← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Γεώργιος Ζορπίδης, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:8590/08, 30 Απριλίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Γεώργιος Ζορπίδης, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:8590/08, 30 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:8590/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Γεώργιος Ζορπίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Δημητρίου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 9

(1)
(5)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 8/9/07 στην οδό Πετράκη Κυπριανού στη Λάρνακα με σκοπό υποκίνησης του Κυριάκου Βενιζέλου από την Αραδίππου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτός δεν είχε νομική υποχρέωση να τελέσει τον απείλησε με τις φράσεις «εν να σε σκοτώσω αν πάμε Δικαστήριο». Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν δύο συνολικά μάρτυρες κατηγορίας. Ο αστυφύλακας 4758 Α. Πετράκη (ΜΚ1) και ο παραπονούμενος Κυριάκος Βενιζέλου (ΜΚ2). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 2) από το εδώλιο του κατηγορούμενου και δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Η μαρτυρία όπως έχει δοθεί είναι καταγραμμένη στα πρακτικά γι΄αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως στην αξιολόγηση της. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές. Αυτές προβλήθηκαν ουσιαστικά από τον παραπονούμενο και τη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου όπως και από τις θέσεις που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση μέσα από την αντεξέταση στην οποία υπέβαλε τον παραπονούμενο. Όπως διαφάνηκε μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, ο παραπονούμενος ΜΚ2 και ο κατηγορούμενος είχαν διαφορές ως ανταγωνιστές στο τομέα παροχής νερού στο κοινό. Ο ΜΚ1 δεν ήταν παρών, όταν έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό αδίκημα, αλλά η εμπλοκή του στα γεγονότα της υπόθεσης, περιορίσθηκε στο να λάβει καταθέσεις και να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με αυτά. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι γνωρίζει την οδό Πετράκη Κυπριανού όπου έγινε το ισχυριζόμενο συμβάν στην οποία η ώρα 13:00 υπάρχει τροχαία κίνηση. Σε σχετική ερώτηση, ο ΜΚ1, ανέφερε ότι ενώ η καταγγελία του παραπονούμενου έγινε στις 8/9/07 η κατάθεση του κατηγορουμένου λήφθηκε στις 30/3/08 διότι ο τελευταίος δεν μπόρεσε να μεταβεί στο Τμήμα για να δώσει κατάθεση ενωρίτερα. Τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με αντικειμενικότητα και αμεροληψία τα όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσα από την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς σε καμία περίπτωση να διακρίνω οποιανδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια του να αλλοιώσει την αλήθεια. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο 4 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του. Σύμφωνα και με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του στις 8/9/07 περί η ώρα 13:00 το μεσημέρι ενώ οδηγούσε το όχημα της δουλειάς του στην οδό Πετράκη Κυπριανού κατευθυνόμενος προς την Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια, σε κάποια πάροδο στα δεξιά αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να οδηγά βυτιοφόρο όχημα και να είναι σταματημένο στο ΑΛΤ του δρόμου. Πλησιάζοντας είδε τον κατηγορούμενο να «κάμνει κάτι με τα χέρια του χωρίς να καταλάβει τι» και τη στιγμή που βρισκόταν αντίκρυ του τον άκουσε να ξεστομίζει τη πιο πάνω απειλή. Δεν απάντησε και συνέχισε την πορεία του. Μετά που ολοκλήρωσε τη διαδρομή του αποφάσισε, όπως ανέφερε, να πάει στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν. Στη γραπτή κατάθεση του ο ΜΚ2 αναφέρει επίσης ότι έχει καταγγείλει τον κατηγορούμενο για επιθέσεις που δέχθηκε στο παρελθόν από τον ίδιο και την οικογένεια του λόγω επαγγελματικών διαφορών και γι' αυτό «έχουν υποθέσεις στο Δικαστήριο». Σε σχετικές ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής απάντησε ότι αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο από απόσταση 4μ. και ότι το παράθυρο του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν ανοικτό. Ο λόγος που έκανε την καταγγελία ήταν επειδή φοβήθηκε διότι ο κατηγορούμενος τον είχε απειλήσει ξανά πολλές φορές στο παρελθόν. Στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι σε προηγούμενες περιπτώσεις κατήγγειλε τον κατηγορούμενο δέκα φορές τις εννέα από τις οποίες όμως η αστυνομία δεν τον έλαβε υπόψη και δεν καταχώρησε υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση ισχυρίσθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα διότι υπήρχε τροχαία κίνηση στο δρόμο και κυρτώματα στην άσφαλτο κάτι όμως που παρέλειψε να το αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του. Κάτι που επίσης δεν ανέφερε στη γραπτή κατάθεση του, αλλά πρόβαλε για πρώτη φορά κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν ότι την στιγμή που ο κατηγορούμενος ξεστόμιζε την απειλή το παράθυρο του οχήματος του ήταν ανοικτό. Όταν του επισημάνθηκαν οι πιο πάνω αντιφάσεις στη μαρτυρία του, ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος τα ανέφερε στον αστυνομικό αλλά ο τελευταίος δεν τα κατέγραψε στην κατάθεση του. Άλλη σημαντική αντίφαση στην μαρτυρία του ΜΚ2 είναι ότι ενώ στη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 4), αναφέρει ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να ξεστομίζει την επίδικη φράση όταν ο ίδιος βρισκόταν ακριβώς αντίκρυ του, κατά την αντεξέταση, σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι άκουσε την απειλή αφού προχώρησε λίγο μετά το σημείο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο μέσα στο όχημα του που ήταν σταματημένο στο ΑΛΤ της παρόδου όταν ο ίδιος βρισκόταν 3-4 μ. πιο πίσω και αφού σχεδόν πέρασε το σημείο που βρισκόταν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου τότε ο τελευταίος έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο και του φώναξε τα πιο πάνω απειλητικά λόγια. Στη συνέχεια όμως ο ΜΚ2 έδωσε και μια άλλη εκδοχή ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος απλά έγειρε το κεφάλι του προς το παράθυρο, όταν ξεστόμιζε την απειλή. Ο μάρτυρας δεν με έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του, λέγοντας ότι, ενώ προχωρούσε οδηγώντας το όχημα του σε δρόμο με τροχαία κίνηση ταυτόχρονα έβλεπε τον κατηγορούμενο αλλά και στη συνέχεια και ενώ απομακρύνετο τον άκουσε να ξεστομίζει την πιο πάνω απειλή. Επίσης δεν με έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του σύμφωνα με τον οποίο ενώ το όχημα του εκινείτο με ταχύτητα 20 χαω, στα 3 με 4 δευτερόλεπτα που χρειάσθηκαν, όπως ο ίδιος ισχυρίσθηκε, για να ακούσει τη πιο πάνω απειλή, διένυσε μόνο 3 με 4 μ. απόσταση. Βρίσκω ότι όλα τα πιο πάνω που λέχθηκαν από τον ΜΚ2 περιέχουν το στοιχείο της υπερβολής και λέχθηκαν από τον μάρτυρα με μοναδικό σκοπό να πείσει ότι ενώ εκινείτο με το όχημα του ευθεία σε ένα δρόμο με τροχαία κίνηση, άκουσε τον κατηγορούμενο που ήταν σταματημένος στο ΑΛΤ στα δεξιά του δρόμου να ξεστομίζει την πιο πάνω απειλή. Περαιτέρω ο μάρτυρας ενώ δεν θυμόταν κατά πόσο εκείνη τη στιγμή υπήρχαν αυτοκίνητα στο δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση εν τούτοις θυμόταν, όπως ισχυρίσθηκε, ότι στη δική του κατεύθυνση υπήρχαν και άλλα οχήματα στο δρόμο και γι' αυτό το λόγο εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον ΜΚ2 παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του και τον τρόπο και το ύφος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν δεν με έπεισαν για την γνησιότητα της εκδοχής του και δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω, πλην του ότι στις 8/9/07 ενώ οδηγούσε όχημα της δουλειάς του στην οδό Πετράκη Κυπριανού σε κάποια πάροδο στα δεξιά του δρόμου είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται μέσα σε βυτιοφόρο όχημα το οποίο ήταν σταματημένος στο ΑΛΤ. Ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση του αρνείται ότι απείλησε τον ΜΚ2 και αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι λόγω της δουλείας του τον συναντά σχεδόν καθημερινά. Κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το βυτιοφόρο όχημα του με κατεύθυνση προς την οδό Πετράκη Κυπριανού. Φτάνοντας στο ΑΛΤ του δρόμου σταμάτησε. Είδε το ΜΚ2 να περνά οδηγώντας το δικό του όχημα και να κατευθύνεται από την άλλη πλευρά του δρόμου χωρίς να σταματήσει ή να ελαττώσει ταχύτητα. Τα παράθυρα του οχήματος του ήταν κλειστά και ο ίδιος εκείνη τη στιγμή μιλούσε στο τηλέφωνο χρησιμοποιώντας το hands free. Αναφορικά με τη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 2) υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσε στη κατάθεση ενός κατηγορούμενου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Findlay Ducan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Ducan (ανωτέρω) αποφασίσθηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο τεκμήριο 2 υπάρχει ό,τιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή το οποίο να περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορούμενου. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι την 8/9/07 ο κατηγορούμενος οδηγούσε βυτιοφόρο όχημα με κατεύθυνση προς την οδό Πετράκη Κυπριανού και σταμάτησε στο ΑΛΤ. Την ίδια ώρα και ενώ ο ΜΚ2 οδηγούσε το δικό του όχημα επί της οδού Πετράκη Κυπριανού είδε τον κατηγορούμενο να οδηγά στο βυτιοφόρο όχημα που ήταν σταματημένο στο ΑΛΤ. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246. «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Υπό το φως των πιο πάνω, και δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΚ2, η οποία ήταν και η μόνη που στόχευε να αποδείξει την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, η κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου- Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.