← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χρίστου Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθ.: 17540/08, 30.3.2010

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χρίστου Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθ.: 17540/08, 30.3.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 17540/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. Χρίστου Γεωργίου
  2. Κυριάκου Χρίστου
  3. Παναγιώτη Σωτηρίου Κατηγορουμένων ____________ Ημερομηνία: 30.3.2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Ο κ. Ν. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Γ. Α. Γεωργίου. Κατηγορούμενος 2: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (πλειοψηφίας) Ο κατηγορούμενος 2 (που παρακάτω θα αναφέρεται είτε ως «ο κατηγορούμενος 2» ή ως «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει αριθμό κατηγοριών που στηρίζονται στις πρόνοιες του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, ως έχει τροποποιηθεί και στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 ναρκωτικά. Συγκεκριμένα αντιμετωπίζει το αδίκημα της εισαγωγής , κατοχής και κατοχής με σκοπό τη προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, 9005,17 γραμμαρίων ρητίνης κάνναβης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατηγορίες 2, 3 και 4 αντίστοιχα. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, διαπράχθηκαν τη 17.11.2008.. Η πρώτη κατηγορία, περί συνομωσίας, διακόπηκε για όλους τους κατηγορούμενους. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες 2, 3 και 4, που αντιμετώπιζαν από κοινού με τον κατηγορούμενο 2 και επιβλήθηκε σε αυτούς ποινή. Eκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες, οι αστυνομικοί Λ. Λοίζου, Μ.Κ.1, Χρ. Στυλιανού, Μ.Κ.2, Γιάννο Ιωάννου, Μ.Κ.3 και Σάββα Θεοδοσίου, Μ.Κ.
  4. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση περιοριζόμενος να πει ότι είναι αθώος και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 1 αγόρασε τη ναρκωτική ουσία, που αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών 2, 3 και 4, ήτοι 9005,17 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης, από την Αγγλία. Τα τοποθέτησε στο ντεπόζιτο βενζίνης του οχήματος NISSAN, με αριθμούς εγγραφής L848WNJ (που παρακάτω θα αναφέρεται ως το NISSAN) και τα εισήγαγε στη Κύπρο τη 17.11.2008, μέσω του λιμανιού της Λεμεσού. Η εισαγωγή του οχήματος και η συνάντηση των κατηγορούμενων 1 και 3 Η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών Αρχηγείου είχε πληροφορία ότι στο NISSAN υπήρχε κρυμμένη ποσότητα ναρκωτικών. Γι' αυτό το παρακολούθησαν από το λιμάνι. Σχετική είναι η μαρτυρία των αστυνομικών Γιάννου Ιωάννου, Μ.Κ.3 και Σάββα Θεοδοσίου, Μ.Κ.
  5. Στο λιμάνι είχε φθάσει, από το χωριό του Ξυλοτύμπου, ο κατηγορούμενος 1 η ώρα 9.30 π.μ.. Εκτελώνισε το όχημα και αφού το ξεκίνησε με τη βοήθεια πόλων, εξήλθε του λιμανιού περί τις 10.30 π.μ. οδηγώντας το NISSAN. Μετά τον κυκλικό κόμβο του λιμανιού άρχισε να τον ακολουθεί το όχημα με αριθμούς ΒΒΜ 17, μάρκας Mitsubishi Gallant (που παρακάτω θα αναφέρεται ως το Mitsubishi) με οδηγό τον κατηγορούμενο
  6. Τα δύο οχήματα κατευθύνθηκαν στη λεωφόρο Ομονοίας και στη συνέχεια το NISSAN εισήλθε σε πρατήριο βενζίνης. Ο οδηγός έβαλε βενζίνη και στη συνέχεια τα δυο οχήματα εισήλθαν στον νέο αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας. Η συνάντηση των τριών κατηγορούμενων Μετά τον κυκλικό κόμβο της Γερμασόγειας και πριν την έξοδο για τη Μουταγιάκα, το NISSAN σταμάτησε στη λωρίδα ασφαλείας του δρόμου. Μπροστά του σταμάτησε το MITSUBISHI. Στο χώρο εκεί ήταν ήδη σταθμευμένο ένα άσπρο μονοκάμπινο όχημα με αριθμούς εγγραφής KPG861, στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος 2 προερχόμενος κι αυτός από την Ξυλοτύμπου. Παρεμβάλλουμε ότι οι τρεις κατηγορούμενοι είναι άτομα που γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος 1 είναι υπάλληλος του κατηγορούμενου 2 στο κατάστημα επιδιόρθωσης ελαστικών και πλυντηρίου αυτοκινήτων στην Ξυλοτύμπου, ιδιοκτησίας του τελευταίου. Γνωρίζονται από παλιά γιατί είναι συγχωριανοί. Ο κατηγορούμενος 3 είναι επίσης γνωστός των κατηγορούμενων 1 και
  7. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που βρέθηκε εκεί ο κατηγορούμενος 2 ήταν επειδή είχε ειδοποιηθεί, ενόσω βρισκόταν στην Ξυλοτύμπου, από τον κατηγορούμενο 1 για να μεταβεί στο λιμάνι Λεμεσού και να πάρει ένα ελαστικό για το NISSAN, επειδή είχε ένα ελαστικό καταστραμμένο και ότι εκεί βοήθησε τους άλλους δύο κατηγορούμενους να αλλάξουν το ελαστικό. Αυτή ήταν η εκδοχή που ο κατηγορούμενος 2 προέβαλε με την κατάθεση του στην αστυνομία την ίδια ημέρα. Αυτή ήταν και η γραμμή επί της οποίας αντεξετάστηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Ο Μ.Κ.3 αναφέρει στην κατάθεση του στην αστυνομία, που υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του, ότι είδε τους τρεις οδηγούς να κατεβαίνουν από τα οχήματα τους και να συνομιλούν για 2 - 3 λεπτά. Είχε σταματήσει σε απόσταση 250-300 μέτρων. Στην αντεξέταση όταν του τέθηκε ότι από το σημείο που βρισκόταν δεν ήταν σε θέση να παρακολουθεί τις κινήσεις τους, ανέφερε ότι όταν οι τρεις κατηγορούμενοι κατέβηκαν από τα οχήματα τους, αυτός διέκρινε μόνο 'φιγούρες' και δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει όπως είπε χαρακτηριστικά ' . τι ακριβώς έκαναν εάν έκαναν οτιδήποτε'. Όταν ρωτήθηκε περί αλλαγής ελαστικού απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει επειδή δεν μπορούσε να δει. Ο ΜΚ3 αντεξετάσθηκε και σε σχέση με το χρόνο που χρειάζεται κάποιος για να αντικαταστήσει ένα ελαστικό αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας 'έτυχε' να αλλάξει το δικό του ελαστικό σε 3 - 4 λεπτά δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο ένας επαγγελματίας, που διαθέτει και τα κατάλληλα σύνεργα, να αλλάξει ελαστικό αυτοκινήτου σε χρόνο λιγότερο των 2 λεπτών. Παράλληλα με τη δική του παρακολούθηση, ο Μ.Κ.3 έστειλε το Μ.Κ.4 με υπηρεσιακό αυτοκίνητο να βγει από τη πρώτη έξοδο και να επιστρέψει στην άλλη λωρίδα, να σταθμεύσει απέναντι τους για να μπορεί να βλέπει τι γινόταν και να τον ενημερώνει σχετικά. Ο χρόνος που χρειάσθηκε το υπηρεσιακό όχημα να κάνει τη συγκεκριμένη διαδρομή και να σταματήσει απέναντι από τα τρία οχήματα ήταν 4-5-6 λεπτά, κατά το Μ.Κ.
  8. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι χρειάστηκε 2-3-4 λεπτά, αλλά πριν, ενώ περνούσε μπροστά από τα οχήματα, είδε τους τρεις οδηγούς να βγαίνουν έξω από τα οχήματα και από το καθρεφτάκι τους είδε να πλησιάζουν και να συνομιλούν. Μόλις όμως σταμάτησε απέναντι από τα τρία αυτοκίνητα, αυτά ξεκίνησαν με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Αντεξετάσθηκε και ο Μ.Κ.4 σε σχέση με το ζήτημα του σπασμένου ελαστικού. Του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που πήγε ο κατηγορούμενος 2 εκεί ήταν για να αντικαταστήσει το ελαστικό του αυτοκινήτου NISSAN. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. Ερωτήθηκε και σε σχέση με το χρόνο που χρειάζεται κάποιος επαγγελματίας για να αλλάξει ένα ελαστικό και έδωσε και αυτός διάφορες απαντήσεις. Η συνέχιση της πορείας και η κατάληξη της Μετά την παραπάνω στάση, τα τρία οχήματα συνέχισαν την πορεία τους. Σε κάποιο σημείο εξήλθαν του αυτοκινητόδρομου από την έξοδο της Μονής, συνέχισαν την πορεία τους προς Ζύγι, πέρασαν το χωριό Μαρώνι και αφού προχώρησαν για κάποια απόσταση μπήκαν σε αγροτικό δρόμο, χωματόδρομο. Ο Μ.Κ.3 έδωσε τότε οδηγία στο Μ.Κ.4 να ακολουθήσει τα οχήματα τρέχοντας. Ο Μ.Κ.4 διαπίστωσε ότι τα τρία οχήματα συνέχισαν να πορεύονται επί του αγροτικού δρόμου και αφού διένυσαν απόσταση 2 χιλιομέτρων περίπου, κατέληξαν σε μια απόμερη περιοχή, σε ένα αδιέξοδο όπου βρίσκεται ένα υποστατικό, το οποίο ανήκει σε κάποιο γνωστό των κατηγορουμένων, το Στέλιο Γιασεμίδη και χρησιμοποιείται ως εκπαιδευτήριο σκύλων. Τα γεγονότα στο υποστατικό Γιασεμίδη Ο Μ.Κ.4 τους παρακολουθούσε από απόσταση 1-1,5 χλμ, από ένα ύψωμα με κιάλια. Τα τρία οχήματα, κατά το Μ.Κ.4, κατέφθασαν στο χώρο ταυτόχρονα, την ίδια ακριβώς στιγμή και στάθμευσαν το ένα πίσω από το άλλο, πλησίον του υποστατικού. Οι οδηγοί εξήλθαν και ένας εξ αυτών άνοιξε την πίσω πόρτα του Nissan. Σε κατάθεσή του στην αστυνομία, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασής του, είχε δηλώσει ότι είδε τους τρεις οδηγούς «να βρίσκονται κοντά στο Nissan και να προσπαθούν να το αποσυναρμολογούν». Στην προφορική του μαρτυρία ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ήταν και οι τρεις κοντά και «κάτι επεξεργάζονταν στα καθίσματα», όμως διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει «ποιος ήταν μπροστά, ποιος δεύτερος, ποιος τρίτος». Ο ένας, πάντως, βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και «κάτι έκαμνε στις μαξιλάρες», ο άλλος έξω «εκεί που ήταν η πόρτα ανοικτή» και ο άλλος, που όπως φάνηκε στο τέλος ήταν ο κατηγορούμενος 2, ήταν λίγο πιο πίσω, κοντά στο όχημα, ανάμεσα στο όχημα και το υποστατικό που «δεν ήταν μεγάλη απόσταση». Μετά, είπε ο Μ.Κ.4, ο κατηγορούμενος 2 κάθισε σε μια καρέκλα που βρισκόταν έξω από το υποστατικό. Εν τω μεταξύ, ο Μ.Κ.4 ενημέρωσε τον Μ.Κ.3 για να επέμβουν, όπως και έγινε και συνέχισε την παρακολούθηση. Τον κατηγορούμενο 2, είπε, τον συνέλαβαν ενόσω καθόταν στην καρέκλα. Κατά την έφοδο, ανέφερε Μ.Κ.3, οι κατηγορούμενοι «τράπηκαν σε φυγή». Όμως οι αστυνομικοί συνέλαβαν τους κατηγορουμένους 1 και 2, ενώ ο κατηγορούμενος 3 έτρεξε και ανέβηκε σε παρακείμενο λόφο, πίσω από το υποστατικό. Τότε κατάφερε να διαφύγει, τον συνέλαβαν όμως λίγο χρόνο αργότερα. Ο ΜΚ3 ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε τον κατηγορούμενο
  9. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τον είχε συλλάβει καθήμενο στην εν λόγω καρέκλα. Διευκρίνισε μεν, ότι όταν ανέφερε πως ο κατηγορούμενος 2 «τράπηκε σε φυγή», εννοούσε ότι έκανε γοργά βήματα μακριά του και πρόσθεσε ότι όταν φώναξε «Αστυνομία», αυτός σταμάτησε. Επέμεινε όμως ότι τον συνέλαβε κινούμενο έξω από το υποστατικό και όχι καθήμενο. Είναι μετά, είπε, που τον έβαλε να καθίσει στην καρέκλα. Τα ανευρεθέντα από την αστυνομία Για τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων σχετική είναι η αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν ο χειριστής τεκμηρίων της υπόθεσης. Περιπλέον, η σκηνή και τα ανευρεθέντα απεικονίζονται σε φωτογραφίες που μαζί με επεξηγηματικό ευρετήριο κατατέθηκαν, ως κοινώς αποδεκτά γεγονότα, ως Τεκμήριο
  10. Ειδικότερα απεικονίζεται το Nissan με το πισινό κάθισμα να έχει αφαιρεθεί και το ντεπόζιτο καυσίμων που βρίσκεται κάτω από το κάθισμα να είναι ανοικτό. Εντός του ντεπόζιτου εντοπίστηκαν, αργότερα στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου είχε μεταφερθεί το Nissan με ρυμουλκό, 7 σκευάσματα ρητίνης κάνναβης περιτυλιγμένα με αλουμινόχαρτο και άσπρη κολλητική ταινία. Άλλα 12 παρόμοια σκευάσματα ρητίνης κάνναβης ανεβρέθηκαν σε μια αθλητική τσάντα που πέταξε ο κατηγορούμενος 3 ενώ έτρεχε για να διαφύγει. Μύριζαν έντονα βενζίνη. Άλλο ένα σκεύασμα βρέθηκε κάτω από τον πίσω δεξιό τροχό του Nissan. Τέλος, στη σκηνή, είχαν ανευρεθεί δίπλα από το Nissan τεμάχια άσπρης κολλητικής ταινίας και τεμάχια αλουμινόχαρτου. Όταν ο Μ.Κ.1 επεδείκνυε τα διάφορα τεκμήρια στους κατηγορούμενους 1 και 2, ο μεν πρώτος προέβη σε αυτοενοχοποιητικές δηλώσεις, λέγοντας μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε τίποτε και ερωτούμενος σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος εκεί. Ο κατηγορούμενος 2 δεν απάντησε οτιδήποτε. Μίλησε μόνο όταν ρωτήθηκαν σε ποιον ανήκε το Mitsubishi, οπότε και κατονόμασε τον κατηγορούμενο
  11. Αυτά έγιναν στη σκηνή μεταξύ των ωρών 13.30 - 14.00 και στα γραφεία της ΥΚΑΝ η ώρα 15.
  12. Οι αθωωτικές, ως άνω, εξ ακοής δηλώσεις του κατηγορούμενου 1 για τον κατηγορούμενο 2 στερούνται οποιασδήποτε βαρύτητας και αξίας εφόσον είναι φανερό ότι κατ΄ εκείνο τον χρόνο ο κατηγορούμενος 1 προσπαθούσε να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα για να προσφέρει κάλυψη στους άλλους δύο. Είναι χαρακτηριστική η προσπάθειά του προς αυτή την κατεύθυνση και για τον κατηγορούμενο 3 που αποτέλεσε τελικά κοινό τόπο ότι ήταν παρών, ενώ ο κατηγορούμενος 1 δήλωνε εκείνη τη στιγμή πως δεν υπήρχε κανένας άλλος εκεί. Άλλωστε, η υπεράσπιση δεν μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη τις δηλώσεις αυτές του κατηγορούμενου 1, οπότε και δεν είχε ευκαιρία η κατηγορούσα αρχή να σχολιάσει οτιδήποτε για το ζήτημα αυτό. Κατ' ουσία δεν πρόκειται για θέμα που κατέστη επίδικο στα πλαίσια της αντιπαραθετικής διαδικασίας. Σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Γενετικής, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός, από τις εξετάσεις που έγιναν για γενετικό υλικό δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τους τρεις κατηγορούμενους με τα τεκμήρια που εξετάστηκαν. Σύμφωνα δε, με έκθεση του Κρατικού Χημείου, το περιεχόμενο της οποίας έγινε επίσης κοινώς παραδεκτό, δεν ανιχνεύτηκε εύφλεκτη ύλη σε δείγματα που ελήφθησαν από τις παλάμες των κατηγορούμενων 1 και
  13. Η κατάθεση του κατηγορούμενου στην αστυνομία Έχουμε αναφερθεί ανωτέρω στην αρχική στάση του κατηγορούμενου 2 κατά την επίδειξη των τεκμηρίων. Μετά όμως, αργά την ίδια ημέρα, μεταξύ των ωρών 23.00 - 23.50 προέβη σε ανακριτική κατάθεση προς τον Μ.Κ.2 ως ακολούθως: «Τον Χρίστο τον γνωρίζω γιατί είναι υπάλληλος μου στο μαχαζί επιδιόρθωσης ελαστικών που έχω στην Ξυλοτύμπου από τον καιρό που έφκηκε από την φυλακή δηλαδή 6-7 μήνες. Επίσης τον γνωρίζω και από παλιά γιατί είναι χωριανός μου. Σήμερα 17/11/08 και ώρα 0730 πήγα δουλειά στο μαχαζί μου. Στην δουλειά ήταν ήδη και ο Χρίστος. Μετά από λίγη ώρα, μισή ώρα περίπου είπε μου ο Χρίστος και θα πήγαινε στο λιμάνι της Λεμεσού για να πιάσει το αυτοκίνητο που περίμενε να έρθει από την Αγγλία. Εγώ ήδη ήξερα ότι ο Χρίστος θα έφερνε αυτοκίνητο από την Αγγλία γιατί πριν 3-4 μήνες περίπου πήγε στην Αγγλία για διακοπές και μετά από 3 εβδομάδες που ήρθε μου είπε ότι θα έφερνε αυτοκίνητο. Έτσι εγώ του είπα να πάει να το πιάσει. Μέχρι εκείνη την ώρα δεν ήξερα τι αυτοκίνητο θα έφερνε. Πράγματι ο Χρίστος έφυγε και εγώ έμεινα στο μαχαζί για να συνεχίσω τη δουλειά μου. Κάτι που δεν σου ανάφερα είναι ότι έχω και πλυντήριο αυτοκινήτων δίπλα από το μαχαζί με τα λάστιχα. Επειδή το αυτοκίνητο μου βράζει και έχει πρόβλημα εσυνεννοήθηκα με τον κουμπάρο μου τον Έλληνα Καζαμία εψές 16/11/08, να πιάσω το αυτοκίνητο του και να το πάρω στο πλυντήριο αυτοκινήτων για να μπορώ να κάμω την δουλειά μου. Πράγματι σήμερα 17/11/08 και ώρα 0800-0830 έπιασα το αυτοκίνητο του κουμπάρου μου με αριθμούς ΒΒΜ017 το οποίο ήταν έξω από το σπίτι της μάνας του και το πήρα στο πλυντήριο. Αφού πέρασε μία ώρα περίπου δηλαδή η ώρα 0930 με πήρε τηλέφωνο ο Χρίστος και μου είπε εάν μπορώ να πάω στο Λιμάνι της Λεμεσού να τον βοηθήσω γιατί είχε πρόβλημα το λάστιχο του αυτοκινήτου του και δεν είχε κρίκκο και κλειδιά. Εγώ του είπα ότι δεν μπορώ να πάω γιατί είχα δουλειά και του είπα να πάει εκείνος να τον βοηθήσει. Μετά από καμμιά ώρα περίπου εξαναπήρε με τηλέφωνο ο Χρίστος και μου είπε ότι ο Τρίκκης εξεκίνησε για να πάει κοντά του όμως έπρεπε να πάω και εγώ γιατί το λάστιχο ήταν κατεστρεμμένο και έπρεπε να του πάρω άλλο. Εν τω μεταξύ εγώ όλη αυτή την ώρα δεν ήμουν στο μαχαζί γιατί ήμουν έξω σε πελάτες για δουλειές. Όταν πήγα πίσω στο μαχαζί είδα ότι το αυτοκίνητο του κουμπάρου μου έλειπε και εκατάλαβα ότι το έπιασε ο Τρίκκης γιατί όταν μιλήσαμε με τον Χρίστο του είπα να πει του Τρίκκη να πιάσει το αυτοκίνητο του κουμπάρου μου για να πάει να τον βοηθήσει. Τότε έβαλα και εγώ ένα λάστιχο που το μαχαζί και εξεκίνησα με το αυτοκίνητο του υπάλληλου μου του Τάσου με αρ. εγγρ. KPG861 για να πάω Λεμεσό. Επήα μέχρι το τελευταίο ραουνταπάουτ της Λεμεσού και επειδή δεν τους ήβρα εξεκίνησα και έρχομουν προς τα πίσω. Περίπου στην Ακτή του Κυβερνήτη είδα τους να είναι και οι δύο σταματημένοι. Εκατέβηκα και τους είδα να σάζουν το αριστερό πισινό λάστιχο του αυτοκινήτου του Χρίστου που επρόσεξα ότι ήταν ένα Μarch γκρίζο με ξένους αριθμούς εγγραφής. Τους βοήθησα και αλλάξαμε το λάστιχο και ο Χρίστος μου είπε να τον ακολουθήσω γιατί το αυτοκίνητο έχει πρόβλημα και κάνει διακοπές. Πράγματι ξεκίνησε πρώτος ο Χρίστος με το αυτοκίνητο του, πίσω του ο Τρίκκης με το αυτοκίνητο του κουμπάρου μου και πίσω εγώ. Εφκήκαμε που την έξοδο της Ακτής του Κυβερνήτη επιάσαμεν τον παραλιακό δρόμο και πηγαίναμε προς το Ζύγι. Επεράσαμεν το Ζύγι και ήβραμε μια ταπέλα που έγραφε Μαρώνι και στρίψαμε αριστερά πήγαμε μέσα στο Μαρώνι και μετά πιάσαμε χωματόδρομο. Μόλις εμπήκαμε του χωματόδρομου έπιασε με τηλέφωνο η γενέκα μου και εγώ έπιασα πάντα και εμίλουν στο τηλέφωνο. Μόλις επιάσαμε το χωματόδρομο εγώ εκατάλαβα που θα πηγαίναμε δηλαδή θα πηγαίναμε στο χωράφι του Στέλιου. Τούτο ξέρω το γιατί εξαναπήα ακόμα 2 φορές εκεί την μια για να του πάρω πάλες και την άλλη για του πάρει ένα σιήλλον ο γαμπρός μου ο Τάκης. Επίσης ήξερα ότι ο Στέλιος είναι φίλος του Πανίκου. Αφού μίλησα 3-4 λεπτά με την γενέκα μου εξεκίνησα και πήγα και εγώ στο χωράφι. Όταν πήγα εκεί είδα τον Τρίκκη να είναι πάνω στο βουνό και υπολόγισα ότι θα τηλεφωνούσε. Ο Χρίστος ήταν στο αυτοκίνητο του. Εκόντεψα του και είδα να είναι φκαρμένη η πισινή μαξιλάρα του αυτοκινήτου και να βγάζει κάτι από το τάγκι. Επειδή είχε κάτι τέλλες κοντά του εγώ τις έπιασα και τα πέταξα δίπλα από το αυτοκίνητο και πήγα πιο κοντά του και τότε είδα να έχει δίπλα του ένα πράμα τηλιμένο με την τέλλα. Τον ρώτησα τι κάνει εκεί και μου είπε να του φέρω το ρούχο που ήταν δίπλα στο τραπέζι και να κάμνω γρήγορα να φέφκουμε. Ώσπου να φέρω το ρούχο είδα κάτι αυτοκίνητα να έρχονται και κατέβηκαν κάποιοι από μέσα και μας είπαν να μείνουμε ακίνητοι γιατί ήταν Αστυνομία. Πράγματι εγώ έμεινα εκεί και ήρθαν και με σύλλαβαν. Εγώ δεν ξέρω τίποτε για τούτα τα πράματα που εβρέθηκαν. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί το DNA μου πάνω σε οτιδήποτε πράγματα που έπιασε η Αστυνομία εκτός από την τέλλα που σου είπα προηγουμένως που ήταν δίπλα από το αυτοκίνητο του Χρίστου" Αξιολόγηση και ευρήματα Η μαρτυρία των αστυνομικών δεν έχει στην ουσία της αμφισβητηθεί. Μάλιστα, ο κ. Γεωργίου αγορεύοντας ανέφερε ότι δεν εισηγείται πως οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 δεν ήταν αξιόπιστοι. Η εισήγηση του ήταν ότι η μαρτυρία τους ήταν τόσο ασαφής και αόριστη ώστε να μην είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες. Σ΄ αυτή την εισήγηση του κ. Γεωργίου θα επανέλθουμε. Η αντεξέταση των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 περιορίστηκε αφενός σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου στο κτήμα Γιασεμίδη και με το σημείο όπου συνελήφθη και αφετέρου, σε σχέση με την εκδοχή της υπεράσπισης ότι κατά τη συνάντηση των τριών στον αυτοκινητόδρομο, ο κατηγορούμενος 2 είχε βοηθήσει στην αλλαγή του ελαστικού. Ως προς το πρώτο ζήτημα διαπιστώνεται διαφορά μεταξύ των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
  14. Όμως, άμεση είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος, ως άνω, είναι το πρόσωπο που συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2, ενώ ο Μ.Κ.4 παρακολουθούσε από μακριά, έχοντας ως εκ τούτου γενική θεώρηση της σκηνής, χωρίς άμεση εμπλοκή στα διαδραματισθέντα και ειδικότερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  15. Η αξιοπιστία του Μ.Κ.3 όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε στη γενικότητά της, αλλά αν έχουμε κάτι να πούμε είναι ότι οι διευκρινίσεις που έδωσε στην προφορική του μαρτυρία ήταν πιο ευνοϊκές για τον κατηγορούμενο 2, παρά τα όσα ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή του στην αστυνομία. Υπενθυμίζουμε τη διευκρίνισή του για τη φράση ότι οι κατηγορούμενοι «τράπηκαν σε φυγή». Παραθέτουμε δε, ότι για μια άλλη φράση στην κατάθεσή του, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος «δεν έδωσε καμιά απάντηση, φαινόταν ξαφνιασμένος και μύριζε έντονα βενζίνη», ανέφερε στην προφορική του μαρτυρία πως εννοούσε ότι είναι η περιοχή που μύριζε έντονα βενζίνη και όχι ο κατηγορούμενος
  16. Βέβαια, ο Μ.Κ.3 κατέφθασε στη σκηνή μετά, ενώ ο Μ.Κ.4 παρακολουθούσε εξ αρχής. Όμως, δεν είναι μόνο το ότι ο τελευταίος παρακολουθούσε, ως άνω, από μακριά, χωρίς εμπλοκή. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 προέβαλε τη θέση περί καρέκλας. Αντίθετα, ως άνω, στην κατάθεσή του αναφέρει ότι η άφιξη της αστυνομίας έγινε «ώσπου να φέρει το ρούχο», οπότε και έμεινε ακίνητος εκεί, όπως του ζητήθηκε, όπου και συνελήφθη. Ενώ, η αμφισβήτηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 έγινε επί τη βάσει της θέσης πως ο κατηγορούμενος 2 όχι μόνο δεν τράπηκε σε φυγή ή δεν κινήθηκε, αλλά μάλιστα ήταν καθήμενος. Πρόκειται, συνεπώς, για αμφισβήτηση επί μιας θέσης που όχι απλώς δεν προέβαλε στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2, αλλά που δεν συνάδει με τα όσα ο ίδιος εκεί αναφέρει. Υπό τις περιστάσεις, αποδεχόμαστε επί του ζητήματος αυτού, τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  17. Για το δεύτερο ζήτημα, δεν ετέθη στους δύο αστυνομικούς ότι είδαν τον κατηγορούμενο 2 να αλλάζει το ελαστικό και το απέκρυψαν, αλλά κατ΄ ουσία διερευνήθηκε το κατά πόσον θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι τέτοιο, χωρίς να το αντιληφθούν. Αυτό είναι θέμα που θα εξετάσουμε κατωτέρω υπό το σύνολο της μαρτυρίας και λαμβάνοντας υπόψη τις εξηγήσεις του κατηγορούμενου 2 στην ανακριτική κατάθεσή του, μέσα βέβαια από το σύνολο των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην κατάθεσή του αυτή, δηλαδή τόσο σε σχέση με το ζήτημα του ελαστικού, όσο και σε σχέση με άλλα θέματα, όπως είναι η μετέπειτα μετάβαση στο κτήμα Γιασεμίδη και οι ενέργειες του κατηγορούμενου 2 εκεί πριν, κατά και μετά τη σύλληψή του. Η κατάθεση του κατηγορούμενου 2 είναι μεικτή (mixed statement). Περιέχει δηλαδή αφενός στοιχεία που μπορεί να λειτουργήσουν ενοχοποιητικά, όπως είναι η παρουσία του στους χώρους όπου βρισκόταν και διακινείτο το αυτοκίνητο με τα ναρκωτικά και οι ενέργειές του στο κτήμα Γιασεμίδη και αφετέρου στοιχεία δικαιολογητικά. Σε τέτοια περίπτωση, έστω και αν ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε μαρτυρία, το δικαστήριο, στην προσπάθεια του να διαπιστώσει την αλήθεια, λαμβάνει υπόψην την κατάθεση στο σύνολο της, περιλαμβανομένου του μέρους που είναι ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο
  18. Κάθε μέρος της κατάθεσης εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Όμως, όπως είναι φυσικό, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα σε ό,τι είναι άμεσα ή έμμεσα ενοχοποιητικό και μικρότερη σε ό,τι αποτελεί εξήγηση ή δικαιολογία την οποία βεβαίως μπορεί να απορρίψει. (Duncan, 73 Cr. App. R. 359, Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Γαβριήλ v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 203/2007, ημερ. 21.12.2009). Είναι υπό το φως των παραπάνω αρχών που προχωρούμε να εξετάσουμε τα γεγονότα που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή και την εκδοχή περί ελαστικού, λαμβάνοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις όπως εκφράστηκαν στις αγορεύσεις. Ο κ. Δημητρίου μας κάλεσε να μην δώσουμε καμιά αξία στις εξηγήσεις του κατηγορούμενου περί αλλαγής του ελαστικού, υποδεικνύοντας διάφορα σημεία τα οποία χαρακτήρισε ως ουσιώδη ψέματα. Ο κ. Γεωργίου μας κάλεσε να αντικρύσουμε την κατάθεση του κατηγορούμενου 2 όχι με βάση τη δυνατότητα έκφρασης ή με βάση τη δυνατότητα αντίληψής του για το τί αποτελεί ουσιαστικό γεγονός ή όχι. Επρόκειτο, είπε, για μια ανακριτική κατάθεση και εναπόκειτο στον αστυνομικό ανακριτή, εάν η κατάθεση εμπεριείχε ασάφειες, να κάμει διευκρινιστικές ερωτήσεις, χωρίς να έχει τώρα ευχέρεια η κατηγορούσα αρχή να επικαλείται τυχόν αδυναμίες κατά την έκφραση του λόγου ή τυχόν εσφαλμένες αντιλήψεις, για το ποια ήταν ουσία όπου έπρεπε να επικεντρώσει την προσοχή του ο κατηγορούμενος. Θα έπρεπε, εισηγήθηκε περαιτέρω, η αστυνομία να είχε διερευνήσει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 2 και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εκδοχή του είναι ψευδής. Είναι δεδομένο ότι το μπροστινό δεξιό ελαστικό του Nissan αναγνωρίστηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας στις φωτογραφίες να έχει διαφορές από τα άλλα τρία ελαστικά. Είναι επίσης δεδομένο ότι όταν ρωτήθηκε ο Μ.Κ.2 κατά πόσο στο Nissan είχε βρεθεί σπασμένο ελαστικό και ότι είχε αντικατασταθεί, απάντησε καταφατικά. Από την άλλη, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεσή του ότι ο Χρίστος (πρώην κατηγορούμενος 1) του είχε τηλεφωνήσει για το πρόβλημα του ελαστικού, η ώρα 9.30 π.μ.. Όμως, εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος 1 εισερχόταν ακόμα στο λιμάνι για να εκτελωνίσει το όχημα. Πώς είναι δυνατό να είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο 2 η ώρα 9.30 π.μ. για το σπασμένο ελαστικό; (β) Ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει στην κατάθεσή του ότι ο κατηγορούμενος 1 τον ρώτησε κατά πόσο μπορούσε να πάει στο λιμάνι της Λεμεσού για να τον βοηθήσει, γιατί είχε πρόβλημα με το ελαστικό. Άρα το πρόβλημα με το ελαστικό διαπιστώθηκε ή προέκυψε, σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, ενόσω το αυτοκίνητο βρισκόταν στο λιμάνι. Μεταβαίνουν στη Λεμεσό δύο πρόσωπα για το πρόβλημα αυτό, όμως κανένας εξ αυτών δεν πάει στο λιμάνι. Ο κατηγορούμενος 3 περιμένει έξω από το λιμάνι, μετά τον κυκλικό κόμβο και ο κατηγορούμενος 2 περιμένει σε σημείο του αυτοκινητόδρομου. (γ) Ο δε κατηγορούμενος 3, όχι μόνο δεν εισέρχεται στο λιμάνι, αλλ' ούτε μετά, όταν εξήλθε του λιμανιού ο κατηγορούμενος 1, σταματούν για το ελαστικό. Ο κατηγορούμενος 1 συνεχίζει την πορεία του και ο κατηγορούμενος 3 απλώς τον ακολουθεί. Στο σταθμό δε, βενζίνης ό,τι κάμνει ο κατηγορούμενος 1 είναι να εφοδιάσει το Nissan με βενζίνη, χωρίς και πάλιν να προσεγγιστούν με τον κατηγορούμενο 3 για το ελαστικό. Σε κανένα στάδιο δεν προσεγγίζονται για το ελαστικό. Πότε και πώς υπ' αυτές τις περιστάσεις διαπιστώθηκε η ανάγκη για νέο ελαστικό; Η όλη εικόνα δεν έχει καμμιά σχέση με πρόβλημα ελαστικού. Πρόκειται για μια συνεχή πορεία, με τη στάση για βενζίνη, προς τον αυτοκινητόδρομο όπου, όπως φάνηκε, τους περίμενε ο κατηγορούμενος
  1. (δ) Εν πάση περιπτώσει, μετά τη διαπίστωση, υποτίθεται της ανάγκης αυτής, πότε πρόλαβε ο κατηγορούμενος 2, ευρισκόμενος «έξω σε πελάτες για δουλειές», να επιστρέψει στο κατάστημα του, να πάρει το ελαστικό και να μεταβεί από τη Ξυλοτύμπου στη Λεμεσό, και να περιμένει μάλιστα το Nissan; (ε) Η μαρτυρία ότι είναι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 που συνάντησαν τον κατηγορούμενο 2 να είναι ήδη σταθμευμένος στον αυτοκινητόδρομο, αντίθετα με όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεσή του, δεν έχει αμφισβητηθεί. (στ) Πώς εκινείτο ένα αυτοκίνητο με κατεστραμμένο ελαστικό; Ο Μ.Κ.4 ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι δεν πρόσεξε οποιοδήποτε ιδιαίτερο πρόβλημα κατά την κίνηση του συγκεκριμένου οχήματος. Άλλωστε, δεν είναι ούτως ή άλλως, λογική η εικόνα ότι το Nissan με το κατεστραμμένο ελαστικό οδηγήθηκε στο «λαστιχάρη». Το λογικό θα ήταν ο «λαστιχάρης» να μεταβεί εκεί που βρισκόταν το Nissan με το κατεστραμμένο ελαστικό και όχι το αντίθετο. Αυτή ακριβώς ήταν και η αναφορά του κατηγορούμενου 2, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 του είχε ζητήσει να μεταβεί στο λιμάνι. (ζ) Ο κατηγορούμενος 1, «λαστιχάρης» ο ίδιος, δεν μεριμνά να βρει εργαλεία και ελαστικό στη Λεμεσό, αλλά «κουβαλεί» δύο ανθρώπους από την Ξυλοτύμπου στη Λεμεσό γι΄ αυτό το σκοπό, τον ένα πίσω από τον άλλο. (η) Ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει στην κατάθεσή του ότι είχε παραπέμψει αρχικά τον κατηγορούμενο 1 στον κατηγορούμενο
  2. Ακολούθως και παρά το ότι είχε μεταβεί στη Λεμεσό ο κατηγορούμενος 3, ο κατηγορούμενος 1 του ξανατηλεφώνησε γιατί το ελαστικό ήταν κατεστραμμένο και θα έπρεπε να του πάρει άλλο. Γιατί όμως ο κατηγορούμενος 1 δεν ενημέρωσε ήδη για την κατάσταση του ελαστικού, «λαστιχάρης» μάλιστα ο ίδιος, τον κατηγορούμενο 3 που πήγε, όπως παρουσιάζεται, άδικα στη Λεμεσό, με αποτέλεσμα να γίνει ανάγκη να μεταβεί εκεί και ο κατηγορούμενος 2; (θ) Ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι ήταν «έξω σε πελάτες για δουλειές», δεν ήταν άεργος και όμως μεταβαίνει στη Λεμεσό για να πάρει ένα ελαστικό στον υπάλληλό του, τη στιγμή που υπήρχε η ευχέρεια για τον κατηγορούμενο 1 να διακινηθεί πλέον με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 3 και να προμηθευτεί ένα ελαστικό από τη Λεμεσό. Αντ΄ αυτού, μεταβαίνει εκεί ο εργοδότης του, που είχε «δουλειές». (ι) Οι μάρτυρες αστυνομικοί αντεξετάστηκαν, ως άνω, για το χρόνο που χρειάζεται ένας επαγγελματίας του είδους να προβεί σε αλλαγή ελαστικού. Υποβλήθηκε η θέση ότι ένας επαγγελματίας μπορεί να αλλάξει το ελαστικό σε χρόνο που είναι λιγότερος από δύο λεπτά όταν έχει «αυτόματο κρίκο, αυτόματο τραπανάκι που ξεβιδώνει και βιδώνει τις βίδες». Αυτή ήταν η θέση της υπεράσπισης σε σχέση με την εισήγηση ότι εκεί που συναντήθηκαν στον αυτοκινητόδρομο οι τρεις κατηγορούμενοι έγινε αλλαγή του ελαστικού. Συνεπώς, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι διέθεταν τα μέσα ώστε η αλλαγή ελαστικού να ήταν μια απλούστατη διαδικασία ελάχιστου χρόνου. Και όμως, στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι όταν κατέβηκε «τους είδε να σάζουν . το λάστιχο (και) . τους βοήθησε και άλλαξαν το λάστιχο». Έτσι, παρουσιάζει την εικόνα ότι χρειάστηκαν τελικά τρία άτομα, δύο εκ των οποίων επαγγελματίες, για να αλλάξουν ένα ελαστικό και, περαιτέρω, ότι χρειάστηκε να εμπλακεί στη διαδικασία ο εργοδότης του κατηγορούμενου 1 για να βοηθήσει τον υπάλληλό του ακόμα και στην αλλαγή του ελαστικού, πέραν του ότι αναγκάστηκε να αφήσει την εργασία του και να μεταβεί στη Λεμεσό. (ια) Περιπλέον, πώς «τους είδε να σάζουν . το λάστιχο» αφού ήταν η θέση του πως το λάστιχο ήταν κατεστραμμένο; «Έσαζαν» τί, εφόσον δεν είχαν το νέο ελαστικό προς αντικατάσταση του κατεστραμμένου; (ιβ) Πέραν τούτου, αναφέρει ότι τους είδε να «σάζουν το αριστερό πισινό λάστιχο». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου 2 αντεξετάζοντας τον Μ.Κ.2 τον ρώτησε κατά πόσον ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 πως τον είχαν καλέσει για να επιδιορθώσει το ελαστικό και κατά πόσον, όταν ερευνήθηκε το Nissan, βρέθηκε ότι είχε σπασμένο ελαστικό και ότι είχε αντικατασταθεί. Ο Μ.Κ.2 απάντησε και στις δύο ερωτήσεις καταφατικά. Σε εκείνο το σημείο ο κ. Γεωργίου υπέδειξε στο μάρτυρα τις φωτογραφίες 4 και 5 του Τεκμηρίου 34 ερωτώντας τον κατά πόσο «το μπροστινό δεξιό λάστιχο του αυτοκινήτου είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα τρία και ως προς το μέγεθος και ως προς τα άλλα χαρακτηριστικά του». Ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι εντοπίζει διαφορά στο γεγονός ότι το δεξιό ελαστικό έχει 'τάσι', ενώ τα άλλα όχι. Επί της ίδιας γραμμής αντεξετάστηκε και ο Μ.Κ.3, ο οποίος με αναφορά στις φωτογραφίες και πάλι, προσδιόρισε τη διαφορά όχι μόνο στο τάσι, αλλά και στο γεγονός ότι το δεξιό μπροστινό ελαστικό φαίνεται ότι είναι λίγο μεγαλύτερο από τα άλλα. Το όλο πλαίσιο μέσα στο οποίο τέθηκαν οι ερωτήσεις αυτές είναι ακριβώς το πλαίσιο της εκδοχής του κατηγορούμενου 2 πως μετέβη στη Λεμεσό για σκοπούς αλλαγής του ελαστικού. Δεν μπορεί να έχουν άλλο νόημα οι ερωτήσεις για τη διαφορά ανάμεσα στα ελαστικά. Συνεπώς, η θέση που προώθησε ο κατηγορούμενος 2 δια του δικηγόρου του, ήταν ότι το ελαστικό που αλλάχθηκε ήταν το μπροστινό δεξιό. Σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις, όπου ο δικηγόρος λειτουργεί στην παρουσία του πελάτη του, υπέχει θέση αντιπροσώπου του κατηγορούμενου. (Βλ. Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 171). Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να διαχωρίσει τη θέση του από εκείνη του δικηγόρου του (βλ. Πολυβίου v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 11) εφόσον η φωνή και ο λόγος του δικηγόρου είναι η φωνή και ο λόγος του κατηγορούμενου πελάτη του. (Βλ. Γαβριηλίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 405). Διαπιστώνεται, ως εκ των άνω, απόλυτη αντίφαση στις θέσεις που ο κατηγορούμενος προέβαλε για το θεμελιακό ζήτημα της εκδοχής του. (ιγ) Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 είχε ρωτήσει τον Μ.Κ.2 κατά πόσον «από την πρώτη στιγμή» ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 ότι τον είχαν καλέσει για να διορθώσει το ελαστικό. Ο Μ.Κ.2 απάντησε καταφατικά. Ο Μ.Κ.3 επίσης ρωτήθηκε κατά πόσον «μόλις συνέλαβε» τον κατηγορούμενο 2 αυτός του απάντησε πως δεν είχε σχέση αλλά είχε κληθεί για να τους αλλάξει το ελαστικό. Ο μάρτυρας απάντησε «μου τα είπε μετά στη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, μετά τη σύλληψη του. Εντάξει μεταξύ άλλων μου είπε και αυτά μου είπε και αρκετά.» Για το ζήτημα όμως αυτό, έχουμε την επί τούτου μαρτυρία του Μ.Κ.1 για τις πρώτες αντιδράσεις του κατηγορούμενου 2 όταν του επεδείκνυε τα τεκμήρια επί σκηνής, μεταξύ των ωρών 13.30 - 14.00, αλλά και αρκετά αργότερα στα γραφεία της ΥΚΑΝ, η ώρα 15.
  1. Πρόκειται για μαρτυρία που δεν έχει αμφισβητηθεί και είναι συγκεκριμένη και ακριβής για τον χρόνο, το περιεχόμενο των ερωτήσεων και τις αντιδράσεις του κατηγορούμενου 2 σε κάθε μια απ΄ αυτές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ασφαλής μαρτυρία επί του θέματος αυτού είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Συνεπώς, δεν είναι «από την πρώτη στιγμή» ούτε «μόλις συνελήφθη» που ο κατηγορούμενος 2 προέβαλε την εκδοχή περί ελαστικού. Η πρώτη φορά που σύμφωνα με τη συγκεκριμένη και θετική μαρτυρία, την οποία έχουμε αποδεχθεί, που ο κατηγορούμενος έκαμε λόγο περί τέτοιας εκδοχής, ήταν στην ανακριτική του κατάθεση μεταξύ των ωρών 23.00 - 23.50, πολλές ώρες μετά το συμβάν. Ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε υποχρέωση να πει οτιδήποτε κατά το χρόνο της σύλληψής του ή οποτεδήποτε μετά. Όμως, από τη στιγμή που προέβη τελικά σε κατάθεση θέτοντας, αργά την ίδια ημέρα, την εκδοχή του περί ελαστικού και εφόσον τέθηκε η εισήγηση ότι αυτή την εκδοχή την έθεσε «από την πρώτη στιγμή» «μόλις συνελήφθη» είναι θεμιτό να σχολιάσουμε ότι δεν είναι από την πρώτη στιγμή που έθεσε την εκδοχή αυτή, αλλά ώρες μετά. Στην πρόσφατη υπόθεση Πιτσιλλίδης, Λάμπρου, Σκούρου v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 102/08, 104/08, 105/08, ημερ. 17.12.2009, η θέση του εφεσείοντα στην ποινική έφεση αρ. 102/08 ήταν ότι η παρουσία του στο μέρος όπου η αστυνομία είχε εντοπίσει τα ναρκωτικά ήταν τυχαία. Προέβαλε διάφορες αθωωτικές δικαιολογίες όχι, όμως κατά τη σύλληψή του, αλλά αργότερα στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Το Κακουργιοδικείο έκρινε πως επρόκειτο για δεύτερες σκέψεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι αθωωτικές εξηγήσεις θα είχαν ενδεχομένως έρεισμα εάν ο εν λόγω εφεσείων ή ο άλλος εφεσείων που τον συνόδευε, δικαιολογούσαν ευθύς αμέσως την παρουσία τους στο εν λόγω σημείο. Όμως, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαν ισχυριστεί κατά τη σύλληψή τους ότι πήγαν για να κυνηγήσουν λαγούς και ότι βγήκαν από το αυτοκίνητο για να ουρήσει ο άλλος εφεσείων, όπως ήταν εκεί οι δικαιολογίες. (ιδ) Η εξήγηση του κατηγορούμενου ότι βρέθηκε στη Λεμεσό για το ζήτημα του ελαστικού θα πρέπει, περαιτέρω, να εξεταστεί και υπό το φως της άλλης εξήγησης που περιλαμβάνεται στην κατάθεσή του για το γεγονός ότι στη συνέχεια ακολούθησε τους άλλους δύο κατηγορούμενους στο υποστατικό Γιασεμίδη. Είναι, ως άνω, η εξήγησή του ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε να τον ακολουθήσει γιατί το αυτοκίνητό του είχε πρόβλημα και έκαμνε διακοπές. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το αυτοκίνητο δεν είχε πρόβλημα και δεν έκαμνε διακοπές και αν υπήρχε τέτοια μαρτυρία θα επρόκειτο για ένα ψέμα που είπε ο κατηγορούμενος 1 και όχι ο κατηγορούμενος
  3. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι το γιατί πήγαν στο Μαρώνι και όχι στη Λάρνακα δεν είναι ο κατηγορούμενος που έπρεπε να δώσει εξηγήσεις. Ένας κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να πει οτιδήποτε στην αστυνομία, ούτε υποχρέωση να δώσει ή να καλέσει μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να προβληματιστεί για τα γεγονότα όπως αυτά βρίσκονται ενώπιον του, με ή χωρίς την εξήγηση που θα μπορούσε να δώσει ο κατηγορούμενος. Το ζήτημα που τίθεται τώρα, είναι το κατά πόσον η εξήγηση που έδωσε ο κατηγορούμενος 2 γιατί να ακολουθήσει τον κατηγορούμενο 1 είναι βάσιμη ή τέτοια που μπορεί να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες υπέρ του. Υπενθυμίζουμε τη μαρτυρία ότι ενόσω το Nissan βρισκόταν στο λιμάνι ο κατηγορούμενος 1 χρειάστηκε να το ξεκινήσει με τη βοήθεια πόλων, αν αυτό θα μπορούσε να συσχετιστεί με μεταγενέστερο πρόβλημα διακοπών. Όμως, είναι στο θεμέλιό της που η σχετική εξήγηση του κατηγορούμενου 2 δεν συνάδει με την κοινή λογική. Σύμφωνα με την εκδοχή του, άφησε την εργασία του για να μεταφέρει ένα ελαστικό στον υπάλληλό του, όταν ο τελευταίος παρέλειψε να ενημερώσει τον κατηγορούμενο 3 ότι δεν χρειαζόταν μόνο εργαλεία αλλά και ελαστικό, το οποίο δεν αναζήτησαν στη Λεμεσό. Βοηθά στην αλλαγή του ελαστικού και ο υπάλληλός του, του ζητά να τον ακολουθήσει για το λόγο που αναφέρθηκε. Δεν τον ακολουθεί όμως, όπως θα ήταν η φυσιολογική εξέλιξη σε δρόμο επιστροφής στην Ξυλοτύμπου και την εργασία του, αλλά τον ακολουθεί σε μια ανεξήγητη πορεία, έξω από τον αυτοκινητόδρομο, πέρα από το Μαρώνι, δια μέσου χωματόδρομου και καταλήγουν στο αδιέξοδο όπου βρισκόταν το υποστατικό Γιασεμίδη. Δεν φαίνεται να διερωτάται για την απρόσμενη αυτή πορεία. Ούτε σταματά τον υπάλληλό του που τον «κουβάλησε» στη Λεμεσό για να τον ρωτήσει, μήτε του τηλεφωνεί, εφόσον είχαν και οι δύο φορητά τηλέφωνα. Απλώς τον ακολουθεί, χωρίς να γνωρίζει ή να ενδιαφέρεται για το λόγο. Ούτε βρίσκει έρεισμα στην κοινή λογική γιατί ένα αυτοκίνητο που είχε πρόβλημα, αντί, ακριβώς λόγω τούτου, να οδηγηθεί χωρίς καθυστέρηση στον προορισμό του ή σ' ένα μηχανικό, να οδηγείται εκτός πορείας και μάλιστα μέσα από ένα αδιέξοδο χωματόδρομο, σε μια απόμερη τοποθεσία. (ιε) Τέλος πάντων, ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται στο υποστατικό Γιασεμίδη στο Μαρώνι, ενώ ο σκοπός του ήταν να μεταφέρει ένα ελαστικό στο λιμάνι Λεμεσού. Για τα όσα συνέβησαν εκεί ήταν η θέση του ότι δεν έφτασε ταυτόχρονα με τους άλλους δύο, αλλά τρία - τέσσερα λεπτά μετά, εφόσον συνομιλούσε τηλεφωνικά με τη γυναίκα του. Ο ευπαίδευτος συνήγορός του εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τέτοιο τηλεφώνημα δεν έγινε. Η μαρτυρία όμως των αστυνομικών ότι τα τρία αυτοκίνητα εκινούντο το ένα πίσω από το άλλο και έφθασαν ταυτόχρονα, δεν αμφισβητήθηκε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγήθηκε ότι «το ταυτόχρονα είναι σχετικό» λέγοντας ότι «εκείνο που παίζει ρόλο είναι το θέμα του αν έφθασαν με διαφορά δευτερολέπτων ή λεπτών». Μπορεί, συνέχισε, η αναφορά του κατηγορούμενου 2 σε τρία και τέσσερα λεπτά να είναι υπερβολική, μπορεί να ήταν ένα ή δύο λεπτά, αλλά αυτό αφορά την αντίληψη του χρόνου από πλευράς του κατηγορούμενου 2 και τον τρόπο έκφρασής του και δεν είναι θέμα συνειδητού ψέματος και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα είχε καμιά σημασία αυτό το ζήτημα. Όμως, η εικόνα που με αδιαμφισβήτητο τρόπο αποκαλύπτει η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αναφέρεται σαφώς σε ταυτόχρονη άφιξη των τριών αυτοκινήτων. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε διαφορετική έννοια στη λέξη όταν μάλιστα δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα στην αντεξέταση. Το ζήτημα δε, ασφαλώς έχει σημασία γιατί αφορά τον κρίσιμο χρόνο, όταν είχε ανοιχθεί το ντεπόζιτο του Nissan. Είναι χαρακτηριστικός ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου 2 στην κατάθεσή του ότι όταν έφθασε στη σκηνή, ήδη ήταν αφαιρεμένη η πισινή μαξιλάρα του Nissan και ο κατηγορούμενος 1 αφαιρούσε κάτι από το ντεπόζιτο. Είναι σ΄ αυτό το κρίσιμο χρονικό διάστημα που προσπάθησε να διαγράψει την παρουσία του. Όμως, ούτε στο σημείο αυτό μπορούμε να δεχθούμε τους ισχυρισμούς του. Όχι μόνο λόγω της αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι τ΄ αυτοκίνητα κατέφθασαν ταυτόχρονα και ότι οι τρεις οδηγοί ήταν ταυτόχρονα παρόντες στη σκηνή, αλλά και λόγω μιας περαιτέρω αντίφασης στην κατάθεσή του, με ένα άλλο αδιαμφισβήτητο γεγονός. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι όταν έφθασε στη σκηνή, υποτίθεται, μετά από τρία - τέσσερα λεπτά, είδε τον κατηγορούμενο 3 να βρίσκεται πάνω στο βουνό. Όμως, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος 3 άρχισε να τρέχει στο ύψωμα μετά την άφιξη της αστυνομίας. (ιστ) Ισχυρίζεται στην κατάθεσή του ότι αντελήφθη και έλαβε γνώση περί ναρκωτικών στο κτήμα Γιασεμίδη, όταν ο κατηγορούμενος 1 αφαιρούσε τα σκευάσματα από το ντεπόζιτο και του ζήτησε να του πάρει ένα ρούχο που βρισκόταν δίπλα στο τραπέζι. «Ώσπου να φέρει το ρούχο», αναφέρει, κατέφθασε η αστυνομία. Άρα, παρουσιάζει τον εαυτό του όχι μόνο να μην αντιδρά για τα ναρκωτικά, αλλά να προχωρεί στο να «φέρει το ρούχο». Ή, έστω, με την άλλη, δια των υποβολών, αντιφατική θέση του, παρουσιάζεται, με όλα αυτά, να πηγαίνει απλώς να κάτσει στην καρέκλα. Αυτή παρουσιάζεται να ήταν η αντίδραση του ανθρώπου που άφησε το κατάστημά του στη Ξυλοτύμπου για να μεταφέρει ένα ελαστικό στον υπάλληλό του στη Λεμεσό και που στη συνέχεια, χωρίς να γνωρίζει το λόγο, τον ακολούθησε εκτός πορείας σ΄ ένα αδιέξοδο χωματόδρομο για ν΄ διαπιστώσει εκεί ότι ο υπάλληλός του, για χάρη του οποίου πήγε στη Λεμεσό για ένα ελαστικό και μόνο, αφαιρούσε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών από το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου. Υπενθυμίζουμε την ποσότητα που είχε ήδη τοποθετηθεί στην αθλητική τσάντα και το τεμάχιο που βρέθηκε στο έδαφος. Τέτοια «αντίδραση» καθόλου δεν συνάδει, ως ζήτημα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας, με την ευλόγως αναμενόμενη, υπό τις παραπάνω περιστάσεις, αντίδραση. Για όλους τους παραπάνω λόγους, είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να δώσουμε καμιά αξία στις δικαιολογίες και αθωωτικές εξηγήσεις που προβάλλει ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεσή του. Δεν πρόκειται για πρόβλημα στη δυνατότητα έκφρασης ή στη δυνατότητα αντίληψης της ουσίας, αλλά, αντίθετα, πρόκειται για αναλήθειες που άπτονται της ουσίας και για εκ των υστέρων επινοήσεις που κτίστηκαν πάνω σε δύο αληθινά και μόνο στοιχεία: ότι δηλαδή μέσα στο Nissan βρέθηκε σπασμένο ένα ελαστικό και ότι το μπροστινό δεξιό ελαστικό ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Αυτά τα δύο στοιχεία μπορεί να οδηγούν σε συμπέρασμα ότι σε κάποιο στάδιο είχε αλλαχθεί ένα από τα ελαστικά του Nissan. Με όσα όμως αναφέραμε ανωτέρω, είναι φανερό ότι το ελαστικό δεν αλλάχθηκε κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος 2, χωρίς να χρειάζεται να επεκταθούμε στην αντεξέταση που έγινε σε σχέση με τον χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους οι κατηγορούμενοι για τέτοιο σκοπό και σε σχέση με τον χρόνο που χρειάζεται ένας επαγγελματίας να αλλάξει ένα ελαστικό. Άρα, απομένουν τα γεγονότα όπως τα έχουν περιγράψει οι μάρτυρες κατηγορίας, κατ΄ ουσία αδιαμφισβήτητα και τα οποία αποδεχόμαστε. Τα ευρήματα μας είναι αντίστοιχα, με τη διευκρίνιση ότι στο ζήτημα της διαφοράς των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 προβαίνουμε σε εύρημα ως η μαρτυρία του Μ.Κ.
  4. Επαναλαμβάνουμε δε, ότι στο ζήτημα των δηλώσεων του κατηγορούμενου 2 έχουμε αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και γενικώς προβαίνουμε σε ευρήματα ως η μαρτυρία και των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  5. Είναι επί αυτών των γεγονότων που πρέπει να κριθεί το ζήτημα της ευθύνης του κατηγορούμενου 2, σε συνδυασμό με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεσή του, χωρίς βέβαια τις εξηγήσεις και τις δικαιολογίες που έχουμε απορρίψει. Τα υπόλοιπα, δηλαδή η παραδοχή της παρουσίας του στους συγκεκριμένους χώρους κατά τους συγκεκριμένους χρόνους, όχι μόνο υποστηρίζονται από τη μαρτυρία, αλλά αποτέλεσαν κοινό τόπο. Από την κατάθεση του κατηγορούμενου 2 σημειώνουμε ειδικότερα τις αναφορές του ότι γνώριζε πως ο κατηγορούμενος 1 θα εισήγαγε το αυτοκίνητο και ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε μεταβεί στη Λεμεσό χρησιμοποιώντας αυτοκίνητο, το οποίο είχε εξασφαλίσει από την προηγούμενη ημέρα ο κατηγορούμενος 2 και που το πρωί της ίδιας ημέρας βρισκόταν στην κατοχή του τελευταίου. Αναφέρει βέβαια, ότι ο κατηγορούμενος 3 πήρε το αυτοκίνητο εν αγνοία του. Όμως αυτός ο ισχυρισμός εντάσσεται στη γενικότερη εκδοχή περί ελαστικού, την οποία έχουμε απορρίψει. Με την απόρριψη αυτής της εκδοχής απομένει ως γεγονός το ότι ο κατηγορούμενος 3 πήγε έξω από το λιμάνι με αυτοκίνητο, το οποίο είχε εξασφαλίσει από την προηγούμενη ημέρα ο κατηγορούμενος
  6. Οι θέσεις των διαδίκων επί της νομικής πτυχής Για την εκδοχή του κατηγορούμενου 2 περί ελαστικού, έχουμε ήδη αποφασίσει λαμβάνοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις. Όπως όμως ήδη αναφέραμε, ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ήταν τόσο ασαφής και αόριστη ώστε να μην είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες. Τη θέση του αυτή τη συσχέτισε με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως ακολούθως: Για την κατηγορία της εισαγωγής εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος εισήγαγε από ξένη χώρα στην Κύπρο τα ναρκωτικά είτε ως φυσικός αυτουργός της εισαγωγής, είτε ως συναυτουργός στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία περί εμπλοκής του σε οποιοδήποτε στάδιο πριν τα ναρκωτικά εισέλθουν στην Κύπρο. Για τις κατηγορίες περί κατοχής εισηγήθηκε ότι και αν ακόμα δεχθούμε τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στη μέγιστη δυνατή της ισχύ, η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το στοιχείο της φυσικής κατοχής των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο
  7. Ειδικότερα, για την από κοινού κατοχή παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις R v. Searle
(1971)Crim LR 592 και R v. Strong
(1989)The Times, 26 Jan. 1990. Ήταν η εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι, εν προκειμένω, δεν έχει στοιχειοθετηθεί από κοινού κατοχή υπό την έννοια που εξηγείται στις δύο παραπάνω υποθέσεις, στις οποίες και θα επανέλθουμε. Εισηγήθηκε, περιπλέον, πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο ότι μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχαν ναρκωτικά. Η γνώση του κατηγορούμενου 2, συνέχισε, επήλθε κατά το χρόνο που ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεσή του, αλλά αυτό δεν σημαίνει, ελλείψει των άλλων προϋποθέσεων, ότι εκείνη τη στιγμή απέκτησε κατοχή. Ειδικότερα για την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια εκτός του ότι η κατηγορία αυτή είναι συνεπακόλουθο, ούτως ή άλλως της κατοχής, εισηγήθηκε ότι για τον σκοπό δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία και το μόνο που μένει είναι το τεκμήριο του Νόμου, εννοώντας τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 30 Α. Ο κ. Δημητρίου κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια και εισηγήθηκε ότι το ερώτημα, το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί επί της μαρτυρίας, είναι το κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε γνώση ότι μέσα στο όχημα βρίσκονταν ναρκωτικές ουσίες. Δέχθηκε ότι δεν υπάρχει, άμεση μαρτυρία, αλλά εισηγήθηκε ότι υπάρχει τέτοια περιστατική μαρτυρία που δεν αφήνει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση και φυσικό έλεγχο των ναρκωτικών. Μας κάλεσε να λάβουμε ως στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας και τα ουσιώδη ψέματα, όπως τα χαρακτήρισε, που ο κατηγορούμενος είπε στην κατάθεσή του σε σχέση με την εκδοχή του περί ελαστικού, εφόσον επρόκειτο, όπως είπε, για εσκεμμένα ψέματα που έγιναν με την επίγνωση της ενοχής και όχι υπό τον πανικό της στιγμής. Για το ζήτημα αυτό ο κ. Γεωργίου δέχθηκε πως υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία μπορεί η καταφυγή στο ψεύδος να αποτελέσει περιστατική μαρτυρία. Αλλά, εισηγήθηκε πως, εν προκειμένω, δεν έχει αποδειχθεί ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν ψευδής. Αλλά και αν ακόμα κριθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 κατέφυγε σε ψεύδη, είπε, δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τα ψεύδη ήταν συνειδητά και είχαν σκοπό να αποφύγει ο κατηγορούμενος 2 τις ευθύνες του. Η νομική πτυχή Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη (physical custody) του αντικειμένου, είτε, όπως προνοείται από το άρθρο 2
(3)του Νόμου[1], σε έλεγχό του, έστω κι αν αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη άλλου (βλ. D.P.P. v. Brooks [1974] A.C. 862 P.C.). Ως προς την ευρεία αυτή έννοια της κατοχής παραπέμπουμε στις υποθέσεις R v. Blake 68 Cr. R. 1, R v. Peaston 69 Cr. App. R. 203, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 388, Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 211, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 256, Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706. Η κατοχή όμως, είτε υπό τη στενή έννοια, είτε υπό την έννοια του ελέγχου, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49, Πολυδώρου v. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 492, Αθηνής, ανώτ.). Αυτά, ως προς τη γενική έννοια της κατοχής. Ο κατηγορούμενος έχει αρνηθεί αυτή τούτη την κατοχή. Δεν έθεσε απλώς ζήτημα έλλειψης γνώσης, ήτοι εφαρμογής των υπερασπίσεων του άρθρου 32 του Νόμου. Όπως αποφασίστηκε στην Emegoakor σε τέτοια περίπτωση, αν το δικαστήριο προβεί σε εύρημα για κατοχή, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε συμπέρασμα γνώσης. Πέραν τούτου, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όντως, η περίπτωση θα πρέπει, περαιτέρω, να συζητηθεί υπό το φως των αρχών που διατυπώθηκαν στις εν λόγω υποθέσεις Searle και Strong. Στην υπόθεση Searle τα ναρκωτικά είχαν βρεθεί στο όχημα που χρησιμοποιούσαν από κοινού, περιοδεύοντας κατά τις διακοπές τους, οι κατηγορούμενοι. Το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι δεν μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να αποδοθεί το στοιχείο της κατοχής κάθε συγκεκριμένου ναρκωτικού σε κάθε συγκεκριμένο κατηγορούμενο, εφόσον η απλή γνώση της κατοχής από άλλο πρόσωπο δεν επαρκεί και δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κατοχή. Το ορθό κριτήριο, υποδείχθηκε, είναι το κατά πόσο τα ναρκωτικά αποτελούν μια «κοινή παρακαταθήκη» (common pool) εκ της οποίας όλοι οι κατηγορούμενοι έχουν δικαίωμα ανάληψης κατά βούληση. Όταν υπάρχει κοινός σκοπός κατανάλωσης των ναρκωτικών, η κατοχή τους από τον ένα προς επίτευξη αυτού του κοινού σκοπού μπορεί να συνιστά κατοχή εκ μέρους όλων. Η Searle εξετάστηκε στη Σίφουνας κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91 όπου διαπιστώθηκε συμμετοχή στην ίδια εγκληματική πράξη με τα στοιχεία της γνώσης και της κοινής κατοχής να προκύπτουν, ακριβώς, από το σύνολο της περιστατικής μαρτυρίας. Στην υπόθεση R v. Strong επαναλήφθηκε ότι σε περιπτώσεις κοινής κατοχής, ενώ η γνώση είναι απαραίτητο στοιχείο της κατοχής, από μόνη της δεν επαρκεί. Θα πρέπει επιπρόσθετα να αποδειχθεί ότι κάθε ένας από τους κατηγορούμενους είχε λόγο για το τί θα γινόταν με τα ναρκωτικά. Έτσι, το ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο επρόκειτο για από κοινού κατοχή ενός αποθέματος, με τον καθένα από τους κατηγορούμενους και ειδικά τον κατηγορούμενο 2, όχι απλώς να έχει γνώση ότι επρόκειτο για ναρκωτικά, αλλά και ευχέρεια ανάληψης κατά βούληση και έλεγχο των ναρκωτικών. Η γνώση ως στοιχείο της νοητικής διεργασίας του ανθρώπου σπάνια μπορεί να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία, όπως είναι λ.χ. μια παραδοχή. Κατά κανόνα συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706). Υπό τη βασική προϋπόθεση όμως, εφόσον μιλούμε για περιστατική μαρτυρία, ότι το συμπέρασμα περί γνώσης πρέπει να βρίσκεται σε σχέση άμεσης συνάφειας με τη μαρτυρία και να αποτελεί το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις περιστάσεις. Τα διάφορα περιστατικά της υπόθεσης, τότε μόνο μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη εάν, σωρευτικά αποτιμούμενα, δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορούμενου. Κατά τ΄ άλλα η περιστατική μαρτυρία όχι μόνο δεν υπολείπεται της άμεσης μαρτυρίας, αλλά τείνει να περιορίσει τις πιθανότητες του ανθρώπινου λάθους. (Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73 και Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444). Η περιστατική μαρτυρία Με βάση τη μαρτυρία που έχουμε αποδεχθεί, σε συνδυασμό με πτυχές της δήλωσης του κατηγορούμενου, τις οποίες δεν έχουμε απορρίψει όπως πράξαμε με τις αβάσιμές του δικαιολογίες, η τελική εικόνα είναι η ακόλουθη:
(1)Ο κατηγορούμενος 1 είχε πάει στην Αγγλία εν γνώσει του κατηγορούμενου 2 και ενόσω βρισκόταν με άδεια από την υπηρεσία του.
(2)Ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι στις 17.11.2008 ο κατηγορούμενος 1 θα εισήγαγε το Nissan και του είπε «να πάει να το πιάσει» (βλ. κατάθεση κατηγορούμενου 2).
(3)Έχοντας τέτοια γνώση βρίσκεται, αφήνοντας το κατάστημά του στην Ξυλοτύμπου, στη Λεμεσό με σκοπό να συναντήσει τους κατηγορούμενους 1 και 3.
(4)Ο κατηγορούμενος 2 εξασφαλίζει από την προηγούμενη ημέρα, από τρίτο πρόσωπο, το αυτοκίνητο με το οποίο μετέβη στη Λεμεσό ο κατηγορούμενος 3.
(5)Ενώ ο προορισμός των κατηγορούμενων 2 και 3, υποτίθεται, ως άνω, ότι ήταν το λιμάνι, όπου θα άλλαζαν το ελαστικό, ουδείς εισέρχεται στο λιμάνι. Ο ένας περιμένει στον κυκλικό κόμβο και στη συνέχεια ακολουθεί το Nissan μέχρι τον αυτοκινητόδρομο, όπου περιμένει τους άλλους δύο ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος και προστίθεται στην ομάδα.
(6)Εκεί οι τρεις κατηγορούμενοι συναντήθηκαν, συνομίλησαν και ξεκίνησαν μαζί ακολουθώντας ο ένας τον άλλο σε μια κοινή πορεία, εν είδει πομπής.
(7)Δεν επιστρέφουν όμως στην Ξυλοτύμπου, όπου ήταν ο φυσιολογικός τους προορισμός, αλλά φθάνουν ταυτόχρονα, μετά από τόση και τέτοια διαδρομή που περιγράψαμε, μέσα από ένα αδιέξοδο χωματόδρομο, μήκους περίπου 2 χλμ, στο υποστατικό Γιασεμίδη, ένα εκπαιδευτήριο σκύλων, που βρίσκεται σε απόμερη τοποθεσία.
(8)Όταν έφθασαν ταυτόχρονα στο υποστατικό, προκύπτει από τη μαρτυρία, ότι το πρώτο και μόνο πράγμα που έγινε αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, κατά την άφιξή τους, ήταν η αποσυναρμολόγηση, το άνοιγμα του ντεπόζιτου και η διαδικασία αφαίρεσης των ναρκωτικών. Οι ενέργειες αυτές υποδηλώνουν πως ο σκοπός μετάβασης στην απόμερη εκείνη τοποθεσία ήταν ακριβώς η αποσυναρμολόγηση του αυτοκινήτου και η αφαίρεση των ναρκωτικών. Δεν παραβλέπουμε ότι η αποσυναρμολόγηση και η αφαίρεση, όπως παρουσιάζεται από τη μαρτυρία, έγινε από τον κατηγορούμενο 1. Όμως, ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 θα πρέπει να αντικριστεί και να κριθεί υπό το σύνολο των περιστάσεων.
(9)Τα ναρκωτικά ήταν περιτυλιγμένα με άσπρη κολλητική ταινία και αλουμινόχαρτο. Τέτοια περιτυλίγματα βρέθηκαν στο έδαφος. Δεν έχουμε άμεση μαρτυρία ποιος αφαίρεσε τα περιτυλίγματα. Ο κατηγορούμενος 2 όμως, αναφέρει στην κατάθεσή του ότι έπιασε στα χέρια του τις «τέλλες» και όχι τα ίδια τα σκευάσματα, κάτι βέβαια, που όπως ισχυρίζεται το έκαμε χωρίς να έχει γνώση, εφόσον πήγε εκεί σε χρόνο μεταγενέστερο. Την εκδοχή του όμως περί καθυστερημένης άφιξης την έχουμε απορρίψει. Ήταν εξ αρχής παρών, έβλεπε εξ αρχής τί έκαμνε ο κατηγορούμενος 1 και είναι υπό το φως αυτών των δεδομένων που πρέπει να θεωρήσουμε τη δήλωσή του ότι έπιασε τις «τέλλες». Άλλωστε, δεν έχει νόημα η δήλωσή του ότι έπιασε τις «τέλλες και τις πέταξε δίπλα από το αυτοκίνητο», απλώς και μόνο επειδή ήταν κοντά στον κατηγορούμενο
  1. Απορρίπτοντας αυτή του την επιμέρους θέση, ό,τι απομένει είναι η παραδοχή της επαφής του με το περιτύλιγμα, τουλάχιστον, των ναρκωτικών, χωρίς να υπάρχει κάποια λογική εξήγηση που να βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία για ποιο αθώο λόγο να έκαμνε τέτοιο πράγμα. Δεν παραβλέπουμε ότι δεν βρέθηκε γενετικό υλικό του κατηγορούμενου 2 σε οποιοδήποτε τεκμήριο, ούτε και στην «τέλλα» για την οποία προέτρεξε να δηλώσει στην κατάθεσή του ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί το DNA του εκτός από την τέλλα». Όπως και στην περίπτωση των δακτυλικών αποτυπωμάτων, που ενώ η ύπαρξη τους συνήθως οδηγεί σε θετική διαπίστωση επαφής και η απουσία τους δεν εξουδετερώνει την κατά τ΄ άλλα διαπίστωση τέτοιας επαφής [βλ. υπόθεση Πιτσιλλίδης (ανωτ.)]. Το ίδιο ισχύει και εν προκειμένω. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν εντοπίστηκε γενετικό υλικό οποιουδήποτε κατηγορούμενου σε κανένα από τα τεκμήρια, τα οποία ασφαλώς δεν θα μπορούσαν να βγουν από μόνα τους από το ντεπόζιτο βενζίνης και να βρεθούν στην αθλητική τσάντα και στο έδαφος. Η ίδια προσέγγιση αρμόζει και σε σχέση με το γεγονός ότι δεν ανιχνεύτηκε εύφλεκτη ύλη στα δείγματα που ελήφθησαν από τις παλάμες του κατηγορούμενου
  2. Υπενθυμίζουμε ότι το ίδιο αποτέλεσμα ήταν και για τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος αφαιρούσε, όπως αποτέλεσε κοινό τόπο, τα σκευάσματα από το ντεπόζιτο της βενζίνης.
(10)Ο κατηγορούμενος 2 όχι μόνο δεν αντιδρά αρνητικά, όχι μόνο έχουμε τη δήλωσή του ότι ήρθε σε επαφή με τα περιτυλίγματα, τουλάχιστον, των ναρκωτικών, αλλά έχουμε και την περαιτέρω δήλωσή του ότι μετά που έλαβε, υποτίθεται τότε μόνο, γνώση για τα ναρκωτικά προχώρησε στο να εκτελέσει οδηγία που του έδωσε ο κατηγορούμενος 1, ενόσω ο τελευταίος αφαιρούσε τα ναρκωτικά από το ντεπόζιτο.
(11)Όταν καταφθάνουν οι αστυνομικοί προσπαθεί κατ΄ αρχάς να απομακρυνθεί και δίδει τις εξηγήσεις του πολλές ώρες μετά, εξηγήσεις τις οποίες έχουμε απορρίψει. Υπάρχουν περιπτώσεις που η απόρριψη της εξήγησης που δίδει ένας κατηγορούμενος, σχεδόν κατ΄ ανάγκη δεν αφήνει άλλα περιθώρια στο δικαστήριο παρά την καταδίκη, ως ζήτημα κοινής λογικής. (Βλ. υπόθεση Νέας Ζηλανδίας, R v. Dehar [1969] NZLR 763, 765, η οποία έχει υιοθετηθεί από το Αγγλικό Εφετείο στην R v. Goodway [1993] 4 All ER 894). Εν προκειμένω, η απόρριψη της εκδοχής περί ελαστικού και του ισχυρισμού περί καθυστερημένης άφιξης στο υποστατικό Γιασεμίδη αφήνει απογυμνωμένες τις περιστάσεις που απαριθμήσαμε ανωτέρω υπ΄ αρ.
(1)-
(10). Οι περιστάσεις δε αυτές, σωρευτικά αποτιμούμενες, οδηγούν σ΄ ένα και μόνο λογικό συμπέρασμα «ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας» (βλ. Παφίτης, ανώτ.):- Ότι οι τρεις κατηγορούμενοι ενεργούσαν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ως ομάδα στα πλαίσια κοινής επιχείρησης για την εισαγωγή και την από κοινού κατοχή και έλεγχο των ναρκωτικών υπό την έννοια των υποθέσεων Searle και Strong. Ειδικότερα η εμπλοκή και πραγματική διάσταση του ρόλου του κατηγορούμενου 2 εντοπίζεται ήδη από την προηγούμενη, τουλάχιστον, ημέρα με την εξασφάλιση του αυτοκινήτου για τον κατηγορούμενο 3 για τους σκοπούς της κοινής επιχείρησης. Το σύνολο των ενεργειών του κατηγορούμενου 2 και των περιστάσεων γενικά αποκαλύπτει ότι, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 έλαβε υπό τη φυσική του κατοχή τα ναρκωτικά, όπως τείνει να καταδείξει η παραδοχή του ότι άγγιξε τα περιτυλίγματα, είχε, εν πάση περιπτώσει, τον έλεγχό τους στα πλαίσια της κοινής επιχείρησης, ήδη κατά τον χρόνο της εισαγωγής τους στην Κύπρο. Η κατοχή υπό την έννοια του ελέγχου συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι την επέμβαση της αστυνομίας στον απόμερο χώρο που οι συνεργάτες στο έγκλημα επέλεξαν για την αφαίρεση των ναρκωτικών. Τα ψεύδη του κατηγορούμενου Υπενθυμίζουμε ότι ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, εισηγούμενος ότι ο κατηγορούμενος εψεύσθη, μας κάλεσε να χρησιμοποιήσουμε τα ψεύδη του ως στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας. Αυτό μπορεί να γίνει υπό τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία, στις οποίες θα αναφερθούμε κατωτέρω. Παρά το ότι θεωρήσαμε ανωτέρω ότι ο κλοιός της περιστατικής μαρτυρίας έχει κλείσει ήδη με ασφάλεια, θα εξετάσουμε και την παραπάνω εισήγηση της κατηγορούσας αρχής. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Al - Hamad κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117, ενώ η προσφυγή στο ψεύδος δεν στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, αποτελεί όμως «μαρτυρία, η οποία επεξηγεί και ρίπτει φως στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και δίδει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση». Το πότε η καταφυγή στο ψεύδος έχει δραστικό ενοχοποιητικό αποτέλεσμα εξηγείται στην υπόθεση R v. Lucas
(1981)2 All ER 1008. [βλ. Παφίτης (ανώτ.)] Στη θεμελιακή εκείνη υπόθεση αποφασίστηκε ότι τα ψέματα που ένας κατηγορούμενος έχει πει, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα (γ) το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. (δ) το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή, είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. Αυτές οι προϋποθέσεις έχουν υιοθετηθεί στην Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, η οποία ακολουθήθηκε, μεταξύ άλλων, στην Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 718 και Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 331. Παρατηρούμε όμως, ότι στην προγενέστερη υπόθεση Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ, 172, με αναφορά στην υπόθεση Lucas παρατίθενται μόνο οι τρεις από τις παραπάνω προϋποθέσεις. Παρατηρούμε, περαιτέρω, ότι στη Lucas η τελευταία προϋπόθεση ετέθη σε σχέση με την περίπτωση, όπως ήταν στην υπόθεση εκείνη, που τα ψεύδη εκλαμβάνονται ως στοιχείο που ενισχύει τη μαρτυρία συναυτουργού. Η απαρίθμηση των τεσσάρων προϋποθέσεων εισάγεται με τη φράση: «To be capable of amounting to corroboration, the lie told out of court must .». Η προϋπόθεση περί ανεξάρτητης μαρτυρίας ρητά συνδέεται με τη λειτουργία του ψεύδους ως μαρτυρίας που ενισχύει τη μαρτυρία συναυτουργού ως ακολούθως: «In regard to corroboration, the lie must be established by evidence other than that of the witness who is to be corroborated». Το Εφετείο δε, ανέτρεψε την καταδίκη, ακριβώς επειδή ο ισχυρισμός για ψεύδος του κατηγορουμένου προερχόταν από τον ίδιο τον συναυτουργό, τη μαρτυρία του οποίου ενίσχυσε το, κατά δικό του ισχυρισμό, ψεύδος. Στην R v. Goodway (ανώτ.) επαναλαμβάνεται και διασαφηνίζεται ότι η τέταρτη προϋπόθεση είναι επιπρόσθετη σε περιπτώσεις που τα ψεύδη χρησιμοποιούνται ως ενισχυτική μαρτυρία. Η ανάγκη ενίσχυσης της μαρτυρίας συναυτουργού από ανεξάρτητη μαρτυρία προκύπτει από το γενικό κανόνα[2] ότι η ενισχυτική μαρτυρία πρέπει να είναι ανεξάρτητη (Baskerville [1916] 2 KB 658). Το ψεύδος όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως ενισχυτική μαρτυρία. Από τη R v. Goodway (ανώτ.) προκύπτει ότι τα ψεύδη του κατηγορούμενου μπορούν να χρησιμοποιηθούν -ως μαρτυρία που απλώς αντανακλά στην αξιοπιστία του κατηγορουμένου, υπό την έννοια δηλαδή που εξετάσαμε την εκδοχή του κατηγορούμενου ανωτέρω, ή -ως (περιστατική) μαρτυρία για την ενοχή του κατηγορούμενου, υπό την έννοια δηλαδή που μας κάλεσε να πράξουμε η κατηγορούσα αρχή, ή, τέλος, - ως ενισχυτική μαρτυρία, που δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης, όπου δεν αναφέρθηκε η τέταρτη προϋπόθεση της Lucas, το ψεύδος χρησιμοποιήθηκε ως περιστατική και όχι ως ενισχυτική μαρτυρία. Το ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί, είναι το κατά πόσο πρέπει το ψεύδος να αποδεικνύεται οπωσδήποτε, ήτοι και στην περίπτωση που χρησιμοποιείται ως περιστατική μαρτυρία, είτε με παραδοχή, είτε με ανεξάρτητη μαρτυρία. Η θεμελιακή αρχή πάντως, είναι αποκρυσταλλωμένη: η απόρριψη της εκδοχής του κατηγορούμενου δεν συνιστά αφ΄ εαυτής στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας, ούτε αποδεικνύει αφ΄ εαυτής θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής [βλ. Κωνσταντίνου (ανώτ.)]. Το παραπάνω δε ερώτημα, θα ήταν ακαδημαϊκό υπό τις περιστάσεις της Μιχαηλίδης, εφόσον εκεί ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ότι το άλλοθι που αρχικά προσέφερε ήταν ψευδές (βλ. σελ. 186). Περιττό θα ήταν το ερώτημα και στην παρούσα υπόθεση, εφόσον και εν προκειμένω, το ψεύδος του κατηγορούμενου 2 δεν προκύπτει από απόρριψη της εκδοχής του αφ΄ εαυτής, μέσα από υποκειμενική αξιολόγηση, αλλά αναδεικνύεται μέσα από τη δική του αντίφαση για το ελαστικό που υποτίθεται ότι άλλαξε. Η αντίφαση αυτή είναι τέτοιας φύσης, ώστε να συνιστά αναίρεση της αρχικής του θέσης και συνεπώς να εξομοιούται, κατ΄ ουσία, με παραδοχή ότι όσα είπε σχετικά με το σημείο αυτό στην κατάθεσή του, δεν είναι αλήθεια. Την ίδια έννοια θεωρούμε ότι έχουν και οι εξ αντικειμένου αντιφάσεις του με τα αδιαμφισβήτητα ουσιώδη γεγονότα, ότι δηλαδή είναι τα άλλα δύο οχήματα που τον συνάντησαν σταθμευμένο στον αυτοκινητόδρομο και ότι ακολούθως τα τρία οχήματα έφθασαν ταυτοχρόνως στο υποστατικό Γιασεμίδη. Η μη αμφισβήτηση των γεγονότων αυτών ισοδυναμεί, υπό τις περιστάσεις, με αναίρεση των αντίθετων αρχικών του ισχυρισμών και κατ΄ ουσίαν με παραδοχή των γεγονότων που δεν αμφισβήτησε. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ότι «δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα ψεύδη ήταν συνειδητά» δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν είναι θέμα μαρτυρίας, αλλά αξιολόγησης των δεδομένων. Τα όσα είπε ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του δεν αφορούν, όπως κρίναμε, κάποιο πρόβλημα στη δυνατότητα έκφρασης ή στη δυνατότητα αντίληψης της ουσίας. Ήταν ψεύδη ηθελημένα και ήταν ψεύδη επί της ουσίας. Αφορούν, κατά πρώτον, αυτό τούτο το θεμέλιο της εκδοχής του κατηγορούμενου, που είναι το ζήτημα του ελαστικού. Αφορούν, περαιτέρω, την παρουσία του κατά τον πλέον κρίσιμο χρόνο στο χώρο αφαίρεσης των ναρκωτικών. Πέραν τούτου, το επόμενο ερώτημα αφορά το λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος είπε ψέματα. Στην υπόθεση Lucas υποδείχθηκε η ανάγκη το δικαστήριο να έχει κατά νου πως κάποιος μπορεί να λέει ψέματα στην προσπάθειά του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. Στην αγγλική νομολογία έχει συζητηθεί το κατά πόσο η προειδοποίηση Lucas είναι επιτακτική σε κάθε υπόθεση που το δικαστήριο σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τα ψεύδη του κατηγορούμενου ή κατά πόσο περιορίζεται σε υποθέσεις ενισχυτικής μαρτυρίας ή επιβεβαίωσης αναγνωριστικής μαρτυρίας. [Βλ. Goodway (ανώτ.), R v. Sharp [1993] 3 All ER 225 (C.A), R v. Bey
(1993)3 All ER 253 (C.A)]. Ως ζήτημα όμως κοινής λογικής δεν χωρεί διάκριση και αυτή είναι η γραμμή που φαίνεται να επιλέγηκε τελικά στην Αγγλία, αλλά και, εν πάση περιπτώσει, η γραμμή της δικής μας νομολογίας. Σ΄ αυτά λοιπόν τα πλαίσια σημειώνουμε πως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είπε ψέματα δεν συνιστά από μόνο του μαρτυρία για την ενοχή του. Πέραν της Lucas, παραπέμπουμε στο δείγμα της σχετικής καθοδήγησης που πρότεινε το Judicial Studies Board και παρατίθεται στην R v. Bey (ανώτ.): Ένας κατηγορούμενος μπορεί να πει ψέματα για διάφορους λόγους, π.χ. για να στηρίξει μια αληθινή υπεράσπιση, για να προστατεύσει κάποιον άλλο, για να αποκρύψει μια δική του επονείδιστη συμπεριφορά που δεν έχει σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος ή λόγω πανικού ή σύγχυσης. Αν υπάρχει ή, είναι δυνατό να υπάρχει, κάποια αθώα εξήγηση για τα ψεύδη, τότε αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αν όμως είναι βέβαιο ότι τα ψεύδη δεν λέχθηκαν για οποιοδήποτε τέτοιο ή για άλλο αθώο λόγο, τότε μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία που κατατείνει να αποδείξει την ενοχή του. Εν προκειμένω, η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι «δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τα ψεύδη είχαν σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες», επίσης δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το ορθό είναι ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη μαρτυρία ότι τα ψεύδη οφείλονται σε οποιοδήποτε αθώο λόγο. Σημειώνουμε, ειδικότερα, ότι δεν ελέχθησαν στον πανικό ή τη σύγχυση της πρώτης στιγμής. Άλλωστε, κατ΄ εκείνο τον χρόνο ο κατηγορούμενος 2 παραμένει αμίλητος σε ότι αφορά τον εαυτό του και μιλά μόνο για να κατονομάσει τον κατηγορούμενο
  1. Τα ψεύδη ελέχθησαν ώρες μετά, όταν είχε τον χρόνο να σκεφτεί και να κατασκευάσει την εκδοχή του, έχοντας μόνο κατά νου να αποκρύψει τον πραγματικό του ρόλο. Δεν τα κατάφερε όμως, γιατί τα ψεύδη του αναδείχθηκαν μέσα από τις δικές του εξ αντικειμένου αντιφάσεις υπό την έννοια που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε ανωτέρω. Δεν είναι, συνεπώς, ως εκ της απόρριψης της εκδοχής του κατηγορούμενου 2 αφ΄ εαυτής που χρησιμοποιήσουμε τώρα (και) τα ψεύδη του ως περιστατική μαρτυρία. Κάμνοντας δε, τούτο και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ψεύδη είναι τέτοιας φύσεως που να άπτονται του θεμελίου της εκδοχής του κατηγορούμενου, δεν έχουμε παρά να πούμε ότι τα ψεύδη και οι λόγοι για τους οποίους ειπώθηκαν δεν αφήνουν, έτι περαιτέρω, καμιά λογική αμφιβολία για την ενοχή του. Η κατάληξη Ο κατηγορούμενος 2 είχε την κατοχή των ναρκωτικών υπό την έννοια, τουλάχιστον, του ελέγχου στα πλαίσια της κοινής επιχείρησης, ήδη από τον χρόνο της εισαγωγής. Η διαπίστωση αυτή στοιχειοθετεί τις κατηγορίες 2 και
  2. Σε σχέση με την κατηγορία 4, σημειώνουμε ότι ο σκοπός για προμήθεια συνάγεται, ως εκ της ποσότητας, κατά το τεκμήριο που θεσπίστηκε διά του Άρθρου 30 Α του Νόμου. Το τεκμήριο, βέβαια, δεν θέτει στους κατηγορούμενους το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof) οποιουδήποτε ισχυρισμού. Το βάρος που έχει ο κατηγορούμενος σε τέτοιες περιπτώσεις, έστω και αν η εκδοχή του δεν γίνει αποδεκτή, είναι να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες (legal burden of proof)[3]. Η νομολογία είχε αναγνωρίσει και πριν τη θέσπιση του τεκμηρίου, ως ζήτημα κοινής λογικής, ότι η κατοχή ποσότητας τέτοιας που δεν συνάδει με προσωπική χρήση, μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα κατοχής με σκοπό την προμήθεια. (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 301, Emegoakor ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 31) Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος 2 δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό προς ανατροπή, υπό την παραπάνω έννοια, του νομικού τεκμηρίου ή του λογικού συμπεράσματος που προκύπτει από την κατοχή μιας τόσο μεγάλης ποσότητας. Ούτε στη μαρτυρία, γενικά, υπάρχει οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση, έστω και στο επίπεδο εύλογης αμφιβολίας. Άλλωστε, ο ευπαίδευτος συνήγορός του ανέφερε, ως άνω, ότι «έχει μείνει το τεκμήριο του Νόμου». Αρκεί η διαπίστωση αυτή για την καταδίκη του κατηγορούμενου στην κατηγορία
  1. Περιπλέον, σημειώνουμε ότι η απόρριψη της υπεράσπισης περί παντελούς αποσύνδεσής του από την κατοχή των ναρκωτικών και η έλλειψη οποιασδήποτε άλλης εξήγησης, θέτει την πιθανότητα, μη προβληθείσα άλλωστε, τα ναρκωτικά να κατείχοντο για δική του χρήση και όχι για σκοπούς προμήθειας, «σε τέλεια αντίθεση με την όλη υπεράσπισή του» [βλ. Ιωάννου (ανώτ.) και Emegoakor (ανώτ.)], αλλά και έξω από κάθε λογική, λαμβανομένης υπόψη της τόσο μεγάλης ποσότητας. Ως εκ των άνω, ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 3 και 4 ως το κατηγορητήριο. (Υπ.) .................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................................................................... Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα , Α.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, παν πρόσωπον θεωρείται ως έχον εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα τελούντα υπό τον έλεγχον αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό την φύλαξιν ετέρου προσώπου.» [2] με εξαίρεση στην Κύπρο το άμεσο παράπονο δυνάμει του Άρθρου 10 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  2. (Βλ. Παρμαξής v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 224, Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Λιασίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 434). [3] Salabiaky v. France
(1991)13 EHRR 379, R v. Lambert [2001] UKHL 37, [2001] 3 All ER 577, Μαυρικίου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359, Σκούλλου v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 87, Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 250. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.