← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Φίλιππος Φίλιππου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:16710/09, 24 Μαρτίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Φίλιππος Φίλιππου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:16710/09, 24 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:16710/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Φίλιππος Φίλιππου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: Ουδείς Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87, των περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 και της Κ.Δ.Π 277/85 και Κ.Δ.Π. 17/86, Νόμος 47
(1)/97 και Νόμος 80
(1)/2000. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας το αστυφύλακα 3619 Μ.Μιχαήλ (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 505 Μ. Κυπριανού (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 19/1/09 διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας -Λάρνακας στην περιοχή Κόσιη της επαρχίας Λάρνακας, σε σχέση με τα διερχόμενα οχήματα κατά τον οποίο κατήγγειλε τον κατηγορούμενο για υπέρβαση ταχύτητας. Διαπίστωσε τη ταχύτητα του κατηγορούμενου από απόσταση 850 μ. με το ταχύμετρο με αριθμό 14158 που μπορεί να κτυπήσει τη ταχύτητα από απόσταση 1000μ. Πριν αρχίσει τον έλεγχο ταχύτητας διενήργησε τους τρείς ελέγχους του ταχυμέτρου τους οποίους και εξήγησε στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ2 υπηρετεί στο Τμήμα Δ΄ της αστυνομίας στο Κλάδο Τηλεπικοινωνιών από το 1997 και ασχολείται με την συντήρηση και επιδιόρθωση διαφόρων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, που διαθέτει η Αστυνομία. Κατάθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο έκθεσης (τεκμήριο 1) στην οποία εξηγεί την λειτουργία του ταχυμέτρου τύπου Lazer καθώς και τον τρόπο με τον οποίο διενεργείται ο έλεγχος της ορθής λειτουργίας του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει εκπαιδευτεί για την συντήρηση και την επιδιόθρωση των συσκευών τύπου Lazer αναφερόμενος σε τρία μοντέλλα του ίδιου τύπου. Αποτελεί πάγια υποχρέωση του Δικαστηρίου, μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή να εξετάσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε στο τρόπο που λειτουργούν τα ταχύμετρα τύπου Lazer και συγκεκριμένα τα μοντέλα LTI 20-20 ULTRALYTE, LTI 20-20 ULTRALYTE LR (Long Range) και στο τελευταίο μοντέλο LTI 20-20 Truspeed όπως και στο τρόπο που διενεργείται ο έλεγχος της ορθής λειτουργίας των ταχυμέτρων αυτών. Ο ΜΚ1 περιορίσθηκε στο να αναφερθεί στη χρήση μίας συσκευής ταχυμέτρου και των ενεργειών στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια της εν λόγω χρήσης. Σε κανένα όμως σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ποιό τύπο ταχυμέτρου χρησιμοποίησε κατά τον επίδικο χρόνο, έτσι που να συνδέσει το ταχύμετρο που χρησιμοποίησε κατά τον επίδικο χρόνο με τα ταχύμετρα στα οποία ο ΜΚ2 αναφέρθηκε. Ως εκ τούτου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συνδεθεί ο έλεγχος της ορθής λειτουργίας του ταχυμέτρου που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1 με τον ορθό έλεγχο, στον οποίο αναφέρθηκε ο εμπειρογνώμονας ΜΚ2, ιδιαίτερα δε όταν ο κατηγορούμενος έχει προβάλει μέσω της αντεξέτασης τη θέση ότι η ένδειξη στο ταχύμετρο που χρησιμοποιούσε ο ΜΚ1 δεν αφορούσε την ταχύτητα που τηρούσε το δικό του όχημα. Συνεπώς η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, αφήνει κενό ως προς τη πραγματική ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου και ως προς το κατά πόσο η ένδειξη της ταχύτητας επί του ταχυμέτρου που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1 ήταν η πραγματική ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου. Πέραν των πιο πάνω κάτι το οποίο αποτελεί από μόνο του λόγο για απαλλαγή του κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό είναι ότι δεν δόθηκε καμία μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη πινακίδων στον επίδικο δρόμο που να υποδεικνύει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι της οδήγησης με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου. Το άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν∙ το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί∙ η αρμοδία αρχή δύναται, ωσταύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητας: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώρα.» (υπογράμμιση δική μου) Το εδάφιο
(3)του ιδίου άρθρου προνοεί ότι : «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, είς φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 6 εδάφια
(2)και
(3)ότι επιβάλλεται να αποδειχθεί η ύπαρξη στον επίδικο δρόμο πινακίδων που να υποδεικνύουν το καθορισμένο ανώτατο όριο ταχύτητας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ363 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν τη κατηγορία ατεκμηριώτη και έκθεση σε απόρριψη». H Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό που είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όλα τα πιο πάνω αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.