Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ελένη Σιεκκερή, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:15953/09, 29 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:15953/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ελένη Σιεκκερή Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. A. Παντελή Για την κατηγορούμενη: κα. Γιουσελλή Κατηγορούμενη: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
- Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες τον αστυφύλακα 458 Γ. Κακουλλή (ΜΚ1), τον αστυφύλακα 1731 Α. Μιχαηλά (ΜΚ2) και τον Στέλιο Ζαβουδάκη (ΜΚ3). Ο ΜΚ1 αστυφύλακας 458 Γ.Κακουλής υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρει ότι την 14/4/09 στον αστυνομικό σταθμό της Τροχαίας μετά από υπόδειξη του αστυφύλακα 1731 εξεταστή της υπόθεσης, έλαβε αριθμό φωτογραφιών του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚLH329 και του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΧQ
- Κατέθεσε τις εν λόγω φωτογραφίες σε δέσμη ως τεκμήριο 2 και δεν αντεξετάσθηκε από την Υπεράσπιση. Ο ΜΚ2 αστυφύλακας 1731 Α. Μιχαηλά, εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του (τεκμήριο 3) και απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι την 14/4/09 και ώρα 13:30 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβηκε στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά στη Λάρνακα με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KLH295 με οδηγό την κατηγορούμενη και το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής XQ129 με οδηγό τον Στέλιο Ζαβουδάκη (ΜΚ3). Στη σκηνή του δυστυχήματος βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και παρούσα την κατηγορούμενη. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου είχε τραυματισθεί και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Έκανε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 4) και στη συνέχεια ετοίμασε τελικό σχέδιο (τεκμήριο 5) το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι κατά την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος δεν μπόρεσε να εντοπίσει το σημείο σύγκρουσης. Στο τεκμήριο 5 οι πορείες των δύο οχημάτων σημειώνονται με τα σημεία Α και Β στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ενώ οι τελικές θέσεις αυτών σημειώνονται στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Οι ζημιές του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KLH295 ήσαν βούλωμα, τρίψιμο και τρύπημα στη δεξιά μπροστινή πόρτα, βούλωμα στην πίσω δεξιά πόρτα, ενώ του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής XQ129 οι ζημιές ήσαν τρίψιμο στην αριστερή πλευρά του μπροστινού ελαστικού, στην αριστερή μπροστινή περόνη, κάτω από το τιμόνι, στο δεξιό πατήδι και στην εξάτμιση και ζάβωσε το καλαθάκι μπροστά. Στο σημείο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα ο δρόμος είναι ευθύς και σε κάποιο σημείο στα δεξιά υπάρχει είσοδος πολυκατοικίας και χώρος στάθμευσης. Αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, στη συνέχεια του δρόμου όμως πλησιάζοντας προς τα φώτα τροχαίας η αριστερή λωρίδα χωρίζεται σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν μέτρησε τις διαστάσεις του οχήματος της κατηγορούμενης. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι κατά την άποψη του η σύγκρουση έγινε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας όπου εκινούντο τα δύο οχήματα. Κατέληξε, όπως ισχυρίσθηκε, στο συμπέρασμα αυτό στηριζόμενος στην κατάθεση της κατηγορούμενης στην οποία η ίδια αναφέρει ότι εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στη μαρτυρία τρίτου προσώπου που ήταν παρών κατά το δυστύχημα και το οποίο ανέφερε ότι ο ΜΚ3 προσπερνούσε από δεξιά τα οχήματα που ήταν σταματημένα λόγω τροχαίας κίνησης μέσα στην ίδια λωρίδα που χρησιμοποιούσε η κατηγορούμενη. Σε σχετική ερώτηση, ο ΜΚ2 είπε ότι από τις ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της κατηγορούμενης και που βρίσκονται στο μέσο της δεξιάς πλευράς, προκύπτει ότι αυτό κατά την ώρα της σύγκρουσης είχε κλίση προς τα δεξιά. Ο ΜΚ3 οδηγός του μοτοποδηλάτου υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 7) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το μοτοποδήλατο του στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο. Υπήρχαν αυτοκίνητα σταματημένα, λόγω των φώτων τροχαίας που βρίσκονται πιο κάτω, και ο ίδιος τα προσπερνούσε από δεξιά. Ενώ οδηγούσε, ένα αυτοκίνητο που θα έστριβε δεξιά του έκοψε την πορεία με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πάνω σε αυτό. Δεν θυμάται κατά πόσο το αυτοκίνητο έδειχνε με το δείκτη του ότι θα στρίψει δεξιά ούτε και κατά πόσο αυτό άρχισε να στρίβει δεξιά την ώρα που ο ίδιος βρισκόταν δίπλα του ή από προηγουμένως. Δεν θυμάται τίποτε σχετικά με την σύγκρουση και δεν επιθυμούσε να μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος για να του υποδειχθούν τα ευρήματα του εξεταστή. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν μπορεί να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης και σε σχετικές ερωτήσεις εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής επανέλαβε ότι δεν θυμάται τίποτα σχετικά με το δυστύχημα ούτε κατά πόσο είδε το όχημα της κατηγορούμενης και από ποια απόσταση. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ3 επανέλαβε ότι δεν θυμάται τίποτα αναφορικά με το δυστύχημα ούτε κατά πόσο το αυτοκίνητο έδειχνε με το δείκτη ότι θα στρίψει δεξιά. Ο ίδιος όπως ανέφερε προσπερνούσε τα σταματημένα αυτοκίνητα και δεν θυμάται κατά πόσο υπήρχε άσπρη διαχωριστική γραμμή στο σημείο που έγινε η σύγκρουση. Σημειώνω ότι στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την κατηγορούμενη, η κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε ότι οδηγούσε στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά με πολύ χαμηλή ταχύτητα διότι πρόθεση της ήταν να σταθμεύσει σε χώρο στάθμευσης που βρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία της. Αφού από απόσταση περίπου 20μ. εντόπισε χώρο στο οποίο μπορούσε να σταθμεύσει έδειξε με το δείκτη του οχήματος της ότι θα στρίψει δεξιά και προχώρησε με χαμηλή ταχύτητα μέχρι το ύψος που βρισκόταν ο χώρος στάθμευσης. Σταμάτησε έλεγξε το δρόμο μπροστά και πίσω και αφού διαπίστωσε ότι δεν έρχονταν άλλα οχήματα ξεκίνησε να στρίβει δεξιά. Αφού διένυσε μικρή απόσταση τότε άκουσε τη σύγκρουση και σταμάτησε. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της ώστε να κληθεί σε απολογία. Την εισήγηση αυτή στήριξε στο ότι δεν τέθηκε μαρτυρία που να μπορεί να στηρίξει την κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης. Αντίθετη ήταν η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα στο οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ.27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2000). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοίζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Στεφάνου Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου v. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999 Azinas v. The Police
(1981)2 CLR 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Mε βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά την καταδίκη της κατηγορούμενης μια πραγματική δυνατότητα. Οι ΜΚ1 και 2 δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες στην σύγκρουση. Ο ΜΚ2 που εξέτασε το δυστύχημα δεν μπόρεσε να εντοπίσει το σημείο σύγκρουσης ούτε και το σημείο του δρόμου στο οποίο εκινείτο ο ΜΚ3 πριν την σύγκρουση και τα όσα ανέφερε ήταν δικές του υποθέσεις και όχι απόρροια εμπειρογνωμοσύνης. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τις δηλώσεις αυτόπτη μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο τόσο το όνομα του εν λόγω μάρτυρα όσο και γιατί δεν κλητεύθηκε στην παρούσα διαδικασία από την Κατηγορούσα Αρχή. Όσον αφορά τον ΜΚ3 ο ίδιος δεν θυμόταν και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου ότι επιβάλλεται η απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). H αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεαστούν (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Charalambous, πιο πάνω λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Εξετάζοντας το ζήτημα υπό το φως των πιο πάνω και της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για κάποια ενέργεια της κατηγορούμενης που να αποδεικνύει αμέλεια. Από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια της κατηγορούμενης που να δεικνύει αμέλεια της κρίνεται ότι η κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Εν όψει των πιο πάνω η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου- Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο