.5), υπάλληλος στο Τμήμα Υποδοχής, ανέφερε στην κατάθεσή της, που έγινε μάλιστα και κοινώς αποδεκτή ως προς το περιεχόμενό της, ότι στις 10.11.2008 η ώρα 17.00 περίπου πήγε στο τμήμα υποδοχής ένας νεαρός άντρας που κρατούσε ένα κράνος μοτοσικλέτας και μια μικρή τσάντα ώμου, ο οποίος ανέφερε ότι είχε κράτηση στο όνομα Μιχάλης Αργυρού και ότι περίμενε ακόμα ένα φίλο του ο οποίος είχε κράτηση στο όνομα Φίλιος Κανιός. Ζήτησε τα δύο δωμάτια να είναι απέναντι το ένα από το άλλο και η Μ.Κ.5 του έδωσε τις κάρτες - κλειδιά των δωματίων 305 και
  18. Υπενθυμίζουμε ότι, ως άνω, οι κάρτες των δωματίων αυτών βρέθηκαν αργότερα στην κατοχή του κατηγορούμενου
  19. Από τη μαρτυρία γενικά δεν υπάρχει αμφιβολία, ούτε τέθηκε ζήτημα περί του αντιθέτου, ότι ο εν λόγω νεαρός άντρας ήταν ο κατηγορούμενος
  20. Ο δε συνήγορος του ανέφερε αντεξετάζοντας τον Μ.Κ.13 ότι ο πελάτης του «πήγε κανονικά στο Palm Beach με τον τρόπο που περιέγραψαν και οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας» για να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο
  21. Σκοπός του όμως, σύμφωνα με την εκδοχή της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 όπως τέθηκε και με εναρκτήρια ομιλία, ήταν να παραλάβει, όχι κοκαΐνη, αλλά παράνομα αναβολικά για άλογα. 5.Η επικοινωνία μεταξύ των δύο κατηγορουμένων Εκτός της ταυτόχρονης παρουσίας των δύο κατηγορουμένων στο ξενοδοχείο και της επίσκεψης του κατηγορούμενου 2 στο δωμάτιο 203, θέματα που δεν αμφισβητήθηκαν, η κατηγορούσα αρχή προσέφερε και μαρτυρία για τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ τους. Η αστυνομία είχε εξασφαλίσει διατάγματα αποκάλυψης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων (Τεκμήρια 35, 35 (α), 36, 36 (α)). Με βάση αυτά τα διατάγματα, έλαβε και η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο τις κλήσεις που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο από τα φορητά τηλέφωνα που βρέθηκαν στην κατοχή των δύο κατηγορουμένων. Σχετικό είναι και το «σχεδιαγράφημα τηλεφωνικών κλήσεων» που ετοίμασε με βάση τις αποκαλυφθείσες κλήσεις ο Μ.Κ.10 (Τεκμήριο 48). Δεν θα χρησιμοποιήσουμε όμως τη μαρτυρία για τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα υπό την έννοια της μαρτυρίας που ελήφθη δυνάμει των προνοιών του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων κ.τ.λ. Νόμου του 2007 (Ν.183(Ι)/2007)γιατί είναι αχρείαστη. Κι αυτό γιατί οι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των δύο κατηγορουμένων δεν αμφισβητήθηκαν. Αποτέλεσε, αντίθετα, κοινό τόπο ότι κατόπιν τηλεφωνικών επικοινωνιακών ο κατηγορούμενος 2 μετέβη από το δωμάτιο του στο δωμάτιο του κατηγορούμενου 1 για να παραλάβει κάτι και ότι για το συντονισμό τους είχαν επικοινωνήσει τηλεφωνικά και με άλλο ή άλλα πρόσωπα.
  22. Οι καταθέσεις και άλλες δηλώσεις των κατηγορουμένων Ο Μ.Κ.12 στις 10.11.2008, μεταξύ 20.40 - 21.15 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 στ΄ αγγλικά, την οποία και μετάφρασε στα ελληνικά (Τεκμήριο 45 Α και 45 Β, αντίστοιχα). Παραθέτουμε το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1 από το ελληνικό κείμενο εφόσον δεν τέθηκε θέμα μη ορθής μετάφρασης. «Γεννήθηκα στην Ελλάδα αλλά ζω στην Σουαζιλάνδη τα τελευταία 20 χρόνια, είμαι άνεργος τον τελευταίο χρόνο και είχα σοβαρό πρόβλημα με τα λεφτά. Είχα προσεγγιστεί από κάποιον άντρα τον οποίο γνωρίζω ως Πάνο Κεχαγιά και μου πρόσφερε να κάνω κάποια λεφτά. Με ρώτησε αν ενδιαφερόμουν να κερδίσω 1000 δολάρια με το να μεταφέρω μια βαλίτσα σε κάποιον στην Κύπρο. Αν μου είπε τι θα είχε μέσα η βαλίτσα και όταν τον ρώτησα αυτός μου είπε δεν χρειάζεται να ξέρεις. Η βαλίτσα μου είχε παραδοθεί ξενοδοχείο MERIDIEN HOTEL, στο JOHANESBURG χθες στις 9 του Νοεμβρίου από κάποιο μαύρο άνδρα τον οποίο δεν γνωρίζω. 'Όταν ήλεγξα την βαλίτσα φαινόταν άδεια. Όταν πήρα την βαλίτσα έβαλα μέσα στην βαλίτσα ρούχα και πήγα στο αεροδρόμιο. Μαζί με την βαλίτσα πήρα ένα αεροπορικό εισιτήριο για την Κύπρο και πίσω και γύρω στα 450 δολάρια Αμερικής. Επίσης ο Πάνος μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι πρέπει να πάω στο ξενοδοχείο PALM BEACH στην Λάρνακα και ότι είχε ήδη κάνει κράτηση στο όνομα μου. Μου είπε επίσης ότι κάποιος θα έρθει και θα παραλάβει την βαλίτσα. Μετά που αφίχθηκα στο αεροδρόμιο Λάρνακας πήρα λεωφορείο και πήγα στο ξενοδοχείο PALM BEACH και πήρα το δωμάτιο
  23. Πλήρωσα το δωμάτιο με τα χρήματα που μου έδωσε ο Πάνος. Μετά πήγα σε ένα περίπτερο το οποίο είναι απέναντι από το ξενοδοχείο και αγόρασα μια κάρτα τηλεφώνου Κυπριακή και τηλεφώνησα από ένα τηλεφωνικό θάλαμο στο νούμερο που μου έδωσε ο Πάνος και του έδωσα τον αριθμό της κάρτας τηλεφώνου μου. Μετά που έκανα το τηλεφώνημα πέταξα το χαρτί που ήταν γραμμένος πάνω ο αριθμός. Μετά πήγα πίσω στο ξενοδοχείο και όταν πήγα στο δωμάτιο μου η Αστυνομία με συνέλαβε γιατί η Αστυνομία βρήκε ότι η βαλίτσα που μετέφερα περιείχε κοκαΐνη. Είπα στην αστυνομία ότι θέλω να δουλέψω μαζί τους με σκοπό να συλλάβουν το άτομο το οποίο θα παραλάμβανε την βαλίτσα. Ενώ περίμενα μέσα στο δωμάτιο μου κάποιο να έρθει να παραλάβει την βαλίτσα κάποιος μου τηλεφώνησε και μου είπε στα Ελληνικά να πάρω την βαλίτσα στο δωμάτιο 318 στο ίδιο ξενοδοχείο. Του είπα όχι, είμαι κουρασμένος και κοιμάμαι και ότι πρέπει να έρθει να την πάρει αυτός. Μετά από μερικά λεπτά κάποιος χτύπησε την πόρτα και άνοιξα και αυτός ήρθε μέσα με μια άλλη βαλίτσα και τότε η Αστυνομία τον συνέλαβε και αυτόν. Αυτό συνέβηκε εξ όσων μπορώ να θυμηθώ.» Ο κ. Βραχίμης διευκρίνισε ότι με την αποδοχή της κατάθεσης δεν αποδέχεται ότι το συγκεκριμένο τεκμήριο είναι όντως κοκαΐνη και εξήγησε ότι η αναφορά αυτή του κατηγορούμενου 1 αφορούσε το τί του είχε πει η αστυνομία και όχι στη δική του γνώση πριν τον συλλάβει. Το ίδιο βράδυ και ώρα 23.58 ο Μ.Κ.12 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1, δυνάμει δικαστικού πλέον εντάλματος. Η απάντηση του, αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και τού επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «what can I say?». Στις 16.11.2008 ο Μ.Κ.12 έλαβε από τον κατηγορούμενο 1 και ανακριτική κατάθεση (αγγλικό κείμενο Τεκμήριο 47 Α και ελληνικό κείμενο Τεκμήριο 47 Β). Παραθέτουμε τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις από το ελληνικό κείμενο: «Ερώτηση 1: Πότε και που συνάντησες τον Πάνο Κεχαγιά για πρώτη φορά; Απάντηση 1: Ήταν στην SWAZILAND τον Ιούνιο του 2008 Ερώτηση 2: Γιατί στου τηλεφώνησε και σε ρώτησε αν ενδιαφερόσουν να κάνεις μερικά λεφτά; Απάντηση 2: Προσπάθησα να κάνω κάποιες δουλειές μαζί του στην Ελλάδα και γιαυτό τον σκοπό έμεινα μαζί του για ένα μήνα περίπου στην Νότιο Αφρική αλλά δεν πέτυχε και όταν πήγα πίσω στην SWAZILAND μου τηλεφώνησε Ερώτηση 3: Πού έμεινες μαζί του στην Νότιο Αφρική; Απάντηση 3: Έμενα μαζί του στο Meridien apartments Ερώτηση 4: Πριν να έρθεις στην Κύπρο πως πήγες στο Johanesburg; Απάντηση 4: Όταν μου τηλεφώνησε ο Πάνος ήμουν στην Νότιο Αφρική και πήγα πίσω στην για μια μέρα για να πουλήσω μερικά προσωπικά μου πράγματα και μετά πήγα στην Νότιο Αφρική όπου έμεινα για δύο ημέρες στο ξενοδοχείο Mergury στο Johanesburg. Πήγα πίσω από την SWAZILAND στην Νότιο Αφρική με combi Ερώτηση 5: Όταν ο μαύρος άντρας σου έδωσε την βαλίτσα, το αεροπορικό εισιτήριο και τα $450 σου είπε τίποτε άλλο ή ο Πάνος σου τηλεφώνησε και σου έδωσε και άλλες οδηγίες; Απάντηση 5: Ο μαύρος άνδρας μου έδωσε τα πράγματα και με πήρε στο αεροδρόμιο. Ερώτηση 6: Ο μαύρος άντρας σου έδωσε τίποτε άλλο; Απάντηση 6: Ναι μου έδωσε ένα νούμερο να τηλεφωνήσω μετά που θα έφτανα στην Κύπρο και θα πήγαινα στο ξενοδοχείο. Μου είπε επίσης ότι θα έπρεπε να πήγαινα στο ξενοδοχείο Palm Beach στην Λάρνακα. Ερώτηση 7: Θυμάσαι αυτό τον αριθμό; Απάντηση 7: ο αριθμός είναι πάνω στο κινητό μου επειδή κάλεσα αυτό τον αριθμό μετά που σύνδεσα την κάρτα so easy από το περίπτερο Ερώτηση 8: Όλες οι οδηγίες μετά την άφιξη σου στην Κύπρο σου δίνονταν από τον άντρα με αυτό τον αριθμό τηλεφώνου; Απάντηση 8: Δεν είμαι σίγουρος γιατί δεν μπορούσα να ακούσω πολύ καλά την φωνή του άντρα με τον οποίο μιλούσα Ερώτ 9: Μετά που συνελήφθηκες από την Αστυνομία τι συνέβηκε; Απάντ. 9: Έμεινα στο δωμάτιο μου και περίμενα κάποιον να έρθει να παραλάβει την βαλίτσα. Ενώ περίμενα μαζί με τους Αστυνομικούς κάποιος μου τηλεφώνησε και μου είπε να πάω στο δωμάτιο
  24. Του είπα ότι είμαι κουρασμένος και κοιμάμαι και του είπα να έρθει στο δωμάτιο μου. Τελικά συμφώνησε και μερικά λεπτά αργότερα κάποιος κτύπησε την πόρτα. Άνοιξα την πόρτα και μπήκε μέσα. Γύρισα να κλείσω την πόρτα και όταν γύρισα πίσω είδα ότι είχε συλληφθεί Ερώτ 10: Όταν αυτό το πρόσωπο μπήκε μέσα στο δωμάτιο σου είπε τίποτε; Απάντ. 10: Ήμουν πολύ κουρασμένος και πολύ αναστατωμένος γιατί όλα αυτά τα πράγματα συνέβηκαν πολύ γρήγορα και δεν θυμάμαι αν είπε τίποτε ή όχι Ερώτηση 11: Έχεις οτιδήποτε άλλο να πεις για αυτή την υπόθεση; Απάντηση 11: Όχι Διάβασα την πιο πάνω κατάθεση, έχω πληροφορηθεί ότι μπορώ να διορθώσω, αφαιρέσω ή να προσθέσω οτιδήποτε θέλω. Αυτή η κατάθεση είναι η αλήθεια και την έκανα με την ελεύθερη θέληση μου». Στις 10.11.2008 και ώρα 23.55, ο Μ.Κ.12 συνέλαβε και τον κατηγορούμενο 2 δυνάμει πλέον δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «τίποτε». Παρόμοια στάση κράτησε ο κατηγορούμενος 2 και στις 12.11.2008 όταν ο Μ.Κ.12 του έλαβε ανακριτική κατάθεση. Του υποβλήθηκαν 32 ερωτήσεις χωρίς να απαντήσει οτιδήποτε.
  25. Η μαρτυρία για την επίδικη ουσία Όπως ήδη αναφέραμε, κατά τον Μ.Κ.13, αυτός παρέδωσε τα τεκμήρια, περιλαμβανομένης της βαλίτσας με την επίδικη ουσία στον Μ.Κ.2, χειριστή τεκμηρίων. Ο τελευταίος στα γραφεία της ΥΚΑΝ, στην παρουσία των κατηγορουμένων, αφαίρεσε τον πάτο της βαλίτσας, πήρε το σακούλι και αφαίρεσε από μέσα την επίδικη ουσία, την οποία σφράγισε σε διαφανές πλαστικό σακούλι. Στη συνέχεια σφράγισε σε χακί φάκελο το μαύρο σακούλι, το οποίο ήταν περιτυλιγμένο με καφέ κολλητική ταινία και εμποτισμένο με καφέ. Πρόκειται για τα προαναφερθέντα Τεκμήρια 1, 2 και
  26. Ο Μ.Κ.2 τα υπέγραψε όπως και ο κατηγορούμενος 1, ενώ ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να υπογράψει. Στις 12.11.2008 μετέφερε την επίδικη ουσία (Τεκμήριο 2) στο Γενικό Χημείο του Κράτους όπου και το παρέδωσε στον Χρίστο Κουντούρη (Μ.Κ.6). Ο Μ.Κ.6, που αναγνώρισε στο δικαστήριο το Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι φύλαξε το τεκμήριο στον ειδικό διαμορφωμένο χώρο που διαθέτει και ακολούθως την ίδια ημέρα το παρέδωσε στην προϊσταμένη του κα Κατερίνα Κονάρη η οποία εξέτασε, ως χημικός, την επίδικη ουσία. Η κα Κονάρη (Μ.Κ 15) επίσης αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως το τεκμήριο που είχε παραδοθεί και εξεταστεί στο Κρατικό Χημείο. Το τεκμήριο φέρει τον αριθμό του κρατικού χημείου, 15049/08, τον οποίο ανέγραψε η ίδια. Πέραν τούτου το τεκμήριο φέρει την υπογραφή της. Τόσο ο ΜΚ6, όσο και η ΜΚ 15 αντεξετάστηκαν για τον τρόπο διακίνησης και φύλαξης των τεκμηρίων. Τέθηκε θέμα και για το ποιοι έχουν δικαίωμα εισόδου στο εργαστήριο δικανικής χημείας και τοξικολογίας. Ήταν, μεταξύ άλλων, η θέση του κου Γεωργίου προς την κα Κονάρη ότι εντός του Κρατικού Χημείου μπορεί να εισέλθει ο Γενικός Εισαγγελέας, και οποιοσδήποτε άλλος πολίτης όπως «ο λαχειοπώλης, ο κουλουροπώλης, ο πλανοδιοπώλης ή μέλος της ΚΥΠ αυτού του κράτους», γεγονός που «δεν αποτελεί εγγύηση για την ασφάλεια» των τεκμηρίων που φυλάγονται εκεί. Δεν εξηγήθηκε υπό ποία έννοια τέθηκαν τέτοιες υποβολές και ειδικότερα εάν υπονοούσαν ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ή ένας λαχειοπώλης κ.τ.λ ήταν πιθανό να επέμβουν και να αλλοιώσουν την επίδικη ουσία. Εν πάση περιπτώσει η μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά τις τέτοιες εισηγήσεις, εξηγώντας ότι εντός του εργαστηρίου δικανικής χημείας και τοξικολογίας, του οποίου είναι υπεύθυνη, έχουν πρόσβαση μόνο όσοι εργάζονται εκεί και κανένας άλλος. Η είσοδος δε, οποιουδήποτε άλλου προσώπου, απαγορεύεται από το ISO. Ούτε μαρτυρία περί του αντιθέτου προσφέρθηκε, μήτε το ζήτημα αυτό επαναφέρθηκε στις τελικές αγορεύσεις. Η κα Κονάρη είναι, ως άνω χημικός και υπεύθυνη του εργαστηρίου δικανικής χημείας και τοξικολογίας. Στα προσόντα και την πείρα της θα αναφερθούμε κατωτέρω. Κατέθεσε ως τεκμήριο (τεκμήριο 54) την έκθεση που ετοίμασε για τη φύση της επίδικης ουσίας, βάρους, όπως τη ζύγισε, 969,9 γρ. Η διαπίστωση της είναι ότι πρόκειται για κοκαΐνη. Θα πρέπει όμως να διευκρινίσουμε εξ αρχής ότι ο έλεγχος στον οποίο προέβη ήταν μόνο ποιοτικός και όχι ποσοτικός. Αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το ακριβές ποσοστό κοκαίνης που περιέχεται στην άσπρη σκόνη. Όμως για τους λόγους που εξήγησε και στους οποίους θα αναφερθούμε κατωτέρω υποστήριξε ότι «τουλάχιστον το 50%» είναι κοκαΐνη. Η μαρτυρία της κας Κονάρη αμφισβητήθηκε έντονα κατά την αντεξέταση από αμφότερους τους συνηγόρους. Η αντεξέταση επεκτάθηκε σε ευρύ φάσμα θεμάτων. Αντεξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, για τον τρόπο λειτουργίας του εργαστηρίου, για τις συνθήκες παραλαβής του τεκμηρίου 2, για τις μεθόδους που ακολούθησε κατά την εξέταση του πιο πάνω τεκμηρίου, για τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά της κοκαΐνης, για το πιστοποιητικό του International Standards Organization (ISO) και για τα αναβολικά. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η αντεξέταση της καταλαμβάνει πέραν των 100 δακτυλογραφημένων σελίδων. Αρχίζοντας από το ζήτημα της φύσης της επίδικης ουσίας, σημειώνουμε ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι η ουσία εξετάστηκε με τη μέθοδο 03 07 09 , που είναι ο ποιοτικός προσδιορισμός κοκαΐνης σε αστυνομικά τεκμήρια με τις ακόλουθες τεχνικές, που αναγράφονται στην έκθεση της, ήτοι (α) χρωστική αντίδραση (Scott test), (β) χρωματογραφία λεπτής στιβάδας (TLC) και (γ) αέρια χρωματογραφίας με φασματογράφο μάζα(GC/MS). Ήταν η θέση της ότι και οι τρεις εξετάσεις έδειξαν ότι η ουσία είναι κοκαΐνη. Περίγραψε δε, τις διαδικασίες που ακολούθησε ως κατωτέρω: Εξήγησε τον τρόπο που έλαβε το δείγμα, ένα γραμμάριο, από την επίδικη ουσία το οποίο υπέβαλε μετά σε εξέταση. Περιγράφοντας τη διαδικασία που ακολούθησε είπε ότι «ανακάτευσε» την ουσία πάρα πολύ καλά, στην συνέχεια την χώρισε σε τέσσερα μέρη, πήρε τα δύο μέρη από τα τέσσερα, τα αντίθετα και τα έσμιξε ξανά. Τη διαδικασία αυτή την επανέλαβε έξι φορές μέχρι να καταλήξει στην μικρή ποσότητα την οποία χρησιμοποίησε για τις αναλύσεις της, η οποία, με αυτό τον τρόπο, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα όλης της επίδικης ουσίας. Η μέθοδος που ακολουθήθηκε από την μάρτυρα είναι, σύμφωνα πάντα με την ίδια, μία επίσημη μέθοδος δειγματοληψίας που καθορίζεται από το Association of Official Chemists. Η μέθοδος αυτή είναι επίσημη μέθοδος δειγματοληψίας («official method of sampling»), όπως είπε και κατέστη «official» από το Association of Forensic Scientists. Ανέφερε, τέλος, ότι χρησιμοποίησε από το συνολικό δείγμα του ενός γραμμαρίου τρία διαφορετικά μέρη για κάθε μια από τις τρεις αναλύσεις που διενήργησε. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι για όλες τις εξετάσεις χρησιμοποίησε πρότυπη ουσία κοκαΐνης με την οποία σύγκρινε την υπό εξέταση ουσία. Συγκεκριμένα σύγκρινε το χρόνο κατακράτησης στον αέριο χρωματογράφο, όπως και τον χρόνο έκλουσης στην πλάκα της χρωματογραφίας λεπτής στιβάδας. Το Κρατικό Χημείο προμηθεύεται τις πρότυπες αυτές ουσίες, που συνοδεύονται από πιστοποιητικά σε σχέση με τη γνησιότητα τους, από εταιρεία του εξωτερικού. Αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στις τρεις εξετάσεις που διενήργησε. Κατά τη χρωστική αντίδραση, το δείγμα της υπό εξέτασης ουσίας τοποθετείται σε σωληνάριο εντός του οποίου προστίθεται το αντιδραστήριο, το scott. Η αντίδραση στην περίπτωση της κοκαΐνης, δίνει ένα έντονο «τυρκουάζ» χρώμα, όπως είπε. Εξήγησε δε περαιτέρω ότι το scott test δεν δίνει θετικό αποτέλεσμα με οποιανδήποτε άλλη ουσία, εκτός της κοκαΐνης.. Η χρωστική αντίδραση είναι η πρώτη εξέταση που έγινε και αυτή ήταν «ενδεικτική και καθοδηγητική» για τη μάρτυρα, η οποία στη συνέχεια προχώρησε στη διενέργεια δύο άλλων εξετάσεων, για επιβεβαίωση του αποτελέσματος. Έτσι, μετά την εξέταση χρωστικής αντίδρασης, η μάρτυρας διενήργησε χρωματογραφία λεπτής στιβάδας, με ένα ειδικό σπρέι, το οποίο έδειξε το ίδιο αποτέλεσμα με τη προηγούμενη εξέταση, ήτοι ότι επρόκειτο για κοκαΐνη. Στη συνέχεια προέβη στην εξέταση αέριας χρωματογραφίας με φασματογράφο μάζας. Με την τεχνική αυτή ο χημικός παίρνει το χρόνο κατακράτησης (retention time) και ταυτόχρονα το μόριο περνά στον φασματογράφο μάζας, όπου «βομβαρδίζεται» με ψηλής έντασης ηλεκτρόνια και αποκαλύπτεται το φάσμα μάζας και η χημική δομή του μορίου της ουσίας. Κατά τη διαδικασία αυτή λαμβάνονται τα προϊόντα διάσπασης, τα οποία είναι χαρακτηριστικά και ειδικά για την κοκαΐνη. Η αέρια χρωματογραφία με φασματογράφο μάζας είναι, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα «αρκετός έλεγχος, για να αποδείξεις την αναγνώριση της κοκαΐνης» και αυτή είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται στο Forensic Science Services της Αγγλίας και στα περισσότερα εργαστήρια της Ευρώπης. Ήταν αντίθετα η υποβολή της υπεράσπισης, ότι μια άλλη μέθοδος , η μέθοδος HPLC είναι καλύτερη για την ανίχνευση κοκαΐνης, παρά οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε η ίδια, θέση που απορρίφθηκε από τη μάρτυρα. Η μέθοδος HPLC δεν χρησιμοποιείται, είπε, για την ταυτοποίηση μιας ουσίας διότι το μόνο στοιχείο που δίδει είναι τον χρόνο κατακράτησης. Ενώ η μέθοδος που χρησιμοποίησε η ίδια, δίδει όχι μόνο το χρόνο κατακράτησης, αλλά και το φάσμα μάζας. H μάρτυρας αντεξετάσθηκε εκτεταμένα σε σχέση με την έκθεση κάποιου χημικού Στυλιανίδη, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο για αναγνώριση. Όμως ο κ. Στυλιανίδης δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου από την υπεράσπιση για να υποστηρίξει τις θέσεις αυτές. Συνεπώς, κατ' ουσία δεν υπάρχει το υπόβαθρο ώστε να επεκταθούμε περαιτέρω σε σχέση με τις θέσεις που υποβλήθηκαν στη μάρτυρα. Μπορούμε όμως να πούμε ότι η μάρτυρας, μέσα από αυτή την πτυχή της αντεξέτασης, παρέμεινε σταθερή στις δικές της θέσεις υποστηρίζοντας με λεπτομέρεια την ορθότητα τους. Σημειώνουμε ακόμα ότι σε σχέση με την έκθεση Στυλιανίδη, που εν πάση περιπτώσει δεν είναι ενώπιον μας παραμένουσα τεκμήριο για αναγνώριση, ήταν η εισήγηση του κου Γεωργίου κατά την τελική αγόρευση του ότι η μάρτυρας δεν διαφώνησε με 'την προκαταρκτική εξέταση' του δικού του χημικού, αλλά διαφώνησε μόνο με το αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η μάρτυρας διαφώνησε με πολλές από τις θέσεις που αναγράφονται στην έκθεση Στυλιανίδη, για τους λόγους που εξήγησε. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά «διαφωνώ γενικά με αυτό το κείμενο, διότι νομίζω ο άνθρωπος που το έγραψε δεν γνωρίζει περί τον έλεγχο ναρκωτικών, διότι μιλά για τεχνικές οι οποίες δεν χρησιμοποιούνται γενικά για ναρκωτικά.». Συμφώνησε πλήρως μόνο σε σχέση με την αναφορά που γίνεται στο κείμενο ότι η κοκαΐνη περιέχει άνθρακα, οξυγόνο, υδρογόνο και άζωτο και έχει τα χαρακτηριστικά μιας οργανικής ουσίας. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ήταν η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι εκείνο που πήγε να παραλάβει από τον κατηγορούμενο 1 ήταν αναβολικά για άλογα. Αντεξετάζοντας σ' αυτά τα πλαίσια την κα Κονάρη ο κος Γεωργίου τη ρώτησε για αναβολικά τα οποία προσδιόρισε ως μείγμα σακχάρεων και κοκαΐνης και ειδικότερα της έθεσε ότι τα αναβολικά για άλογα και αθλητές περιέχουν, σε κάποιο ποσοστό, κοκαΐνη. Η μάρτυρας ανέφερε ότι στο εργαστήριο τοξικολογίας και δικανικής χημείας ελέγχονται αναβολικά, τα οποία εισάγονται στην Δημοκρατία παράνομα, ουδέποτε όμως διαπίστωσε ποσότητα κοκαΐνης στα αναβολικά. Σε άλλο σημείο ο κος Γεωργίου προσδιόρισε τα αναβολικά ως μια ουσία που ονομάζεται εφεδρίνη και η κα Κονάρη απάντησε ότι η εφεδρίνη δεν είναι αναβολικό και εξήγησε περί τίνος πρόκειται. Απέκλεισε τα περί σακχάρεων και αναβολικών και επέμεινε στη θέση της ότι επίδικη ουσία περιείχε τουλάχιστον κατά το 50% κοκαΐνη. Αντεξετάσθηκε επίσης και για την εγκυρότητα των διαδικασιών που ακολουθούνται στο εργαστήριο δικανικής χημείας και τοξικολογίας. Το εργαστήριο εργάζεται, είπε, κάτω από πρόγραμμα διασφάλισης της ποιότητας των αναλύσεων του και είναι διαπιστευμένο με το ISO
  27. Αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού κατατέθηκε στο δικαστήριο, τεκμήριο
  28. Η πιστοποίηση της μεθόδου με βάση το ISO εξυπακούει ότι η μέθοδος που ακολουθείται ελέγχεται από εξωτερικό φορέα, ο οποίος προβαίνει σε διακρίβωση ως «. προς το όριο ανίχνευσης της μεθόδου της επαναλειψιμότητας και ειδικότητας της μεθόδου, της ανθεκτικότητας της μεθολογίας της όλης εργασίας που έχεις ετοιμάσει και ελέγχεται.» Η μάρτυρας πρόσθεσε επίσης ότι «. γίνεται και παρακολούθηση της μεθόδου από ειδικό χημικό του ISO της Ελλάδας, στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την αρχή ως το τέλος, ελέγχεται το κάθε στάδιο και μετά παίρνεις το πιστοποιητικό ότι η μέθοδος σου είναι πιστοποιημένη». Δηλαδή ο Εξωτερικός Φορέας μεταβαίνει στο εργαστήριο και παρακολουθεί τη διαδικασία προτού εκδώσει το πιστοποιητικό ISO. Εξήγησε επίσης ότι η μέθοδος επικυρώθηκε αφού ανέλυσε ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής τις τεχνικές που, ως άνω, χρησιμοποιεί. Για να λάβεις το ISO, είπε περαιτέρω, πρέπει να παρουσιάσεις πάρα πολλές διαχρονικές μετρήσεις προς επικύρωση της μεθόδου. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 αγορεύοντας εισηγήθηκε ότι με βάση το πιστοποιητικό ISO που κατέχει το κρατικό χημείο, είναι διαπιστευμένο να προβαίνει μόνο σε ποιοτικό έλεγχο της κοκαΐνης και όχι σε ποσοτικό. Αποδέχθηκε, έτσι, τελικά το ISO για το οποίο έγινε προσπάθεια κατά την αντεξέταση αμφισβήτησης του. Το ότι το ISO που διαθέτει το χημείο προβλέπει για ποιοτικό μόνο έλεγχο είναι αλήθεια. Όμως, όπως έχουμε εξ αρχής αναφέρει ο έλεγχος στον οποίο προέβη η κα Κονάρη ήταν ποιοτικός. Η προαναφερθείσα διαπίστωση της περί κοκαΐνης κατά 50% τουλάχιστον, προκύπτει, όπως εξήγησε, από το ότι στα πλαίσια του ποιοτικού ελέγχου το όριο ανίχνευσης της κοκαΐνης είναι το 50%. Έτσι, ενώ δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το ακριβές ποσοστό της κοκαΐνης στην ουσία, μπορούσε όμως να πει με βεβαιότητα ότι ήταν «.πάνω από 50%». Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τη μαρτυρία της: «Ε. Εάν σας πω ότι που το 1γρ. που εξετάσετε τα 999 mg πιθανό να ήταν ζάχαρα, μπορείτε να το αποκλείσετε; Α. Δεν. Το αποκλείω, διότι όταν έγινε επικύρωση της μεθόδου μας για να πάρουμε το ISO, όπως είπα και τη περασμένη εβδομάδα, ένας από τους ελέγχους που κάνουμε είναι ο προσδιορισμός του ορίου ανίχνευσης της μεθόδου. Ε. Πόσο εν το όριο; Α. Το όριο όταν χρησιμοποιήσω ένα μιλιγραμμάριο, είναι 50% για την κοκαΐνη το συνολικό όριο της μεθόδου αν δεν είναι θετικά σε εκείνο το στάδιο επαναλαμβάνω ξανά τη χρωματογραφία λεπτής στοιβάδας.. ................................. Ε. το μόνο που είσαστε σε θέση να καταθέσετε είναι ότι από το 1 γρ. που δίνεται το μισό ήταν κοκαΐνη. Α. Τουλάχιστο το μισό , αλλά αυτό είναι το όριο ανίχνευσης της μεθόδου. Εδώ δεν κάνουμε ποσοτικό προσδιορισμό, απλώς ξέρω ότι για να πιάσω θετικό αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστο αυτό, αλλά ήταν πολύ θετικό το αποτέλεσμα μου, δεν ήταν στο όριο ανίχνευσης, έπιασα μεγάλη κορυφή και μεγάλη κηλίδα» Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε επίσης κατά την αγόρευση του, δίκην μαρτυρίας, ότι η κοκαΐνη δεν πωλείται ποτέ σε καθαρή μορφή, είναι μόνο το «1/3 ή τα 2/3 καθαρή. Κατ' αρχήν τέτοια εισήγηση έχει νόημα όταν γίνεται από κατηγορούμενο ο οποίος αποδέχεται ότι το επίδικο σκεύασμα περιέχει ουσιαστικό ποσοστό κοκαΐνης και ό,τι τίθεται πλέον είναι ο βαθμός «καθαρότητας». Ενώ, ως άνω, η αμφισβήτηση που έθεσε ο κατηγορούμενος 2 ήταν σε σχέση με τη θέση του περί αναβολικών που περιέχουν, «σε κάποιο ποσοστό», κοκαΐνη. Θέση που προσδιόρισε περαιτέρω με την ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη, λέγοντας ότι τα αναβολικά «πιστεύει ότι κάποτε μπορεί να τυγχάνει να περιέχουν ποσότητα κοκαΐνης μέχρι και 3 %.» Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έκανε η κα Κονάρη ήταν να διαχωρίσει μεταξύ του ναρκωτικού στην εγχώρια αγορά («street drug») και του εισαγόμενου ναρκωτικού («imported drug») και να αναφέρει ότι αρκετές φορές που έλεγξε εισαγόμενη κοκαΐνη, ήταν πολύ καθαρή. Στη συνέχεια όταν αρχίσει να «κυκλοφορεί» στην αγορά τότε είναι που αρχίζει να αραιώνει. Κατέληξε δε επαναλαμβάνοντας:- «..........Εδώ δεν γνωρίζω στη συγκεκριμένη περίπτωση αν είναι εκείνο που πουλιέται στην αγορά ή αν είναι κάτι το εισαγόμενο. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι σίγουρα είναι πάνω από 50%.» Η επίδικη ουσία ζυγίστηκε από τη ΜΚ15 σε διακριβωμένη ζυγαριά, η οποία ελέγχεται καθημερινά για να διασφαλιστεί η ορθότητα των ζυγίσεων. Μετέφερε, είπε, την επίδικη ουσία σε σακούλι, το οποίο είχε προηγουμένως τοποθετήσει στη ζυγαριά και «ζέρωσε» τη ζυγαριά, για να «φύγει το βάρος του σακουλιού». Η ορθότητα της ζύγισης όμως, επίσης αμφισβητήθηκε. Μάλιστα, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 προσκόμισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου μια ζυγαριά για να ζυγίσει η μάρτυρας την επίδικη ουσία. Η μάρτυρας δήλωσε αδυναμία καθότι η συγκεκριμένη ζυγαριά δεν ήταν διακριβωμένη. Θα ήταν σε θέση, ανέφερε, να ζυγίσει την ουσία μόνο εάν κάποιος εξωτερικός φορέας έλεγχε και πιστοποιούσε τη συγκεκριμένη ζυγαριά προηγουμένως. Αλλά, συμπλήρωσε, ακόμα και στην περίπτωση που μια ζυγαριά έχει πιστοποιητικό ότι είναι διακριβωμένη, δεν πρέπει καν να μετακινηθεί από το χώρο της, καθότι η μεταφορά μιας ζυγαριάς ακριβείας επηρεάζει την ορθή λειτουργία της
  29. Άλλη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής α) Στις 11.11.2008 σε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου 2, βρέθηκε στο πάτωμα του υπνοδωματίου του μια μαύρη βαλίτσα μάρκας DELSEY της οποίας ο πάτος ήταν ξεκολλημένος και κάτω από τον πάτο υπήρχαν ίχνη καφέ (Μαρτυρία Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2). Ήταν η ίδια με αυτή όπου βρέθηκε η επίδικη ουσία. Όταν ο Μ.Κ.2 την υπέδειξε στον κατηγορούμενο 2 και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Εν δική μου, έφερα την που την Ελλάδα». β) Την μοτοσικλέτα που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος 2 για να μεταβεί στο Palm Beach την οδήγησε στην ΥΚΑΝ Λάρνακας ο Μ.Κ.1, όπου και την στάθμευσε σε ασφαλές μέρος παραδίδοντας τα κλειδιά στον Μ.Κ.
  30. Στις 17.11.2008 όπου ο Μ.Κ.4 παρέλαβε τη μοτοσικλέτα του διαπίστωσε στην παρουσία του εξεταστή, Μ.Κ.12, ότι στην πλαστική θήκη της που ήταν κλειδωμένη και την άνοιξε με το κλειδί που του έδωσε ο Μ.Κ.12 υπήρχαν αντικείμενα που, κατά κοινώς αποδεκτό γεγονός, δεν ανήκαν στο ΜΚ
  31. Επρόκειτο για ένα ηλεκτρικό τρυπανάκι, 7 πλαστικά χειρουργικά γάντια, ένα τσαντάκι μαύρο και μια ζυγαριά ακριβείας, τεκμήρια 28, 29 , 30 και 31 αντίστοιχα. Όταν ο Μ.Κ.12 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο 2 για τα αντικείμενα που βρέθηκαν στη μοτοσικλέτα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «νομίζω είχα κάτι γάντια». Μετά, όταν ο Μ.Κ.2 του υπέδειξε τα ανευρεθέντα και του επεστήθη εκ νέου η προσοχή του στο νόμο, αυτός δεν απαντούσε στις ερωτήσεις.
  32. Άλλα παραδεκτά γεγονότα Έχουμε αναφερθεί στην πορεία σε διάφορα παραδεκτά γεγονότα, συμπληρώνουμε περιπλέον τα ακόλουθα: α) Έγινε αποδεκτή ως κοινώς παραδεκτά γεγονότα η έκθεση του δόκτορα Μ. Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, που προέβη σε εξετάσεις για ανεύρεση DNA σε διάφορα τεκμήρια. Βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 1 στη λαβή και την εξωτερική επιφάνεια της βαλίτσας (Τεκμήριο 1). Γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2 εντοπίστηκε σε αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του κατά τη σύλληψή του. β) Κοινώς αποδεκτή έγινε και η έκθεση του Υπαστυνόμου Γ. Αναστασίου της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου, ο οποίος διενήργησε δακτυλοσκοπική εξέταση διαφόρων τεκμηρίων. Εντοπίστηκε ένα μόνο αποτύπωμα στην εν λόγω βαλίτσα, το οποίο όμως δεν ταυτίστηκε με τους κατηγορούμενους. Γ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 1 Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε ένορκη μαρτυρία. Αναφερόμενος στην πρώτη του κατάθεση, ημερομηνίας 10.11.2008 (Τεκμήριο 45) είπε ότι κατ΄ εκείνο το χρόνο, λόγω έλλειψης ύπνου, όπως ισχυρίστηκε, ήταν πολύ κουρασμένος και ζαλισμένος. Ζήτησε να δώσει την κατάθεσή του παρουσία δικηγόρου. Οι αστυνομικοί τον προέτρεψαν αντ΄ αυτού να δώσει κατάθεση και να συνεργαστεί γιατί θα ήταν καλύτερο για τον ίδιο. Δεν είχε εγερθεί ένσταση για τη θεληματικότητα της κατάθεσης. Όπως αναφέραμε, ο κ. Βραχίμης περιορίστηκε να υποδείξει ότι με την αποδοχή της κατάθεσης δεν αποδέχεται γνώση του κατηγορούμενου 1 περί κοκαΐνης. Αυτή ήταν και η επιφύλαξη κατά το στάδιο της τελικής αγόρευσης. Αναφερόμενος στη δεύτερη του κατάθεση ημερομηνίας 16.11.2008 (Τεκμήριο 47) δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της εκτός από την απάντηση που είχε δώσει στο ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 όταν εισήλθε στο δωμάτιο του είπε οτιδήποτε. Τότε απάντησε «ΑΠΑΝΤ.10: Ήμουν πολύ κουρασμένος και πολύ αναστατωμένος γιατί όλα αυτά τα πράγματα συνέβησαν πολύ γρήγορα και δεν θυμάμαι αν είπε τίποτε ή όχι». Κατά τ΄ άλλα, ο κατηγορούμενος 1 προσδιόρισε κάποιες επουσιώδεις, όπως κρίνουμε, ανακρίβειες από τις καταθέσεις του, χωρίς να αναιρέσει οτιδήποτε από την ουσία τους, την οποία και επανέλαβε ως μάρτυρας δίδοντας περισσότερες λεπτομέρειες. Η ουσία της μαρτυρίας του είναι ότι ανέλαβε να μεταφέρει στην Κύπρο μια βαλίτσα που φαινόταν άδεια, έναντι αμοιβής. Επανέλαβε, όπως και στην πρώτη του κατάθεση, ότι είχε ρωτήσει τον Κεχαγιά για το περιεχόμενο της βαλίτσας και αυτός του απάντησε ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζει. Πρόσθεσε ότι είχε πει στον Κεχαγιά ότι θα έπρεπε να γνωρίζει γιατί θα περνούσε από τελωνείο και ο Κεχαγιάς του είπε ότι θα του έδειχνε, όταν θα πήγαινε από την Σουαζιλάνδη, όπου βρισκόταν, στο Τζιοχάνεσμπουρκ, όπου ο Κεχαγιάς διευθέτησε την παραμονή του σε ξενοδοχείο. Εκεί όμως, αντί του Κεχαγιά, εμφανίστηκε ένας «μαύρος άντρας» ο οποίος έδωσε στον κατηγορούμενο τη βαλίτσα, τα εισιτήρια, 450 δολάρια για τα έξοδα, που θα ήταν πέραν της αμοιβής των 1.000 δολαρίων και μια σημείωση με ένα αριθμό τηλεφώνου στο οποίο θα τηλεφωνούσε όταν θα έφθανε. Αυτός ανέφερε στον κατηγορούμενο 1 ότι ο Κεχαγιάς είχε κώλυμα. Τότε ήταν που ο κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι η βαλίτσα ήταν κενή. Εξέφρασε την απορία του προς τον «μαύρο άντρα» και αυτός του είπε ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε εφόσον απλώς του έδωσαν τη βαλίτσα για να του την παραδώσει. Έτσι, ο κατηγορούμενος 1 τηλεφώνησε στον Κεχαγιά. Απάντησε ο αυτόματος τηλεφωνητής και ο κατηγορούμενος 1 άφησε μήνυμα ζητώντας από τον Κεχαγιά να του τηλεφωνήσει και να του εξηγήσει τί συνέβαινε. Ο Κεχαγιάς όμως δεν του τηλεφώνησε. Παρά το ότι είχε απορία για το ζήτημα της άδειας βαλίτσας ξεκίνησε για το αεροδρόμιο εφόσον ο «μαύρος άντρας» του είχε πει ότι πρέπει να πάει στο αεροδρόμιο για να πάρει τη πτήση του. Κάτω απ΄ αυτές τις περιστάσεις, μένοντας με την απορία, τοποθέτησε στην άδεια βαλίτσα τα ρούχα του μεταφέροντάς τα από τη δική του βαλίτσα που ήταν ήδη έτοιμη ώστε να μην μεταφέρει δύο βαλίτσες. Ούτε μέχρι που πήγε στο αεροδρόμιο ο Κεχαγιάς του είχε τηλεφωνήσει. Προσπάθησε ο ίδιος να του ξανατηλεφωνήσει αλλά το τηλέφωνο του ήταν κλειστό. Έτσι, ταξίδευσε στην Κύπρο μέσω Αθήνας γνωρίζοντας μόνο ότι εκείνο που του δόθηκε να μεταφέρει ήταν μια άδεια βαλίτσα. Τα όσα περιγράφει στη συνέχεια σε σχέση με την άφιξή του στην Κύπρο, τη μετάβασή του στο ξενοδοχείο Palm Beach, τις κινήσεις και τις ενέργειές του μέχρι που εμφανίστηκαν οι αστυνομικοί, επιβεβαιώνουν τα όσα οι αστυνομικοί περιέγραψαν και τα εξηγούν. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι αμέσως μετά που κατέλυσε στο δωμάτιο 203 του ξενοδοχείου Palm Beach, αγόρασε από ένα supermarket απέναντι από το ξενοδοχείο μια τηλεφωνική κάρτα και, από ένα τηλεφωνικό θάλαμο, τηλεφώνησε στον Κεχαγιά αλλά το τηλέφωνο του ήταν και πάλι κλειστό. Τότε τηλεφώνησε στον αριθμό που του είχαν δώσει και ενημέρωσε το συνομιλητή του ότι είχε αφιχθεί και ότι του είχαν ζητήσει να τηλεφωνήσει σε εκείνο τον αριθμό για να αναφέρει τον αριθμό δωματίου του στο Palm Beach. Ο συνομιλητής του, του ζήτησε τον αριθμό του τηλεφώνου από τον οποίο τον καλούσε. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι μιλούσε από τηλεφωνικό θάλαμο και τότε ο συνομιλητής του, του υπέδειξε να προμηθευτεί με «τοπικό αριθμό» και να του ξανατηλεφωνήσει για να του δώσει τον αριθμό αυτό ώστε να μπορέσει να επικοινωνήσει εκείνος μαζί του. Ο κατηγορούμενος 1 έτσι έπραξε. Επέστρεψε στο supermarket, αγόρασε μια κάρτα SIM, τηλεφώνησε στο ίδιο τηλέφωνο και άφησε τον νέο του αριθμό. Μετά επέστρεψε στο ξενοδοχείο και καθώς άνοιγε την πόρτα κάποιος τον έσπρωξε από πίσω μέσα στο δωμάτιο και αφού του είπε ότι ήταν η αστυνομία, τον διέταξε να παραμείνει στη γωνιά και να μην κινηθεί καθότι θα διενεργούσαν, αυτός και άλλοι αστυνομικοί που εισήλθαν στο δωμάτιο, έρευνα. Έκαμαν σχολαστική, όπως την περιέγραψε, έρευνα χωρίς να εντοπίσουν οτιδήποτε στο δωμάτιο του. Ο «Γιάννης», εννοώντας τον Μ.Κ.13, του ζήτησε να γυμνωθεί για σκοπούς έρευνας, πράγμα το οποίο έπραξε χωρίς και πάλιν αποτέλεσμα. Στο τέλος όμως ο Μ.Κ.13 αφαίρεσε το εσωτερικό «ντύμα» (επένδυση) της βαλίτσας και εντόπισε ένα καφέ πλαστικό κάτω από την επένδυση. Τότε είπε «αυτό είναι που γυρεύω» και ότι είχε πληροφορίες πως είναι κοκαΐνη, οπότε και συνέλαβε τον κατηγορούμενο με την υπόνοια για κατοχή κοκαΐνης. Ο κατηγορούμενος 1 είχε πει ακολούθως στον Μ.Κ.13 ότι η βαλίτσα δεν ήταν δική του και ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε οτιδήποτε κρυμμένο μέσα. Ο Μ.Κ.13 του ανέφερε τότε ότι εάν συνεργαζόταν μαζί τους θα τον «έκαμναν μάρτυρα». Ο κατηγορούμενος 1 δέχθηκε. Οι αστυνομικοί αφού κάλεσαν φωτογράφο και έλαβαν φωτογραφίες της βαλίτσας επανατοποθέτησαν την εσωτερική επένδυση και τοποθέτησαν τη βαλίτσα στο κρεβάτι ως «δόλωμα» για το πρόσωπο που θα ερχόταν να την παραλάβει. Ακολούθως παρέμειναν, κατηγορούμενος και αστυνομικοί, για μερικές ώρες στο δωμάτιο μέχρι αργά το απόγευμα. Ο κατηγορούμενος καθόταν στο ένα από τα δύο κρεβάτια και αναπαυόταν. Σε κάποια στιγμή κτύπησε το φορητό του τηλέφωνο, το οποίο κρατούσαν οι αστυνομικοί και του το έδωσαν για να απαντήσει. Ένας άντρας του ζήτησε να μεταβεί στο δωμάτιό του, το
  33. Ο κατηγορούμενος 1 κάλυψε το τηλέφωνο με το χέρι του και ενημέρωσε τους αστυνομικούς. Εκείνοι του είπαν να επικαλεστεί πως είναι κουρασμένος και ότι δεν μπορούσε να πάει, πράγμα το οποίο έπραξε και έκλεισε το τηλέφωνο. Μετά από 5 - 10 λεπτά έλαβε ένα άλλο τηλεφώνημα με πολύ κακή σύνδεση και ο συνομιλητής του τον ρώτησε γιατί δεν πήγαινε στο δωμάτιό του. Ο κατηγορούμενος 1 επανέλαβε τα ίδια και μετά από μερικά λεπτά κάποιος κτύπησε την πόρτα. Τότε, είδε τους δύο αστυφύλακες να κρύβονται πίσω από τον τοίχο και τον Μ.Κ.13 να κρύβεται στο μπαλκόνι. Ο ίδιος άνοιξε την πόρτα και ένας άντρας εισήλθε στο δωμάτιο, περπάτησε μέσα στο δωμάτιο και καθώς ο κατηγορούμενος 1 έκλεινε την πόρτα είδε με την άκρη του ματιού του τους δύο αστυφύλακες να πέφτουν πάνω του και να τον ακινητοποιούν στο πάτωμα και τότε ο Μ.Κ.13 μπήκε γρήγορα μέσα από το μπαλκόνι και του έβαλε χειροπέδες. Ήταν η θέση του στο εδώλιο του μάρτυρα ότι το τί είχε αναφέρει στον αστυνομικό που του ελάμβανε την ανακριτική του κατάθεση σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ήταν ότι ο τελευταίος δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε εφόσον μόλις μπήκε στο δωμάτιο έπεσαν πάνω του και τον συνέλαβαν. Ο αστυνομικός τότε του είπε ότι δεν είναι έτσι που λέει τα πράγματα η αστυνομία αλλά ότι ο κατηγορούμενος 2 όταν εισήλθε στο δωμάτιο ρώτησε πού βρισκόταν η κοκαΐνη. Ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε πως απάντησε πως αυτό ήταν ψέμα και ρώτησε τον αστυνομικό εάν εκείνο που ήθελε ήταν να πει και ο ίδιος ψέματα. Τότε, ο αστυνομικός του είπε «όχι, δεν χρειάζεται να πεις ψέματα, αν θέλεις να συνεργαστείς με την αστυνομία και να τους βοηθήσεις θα πεις τότε ότι δεν θυμάσαι, ήσουν πολύ αναστατωμένος και αν το πεις αυτό θα βεβαιωθούμε και εμείς ότι θα σε βοηθήσουμε να πάρεις μια πιο χαμηλή ποινή», την οποία και καθόρισε στο πέντε περίπου τοις εκατόν της κανονικής ποινής. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν πολύ αναστατωμένος, είπε, εκείνη τη στιγμή, βρήκε την προσφορά δελεαστική, πίστεψε τον αστυνομικό και δέχθηκε να καταγραφεί η απάντηση αριθμός 10 στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 47). Αντεξέτασε πρώτος, χωρίς ένσταση από οποιαδήποτε άλλη πλευρά, τον κατηγορούμενο 1 ο κ. Γεωργίου εισηγούμενος ότι τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος 1 μπορεί να ερμηνευθούν ότι είναι ενοχοποιητικά για τον κατηγορούμενο
  34. Ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στο σχέδιο (Τεκμήριο 44) ως το σημείο που βρίσκονταν οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.11, το σημείο που ο Μ.Κ.9 είχε σημειώσει στο σχέδιο. Ήταν όμως η θέση του ότι ο τρίτος βρισκόταν στο μπαλκόνι και ότι δεν υπήρχε κουρτίνα μεταξύ του μπαλκονιού και του δωματίου, εφόσον οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες στην άκρη. Όταν άνοιξε την πόρτα, ο κατηγορούμενος 2 εισήλθε στο δωμάτιο προσπερνώντας τον και ο ίδιος έκλεισε την πόρτα και στράφηκε προς το εσωτερικό του δωματίου. Είδε ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 έκαμε μερικά βήματα και έφθασε εκεί που είναι το τέλος του τοίχου του αποχωρητηρίου, δηλαδή στο τέλος του διαδρόμου, οι δύο αστυφύλακες που ήταν κρυμμένοι πίσω από τον τοίχο «τον εμούνταραν και τον έριξαν κάτω στο έδαφος» χωρίς αυτός να είχε πει μέχρι εκείνη τη στιγμή οτιδήποτε και πριν προλάβει να εισέλθει στο κυρίως δωμάτιο και να πλησιάσει τη βαλίτσα ώστε να ήταν δυνατό να την αγγίξει. Ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε, περαιτέρω, ότι οι αστυνομικοί έκαμαν οποιαδήποτε δοκιμή με τη χρήση δοκιμαστικού σωλήνα. Ήταν η θέση του ότι όταν ανακάλυψαν την ουσία απλώς ανέφεραν ότι έχουν πληροφορίες πως ήταν κοκαΐνη. Δήλωσε δε, ότι ουδέποτε η ουσία αυτή ζυγίστηκε στην παρουσία του. Αντεξεταζόμενος από την κα Πασιαρδή δέχθηκε ότι του φάνηκε παράξενο όταν διαπίστωσε ότι η βαλίτσα ήταν άδεια, όπως παράξενο του φάνηκε και το γεγονός ότι θα μετέφερε μια άδεια βαλίτσα στην Κύπρο για να την παραδώσει σε κάποιο άγνωστό του πρόσωπο. Όμως, παρά ταύτα, δεν υποψιάστηκε ότι μπορούσε να υπάρχει κάτι παράνομο στη βαλίτσα επειδή δεν υπήρχε λόγος να υποψιαστεί από το γεγονός και μόνο ότι δεν του δόθηκε εξήγηση. Όταν δε, ρωτήθηκε ποιο συγκεκριμένα κατά πόσο είχε υποψιαστεί ότι μέσα στη βαλίτσα μπορεί να υπήρχαν ναρκωτικά απάντησε ότι η βαλίτσα ήταν άδεια, «πού να υποψιαζόμουνα;». Αυτό ήταν «το τελευταίο πράγμα στη σκέψη του» διότι στη Νότια Αφρική δεν παράγονται ναρκωτικά αλλά εισάγονται εκεί από άλλες χώρες. Πρόκειται για μια χώρα με πενήντα εκατομμύρια ανθρώπους, με πολύ μεγαλύτερη αγορά εκεί και δεν υπήρχε λόγος κάποιος να επανεξάξει ναρκωτικά από τη Νότια Αφρική σε μια μικρή χώρα όπως η Κύπρος. Επέμεινε στη θέση του ότι μετέφερε την άδεια βαλίτσα χωρίς να γνωρίζει ότι περιείχε ναρκωτικά και ότι δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζει. Τώρα, αντιλαμβάνεται ότι αυτοί (εννοεί εκείνοι που τον έστειλαν) δεν ήθελαν να γνωρίζει και κατέληξε ως ακολούθως επί του θέματος αυτού: «Εάν εγώ αρνιόμουνα τότε αυτοί θα έπρεπε να πάνε να βρούνε κάποιον άλλο. Δεν ξέρω πώς το έκαναν, από εμπιστοσύνη προς εμένα ή οτιδήποτε.» Σε ερώτηση αν του φάνηκε λογικό το σενάριο της μεταφοράς μιας άδειας βαλίτσας στην Κύπρο απάντησε ότι «υπήρχε εκεί ένα εισιτήριο, το οποίο θα πήγαινε χαμένο εάν ανέμενε εξηγήσεις» και η αλήθεια είναι ότι πρόσμενε αυτό το ταξίδι, ήθελε να έρθει να δει την Κύπρο και δεν έβλεπε να υπάρχει κάποιο δικό του φταίξιμο. Ήταν η θέση του ότι εκείνο που ανέμενε πως θα γινόταν στην Κύπρο είναι ότι κάποιος θα πήγαινε στο δωμάτιό του να παραλάβει τη βαλίτσα και να φύγει. Όταν ο κατηγορούμενος 2 πήγε στο δωμάτιό του δεν συνομίλησαν καθόλου. Ρωτήθηκε κατά πόσο δεν είχαν πει «ούτε γεια» και απάντησε «τίποτε, καμιά ευκαιρία. Μερικά βήματα και η αστυνομία τον συνέλαβε». Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο κατηγορούμενος 2 εισερχόμενος στο δωμάτιο τον ρώτησε πού ήταν η βαλίτσα με την κοκαΐνη και ότι οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν μετά που είχε πάρει τη βαλίτσα από το κρεβάτι. Δεν είχε, είπε, ούτε την ευκαιρία να την πιάσει, αλλά ούτε να την προσεγγίσει, όπως έπεσαν πάνω του. Για την αναληθή, όπως τώρα ισχυρίστηκε, απάντησή του στην ερώτηση 10 είπε ότι πείστηκε να το κάμει μετά την προσφορά και τις υποσχέσεις για να συνεργαστεί με την αστυνομία, αισθανόμενος ότι χρειαζόταν βοήθεια. Του υποβλήθηκε ότι δεν του δόθηκε καμιά υπόσχεση από την αστυνομία και η απάντηση του ήταν ότι «του υποσχέθηκαν πολλά πράγματα». Δ. Η ΑΝΟΜΩΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 2 Ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανόμωτη δήλωση ως ακολούθως:- «Εγώ ο Αντρέας Κοντζιάς έχω ακούσει τι δήλωσε ο δικηγόρος μου στην εναρκτήρια ομιλία του και θέλω να επαναλάβω με δικά μου λόγια. Εγώ πράγματι ήμουν χρήστης της κοκαΐνης και έκανα χρήση όταν ήμουν φοιτητής στην Αγγλία. Εγώ εκείνη την ημέρα δεν πήγαινα για κοκαΐνη αλλά είχα την εντύπωση ότι από τις κουβέντες που μου είχε πει αυτός που μου με έστειλε ότι θα παραλάμβανα αναβολικά από αυτά που χρησιμοποιούν για να ντοπάρουν άλογα για τις ιπποδρομίες και σε αντάλλαγμα θα μου διευθετούσαν την παραμονή μιας κοπέλας στο ξενοδοχείο Palm Beach, όπου θα πήγαινα και θα μου έδιναν και μια πληροφορία για το ποιο άλογο θα ντοπαριζόταν και θα κέρδιζε στις επόμενες ιπποδρομίες πράμα που είχα ξανακάνει ακόμα μια φορά στο ίδιο ξενοδοχείο στο παρελθόν. Εγώ πήγα εκεί έκαμα check‑in και μου είχαν δώσει ένα αριθμό τηλεφώνου για να τηλεφωνήσω. Τηλεφώνησα και ενώ ανέμενα ότι θα ερχόταν αυτός που απάντησε το τηλεφώνημα μου στο δωμάτιο, μου είπε ότι ήταν πολύ κουρασμένος και έπρεπε να κατέβω εγώ. Αυτό το πράμα με ξένισε και πήρα τηλέφωνο για να πάρω οδηγίες. Ζήτησα οδηγίες και μου είπε αυτός που τηλεφώνησα να περιμένω να με πάρει πίσω. Αυτός πράγματι με πήρε πίσω σε λίγο και μου είπε να κατέβω εγώ κάτω στο δωμάτιο. Μόλις κατέβηκα κάτω, χτύπησα την πόρτα και μόλις άνοιξε μπήκα μέσα. Αμέσως πριν προλάβω να πω οτιδήποτε συνελήφθηκα. Εγώ σε καμιά περίπτωση δεν άνοιξα την τσάντα, και ούτε πρόλαβα να πω οτιδήποτε. Αυτό που είπαν οι μάρτυρες ότι δήθεν είπα φέρ΄την κοκαΐνη και ότι δήθεν έπιασα την τσάντα πάνω στο κρεβάτι δεν είναι αληθές. Εγώ μπαίνοντας μέσα διαισθάνθηκα την παρουσία και άλλων προσώπων στο δωμάτιο, αλλά τα γεγονότα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να κάνω οποιοιδήποτε. Όταν συνελήφθηκα με παρουσίασαν σε 3 αξιωματικούς μεταξύ των οποίων και ο Παντελής Πολυβίου, ο οποίος επίμονα που έλεγε σε ποιον θα έπαιρνα την βαλίτσα, γιατί γνώριζε ότι η βαλίτσα και το περιεχόμενο της δεν ήταν δικά μου. Και ότι γνώριζε πολύ καλά σε ποιον ανήκε η βαλίτσα. Εγώ μετά που πέρασαν 2, 3 μέρες ανάθεσα στον τότε δικηγόρο μου να προσεγγίσω τον Υπαστυνόμο Παναγιώτου, τον υπεύθυνο του ΤΑΕ Λάρνακας Ευθύμιο Παναγιώτου και να του πει ότι ενδιαφέρομαι να δώσω κατάθεση και να πω ότι ήξερα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο. Ο τότε δικηγόρος μου, μου είχε πει ότι οι ανακριτές είπαν ότι δεν θέλουν να ξέρουν οτιδήποτε και να τους αφήσουν ήσυχους. Ακολούθως εγώ άλλαξα δικηγόρο και διόρισα τον κύριο Κώστα Ευσταθίου, ζητώντας του μεταξύ άλλων να διερευνήσει την πιθανότητα να δώσω μαρτυρία με αντάλλαγμα να τύχω προστασίας από το κράτος. Αλλά και πάλι δεν έγινε τίποτα. Διόρισα άλλο δικηγόρο το σημερινό μου δικηγόρο και του έδωσα οδηγίες όπως στείλει επίσημη επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα. Ο δικηγόρος μου έστειλε επιστολή το Τεκμήριο 40 την οποία αναγνωρίζω. Πάλι δεν έτυχα απάντησης και περί τα τέλη του Ιουλίου του 2009 όταν με επισκέφθηκε ο δικηγόρος μου στις φυλακές του ζήτησα να διερευνήσει το λόγο γιατί δεν τυγχάνω απάντησης. Μετά από λίγες μέρες ο ίδιος μου είπε ότι μίλησε προφορικά με τον κύριο Πέτρο Κληρίδη ο οποίος του ζήτησε να του στείλει προσωπικά την επιστολή στο προσωπικό του φαξ. Ακολούθως ο δικηγόρος μου, μου ανέφερε ότι έλαβε τηλεφώνημα από το Αρχηγείο Αστυνομίας. Στις 3 Αυγούστου 2009 όταν ήταν η υπόθεση του Γιώργου Παναγίδη ορισμένη ενημερώθηκε ο Γιώργος Παναγίδης από το δικηγόρο μου και με ενημέρωσε ότι δέχτηκε τηλεφώνημα από κάποιον Υπαστυνόμο του Αρχηγείου ο οποίος ζητούσε να πληροφορηθεί τους αριθμούς τους υποθέσεων του Σπύρου Γρηγορίου πρόσωπο το οποίο αναφέρεται στην επιστολή. Εγώ τότε περίμενα ότι θα έμπαινα στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων, και είναι με μεγάλη που έκπληξη που άκουσα τον κύριο Παντελή Πολυβίου να αναφέρει ότι ουδέποτε τέθηκε υπόψη του το Τεκμήριο
  35. Ειλικρινά μου έχει μείνει η απορία για το τι έγινε. Εγώ έχω χάσει την εμπιστοσύνη μου στην Κρατική Υπηρεσία και ειλικρινά πλέον δεν πιστεύω σε τίποτα. Δεν έχω εμπιστοσύνη να αποκαλύψω ονόματα και έχω παράπονο για τον τρόπο που με μεταχειρίστηκε το κράτος. Δεν γνωρίζω εάν οι άσπρη σκόνη είναι κοκαΐνη, εγώ ξέρω ότι πήγα να πάρω αναβολικά αλόγων, πράγμα το οποίο όπως ανάφερα προηγουμένως ξαναέκανα τα οποία πιστεύω ότι κάποτε μπορεί να τυγχάνει να περιέχουν ποσότητα κοκαΐνης μέχρι και 3 %. Απ' ό,τι άκουσα από την χημικό μόνο 50 μικρογραμμάρια ανέλυσε και βρήκε σε αυτά μια μικρή ποσότητα κοκαΐνης για την οποία εγώ δεν γνώριζα τίποτε. Ξέχασα να πω ότι εκτός από την πληροφορία για τα ιπποδρόμια και την κοπέλα αυτή που με έστειλαν θα μου έδιναν 3‑ 4 δώσεις κοκαΐνης μελλοντικά από το δικό τους απόθεμα για δική μου χρήση. Αυτά». Ε. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη (physical custody) του αντικειμένου, είτε, όπως προνοείται από το άρθρο 2

(3)του Νόμου[4], σε έλεγχό του, έστω κι αν αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη άλλου (βλ. D.P.P. v. Brooks [1974] A.C. 862 P.C.). Ως προς την ευρεία αυτή έννοια της κατοχής παραπέμπουμε στις υποθέσεις R v. Blake 68 Cr. R. 1, R v. Peaston 69 Cr. App. R. 203, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ, 388, Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 211, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 256, Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ, 706. Η κατοχή όμως, είτε υπό τη στενή έννοια, είτε υπό την έννοια του ελέγχου, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49, Πολυδώρου v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 492, Αθηνής, ανώτ.). Στην Αγγλία είχε, υπό το φως των προνοιών του Νόμου που ίσχυε τότε [Drugs (Prevention of Misuse) Act 1964], διατυπωθεί η άκαμπτη θέση ότι το αδίκημα της κατοχής ήταν αδίκημα αυστηρής ευθύνης [Lockyer v. Gibb [1966] 2 All ER 653 (Q.B.D.)]. Στη μεταγενέστερη υπόθεση Warner v. Metropolitan Police [1968] 2 All ER (H.L.), αν και δεν αμφισβητήθηκε ευθέως η φύση του αδικήματος ως αδικήματος αυστηρής ευθύνης, παρά ταύτα δεν υποστηρίχθηκε η εν λόγω άκαμπτη θέση, εφόσον μέσα από πολυσέλιδες αποφάσεις έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί ότι συνειδητή κατοχή του αντικειμένου δεν τεκμηριώνει αναντίλεκτα γνώση του περιεχομένου του. Εν πάση περιπτώσει, με το μεταγενέστερο, αντίστοιχο Αγγλικό Νόμο του 1971 εισήχθησαν οι πρόνοιες του άρθρου 28 σε μια προσπάθεια να απαμβλυνθεί η αυστηρότητα του προϊσχύσαντος Νόμου. Το άρθρο 28 είναι ταυτόσημο με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του δικού μας Νόμου. Παραπέμπουμε στις πρόνοιές του: «32. -
(1)Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται εις αδικήματα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούμενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκημα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούμενος δέον όπως ή κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόμενον με το προσαπτόμενον αδίκημα ήτο το ελεγχόμενον φάρμακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον- (α) ο κατηγορούμενος δεν απαλλάσσεται του αδικήματος λόγω μόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόμενον φάρμακον περί ου ο ισχυρισμός αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήματος - (
  1. i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υποπτεύηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον ή (
  2. ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον, ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ώστε, εάν τούτο ήτο πράγματι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι΄ αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.» Καθοδηγητική για το πώς εφαρμόζονται οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες είναι η υπόθεση R v. MacNamara
(1988)87 Cr. App. R. 246, CA. στην οποία έγινε προσπάθεια να εξαχθεί ο λόγος (ratio) της Warner. Παραπέμπουμε σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2004 (παρ. Β 20.13) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "The basic proposition is that a person must know that he is in possession of something which is, in fact a controlled drug. This is abundantly clear from Warner v. Metropolitan Police Commissioner
(1969)2 AC 256, Boyesen
(1982)AC 768 and McNamara
(1988)87 Cr App R 246. Further confirmation is to be found in Lambert
(2002)2 AC 545, where, for example, Lord Clyde states, "The second element involves that the defendant knows that the thing in question is under his control. He need not know what is nature is, but so long as he knows that the thing, whatever it is, is under his control, it is in his possession". Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η βασική θέση είναι ότι κάποιο πρόσωπο πρέπει να γνωρίζει ότι έχει στην κατοχή του κάτι, το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι ελεγχόμενο φάρμακο. Αυτό είναι εντελώς ξεκάθαρο από την υπόθεση Warner v. Metropolitan Police Commissioner
(1969)2 AC 256, Boyesen
(1982)AC 768 και McNamara
(1988)87 Cr App R 246. Περαιτέρω επιβεβαίωση αυτής της θέσης υπάρχει στην υπόθεση Lambert
(2002)2 AC 545, όπου, για παράδειγμα, ο Λόρδος Clyde αναφέρει, «Το δεύτερο στοιχείο εμπεριέχει γνώση του κατηγορούμενου ότι το επίδικο αντικείμενο βρίσκεται υπό τον έλεγχο του. Δεν απαιτείται να γνωρίζει τη φύση του, αλλά ενόσω γνωρίζει ότι το αντικείμενο, ό,τι και αν είναι αυτό, βρίσκεται υπό τον έλεγχο του, αυτό είναι στην κατοχή του.» Παραπέμπουμε περαιτέρω στο σύγγραμμα Archbold
(2002)26-54: «What constitutes "possession"? In R. v. McNamara, 87 Cr.App.R. 246, the Court of Appeal acknowledged the difficulty in expressing the concept of "possession" and in extracting the ratio from the speeches in Warner, ante. The following propositions, it was said, emerged from those speeches.
(1)A man does not have possession of something which has been put into his pocket or house without his knowledge.
(2)A mere mistake as to the quality of a thing under the defendant's control is not enough to prevent him being in possession - for example, in possession of heroin believing it to be cannabis or aspirin: see Searle v. Randolph [1972] Crim.L.R. 779, DC.
(3)If the defendant believed that the thing was of a wholly different nature to that which in fact it was, then, to use the words of Lord Pearce (in Warner), "the result would be otherwise".
(4)In the case of a package or box, the defendant's possession of it led to the strong inference that he was in possession of the contents. However, if the contents were quite different in kind from what he believed, he was not in possession of them. To rebut the inference in proposition 4, the defendant must prove that (or raise a real doubt as to whether), either (
  1. a)he was a servant or bailee who had no right to open the package and no reason to suspect that its contents were illicit or were drugs, or (
  2. b)he had no knowledge of, or had made a genuine mistake as to, the nature of the contents, even though he was the owner, and that he had received the package innocently and had had no opportunity to acquaint himself with its actual contents: per Lord Pearce at p. 305D, ante, § 26-57. The 1971 Act places the initial burden of proving that the defendant had, and knew that he had, a package in his control and that the package contained something, upon the prosecution. That establishes the necessary possession. The prosecution must also prove that the package contained the drug alleged. If any of those matters are unproved there is no case to go to the jury. Once those matters are proved, the burden is cast on the defendant to bring himself within section 28
(2)and
(3): see Lord Lane C.J., at p.
  1. In R. v. Lambert [2001] 3 W.L.R. 206, the House of Lords confirmed that the elements of the offence under section 5 had been correctly identified in McNamara.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Τι συνιστά «κατοχή»;» Στην R. v. McNamara, 87 Cr.App.R.246, το εφετείο αναγνώρισε την δυσκολία στην διατύπωση της έννοιας «κατοχή» και υιοθέτησε τις αρχές ως αυτές διατυπώνονται στις αποφάσεις των Δικαστών στη Warner, ανωτέρω. Οι πιο κάτω αρχές προκύπτουν από τις αποφάσεις αυτές.
  2. Ένας άνθρωπος δεν κατέχει κάτι το οποίο τοποθετήθηκε στην τσέπη ή στο σπίτι του, εν αγνοία του.
  3. Ένα απλό λάθος ως προς τις ιδιότητες ενός αντικειμένου που είναι υπό τον έλεγχο του κατηγορουμένου δεν είναι αρκετό να αποκλείσει το συμπέρασμα ότι αυτός το κατείχε - για παράδειγμα όταν κάποιος κατέχει ηρωίνη πιστεύοντας ότι αυτή είναι κάνναβη ή ασπιρίνη. Βλέπετε Searle v. Randolph [1972] Crim. L.R. 779, DC.
  4. Αν ο κατηγορούμενος πίστευε ότι το αντικείμενο ήταν εντελώς διαφορετικής φύσεως από αυτή που πραγματικά ήταν, τότε χρησιμοποιώντας τις λέξεις του Lord Pearce (στην Warner), «το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό».
  5. Στην περίπτωση ενός δέματος ή ενός κουτιού, η κατοχή του από τον κατηγορούμενο οδήγησε σε ισχυρό συμπέρασμα ότι αυτός ήταν ο κάτοχος του περιεχομένου του. Παρά ταύτα, εάν το περιεχόμενο του ήταν διαφορετικό κατ΄ είδος, από αυτό που εκείνος πίστευε, τότε δεν είναι κάτοχος αυτού. Για να αντικρουστεί το συμπέρασμα της κατοχής, με βάση την αρχή στην παράγραφο 4, o κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι (ή να δημιουργήσει μία πραγματική αμφιβολία ως το κατά πόσο), είτε α) ότι ήταν πρόσωπο στην υπηρεσία κάποιου ή θεματοφύλακας που δεν είχε δικαίωμα να ανοίξει το δέμα και δεν είχε λόγο να υποψιαστεί ότι το περιεχόμενο του ήταν παράνομο ή ότι ήταν ναρκωτικά, είτε β) δεν είχε γνώση του περιεχομένου του ή έκαμε ένα ειλικρινές λάθος σε σχέση με την φύση του περιεχομένου του, παρά το γεγονός ότι ήταν ο ιδιοκτήτης, και ότι είχε παραλάβει το δέμα απονήρευτα και δεν είχε την ευκαιρία να γνωρίζει ο ίδιος το πραγματικό περιεχόμενο του: κατά τον Lord Pearce σελ.305D, ανωτέρω, §26-
  6. Ο Νόμος του 1971 εναποθέτει στην κατηγορούσα αρχή το αρχικό βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε, και γνώριζε ότι είχε ένα δέμα που ήταν υπό τον έλεγχο του και ότι το δέμα περιείχε κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Η κατηγορούσα αρχή πρέπει επίσης να αποδείξει ότι το δέμα περιείχε το κατ΄ ισχυρισμό ναρκωτικό. Εάν ένα από αυτά τα θέματα δεν αποδειχθεί τότε δεν υπάρχει υπόθεση για τους ενόρκους να αποφασίσουν. Αν αυτά τα θέματα αποδειχθούν, τότε το βάρος εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι η υπόθεση του εμπίπτει στο άρθρο 28
(2)και
(3). Βλέπετε Lord Lane C.J., στην σελ.252. Στην R. v. Lambert [2001] 3WLR 206 η Βουλή των Λόρδων επιβεβαίωσε ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος με βάση το άρθρο 5 έχουν ορθά διατυπωθεί στην McNamara». Όταν βέβαια το άρθρο 32 αναφέρεται σε βάρος του κατηγορούμενου «να αποδείξει» δεν μπορεί να εννοείται ότι εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου οποιοδήποτε βάρος ν΄ αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Το ζήτημα εξηγείται στην υπόθεση Salabiaku v. France
(1991)13 EHRR 379 όπου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι είναι θεμιτή η μετάθεση του αποδεικτικού βάρους υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε πραγματικά ή νομικά τεκμήρια περιορίζονται σε εύλογα πλαίσια. Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις που θεσπίζονται τεκμήρια από τη νομοθεσία η οποία αποσκοπεί στην καταπολέμηση των ναρκωτικών, θα πρέπει να εξισορροπούνται, αφενός τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και αφετέρου η ανάγκη για προστασία της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών ώστε να αποφεύγεται αθέμιτη δυσαναλογία. Το κριτήριο δε, της αναλογικότητας δεν ικανοποιείται όταν η πρόνοια που εισάγει το τεκμήριο ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο ώστε να εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του προς ανατροπή του τεκμηρίου (legal burden of proof). Αντίθετα, όταν η σχετική πρόνοια έχει την έννοια ή ερμηνεύεται, όπως και πρέπει να ερμηνεύεται, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, αλλά μόνο να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες (evidential burden of proof), τότε δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (R. ν. Lambert [2001] UKHL 37, [2001] 3 All ER 577). Τα ίδια έχουν εξηγηθεί μέσα από την κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, εξετάστηκε το τεκμήριο που θέτει το άρθρο 30 Α του Νόμου, δυνάμει του οποίου, ανάλογα με την ποσότητα ελεγχομένου φαρμάκου που κατέχεται, τεκμαίρεται ο σκοπός προμήθειας σε τρίτο πρόσωπο «εκτός αν (ο κατηγορούμενος) ικανοποιήσει το δικαστήριο για το αντίθετο». Υποδείχθηκε, με αναφορά στην υπόθεση Σκούλλου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, ότι η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο το οποίο παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης, αλλά θέτει στον κατηγορούμενο το βάρος να δημιουργήσει λογική αμφιβολία. Όπως είχε εξηγήσει ο Πογιατζής Δ. στην Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σε τέτοιες περιπτώσεις ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς ή βάσιμοι, αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα παραβίαζε, εξηγεί περαιτέρω, το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 12.4 του Συντάγματος (βλ. επίσης Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211). Ο τρόπος που λειτουργεί ένα εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο εξηγείται στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2004, σελ. 2054, F.3.32 ως εξής: «If the prosecution rely upon a rebuttable presumption of law and adduce prima facie evidence of the basic facts, an evidential burden is placed on the defence which may be discharged by the adduction of such evidence as might leave a jury in reasonable doubt´; and if the defence do discharge the evidential burden, the effect is as if the presumption had never come into play - the prosecution are still required to prove the presumed fact beyond reasonable doubt» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν η κατηγορούσα αρχή στηρίζεται σε μαχητό τεκμήριο εκ του νόμου και παρουσιάζει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία σε σχέση με τα βασικά γεγονότα, τότε το αποδεικτικό βάρος εναποτίθεται στην υπεράσπιση η οποία μπορεί να το αποσείσει με την παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας η οποία δυνατό να δημιουργήσει στους ενόρκους εύλογη αμφιβολία: και εάν η υπεράσπιση αποσείσει το αποδεικτικό βάρος το αποτέλεσμα είναι ως εάν το τεκμήριο να μην είχε δημιουργηθεί - η κατηγορούσα αρχή συνεχίζει να έχει καθήκον να αποδείξει το τεκμαιρόμενο γεγονός πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 133, παρ. 6 - 14 κάτω από τον τίτλο «Satisfying the evidential burden» αναφέρονται τα εξής: «Discharge of the evidential burden by the defence is not a prerequisite to an acquittal. The accused is entitled to be acquitted "if at the end of and on the whole of the case, there is a reasonable doubt created by the evidence given by either the prosecution or the prisoner". Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Η απόσειση του αποδεικτικού βάρους από την υπεράσπιση δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για αθώωση. Ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί «εάν στο τέλος και με βάση όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, έχει δημιουργηθεί μία εύλογη υποψία, με βάση τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί είτε από την κατηγορούσα αρχή είτε από τον κατηγορούμενο». Συνεπώς δεν είναι αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργηθεί λογική αμφιβολία. Η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται είτε από τον κατηγορούμενο, είτε από την κατηγορούσα αρχή (βλ. Cross on Evidence, 6η έκδοση, σελ. 140). Στην υπόθεση L v. Director of Public Prosecutions [2001] EWHC Admin 882 [2002] 2 All ER 854 ο κατηγορούμενος είχε εκ του νόμου το βάρος να αποδείξει ότι είχε «καλό λόγο» («good reason») για να μεταφέρει ένα απαγορευμένο μαχαίρι. Εξετάστηκε και πάλιν το κατά πόσο το τεκμήριο ήταν συμβατό με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και ο Pill LJ είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Notwithstanding the adversarial nature of the English proceedings, a defendant was entitled, under art 6 of the convention, to expect the court to scrutinise the evidence with a view to deciding if a good reason existed. That applied whether the defendant gave evidence or not.» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «Ανεξαρτήτως της αντιπαραθετικής φύσης της αγγλικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος δικαιούται με βάση το άρθρο 6 της σύμβασης να αναμένει ότι το δικαστήριο θα εξετάσει εξονυχιστικά τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει εάν υπήρχε κάποιος καλός λόγος. Αυτό ίσχυε ανεξαρτήτως εάν ο κατηγορούμενος έδωσε μαρτυρία ή όχι.» ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ 1. Η φύση της επίδικης ουσίας Η υπεράσπιση και των δύο κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι η επίδικη ουσία ήταν κοκαΐνη. Ειδικότερα, ήταν η θέση της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 ότι η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι «κάποιας» κυρίας Κονάρη, χημικού, ότι ένα τέταρτο του milligram είναι κοκαΐνη. Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάζει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, ώστε ο δικαστής να είναι σε θέση να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα της υπόθεσης (Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.ά. [1997] 1 Α.Α.Δ. 814). Κατά τ΄ άλλα "η συμπεριφορά εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωσθεί η αξιοπιστία του" (Χαραλάμπους v. Αβραάμ
(1999)1 A.A.Δ. 1441). Η εκτίμηση μας, αξιολογώντας τη παρουσία και τη μαρτυρία της κας Κονάρη είναι ότι δεν πρόκειται για μια «κάποια» δηλαδή μια τυχαία χημικό, αλλά για μια αξιόλογη επιστήμονα, με πολλά προσόντα, τεράστια πείρα και άρτια καταρτισμένη στο τομέα ανάλυσης των ναρκωτικών. Τόσο τα προσόντα όσο και η πείρα της δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Η Κατερίνα Κονάρη είναι χημικός πρώτης τάξεως, υπεύθυνη του εργαστηρίου δικανικής χημείας και τοξικολογίας στο Κρατικό Χημείο, από το 1988 μέχρι σήμερα. Στο χημείο εργάζεται από το
  1. Ανάμεσα στα καθήκοντα της, είναι η διεξαγωγή αναλύσεων ναρκωτικών, εκρηκτικών υλών, υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου, όπως επίσης και η εποπτεία του εργαστηρίου και όλων των αναλύσεων που διεξάγονται εντός αυτού. Είναι κάτοχος πτυχίου BSc Chemistry από το City University London, είναι Chartered Chemist Corporate Member του Royal Society of Chemistry και εμπειρογνώμονας στον Τομέα της Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας, κάτω από τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφάλαιο 9 ΚΔΠ 178/
  2. Παράλληλα είναι μέλος του European Scientific Committee of the EMCDDA (European Monitoring Centre for Drug and Drug Abuse) από το 2004 και μέλος του Expert Working Drugs Working Group of the European Network of Forensic Science Institutes, από το
  3. Έτυχε ευρείας εκπαίδευσης στη Κύπρο και στο εξωτερικό, στο τομέα των ναρκωτικών, εκπαιδεύτηκε μεταξύ άλλων στη δικανική χημεία στο Louisiana Police Crime Laboratory και στο Bundeskrimminalamt, στη Γερμανία. Έλαβε μέρος σε συνέδρια στη Κύπρο και στο εξωτερικό και διεξήγαγε και η ίδια εργαστήριο για τα μέλη των Ευρωπαϊκών εργαστηρίων, για την επικύρωση μεθόδων για την ποιοτική ανάλυση ναρκωτικών ουσιών, το 2007, στην Κοπεγχάγη. Γενικά δε, με βάση το αδιαμφισβήτητο μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μας προκύπτει ότι είναι γνώστης όχι μόνο των μεθόδων που εφαρμόζονται στη Κύπρο για την ανάλυση των ναρκωτικών, αλλά είναι ενημερωμένη και για τις μεθόδους που εφαρμόζονται και στα εργαστήρια άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Στην επίδικη, τώρα, περίπτωση η μάρτυρας προέβη σε απόλυτα διασφαλισμένη δειγματοληψία ώστε το δείγμα που έλαβε να είναι πέραν λογικής αμφιβολίας αντιπροσωπευτικό δείγμα όλης της ουσίας. Κατά συνέπεια, με το δέοντα σεβασμό, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι το εύρημα της περιορίζεται μόνο σε ότι αφορά «ένα τέταρτο του milligram» όπως το έθεσε, ενώ άλλωστε το δείγμα ήταν ένα γραμμάριο. Στη συνέχεια δεν αρκέστηκε να εξετάσει την ουσία με μία μέθοδο, την αέρια χρωματογραφία με φασματογράφο μάζας, όπως πράττουν τα περισσότερα εργαστήρια στο εξωτερικό, αλλά εφάρμοσε ακόμη δύο άλλες μεθόδους, τη χρωστική αντίδραση και τη χρωματογραφία λεπτής στιβάδας, για να αποκλείσει οποιαδήποτε πιθανότητα λάθους. Ο κ. Γεωργίου αμφισβήτησε με γενικό και αόριστο τρόπο τις συνθήκες ζύγισης της επίδικης ουσίας και ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι η κα Κονάρη βρήκε «120 δικαιολογίες» για να μη την επαναζυγίσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως και γι' αυτό το ζήτημα οι απαντήσεις της δεν ήταν δικαιολογίες, αλλά μια σοβαρή επιστημονική προσέγγιση. Γενικά οι απαντήσεις της ήταν θετικές και εμπεριστατωμένες καθ' όλη τη μακρά αντεξέταση της από δύο ικανούς και έμπειρους δικηγόρους οι οποίοι, όπως διαφαίνεται από τις ερωτήσεις που υπέβαλλαν, ήταν πολύ καλά ενημερωμένοι για το θέμα και οι οποίοι διερεύνησαν κάθε δυνατή πτυχή του. Στη «βάσανο» τέτοιας αντεξέτασης η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή απαντώντας με τρόπο απλό και κατανοητό και εξηγώντας με πληρότητα και επιστημονική σιγουριά κάθε πτυχή που της ετέθη, χωρίς να περιέλθει σε αμφιβολία ή να περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Είναι με απόλυτη βεβαιότητα που καταλήγουμε στο ότι μας έκανε εξαιρετική εντύπωση και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Όμως, ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι η παράλειψη ποιοτικού ελέγχου αφήνει αναπάντητο το ερώτημα «πόση είναι κοκαΐνη και πόσο είναι άμυλο», όπως το έθεσε. Εισηγήθηκε δε, ότι το δικαστήριο δεν δικαιούται να μετατραπεί σε μάρτυρα και να προβεί σε υπολογισμό για την περιεκτικότητα της ουσίας σε κοκαΐνη. Όντως είναι επιθυμητό όπως το σχετικό πιστοποιητικό του χημικού αναφέρει το ποσοστό καθαρότητας του ελεγχόμενου φαρμάκου (βλ. R v. Jones (K.), 161 J.P. 597, CA). Αυτό όμως έχει σημασία σε σχέση με το ζήτημα της καταδίκης, όταν ένα συγκεκριμένο ποσοστό αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (βλ. R v. Hunt (Richard) [1987] A.C. 352, H.L.) οπότε και η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να προσδιορίσει το αναγκαίο ελάχιστο ποσοστό ισοδυναμεί με αποτυχία απόδειξης της κατηγορίας. Εν προκειμένω, η κοκαΐνη καθορίζεται στο Νόμο ως «ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α». Δεν υπήρξε εισήγηση ότι η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε ν΄ αποδείξει, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ένα συγκεκριμένο ποσοστό περιεκτικότητας κοκαΐνης στην ουσία. Πέραν τούτου, η διαπίστωση ότι η επίδικη ουσία συνίστατο τουλάχιστον κατά 50% σε κοκαΐνη δεν είναι προϊόν δικής μας «μαρτυρίας», ούτε αποτέλεσμα ενός ανεπίτρεπτου υπολογισμού. Πρόκειται για μια σαφή και θετική διαπίστωση της κας Κονάρη την οποία αποδεχόμαστε προβαίνοντας απλώς σε εύρημα ότι η επίδικη ουσία είναι μείγμα βάρους 969,9 γραμ. που περιέχει τουλάχιστον κατά 50% κοκαΐνη.
  4. Η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 Ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει αμφισβητήσει ότι κατείχε τη βαλίτσα στην οποία ήταν κρυμμένη η ουσία η οποία σύμφωνα με το ήδη εύρημα μας ήταν μείγμα βάρους 969,9 γραμ. που περιέχει τουλάχιστον κατά 50% κοκαΐνη. Ό,τι αμφισβητεί είναι ότι γνώριζε την ύπαρξη της ουσίας μέσα στη βαλίτσα και συνακόλουθα, ότι γνώριζε τη φύση της ουσίας. Το πρώτο λοιπόν ερώτημα είναι το κατά πόσο γνώριζε ότι η βαλίτσα περιείχε κάτι και δεν ήταν κενή, όπως φαινόταν. Δεν έχει καμιά πειστικότητα η βασική του θέση ότι ανέλαβε να μεταφέρει μια κενή βαλίτσα σ΄ ένα τόσο μακρινό ταξείδι, έναντι αμοιβής και με πληρωμένα τα έξοδα. Δεν μπόρεσε βέβαια ούτε ο ίδιος να ισχυριστεί ότι αυτά δεν του φάνηκαν παράξενα και γι΄ αυτό, είπε, ότι εφόσον θα περνούσε από τελωνείο, έπρεπε και ζήτησε να ενημερωθεί. Αλλά, υποτίθεται, ότι προχώρησε, έστω και αν δεν μπόρεσε να μιλήσει με τον Κεχαγιά, «για να μην πάει χαμένο το εισιτήριο» και επειδή «ήθελε να επισκεφθεί την Κύπρο». Δεύτερο, παρουσιάζεται να είχε έγνοια και για εκείνους που θα τον έστελλαν, εφόσον αν αυτός αρνιόταν «τότε εκείνοι θα έπρεπε να πάνε να βρούνε κάποιον άλλο». Γιατί οπωσδήποτε κάποιοι ήθελαν να στείλουν ταξείδι μια άδεια βαλίτσα; Πέραν τούτου, ποίο είναι το νόημα της περαιτέρω του αναφοράς «Δεν ξέρω πώς το έκαναν, από εμπιστοσύνη προς εμένα ή οτιδήποτε.»; Προς τί η εμπιστοσύνη αν επρόκειτο για μια άδεια βαλίτσα; Όλα αυτά είναι ισχυρισμοί ανάξιοι σχολιασμού. Η επ' αμοιβή και με όλα τα έξοδα, μεταφορά μιας κενής βαλίτσας από τη Νότια Αφρική στην Κύπρο για να παραδοθεί σ΄ ένα άγνωστο πρόσωπο δεν του δημιούργησαν υπόνοια ότι όλα αυτά δεν γίνονταν για μια βαλίτσα αδειανή; Η υπεράσπιση δεν προέβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 παρουσιάζει μειωμένη αντίληψη. Ούτε στο εδώλιο του μάρτυρα έδωσε ίχνος τέτοιας εικόνας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχε γνώση πως εκείνο που μετέφερε δεν ήταν μια άδεια βαλίτσα, αλλά κάτι άλλο, το οποίο βρισκόταν κρυμμένο στη βαλίτσα. Κάθε άλλη εξήγηση όχι μόνο είναι αντίθετη προς την κοινή λογική, αλλά και την προσβάλλει βάναυσα. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του τη βαλίτσα γνωρίζοντας ότι περιείχε κάτι, το οποίο, όπως έχουμε ήδη δεχθεί, επρόκειτο για κοκαΐνη. Εξ αυτών, σύμφωνα με τη νομολογία που ανωτέρω παραθέσαμε, εναπόκειτο στον κατηγορούμενο «να αποδείξει» ότι δεν είχε γνώση, όχι υπό την έννοια ότι έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, αλλά μόνο υπό την έννοια που εξηγήσαμε αναλυτικά πιο πάνω, το τονίζουμε ξανά, να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες. Γι΄ αυτό το ζήτημα προέβαλε ένα εξίσου απίθανο ισχυρισμό. Είπε ότι ενώ όλες οι παραπάνω περιστάσεις του φάνηκαν παράξενες και γι΄ αυτό αναζητούσε υποτίθεται τον Κεχαγιά για να του εξηγήσει, δεν είχε λόγο να υποψιασθεί ότι υπήρχε κάτι παράνομο. Δεν μπορούσε, λέει, να υποψιαστεί οτιδήποτε τέτοιο «απλώς και μόνο επειδή δεν του δόθηκε εξήγηση». Ως εάν αυτό να ήταν το πρόβλημα «απλώς και μόνο». Προώθησε δε και τη θεωρία περί ανεπάρκειας ναρκωτικών λόγω της μεγάλης αγοράς της Νότιας Αφρικής για να υποστηρίξει ότι τα ναρκωτικά ήταν δήθεν «το τελευταίο πράγμα στη σκέψη του». Ούτε ο ίδιος ο δικηγόρος του δεν προώθησε τους απίστευτους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου
  5. Αντίθετα, ο κ. Βραχίμης δήλωσε ότι ένας οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος στη θέση του κατηγορούμενου θα υποψιαζόταν ότι η βαλίτσα θα περιείχε κάτι παράνομο. Προσπάθησε όμως, αγορεύοντας, να δώσει διάφορες «διαζευκτικές εισηγήσεις», λέγοντας ότι μπορεί η νοητική στάση του κατηγορούμενου 1 να εξαντλείτο στην υποψία ότι μετέφερε λ.χ. διαμάντια ή microfilm με στρατιωτικά μυστικά της Νότιας Αφρικής. Αυτές όμως οι εισηγήσεις για τυχόν διαζευκτική υποψία, όχι μόνο δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία, αλλά έρχονται σε αντίθεση με τη θέση του κατηγορούμενου 1 ότι δεν γνώριζε καν για περιεχόμενο, μήτε υποψιαζόταν για παράνομο περιεχόμενο. Όταν το δικαστήριο προβληματίζεται σε σχέση με την ύπαρξη ή μη εύλογης αμφιβολίας «δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που δεν στοιχειοθετούνται και ούτε μπορούν να προκύψουν από μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων στην απουσία μαρτυρικού υλικού» (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 161/2008, ημερ. 23.2.2010, Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706). Εν προκειμένω, εκτός από τις «διαζευκτικές εισηγήσεις» για διαμάντια ή microfilm, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου 1 δέχθηκε ότι το παράνομο περιεχόμενο της βαλίτσας «μπορεί να ήταν ναρκωτικά». Αυτή όμως, δεν είναι «διαζευκτική εκδοχή». Είναι η πραγματικότητα, ως προς την οποία οι εξηγήσεις του κατηγορούμενου 1 όχι μόνο δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές, αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσουν οποιαδήποτε αμφιβολία για τη γνώση που είχε, τόσο για το περιεχόμενο, όσο και για τη φύση του. Για την ύπαρξη γνώσης δεν περιοριζόμαστε μόνο στο ότι παρέμεινε ακλόνητο το «ισχυρό συμπέρασμα» (strong inference) που προκύπτει από την κατοχή της βαλίτσας και τη γνώση ότι αυτή η βαλίτσα περιείχε κάτι, που όπως αποδείχθηκε ήταν κοκαΐνη. Εξετάζοντας το ζήτημα και πέραν των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου, η διαπίστωση μας είναι πως οι περιστάσεις, όπως τις περιγράψαμε, υπό τις οποίες ενήργησε ο κατηγορούμενος 1 ήταν τέτοιες, ώστε το στοιχείο της γνώσης να τελεί αφενός σε άμεση αιτιώδη σχέση με τις περιστάσεις αυτές και αφετέρου οι περιστάσεις να μην μπορούν να συμβιβαστούν με άλλη λογική ερμηνεία παρά το ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση (Παφίτης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102). Έτσι, ανεξάρτητα από το τεκμήριο που δημιουργεί ο Νόμος ως εκ της κατοχής, υπό την παραπάνω έννοια, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μαρτυρία, ελλείψει κάποιας εξήγησης που θα μπορούσε να δημιουργήσει λογική αμφιβολία, στοιχειοθετούν και υπό την έννοια της περιστατικής μαρτυρίας κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, τη γνώση του κατηγορούμενου 1 «ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας» (Βλ. Παφίτης, ανώτ.).
  1. Η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 Από πλευράς γεγονότων που έχουν σχέση με την κατοχή και τη γνώση της επίδικης ουσίας, τα βασικά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν αφορούν τον ισχυρισμό των αστυνομικών ότι ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε «που εν η βαλίτσα με την κόκα» και ότι άγγιξε τη βαλίτσα. Βεβαίως, όπως αναφέραμε ανωτέρω, η έννοια της κατοχής δεν προϋποθέτει άμεση επαφή και άμεση φύλαξη. Όμως θα εξετάσουμε διάφορους ισχυρισμούς που έστω και αν δεν άπτονται των βασικών ερωτημάτων, εγείρουν ζητήματα προς εξέταση από πλευράς αξιοπιστίας, ώστε μέσα από την ευρύτερη κρίση της αξιοπιστίας να καταλήξουμε σε συγκεκριμένα ευρήματα. (α) Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής Όπως αναφέραμε ανωτέρω, ήταν η θέση και των τριών αστυνομικών (Μ.Κ.9, Μ.Κ.11, Μ.Κ.13) ότι ο Μ.Κ.9 προέβη σε προκαταρκτικό έλεγχο της ουσίας που ανευρέθη και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για κοκαΐνη. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.9 ανέφερε ότι με τη μύτη ενός μαχαιριού έκαμε μια μικρή σχισμή στο πακέτο όπου βρισκόταν η ουσία και έλαβε μια ελάχιστη ποσότητα για έλεγχο, χρησιμοποιώντας τα αναγκαία δείγματα τα οποία πάντοτε μεταφέρει στη βαλίτσα του. Του ζητήθηκε να υποδείξει στο Τεκμήριο 3, που είναι, ως άνω, ένα μαύρο νάιλον περιτυλιγμένο με καφέ κολλητική ταινία, με τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζει με ένα πλαστικό φάκελο (βλ. και φωτογραφίες 13, 14, 15 του Τεκμηρίου 32 και το ίδιο το Τεκμήριο 3) τη σχισμή που εκείνος έκαμε και απάντησε ότι ήταν πολύ μικρή και δεν μπορούσε να τη διακρίνει. Ο μάρτυρας επιθεώρησε για ώρα το τεκμήριο και μη εντοπίζοντας κάτι σχετικό, ζήτησε την άδεια του δικαστηρίου να αφαιρέσει μια κόκκινη ταινία που τέθηκε από το Κρατικό Χημείο στο τεκμήριο, για το ενδεχόμενο η σχισμή να ήταν κάτω από την ταινία. Ούτε και τότε μπόρεσε να υποδείξει κάποια σχισμή. Δήλωσε τελικά, ότι η σχισμή που έκαμε ήταν μικρή και δεν μπορεί να την εντοπίσει. Είπε ακόμα ότι εφόσον το σακούλι περιβάλλεται με «τέλλα» δεν μπορεί να γνωρίζει «εάν ενώθηκε πάλι» η τόσο μικρή σχισμή που έκαμε. Ρωτήθηκε στη συνέχεια αν κατείχε από πριν το μαχαίρι που χρησιμοποίησε. Απάντησε αρνητικά. Ρωτήθηκε πού το βρήκε και απάντησε ότι πιθανόν να υπήρχε εκεί, είτε ως μαχαίρι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, είτε στην κατοχή κάποιου συναδέλφου του. Του ζητήθηκε να το περιγράψει και απάντησε ότι δεν μπορούσε να το περιγράψει. Ο Μ.Κ.11 ανέφερε κι αυτός πως ο Μ.Κ.9 είχε κάμει μια «μικρή επέμβαση με μαχαιράκι». Όταν του ζητήθηκε από τον κ. Βραχίμη να δείξει σε ποιο σημείο είχε γίνει αυτή η «επέμβαση» ο Μ.Κ.11 απάντησε ότι έγινε μια μικρή τομή «στη ράχη της βαλίτσας» και έδειξε τον χοντρό πλαστικό εσωτερικό πάτο της βαλίτσας, χωρίς να ήταν σε θέση να υποδείξει συγκεκριμένο σημείο. Ήταν η θέση του ότι ο Μ.Κ.9 έσχισε το χοντρό αυτό πλαστικό με ένα «τσιακκούι» το οποίο δεν θυμόταν να περιγράψει, αλλά θυμόταν ότι ο Μ.Κ.9 το έβγαλε από τη τσέπη του. Ενώ ο Μ.Κ.13, αν και είχε αναφέρει στην κατάθεσή του, που υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασής του, ότι «από προκαταρκτικό έλεγχο που έκαμε ο Αστ. 2230 (Μ.Κ.9) διαπίστωσε ότι εντός αυτού υπήρχε κοκαΐνη», αντεξεταζόμενος από τον κ. Βραχίμη και σε ερώτηση κατά πόσο είχε δει να γίνεται αυτός ο έλεγχος, απάντησε αρνητικά. Αυτό, κρίνοντας την όλη μαρτυρία και την όλη στάση του μάρτυρα αυτού στο εδώλιο δεν το εκλαμβάνουμε ως ανακολουθία με την προηγούμενη του θέση, αλλά ως διευκρίνιση ότι η προηγούμενη του αναφορά δεν ήταν προϊόν άμεσης γνώσης για μια ενέργεια που έκαμε άλλος αστυνομικός, στον ίδιο μεν χώρο, υπό τις πιεστικές όμως συνθήκες που εξυπακούει μια σύλληψη για σοβαρό έγκλημα, συνθήκες υπό τις οποίες εύλογα δεν θα αναμενόταν από τον Μ.Κ.13 να έχει άμεση γνώση για κάθε ενέργεια άλλου αστυνομικού. Για τους σχετικούς ισχυρισμούς των Μ.Κ.9 και Μ.Κ.11 συνοψίζουμε ως εξής: Εκτός του ότι ο Μ.Κ.9 μιλούσε για σχισμή στο πακέτο και ο Μ.Κ.11 για σχισμή στον πάτο της βαλίτσας, ούτε ο ένας, μήτε ο άλλος μπόρεσαν να μας υποδείξουν οποιαδήποτε σχισμή είτε στο πακέτο είτε στη βαλίτσα. Ήταν χαρακτηριστικά αμήχανη η εικόνα και των δύο στο εδώλιο του μάρτυρα, όταν για πολλή ώρα προσπαθούσαν, υποτίθεται, να εντοπίσουν τη σχισμή και μάλιστα με τον Μ.Κ.11 να προσπαθεί να υποδείξει την ύπαρξη διαπεραστικής σχισμής με «μαχαιράκι» σ΄ ένα χοντρό πλαστικό υλικό όπως είναι ο χοντρός πλαστικός πάτος της βαλίτσας, τον οποίο είχαμε την ευκαιρία να δούμε στο σχετικό τεκμήριο. Πέραν τούτου, ο πρώτος μιλούσε για μαχαίρι που βρήκε στο δωμάτιο ή πήρε από συνάδελφο του, ενώ ο δεύτερος μιλούσε για μαχαίρι που ανέσυρε ο πρώτος από την τσέπη του. Σχισμή δεν εντοπίστηκε γιατί δεν υπήρχε, ούτε προκαταρκτικός έλεγχος έγινε. Η αλήθεια φαίνεται από τη θέση την οποία έθεσε αντεξετάζοντας τον Μ.Κ.13 ο κ. Βραχίμης και την οποία ο Μ.Κ.13 δέχθηκε με ειλικρίνεια, ότι δηλαδή «βλέποντας το καφέ το σακουλάκι επειδή είχαν την πληροφορία υποψιάστηκαν ότι επρόκειτο για την κοκαΐνη περί της οποίας είχαν την πληροφορία και επί αυτής της βάσης ενήργησαν περαιτέρω». Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε γιατί οι άλλοι δύο αστυνομικοί επέμειναν στο ζήτημα του προκαταρκτικού ελέγχου, εφόσον τούτο δεν άπτεται των ουσιαστικών, ως άνω, ερωτημάτων. Δεν χρειαζόταν «προκαταρκτικός έλεγχος» για να προχωρήσουν σε σύλληψη του κατηγορούμενου και περαιτέρω ενέργειες επί των ευρημάτων της έρευνάς τους, εφόσον ανακάλυψαν το πακέτο υπό τις περιστάσεις που αυτό ήταν κρυμμένο και μάλιστα περιλουσμένο με αρώματα και καφέ, έχοντας ήδη πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος επρόκειτο να μεταφέρει κοκαΐνη. Προς τί λοιπόν όλα αυτά περί σχισμής κ.τ.λ.; Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ότι ο κ. Γεωργίου, τον πελάτη του οποίου αφορούν τα ουσιαστικά αυτά ερωτήματα, παρά την αντεξέταση που έκαμε ο κ. Βραχίμης για το θέμα της σχισμής στη βαλίτσα ή το πακέτο, απευθυνόμενος προς τον Μ.Κ.11 του είπε ρητά ότι εκείνο που ακριβώς αμφισβητεί από την κατάθεση του είναι η κατ΄ ισχυρισμόν φράση του κατηγορούμενου 2 «πού είναι η βαλίτσα με την κοκαΐνη;». Το αποτέλεσμα όμως, της προσπάθειας αυτής των δύο αστυνομικών ήταν να αποκαλυφθεί ότι δεν είχαν πρόβλημα να μην πουν την αλήθεια στο δικαστήριο. Σημειώνουμε, περαιτέρω, ότι ο Μ.Κ.9 ήταν χαρακτηριστικά απρόθυμος να απαντήσει με ευθύτητα, όποια και αν ήταν η αξία του θέματος αυτού, όταν αντεξετάστηκε σε σχέση με φωτογραφίες που παρουσίασε η υπεράσπιση ως τις φωτογραφίες του δωματίου 203, για να υποστηρίξει ορισμένα δικά της επιχειρήματα (Τεκμήριο 62[5]). Ο Μ.Κ.9, αντεξεταζόμενος από τον κ. Βραχίμη, αρνήθηκε αρχικά να λάβει θέση κατά πόσο οι φωτογραφίες που φαίνονται στο Τεκμήριο 62 απεικονίζουν το δωμάτιο 203 ή έστω ένα παρόμοιο δωμάτιο, λέγοντας ότι το δωμάτιο 203 απεικονίζεται στις φωτογραφίες που έβγαλε ο αστυνομικός φωτογράφος. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τα φωτοαντίγραφα των φωτογραφιών που του υποδεικνύονταν. Αυτό το είπε όταν του υποδείχθηκε η φωτογραφία 6Α του Τεκμηρίου 62, στην οποία φαίνεται η πόρτα ενός δωματίου ξενοδοχείου με τον αριθμό 203, που είναι εύλογα συγκρίσιμη, στην όψη των φωτογραφιών, με τη φωτογραφία της πόρτας του επιδίκου δωματίου που φαίνεται στη φωτογραφία της αστυνομίας υπ΄ αρ. 1 του Τεκμηρίου
  2. Όντως, οι φωτογραφίες του Τεκμήριου 62 είναι φωτοαντίγραφα, αλλά πρόκειται για καθαρά και έγχρωμα αντίγραφα των φωτογραφιών. Η απροθυμία του κορυφώθηκε όταν αντεξετάστηκε για το ίδιο ζήτημα από τον κ. Γεωργίου, ο οποίος του ζήτησε να υποδείξει τυχόν διαφορές μεταξύ της φωτογραφίας 1 του Τεκμηρίου 32 και της φωτογραφίας 6Α του Τεκμηρίου
  3. Τότε, ο μάρτυρας απάντησε κάτι το οποίο δεν υποστηρίζεται από τις δύο εικόνες, ότι δηλαδή «υπάρχουν πολλές διαφορές», τις οποίες όμως δεν υπέδειξε αναφερόμενος απλώς ότι οι «διαφορές» είναι «λόγω της οπτικής γωνίας των δύο φωτογραφιών». Τελικά δε, σε μεταγενέστερο στάδιο η κατηγορούσα αρχή έκαμε δεκτό ότι οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν ένα «δωμάτιο που ομοιάζει», κάτι δηλαδή που δείχνουν στην όψη τους οι φωτογραφίες και το οποίο ο Μ.Κ.9 φάνηκε εντελώς απρόθυμος να δεχτεί, ως εάν να είχε μεγάλη σημασία να δεχόταν κάτι τέτοιο. Αυτά όμως, σημειώνονται ανεξάρτητα από το ό,τι θα μπορούσε να είχε κατά νου η υπεράσπιση σε σχέση με τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 62, που όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, προέκυψε ως κάτι μη σημαντικό. Εκείνο που θέλουμε να υποδείξουμε τώρα είναι η έκδηλη απροθυμία του μάρτυρα να απαντήσει ευθέως. Το κύριο, αν όχι το μοναδικό, επιχείρημα της υπεράσπισης σε σχέση με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 62, ήταν να καταδειχθεί ότι εάν οι Μ.Κ.9 και Μ.Κ.11 στέκονταν πίσω από τον τοίχο του αποχωρητήριου όπως ισχυρίζονταν τότε θα φαίνονταν στον καθρέφτη που βρίσκεται απέναντι από τα κρεβάτια και δίπλα από την τηλεόραση, όπως φαίνεται στη φωτογραφία 1Β του Τεκμηρίου 62 κάποιο άτομο στον καθρέφτη. Ο Μ.Κ.9 δέχθηκε ότι υπήρχε καθρέφτης, συμπληρώνοντας ότι δεν είχε προσέξει να φαίνεται στον καθρέφτη και θετικά επιτέλους απάντησε ότι δεν γνωρίζει με βάση εκείνη τη φωτογραφία, εάν θα φαινόταν στον καθρέφτη κάποιος που στεκόταν στον τοίχο. Εν προκειμένω, έχει σημασία και η δήλωση του ίδιου του κατηγορούμενου 2, ο οποίος στην ανώμοτή του δήλωση δεν αναφέρει ότι είχε δει τους αστυνομικούς από τον καθρέφτη. Η θέση του ήταν ότι εισερχόμενος στο δωμάτιο «διαισθάνθηκε την παρουσία και άλλων προσώπων στο δωμάτιο, αλλά τα γεγονότα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε». Προς τί τότε όλο αυτό το εγχείρημα με τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 62 που είχαν ως επίκεντρο τον καθρέφτη; Και είναι γι΄ αυτό το ζήτημα που ο Μ.Κ.9 αποκαλύφθηκε απρόθυμος να βοηθήσει το δικαστήριο και σε αυτό το ζήτημα. Καταληκτικά, ενώ τα προβλήματα στη μαρτυρία των Μ.Κ.9 και Μ.Κ.11 εντοπίζονται σε σχέση με ζητήματα που δεν άπτονται των ουσιαστικών, ως άνω, ερωτημάτων, η συνολική εκτίμηση είναι ότι αυτοί οι δύο δεν είναι μάρτυρες που προσήλθαν στο δικαστήριο με σκοπό να πουν όλη και μόνο την αλήθεια. Κατά συνέπεια, η στήριξη ευρημάτων επί της μαρτυρίας τους θα ήταν επισφαλής. Ασφαλώς δε, τα δικαστήρια δεν έχουν «δίλημμα» στο να δεχθούν αστυνομικούς ως αναξιόπιστους μάρτυρες, όπως το έθεσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου 2, επειδή «δύσκολα δέχονται ότι τα όργανα ενός συγκροτημένου κράτους θα έρθουν να πουν ψέματα». Όπως ανέφερε ο Πικής Γ. Μ., Δ. (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, το επάγγελμα που ασκεί οποιοσδήποτε μάρτυρας δεν επαυξάνει την αξιοπιστία του. Αντίθετα, σε μια ποινική δίκη απαιτείται ιδιαίτερη εγρήγορση για την ποιότητα της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, που στην περίπτωση αστυνομικών υπάρχει ο κίνδυνος να ενέχει και το στοιχείο του υπερβάλλοντος ζήλου, εφόσον ό,τι κρίνεται είναι η αθωότητα ή μη ενός ανθρώπου. Πολύ δε, περισσότερο σε περιπτώσεις που το αποτέλεσμα της καταδίκης μπορεί να είναι μια μακρόχρονη ποινή φυλάκισης. Με τέτοια επιβαλλόμενη προσοχή είναι που εξετάζουμε και τη μαρτυρία του Μ.Κ.13. Η εικόνα του στο εδώλιο ήταν θετική και σταθερή, σε βαθμό που και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου 2 να δηλώσει προς τον μάρτυρα, αντεξετάζοντάς τον, ότι «δεν είχε να του πει ότι παραποίησε ή ότι δεν λέει την αλήθεια για οποιαδήποτε γεγονότα», με εξαίρεση την αναφορά του Μ.Κ.13 στη δήλωση του κατηγορούμενου 2 περί της βαλίτσας με την κοκαϊνη. Δηλαδή τελικά, ούτε τον ισχυρισμό του Μ.Κ.13 ότι ο κατηγορούμενος 2 πήρε τη βαλίτσα για να φύγει αμφισβήτησε. Αλλά, δεν είναι μόνο η θετική εικόνα στο εδώλιο. Όπως εξήγησε ο τότε πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Χρ. Αρτεμίδης, στην Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, με αναφορά στη Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71: «Η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος του και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενό της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση». Πρόσθεσε δε, ότι «η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμόν ενέργειες του Μ.Κ.13, μεγάλη σημασία έδωσε η υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 στο γεγονός ότι η κουρτίνα πίσω από την οποία, όπως αυτός ισχυρίστηκε είχε κρυφτεί, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να ήταν δυνατός ο έλεγχος του ισχυρισμού του ότι είχε δημιουργήσει σχισμή πάνω στην κουρτίνα. Αντεξετάστηκαν διάφοροι μάρτυρες σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ο Μ.Κ.1, ο φωτογράφος της αστυνομίας, ρωτήθηκε κατά πόσο ο εξεταστής της υπόθεσης του υπέδειξε προς φωτογράφηση οποιαδήποτε σχισμένη κουρτίνα και απάντησε αρνητικά. Ο Μ.Κ.2, χειριστής τεκμηρίων, ρωτήθηκε κατά πόσο του ζητήθηκε να παραλάβει την κουρτίνα και απάντησε αρνητικά και ότι δεν του ελέχθη οτιδήποτε σε σχέση με κουρτίνα. Η Μ.Κ.5, υπάλληλος υποδοχής στο Palm Beach, δεν άκουσε τίποτε για σχισμένη κουρτίνα. Ανέφερε όμως, ότι για το θέμα των σχισμένων κουρτινών υπεύθυνη είναι η «house-keeper». Για σχισμένη κουρτίνα δεν είχε ακούσει ούτε η Μ.Κ.8, άλλη υπάλληλος υποδοχής. Ρωτήθηκε και ο Αστ. 2733 (Μ.Κ.12) για το ίδιο θέμα κατά πόσο του είχε αναφερθεί ότι υπήρχε σχισμένη κουρτίνα στο δωμάτιο και απάντησε αρνητικά. Ποιού χειρισμού όμως έτυχε ο ίδιος ο Μ.Κ.13 σε σχέση με το δικό του ισχυρισμό ότι είχε κρυφτεί πίσω από την κουρτίνα και την είχε σχίσει ελαφρώς για να παρακολουθεί το δωμάτιο; Ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στον εξεταστή και γιατί δεν του ζήτησε να παραλάβει την κουρτίνα ως τεκμήριο ώστε να μπορέσει να αποστομώσει μελλοντικά την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατέγραψε το γεγονός στην κατάθεση του και, όπως διαπιστώνουμε, αυτό είναι αλήθεια. Πέραν τούτου, είπε, το ότι η κουρτίνα δεν παρελήφθη ως τεκμήριο δεν είναι ζήτημα δικό του. Ρωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο «έχει λάθος το ξενοδοχείο» που, κατά τον ισχυρισμό του κ. Γεωργίου, «είπαν ότι δεν έχει καμιά σχισμένη κουρτίνα». Βέβαια, δεν θα ήταν, ούτως ή άλλως, για τον μάρτυρα ν΄ απαντήσει για τον ισχυρισμό κάποιου άλλου. Εν προκειμένω, το μόνο στοιχείο που κατατέθηκε εκ μέρους του ξενοδοχείου που παρουσιάστηκε από τον κ. Γεωργίου για να γίνει εκ συμφώνου τεκμήριο, χωρίς όμως αποδοχή του περιεχομένου από την κατηγορούσα αρχή, είναι μια βεβαίωση ημερομηνίας 30.1.2009, Τεκμήριο 63, υπογραμμένη από τον Γενικό Διευθυντή, στην οποία αναφέρεται ότι το δωμάτιο 203 δεν έχει ανακαινισθεί κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες και ότι το εαρινό καθάρισμα του δωματίου για την τελευταία περίοδο έλαβε χώρα στις 20.12.
  1. Αυτά, έστω και αν γίνουν αποδεκτά, δεν συνδέονται καθ΄ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.13 ότι είχε κάμει μια μικρή σχισμή όπως την περιέγραψε. Αντίθετα, ουσιαστικό είναι ότι, παρά τα πιο πάνω που τέθηκαν στο μάρτυρα, τελικά δεν του υποβλήθηκε ότι δεν δημιούργησε σχισμή στην κουρτίνα, αλλ΄ ούτε ότι δεν είχε κρυφτεί πίσω από την κουρτίνα. Αντίθετα, ο κ. Γεωργίου ρητά δήλωσε προς το μάρτυρα ότι «εσύ ήσουν πίσω που την κουρτίνα». Ούτε το γεγονός ότι οι άλλοι δύο αστυνομικοί είχαν κρυφτεί πίσω από τον τοίχο αμφισβητήθηκε. Η εικόνα που αποτελεί τελικά κοινό τόπο είναι ότι οι αστυνομικοί έλαβαν προφυλάξεις για να μην τους δει ο κατηγορούμενος
  2. Προς τί, αν ο σκοπός τους ήταν μόλις εισερχόταν στο δωμάτιο να τον «μουντάρουν»; Αν αυτός ήταν ο σκοπός τους μπορούσε να είχε εκπληρωθεί λ.χ. με εφόρμηση από το αποχωρητήριο, μόλις ο κατηγορούμενος 1 έκλεινε την πόρτα. Η απόκρυψη των αστυνομικών στο κυρίως δωμάτιο υποδηλώνει ότι σκοπό είχαν να αφήσουν τον κατηγορούμενο 2 να προχωρήσει και να παρακολουθήσουν τις ενέργειές του. Αντίθετα, δεν είναι φυσικός ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου 1 ότι ούτε ένα χαιρετισμό δεν αντάλλαξαν με τον κατηγορούμενο
  3. Όσο και αν ο κατηγορούμενος 1 ανέμενε από λεπτό προς λεπτό τον άνθρωπο που θα παρελάμβανε τη βαλίτσα με την κοκαϊνη, το ευλόγως αναμενόμενο δεν θα ήταν μια παράδοσή της σ΄ ένα άγνωστο στα βουβά, αλλά μια κάποια επιβεβαιωτική αλληλοαναγνώριση μεταξύ δύο αγνώστων προσώπων που συναντήθηκαν με τέτοιο συνωμοτικό τρόπο για ένα παράνομο σκοπό. Όσο και αν ο ΜΚ11 ανέφερε ότι η βαλίτσα βρισκόταν στο δεύτερο, από την είσοδο, κρεβάτι, η θέση του ΜΚ13 ήταν εξαρχής, στην κατάθεση του στην αστυνομία, όταν τα γεγονότα ήταν νωπά, ότι η βαλίτσα βρισκόταν στο πρώτο κρεβάτι. Στη μαρτυρία του συμπλήρωσε ότι ο κατηγορούμενος 2 βλέποντας τη βαλίτσα πάνω στο κρεβάτι, ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 πού ήταν η βαλίτσα με την κοκαϊνη και μετά την έπιασε, οπότε και αμέσως ανακόπηκε. Έτσι, ο κ. Γεωργίου ρώτησε τον Μ.Κ.13 ποιο λόγο είχε ο κατηγορούμενος 2 να ρωτήσει πού ήταν η βαλίτσα αφού την είδε. Τέτοια ερώτηση βέβαια έχει τη μορφή επιχειρήματος. Εν πάση περιπτώσει, ο Μ.Κ.13 απάντησε ότι είναι δύσκολο να εξηγηθεί ο τρόπος που λειτουργεί ένας άνθρωπος «που βρίσκεται κάτω υπό πίεση ή που είναι ψηλά η αδρεναλίνη του». Πρόσθεσε δε, ότι εκείνος ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου τον τρόπο που λειτούργησε ο κατηγορούμενος
  4. 'Οντως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον τρόπο σκέψης του κατηγορούμενου
  5. Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η παρουσία μιας βαλίτσας εκεί δεν είναι στοιχείο που καθιστά παράλογο ή διαψεύδει τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος 2 αναζήτησε τη βαλίτσα με την κοκαϊνη. Αυτό αντίθετα, ήταν μια εύλογα αναμενόμενη επιβεβαίωση προς τον κατηγορούμενο 1 του σκοπού του κατηγορούμενου 2 στα πλαίσια της εύλογα αναμενόμενης, ως άνω, αλληλοαναγνώρισης τους. Αξιολογώντας την αξιοπιστία του ΜΚ 13 δεν παραβλέπουμε μια διαφορά στη μαρτυρία του από τον ΜΚ
  6. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.13 ρωτήθηκε κατά πόσο είχαν υποχρεώσει τον κατηγορούμενο 1 να αφαιρέσει τα ρούχα του κατά τη σωματική έρευνα και απάντησε αρνητικά, εφόσον ήταν συνεργάσιμος και ως εκ τούτου ήταν εύκολο να του κάνουν έρευνα χωρίς να χρειαστεί να του αφαιρέσουν τα ρούχα του. Μπορεί, συμπλήρωσε, να του έβγαλαν το σάκο αλλά «εάν θυμάται καλά», είπε, σε καμιά περίπτωση δεν του έβγαλαν ούτε το παντελόνι ούτε το πουκάμισο. Ενώ όταν ο κ. Βραχίμης αντεξέταζε τον Μ.Κ.11, εκλαμβάνοντας και θέτοντας του ως δεδομένο ότι είχαν πει στον κατηγορούμενο 1 να βγάλει τα ρούχα του, ο Μ.Κ.11 απάντησε καταφατικά, όπως καταφατικά απάντησε και στην ερώτηση που ακολούθησε κατά πόσο του έβγαλαν τα ρούχα του, έμεινε γυμνός και δεν βρήκαν κάτι. Αυτό ήταν, όπως αναφέραμε και η θέση του κατηγορούμενου 1, με αναφορά στο Μ.Κ.
  7. Όταν, όμως, ο κος Βραχίμης αντεξέταζε τον Μ.Κ.9 που εκείνος είναι, όπως προέκυψε, ο οποίος ερεύνησε τον κατηγορούμενο, τον ρώτησε κατά πόσο η έρευνα είχε γίνει με το να αγγίζουν πάνω του και να ψάχνουν τις τσέπες του και ο ΜΚ9 απάντησε ότι «έκαμα σωματική έρευνα αγγίζοντας το σώμα του κατηγορούμενου». Δεν υποβλήθηκε σ' εκείνον που έκαμε την έρευνα ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο να αφαιρέσει τα ρούχα του, κάτι όμως που ετέθη, ως άνω, ως δεδομένο στον ΜΚ
  8. Το θέμα που τον απασχολούσε και που έθεσε σε εκείνο το στάδιο ο κ. Βραχίμης ήταν ότι ο αστυνομικός δεν είχε δικαίωμα, υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε σωματική έρευνα και ότι η έρευνα αυτή ισοδυναμούσε με παράνομη και αντισυνταγματική σύλληψη. Αυτό όμως θα είχε νόημα εάν από τη σωματική έρευνα θα προέκυπτε κάποια μαρτυρία. Ο κος Βραχίμης υπέδειξε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν αντεξετάστηκε γι' αυτό του τον ισχυρισμό. Αυτό είναι ορθό. Όπως, όμως, ορθό είναι ότι ούτε ο ίδιος υπέβαλε στο ΜΚ 13 ότι εκείνος ήταν μάλιστα που είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο1 να γυμνωθεί, περιοριζόμενος να του αναφέρει ότι «υπάρχει μαρτυρία που λέει ότι του βγάλατε τα ρούχα του». Εν πάση περιπτώσει η παράλειψη αντεξέτασης του κατηγορούμενου γι' αυτό το ζήτημα είναι επουσιώδης. Δεν είναι κάθε ισχυρισμός που χρήζει αντεξέτασης. Το ζήτημα θα είχε σημασία υπό την παραπάνω έννοια στην περίπτωση που προέκυπτε μαρτυρία από τέτοια έρευνα και ετίθετο ζήτημα, βάσιμα ή μη, για τη συνταγματικότητα ή τη νομιμότητα των ενεργειών της αστυνομίας. Δεν διαπιστώνουμε αντίφαση εκ μέρους του Μ.Κ.
  9. Αλλά κι αν ακόμα διαπιστώναμε ότι στο σημείο αυτό η μαρτυρία του ΜΚ 13 παρουσιάζει πρόβλημα, δεν θα επρόκειτο για αντίφαση που να αποκαλύπτει απροθυμία του μάρτυρα να πει την αλήθεια σε σχέση με ένα ουσιώδες γεγονός. Εν τέλει η διαφορά αυτή στη μαρτυρία δεν έχει να κάμει με την αξιοπιστία του ΜΚ
  10. (β) Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της υπεράσπισης
(1)Η θέση της υπεράσπισης για τις ενέργειες του κατηγορούμενου 2 στηρίχθηκε αφενός στην ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 και αφετέρου στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου
  1. Όπως είδαμε ο κατηγορούμενος 1 προσήλθε αρωγός του κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τα συμβάντα μόλις ο τελευταίος εισήλθε στο δωμάτιο. Αλλά αυτό ενώπιον του δικαστηρίου εφόσον ανακρινόμενος έδωσε την ουδέτερη απάντηση αρ.
  2. Επειδή όπως ισχυρίστηκε, ως άνω, ο αστυνομικός τον δελέασε με την υπόσχεση περί τόσο μειωμένης ποινής και επειδή δεν του ζητήθηκε να πει ψέματα, αλλά να αποκρύψει την αλήθεια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 μας κάλεσε να αποδεχθούμε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 1 εφόσον πρόκειται για δύο άγνωστους μεταξύ τους και ο κατηγορούμενος 1 δεν θα είχε ο ίδιος κανένα συμφέρον από μια ευνοϊκή εξέλιξη της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο
  3. Όμως είναι σαφές με όσα αναφέραμε ήδη για την ποιότητα της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 1 ότι η διαπίστωση μας είναι πως ο λόγος του δεν έχει καμιά αξία, χωρίς να χρειάζεται κίνητρο για να εξηγήσουμε τη σημερινή στάση του. Περαιτέρω, κρίνοντας ειδικότερα κι αυτό του τον ισχυρισμό θεωρούμε ότι στερείται αφ΄ εαυτού πειστικότητας. Παρουσιάζει ένα ανέντιμο αστυνομικό που παρεμβαίνει για ν΄ αλλοιώσει μαρτυρία. Κι ενώ πρόκειται για τέτοιο άτομο, ό,τι επιδιώκει δεν είναι η ενοχοποίηση ούτε του ίδιου του κατηγορούμενου 1, μήτε του κατηγορούμενου 2, αλλά η εξασφάλιση μιας ουδέτερης απάντησης για τον κατηγορούμενο
  4. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος 1 παρουσιάζει τον εαυτό του να πιστεύει ότι με τέτοια απάντηση, όχι απλώς θα λάβει μειωμένη ποινή, αλλά ποινή μόνο στο 5% της κανονικής.
(2)Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 πρέπει μεν να εξετασθεί και να αξιολογηθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, «δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια ότι είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που ήδη κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη» (Θεοχάρους ν. Δημοκρατία
(2008)2 ΑΑΔ 22). Το δικαστήριο πάντως έχει την υποχρέωση να δώσει στην ανώμοτη δήλωση το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του, προτού καταλήξει στη τελική ετυμηγορία του (R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Shaw, στη R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, σε ελεύθερη μετάφραση: «. Αυτό που λέγεται για μια τέτοια κατάθεση, είναι ότι δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχομένη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν από αυτά, με διαφορετικό φως.» Θα πρέπει παράλληλα να έχουμε κατά νούν ότι όπως στην εν λόγω υπόθεση Θεοχάρους επαναλήφθηκε «Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Αξιολογώντας τη δήλωση του κατηγορούμενου 2 στο σύνολο της μαρτυρίας κρίνουμε για τους ακόλουθους λόγους ότι, όχι μόνο δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα στη μαρτυρία, αλλά και δεν συνάδει καθόλου με αυτή. Η βασική θέση του κατηγορούμενου 2 είναι περί αναβολικών. Αντεξετάζοντας, ως άνω, την κα Κονάρη ο κ. Γεωργίου στα πλαίσια της θέσης περί αναβολικών τη ρώτησε για αναβολικά που τα προσδιόρισε ως μείγμα σακχάρεων και κοκαΐνης, που κατά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 «κάποτε μπορεί να τυγχάνει να περιέχουν ποσότητα κοκαΐνης μέχρι και 3%». Αλλού, όπως και πάλιν αναφέραμε, τη ρώτησε εκτεταμένα για την εφεδρίνη. Τελικά η θέση του κατηγορούμενου 2 περί αναβολικών τέθηκε δια της ακόλουθης ερώτησης του δικηγόρου του προς την κα Κονάρη:- «Ε. Όταν παίζεις ποδόσφαιρο κυρία Κονάρη και θέλει ο προπονητής σου να σε κάνει να παίξεις καλύτερα, σου δίνει είτε εφεδρίνη ή διάφορα μείγματα ζάχαρης, γλυκόζης με κοκαΐνη». Άρα, η θέση του κατηγορούμενου 2 περί αναβολικών, όπως διευκρινίστηκε τελικά, είναι ότι πήγε για να παραλάβει είτε εφεδρίνη, είτε ένα μείγμα που «κάποτε μπορεί να τυγχάνει να περιέχει ποσότητα κοκαΐνης μέχρι 3%». Η κατοχή εφεδρίνης σχετικό με την οποία είναι το άρθρο 5 Α
(3)του Νόμου, σε συνδυασμό με την Κ.Δ.Π. 149/2004 (Κανονισμοί με βάση το άρθρο 5 Α του Νόμου) δεν μπορεί να συγκριθεί με κατοχή κοκαΐνης. Είναι για την παραλαβή αυτής της ουσίας ή έστω ενός μείγματος που «κάποτε μπορεί να τυγχάνει να περιέχει ποσότητα κοκαΐνης μέχρι 3%» ή, εν πάση περιπτώσει για την παραλαβή αναβολικών, που ο κατηγορούμενος 2 έλαβε τόσες προφυλάξεις; Υπενθυμίζουμε τις προφυλάξεις: Δεν εμφανίζεται ο ίδιος στο ξενοδοχείο για κράτηση, αλλά στέλλει τον Κανιό με οδηγίες να κρατήσει δύο δωμάτια, αλλά κανένα στο δικό του όνομα. Ζητά μάλιστα από τον Κανιό να παραλάβει κατά την κράτηση τα κλειδιά. Μοναδικό εύλογο συμπέρασμα από αυτή του την ενέργεια είναι ότι δεν ήθελε να εμφανιστεί στο γραφείο υποδοχής ούτε και την επόμενη ημέρα, αλλά ήθελε να μεταβεί απ΄ ευθείας στο δωμάτιο απαρατήρητος από τους εκεί υπαλλήλους. Όταν δε, αναγκαστικά παρουσιάστηκε στο γραφείο υποδοχής, παρουσιάστηκε ως Μιχάλης Αργυρού. Όταν πηγαίνει στο ξενοδοχείο, δεν χρησιμοποιεί το δικό του αυτοκίνητο, αλλά τη μοτοσικλέτα του Κ. Μιχαήλ. Το πρωί όμως είχε μεταβεί στην εργασία του, στη βιομηχανική περιοχή Εργατών, με το αυτοκίνητο του. Το μεσημέρι μετέβη στο σπίτι της μητέρας του Μιχαήλ στη Παλλουριώτισσα, άφησε το αυτοκίνητό του εκεί, πήρε τη μοτοσικλέτα, επέστρεψε στην εργασία του στους Εργάτες και αργότερα πήγε στο Palm Beach οδηγώντας τη μοτοσικλέτα. Οι προφυλάξεις αυτές δεν συνάδουν καθόλου με το μέγεθος της παράνομης ενέργειας που προτίθετο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, να διαπράξει. Ήταν τόσο σχολαστικές, τόσο μεθοδευμένες και επαγγελματικές, που όχι μόνο δεν συνάδουν με τον ισχυρισμό του ότι το μόνο που θα προμηθευόταν ήταν αναβολικά και σε αντάλλαγμα θα του έδιναν γυναίκα και μια πληροφορία για ένα άλογο, αλλά φανερώνουν άτομο που προετοιμάστηκε για τη διάπραξη ενός πολύ σοβαρού εγκλήματος. Ανεξήγητη παραμένει από την κοινή λογική και η ενέργεια κάποιου που πηγαίνει να παραλάβει αναβολικά για άλογα να μισθώνει δωμάτιο και μάλιστα δύο δωμάτια. Περαιτέρω, με μια απλή, συγκρινόμενη με υπόθεση κοκαΐνης, υπόθεση αναβολικών και με το κατ' ισχυρισμόν αντάλλαγμα, δεν ταιριάζουν η δαπάνη €400 για τα δωμάτια και οι περαιτέρω δηλώσεις του κατηγορούμενου 2 προς τον Κανιό ότι «δεν θα χάσει και αυτός» και ότι θα κανόνιζαν, πλην των €400, τα λεφτά. Υπενθυμίζουμε περαιτέρω ότι κρατούσε πάνω του ένα ζευγάρι χειρουργικά γάντια και ότι στα αντικείμενα που βρέθηκαν στη μοτοσικλέτα, περιλαμβάνονταν χειρουργικά γάντια και ζυγαριά ακριβείας. Από το παραδεκτό γεγονός ότι δεν ανήκαν στον ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας ΜΚ 4 και από τη μαρτυρία για τις συνθήκες ανεύρεσης τους είναι φανερό ότι τοποθετήθηκαν εκεί από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος άλλωστε δεν αποστασιοποιήθηκε τουλάχιστον σε σχέση με τα γάντια. Με αυτό όμως τον τρόπο συνδέθηκε έμμεσα με όλο το περιεχόμενο του κλειδωμένου κιβωτίου της μοτοσικλέτας της οποίας το κλειδί βρέθηκε στην κατοχή του. Τα χειρουργικά γάντια συνάδουν με πρόθεση απόκρυψης αποτυπωμάτων και η ζυγαριά ακριβείας μιλά από μόνη της για το σκοπό της. Ούτε αυτά ταιριάζουν με μια απλή υπόθεση αναβολικών για άλογα, αλλά αντίθετα είναι ένα στοιχείο που συνάδει με υπόθεση σε σχέση με κοκαΐνη. Υπενθυμίζουμε ακόμα την ανεύρεση στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου 2 της μαύρης βαλίτσας μάρκας DELSEY που όχι μόνο ήταν ίδια με αυτήν όπου βρέθηκε η επίδικη ουσία, αλλά και που ο πάτος ήταν ξεκολλημένος και κάτω από τον πάτο υπήρχαν ίχνη καφέ. Υπενθυμίζουμε και την αρχική απάντηση του προς το ΜΚ 2 ότι «Εν δική μου, έφερα την που την Ελλάδα». Ο ΜΚ2 δεν αντεξετάσθηκε σε σχέση με τη δήλωση αυτή. Αντεξετάστηκε όμως ο ΜΚ1, που ήταν παρών στη σκηνή. Ο κ. Γεωργίου υπέβαλε στο μάρτυρα αυτό ότι η απάντηση που είχε δώσει ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν «εν δική μου έφερα την που την Ελλάδα» αλλά «εν δική μου είχα την στην Ελλάδα». Σε κάποιο άλλο στάδιο υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η «βαλίτσα ήρθε στη Κύπρο, από τρίτο πρόσωπο 2-3 μήνες προηγουμένως και περιείχε μέσα στη σχισμή παράνομα αναβολικά. Ο κατηγορούμενος αφού του έμεινε η βαλίτσα την επήρε μαζί του στην Ελλάδα και γι' αυτό όταν ρωτήθηκε από τον αστυνομικό απάντησε 'Εν δική μου είχα τη μαζί μου στην Ελλάδα». Τέτοια υποβολή δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ούτε και με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2. Εν πάση περιπτώσει, δεν υποδείχθηκε, ούτε εντοπίζουμε ποίο λόγο είχαν, σε ανύποπτο χρόνο, οι αστυνομικοί για να παραποιήσουν τη δήλωση του κατηγορούμενου 2 . Η λογική εξήγηση είναι άλλη και δεν αφορά τους αστυνομικούς, αλλά τον κατηγορούμενο 2 και την αναφορά του στην ανώμοτη του δήλωση ότι κάτι τέτοιο «είχε ξανακάνει ακόμα μια φορά στο ίδιο ξενοδοχείο στο παρελθόν». Αυτό δεν συνάδει με την αρχική του δήλωση για τη βαλίτσα. Αυτός είναι ο λόγος που αμφισβήτησε την ακρίβεια της απάντηση του. Είναι δε, χαρακτηριστικό το ότι δεν αμφισβητήθηκε η απάντηση στο σύνολο της, όπως δεν μπορούσε, αφού πάνω στη βαλίτσα υπήρχε ετικέτα πτήσης των Κυπριακών Αερογραμμών από Αθήνα προς Λάρνακα, στο όνομα Ανδρέας Κόντζια. Δεν εξηγήθηκε όμως, παρ' όλη αυτή την προσπάθεια, πώς ο κατηγορούμενος 2 χρησιμοποίησε σε ταξείδι μια βαλίτσα με ξεκολλημένο πάτο. Διευκρινίζουμε ότι το ζήτημα της άλλης βαλίτσας το αναφέρουμε αξιολογώντας τον ανώμοτο ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2 για την προηγούμενη παραλαβή αναβολικών από το ίδιο ξενοδοχείο και όχι ως μαρτυρία που είναι σχετική με το ζήτημα της ενοχής του, υπό την έννοια ότι τείνει να αποδείξει παρόμοια ενέργεια στο παρελθόν με τη χρήση ταυτόσημου μέσου. Η κατηγορούσα αρχή δεν προσέφερε και δεν μας κάλεσε να εκλάβουμε τη μαρτυρία αυτή ως μαρτυρία σε σχέση με παρόμοια γεγονότα. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε τέτοιο ζήτημα χωρίς να είχε τεθεί υπ΄ αυτή την έννοια ώστε να είχε ακουστεί η θέση της υπεράσπισης. Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη ότι από την ανόμωτη δήλωση του κατηγορουμένου 2 προκύπτει πως αυτός δεν ήταν πρόσωπο άσχετο με τη κοκαίνη. Παρουσιάζει τον εαυτό του ως χρήστη κοκαΐνης στο παρελθόν, όταν ήταν φοιτητής, αφήνοντας σαφώς να νοηθεί ότι τώρα δεν είναι χρήστης. Όμως, παρά ταύτα, στο τέλος της ανώμοτης του δήλωσης συμπληρώνει ότι εκείνοι που τον έστειλαν «θα του έδιναν και 3 - 4 δόσεις κοκαΐνης μελλοντικά από το δικό τους απόθεμα για δική του χρήση». Τί νόημα έχουν αυτές οι δηλώσεις; Ότι ήταν στο παρελθόν χρήστης, τώρα δεν είναι και προγραμματίζει να ξαναγίνει στο μέλλον; Είναι φανερή η προσπάθεια του κατηγορούμενου να συσκοτίσει το παρόν. Αλλά η παραπάνω δήλωσή του έχει και μια περαιτέρω σημασία. Εξ αυτής προκύπτει ότι «αυτοί που τον έστειλαν», για να τους πάρει, κατ΄ ισχυρισμόν του, αναβολικά, όχι μόνο ασχολούνταν με κοκαΐνη, αλλά κατείχαν και απόθεμα κοκαΐνης. Παρατηρούμε συνεπώς, ότι όχι μόνο δεν υπάρχει στη μαρτυρία οποιοδήποτε στοιχείο που να συνάδει με διακίνηση αναβολικών, αλλά μέσα στην ίδια την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν σε συσχετισμό του με κοκαΐνη. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της δήλωσης του κατηγορούμενου 2, ότι πήγε να παραλάβει αναβολικά, θα πρέπει να γίνει και σε σχέση με μια επιστολή που απέστειλε ο δικηγόρος του στις 22.6.2009 προς τον Γενικό Εισαγγελέα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση (Τεκμήριο 40). Εκεί, ο κ. Γεωργίου αναφερόμενος και σε σειρά άλλων υποθέσεων άλλων πελατών του, πληροφορεί τον Γενικό Εισαγγελέα ότι «οι ως άνω πελάτες μου ή έχουν παραδεχτεί ή προτίθενται να παραδεχτούν ενοχή στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν». Γι΄ αυτό και εκδηλώνει εκ μέρους τους την επιθυμία να συνεργαστούν και την ανάγκη να τύχουν προστασίας «για να μιλούν ελεύθερα» εφόσον «είναι διατεθειμένοι να δώσουν μαρτυρία που να αποκαλύπτουν τις πραγματικές διαστάσεις και ενόχους σε σχέση με τα αδικήματα που έχουν διαπράξει». Αυτή η επιστολή εστάλη εκκρεμούσης της παρούσας υπόθεσης και ενώ από πολλών μηνών ο κατηγορούμενο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.