← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Διονύση Σάββα, Αρ. Υπ.: 10588/09, 21 Απριλίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Διονύση Σάββα, Αρ. Υπ.: 10588/09, 21 Απριλίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 10588/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Διονύση Σάββα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Απριλίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλεξάνδρου (για να ακούσει απόφαση η κα Κόκκινου) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορητήριο το οποίο περιλαμβάνει τρεις συνολικά κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 και 2 στηρίζονται στον περί πυροβόλων και μή πυροβόλων όπλων νόμο 113

(1)/2004 και αφορούν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ΄. Η κατηγορία 3 αφορά το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι κατά την 9η/2/2009 επεσυνέβη κάποιο περιστατικό μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, το οποίο είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό της παραπονούμενης. Η κάθε πλευρά έδωσε τη δική της επεξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο τραυματίστηκε η παραπονούμενη. ΄Οπως επίσης υπήρξε αδιαμφισβήτητο, σε χρόνο πριν το υπό εξέταση περιστατικό, παραπονούμενη και κατηγορούμενος διατηρούσαν ερωτικό δεσμό μεταξύ τους. Η μαρτυρία Η παραπονουμένη (ΜΚ2) κατέθεσε ενόρκως. Μέρος της κυρίως εξέτασης της αποτέλεσε η γραπτή της κατάθεση προς την αστυνομία ημερ. 9/2/2009 την οποία υιοθέτησε ενόρκως (βλέπε το τεκμήριο 6Α). Στην υπό αναφορά κατάθεση της αναφέρει ότι την 9η/2/2009 περί ώρα 07:00 ξεκίνησε με το αυτοκίνητο της από το σπίτι της στο Ζύγι για να πάει στην δουλειά της στην Λεμεσό. Ενώ βρισκόταν στο Αλτ της διασταύρωσης Καλαβασού είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το αυτοκίνητο του πατέρα του και να έρχεται από απέναντι της, κατευθυνόμενος προς το Ζύγι. Ξαφνικά ο κατηγορούμενος, όπως ήταν ακινητοποιημένη στο Αλτ ήρθε και σταμάτησε το αυτοκίνητο του δίπλα από το δικό της, προς την πλευρά του συνοδηγού και άρχισε να της λέει κάτι αλλά δεν τον άκουγε επειδή είχε κλειστά τα παράθυρα του αυτοκινήτου της. Φώναξε στον κατηγορούμενο να φύγει. Τότε τον είδε να πιάνει από την θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο και να της το δείχνει. Ακολούθως το έβαλε στη θέση του. Αμέσως πήρε το τηλέφωνο της και τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου για να καταγγείλει το γεγονός. Καθώς μιλούσε στο τηλέφωνο με τον αστ. 1481 (ΜΚ1), πριν προλάβει να του πει τί έγινε, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και αφού άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου της πήρε ένα ξύλινο στελύφι το οποίο εφαρμόζει σε σκεπάρνι, μήκους 30 εκ. περίπου, το οποίο ήταν τοποθετημένο μεταξύ της θέσης του οδηγού και του χειρόφρενου. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας το ως άνω ξύλο την χτύπησε στο πρόσωπο, συγκεκριμένα στα χείλη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πήρε το ξύλο μαζί του, μπήκε στο αυτοκίνητο του και απομακρύνθηκε με κατεύθυνση προς τη Λεμεσό. Αμέσως μετά το ως άνω περιστατικό πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου όπου κατάγγειλε το επεισόδιο. Της έδωσαν το ειδικό έντυπο για να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για εξέταση (βλέπε το τεκμήριο 2). Ο κατηγορούμενος, από την μέρα που χώρισαν της δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Πηγαίνει στο σπίτι της και την ενοχλεί. Επίσης την είχε ξανακτυπήσει, τέσσερεις περίπου μήνες πριν το υπό εξέταση περιστατικό, γεγονός που κατάγγειλε στην αστυνομία Λεμεσού. Ο αστ. 1481 Ευστάθιος Χαραλάμπους (ΜΚ1) κατέθεσε ότι υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου. Στις 9/2/2009 περί ώρα 07:10 ενώ βρισκόταν στον σταθμό του τηλεφώνησε η παραπονούμενη και του κατάγγειλε ότι την ίδια ώρα την είχε σταματήσει ο κατηγορούμενος. Ακολούθως άκουσε φωνές στο τηλέφωνο και διακόπηκε η σύνδεση. Στη συνέχεια προσήλθε στον σταθμό η παραπονούμενη η οποία ήταν ταραγμένη, αιμορραγούσε στα χείλη και της έλειπε ένα δόντι. Του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της είχε επιτεθεί με ξύλο και την χτύπησε στο στόμα, σπάζοντας τα δόντια της. Της χορήγησε σχετικό έντυπο (τεκμήριο 2) για να εξεταστεί από κυβερνητικό γιατρό. Ο ίδιος μετέβηκε στη σκηνή προς εντοπισμό του κατηγορούμενου χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 11:00 - 11:45 πήρε κατάθεση από την παραπονούμενη (βλέπε το τεκμήριο 6Α). Ο κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία υιοθέτησε από την θέση του την ανακριτική του κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλέπε το τεκμήριο 3). Στην ως άνω κατάθεση του αναφέρει ότι μετά που άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου της παραπονούμενης και αφού αντάλλαξε κάποιες κουβέντες μαζί της είδε το ξύλο (στελίφι) δίπλα από το χειρόφρενο και προσπάθησε να το αρπάξει. Την ίδια στιγμή το έπιασε και η παραπονούμενη και τραβούσαν το ξύλο και οι δύο τους. Σε κάποια φάση η παραπονούμενη τράβηξε απότομα το ξύλο και αυτό την κτύπησε στο πρόσωπο. Μόλις είδε ότι η παραπονούμενη είχε κτυπήσει με το ξύλο εγκατέλειψε την σκηνή. Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ1) κρίνεται ως αντικειμενικός, ανεξάρτητος και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Αναφέρω επίσης ότι η μαρτυρία του υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Η παραπονούμενη άφησε πενιχρή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εκδοχή της στερείτο πειστικότητας και λογικότητας. Αμφιταλαντεύτηκε σε καίρια σημεία της εκδοχής της. Ήταν επίσης διάχυτο στην μαρτυρία της το στοιχείο της υπερβολής, το οποίο της αφαιρούσε κάθε πειστικότητα. Πιο κάτω θα επεξηγήσω λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους η εκδοχή της δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. (α) Προσπάθησε ανεπιτυχώς να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο ως επικίνδυνο πρόσωπο, αποκαλώντας τον ως "αρρωστημένο, ζηλιάρη", και κατά τον ισχυρισμό της την είχε κτυπήσει επανειλημμένα στο παρελθόν. Κι όμως, όταν τον είδε να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο του και να ανοίγει την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου της προτίμησε να προστατέψει τον χαρτοφύλακα της, που βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού, για να μην τον αρπάξει ο κατηγορούμενος αντί να προστατέψει τον εαυτό της από μια πιθανή επίθεση του κατηγορούμενου, αφού επρόκειτο για επικίνδυνο πρόσωπο. Αν πράγματι ο κατηγορούμενος ήταν τόσο επικίνδυνος όσο προσπάθησε να τον παρουσιάσει λογικά, η πρώτη αντίδραση που θα ανέμενα από αυτήν θα ήταν να αρπάξει και να προτάξει στον κατηγορούμενο το ξύλο (στελίφι) που ήταν ακριβώς δίπλα της το οποίο, όπως η ίδια ανέφερε είχε στο αυτοκίνητο της για προστασία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι στη γραπτή της κατάθεση προς την Αστυνομία (τεκμήριο 6Α) δεν αναφέρει οτιδήποτε για χαρτοφύλακα. Αυτό το οποίο αναφέρει στην κατάθεση της είναι ότι ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Αστυνομικό, ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της και άρπαξε το στελίφι. Για πρώτη φορά προέβαλε τον ισχυρισμό για τον χαρτοφύλακα κατά την κυρίως εξέταση της. Επιπλέον, δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τον ισχυρισμό της ότι είχε αναφέρει στον αστυνομικό που κατέγραψε την κατάθεση της (ΜΚ1) για τον χαρτοφύλακα, για το λόγο ότι ο ισχυρισμός αυτός προσκρούει στην αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ
  2. (β) Οι επεξηγήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο για τον λόγο που δεν προχώρησε με το αυτοκίνητο της να φύγει από την σκηνή, όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε δίπλα από το αυτοκίνητο της υπήρξαν διιστάμενες. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι ερχόταν άλλο αυτοκίνητο, το οποίο την εμπόδιζε να περάσει. Σε κατοπινό στάδιο παραδέχθηκε ότι ο δρόμος δεν είχε συνεχώς κίνηση, όμως δεν φαντάστηκε, όπως ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος θα κατέβαινε από το αυτοκίνητο του και θα άνοιγε την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου της. Σε κάποιο άλλο σημείο πρόβαλε ως λόγο που δεν μπόρεσε να φύγει από την σκηνή το ότι πάγωσε και παρέλυσε από το φόβο της όταν είδε τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την τελευταία επεξήγηση που έδωσε, αν πράγματι ευσταθούσε ο ισχυρισμός της ότι είχε παραλύσει από το φόβο της διερωτώμαι πως μπόρεσε να αρπάξει τον χαρτοφύλακα που ήταν δίπλα της όταν ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της και δεν μπόρεσε να προχωρήσει να φύγει από την σκηνή, ή τουλάχιστον να κλειδώσει τις πόρτες του αυτοκινήτου της, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να μην εισέλθει στο αυτοκίνητο της. (γ) Ανεπιτυχής υπήρξε και η προσπάθεια της να παρουσιάσει ότι τα γεγονότα εξελίχθησαν τόσο γρήγορα, γ΄ αυτό δεν πρόλαβε να αρπάξει το ξύλο πριν το αρπάξει ο κατηγορούμενος. Τόσο στην γραπτή της κατάθεση προς την αστυνομία, όσο και κατά την κυρίως εξέταση της άφησε να διαφανεί ότι όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που δεν της δόθηκε ο χρόνος για να αντιδράσει. Κατά την αντεξέταση της όμως ισχυρίστηκε ότι είχε προηγηθεί κάποια συνομιλία μεταξύ τους πριν ο κατηγορούμενος αρπάξει το ξύλο. Ας σημειωθεί ότι σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι είχε προηγηθεί συζήτηση 1-2 λεπτών μεταξύ τους απάντησε ότι δεν θυμόταν, επαναλαμβάνοντας την στερεότυπη απάντηση της ότι όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αξίζει να μεταφέρω αυτούσιο σχετικό το απόσπασμα από την αντεξέταση της: «Ε. Εσύ κυρία μάρτυς, όταν άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου, θυμάσαι αν είπες κάτι στον κατηγορούμενο; Α. Είπα του φύε. Ε. Τί σου απάντησε εκείνος; Α. Τα γνωστά! Πού πάεις; Ε. Τί του είπες εσύ κυρία μάρτυς στο ερώτημα του κατηγορουμένου «πού πάεις»; Α. Είπα του να μεν τον κόφτει. ................................................................................................................................. Ε. Το ερώτημα μου είναι σου ζήτησε ο κατηγορούμενος ότι θέλω να κουβεντιάσουμε; Ναί ή όχι; Α. Δεν θυμάμαι αν μου ζήτησε να κουβεντιάσουμε αλλά έγιναν ούλλα σε κλάσματα δευτερολέπτου που δεν μπορώ να θυμηθώ τί ήταν η κουβέντα μας τζίνη την ώρα.» (δ) Ως στερούμενος οποιασδήποτε πειστικότητας κρίνεται και ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος πριν το υπό εξέταση επεισόδιο την είχε κτυπήσει επανειλημμένα. Επισημαίνω ότι στην γραπτή της κατάθεση προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 6Α) αναφέρει ότι την είχε κτυπήσει μόνο μια φορά, 4 περίπου μήνες πριν το υπό εξέταση περιστατικό. Ας σημειωθεί ότι, παρά το ότι στην γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι είχε καταγγείλει το ως άνω περιστατικό στην Αστυνομία, εντούτοις καμμια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Αστυνομία ότι πράγματι είχε καταγγελθεί το ως άνω περιστατικό ξυλοδαρμού, με αποτέλεσμα ο ως άνω ισχυρισμός της να παραμείνει μετέωρος. Ως ευτελής χαρακτηρίζεται και η επεξήγηση που έδωσε για τον λόγο που δεν κατάγγελλε τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία για τα κτυπήματα που δεχόταν. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος την κρατούσε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, που έφταναν μέχρι τις 15 μέρες και μέχρι να πάει στην Αστυνομία ξεφούσκωνε. Αν πράγματι ευσταθούσε ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος της προκαλούσε τόσα δεινά διερωτώμαι αν ήταν προαπαιτούμενο το "φούσκωμα της" για να ζητούσε τη βοήθεια της αστυνομίας. (ε) Για το τέλος θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν με έχει πείσει και σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος κατάφερε τελικά να την κτυπήσει στα χείλη από τη στιγμή που είχε βάλει μπροστά από το πρόσωπο της το χέρι της για προστασία. Ο ισχυρισμός τον οποίο προέβαλε ήταν ότι το ξύλο πέρασε πάνω από το πρόσωπο της. Ας σημειωθεί ότι όπως η ίδια ανέφερε , το ξύλο δεν την είχε κτυπήσει στο χέρι, κάτι το οποίο λογικά θα ανέμενα. Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι στη γραπτή της κατάθεση προς την Αστυνομία (τεκμήριο 6Α) δεν αναφέρει ότι είχε βάλει το χέρι της μπροστά από το πρόσωπο της. Τα όσα έχω περιγράψει πιο πάνω δημιούργησαν σοβαρές αμφιβολίες στο δικαστήριο για τη γνησιότητα της εκδοχής της και κλόνισαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της σε βαθμό που θα καθίστατο ακροσφαλές να στηρίξω επί της μαρτυρίας της οποιαδήποτε ευρήματα (βλέπε Κυριάκος Παναγή v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 395). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1) σύμφωνα με την οποία ενώ η παραπονούμενη του ανέφερε μέσω τηλεφώνου ότι την σταμάτησε ο κατηγορούμενος άκουσε φωνές στο τηλέφωνο και διακόπηκε η σύνδεση. Η μαρτυρία όμως αυτή δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να επιβεβαιώσει ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν κατά τον τρόπο που προσπάθησε να τα παρουσιάσει η παραπονούμενη. Πέραν όσων αναφέρω πιο πάνω παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία της μπορούσε να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο, εντούτοις η μαρτυρία της σε σχέση με το όπλο, το οποίο κατά τον ισχυρισμό της είχε στο αυτοκίνητο του ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να κριθεί ως ικανοποιητική για να αποδείξει τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου (κατηγορίες 1 και 2). Επρόκειτο για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση της δεν είχε δει ολόκληρο το όπλο. Αυτό το οποίο είδε ήταν το πίσω μέρος του όπλου, το οποίο δεν πρόσεξε αν ήταν από ξύλο ή σίδερο όμως, όπως ισχυρίστηκε γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε πάντοτε στο αυτοκίνητο του όπλο. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι δεν έχει ανευρεθεί στην κατοχή του κατηγορούμενου οποιοδήποτε όπλο κατά την έρευνα που διεξήχθη από την Αστυνομία, με αποτέλεσμα ο ως άνω ισχυρισμός της να παραμείνει μετέωρος. Η απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν αφήνει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε άλλη επιλογή εκτός από την απόρριψη όλων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται όλων των κατηγοριών. (Υπ.)...................... Θ. Θωμά, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.