Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ανδριανή Φιλίππου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9200/09, 30 Απριλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 9200/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ανδριανή Φιλίππου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την κατηγορούμενη: κος. Πουτζιουρής Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
- Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την προαναφερόμενη κατηγορία. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες τον αστυφύλακα 3024 Μ. Καβαλιέρου (ΜΚ1), τον Ανδρέα Ζαχαρίου (ΜΚ2) και τον Δημήτρη Σάββα (ΜΚ3). Ο ΜΚ1 αστυφύλακας Μ. Καβαλιέρου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την γραπτή κατάθεση του τεκμήριο 1, και απάντησε και σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι την 12/2/09 και ώρα 17:40 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στη συμβολή της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή και της οδού Παύλου Λιασίδη με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΧΒ427 και τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚUW059 με οδηγούς την κατηγορούμενη και τον ΜΚ2 αντίστοιχα. Στη παρουσία της κατηγορούμενης ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο τεκμήριο 2 όπου σημείωσε το σημείο σύγκρουσης και τις πορείες των οχημάτων. Στη συνέχεια ετοίμασε τελικό σχέδιο τεκμήριο
- Στο σημείο σύγκρουσης κατέληξε από την τελική θέση των ενεχόμενων οχημάτων. Οι ζημιές του αυτοκινήτου βρίσκονταν στο μπροστινό προφυλακτήρα, το μπροστινό καπό και στο δεξί φανάρι, ενώ της μοτοσικλέτας στο μπροστινό φέαρ ριμς, το μπροστινό φανάρι και υπήρχαν εκδορές στη δεξιά πλευρά. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (τεκμήριο 4) και την κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι δεν ήταν παρών όταν επεσυνέβηκε το δυστύχημα, γνωρίζει όμως την επίδικη οδό στην οποία την ώρα που έγινε το δυστύχημα δεν μπορεί κάποιο όχημα να αναπτύξει ταχύτητα λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι το μήκος του οχήματος της κατηγορούμενης είναι περί τα 4μ και ότι το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε στο τελικό σχέδιο αποτελεί υποκειμενική του άποψη στην οποία κατέληξε από τη τελική θέση των δύο οχημάτων. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 6) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚUW059 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή με κατεύθυνση προς την Αραδίππου. Στην πορεία του υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Ο ίδιος εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πλησιάζοντας το Λύκειο Αγίου Γεωργίου είδε από απόσταση 2-3 μ. ένα άσπρο αυτοκίνητο να δείχνει ότι θα στρίψει δεξιά για να μπει στη πάροδο. Ελάττωσε ταχύτητα και είδε το αυτοκίνητο να σταματά, τη στιγμή όμως που θα το περνούσε το αυτοκίνητο εκκίνησε και του κτύπησε μπροστά. Αμέσως ο ίδιος εκτινάχθηκε και έπεσε στην άσφαλτο. Κατά την αντεξέταση σε σχετική ερώτηση αρνήθηκε ότι προσπερνούσε άλλα οχήματα από τη μέσα μεριά του δρόμου ισχυριζόμενος ότι εκινείτο στο κέντρο της λωρίδας του και ότι τον ακολουθούσε ο ΜΚ
- Όταν ρωτήθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούμενης κατά πόσο γνωρίζει κάποιο πρόσωπο ονόματι Μελή Καττελούρη, ο οποίος ήταν παρών στη σκηνή του δυστυχήματος, απάντησε θετικά. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 7) και στην συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι ακολουθούσε τον ΜΚ2 από απόσταση 2-3 μ. και εκινούντο και οι δύο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης να κάνει στροφή δεξιά για να μπει στην πάροδο με αποτέλεσμα να κτυπήσει τον ΜΚ2 που βρισκόταν 2 με 3μ. μπροστά από τον ίδιο. Σε σχετική ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση είπε ότι είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης από απόσταση 2μ.. Κατά την αντεξέταση ισχυρίσθηκε ότι δεν υπήρχαν οχήματα μπροστά από τον ίδιο και τον ΜΚ2 και όταν ρωτήθηκε από τον συνήγορο της Υπεράσπισης κατά πόσο γνωρίζει κάποιο πρόσωπο ονόματι Μελή Καττελούρη, ο οποίος ήταν παρών στη σκηνή του δυστυχήματος, απάντησε θετικά. Μετά που η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να προβεί σε δήλωση από τη θέση στην οποία βρισκόταν υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της (τεκμήριο 4) και παρουσιάζοντας ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Μενέλαο Μιχαήλ (ΜΥ1). O ΜΥ1, διευκρινίζοντας ότι άλλως τον αποκαλούν Μελή Καττελούρη, ισχυρίσθηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι στις 12/2/09 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην επίδικη οδό με κατεύθυνση προς την Αραδίππου. Κοντά στο Λύκειο Αγίου Γεωργίου τα αυτοκίνητα στην πορεία του ήταν σταματημένα στην ουρά ένεκα της τροχαίας κίνησης. Αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο που βρίσκετο μπροστά του έδωσε προτεραιότητα στο αυτοκίνητο που κατευθύνετο από απέναντι για να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην πάροδο. Όταν το αυτοκίνητο αυτό άρχισε σιγά-σιγά να στρίβει δεξιά είδε δύο μοτοσικλέτες να προσπερνούν την ουρά των σταματημένων αυτοκινήτων, να περνούν από δίπλα του και η μία από αυτές να κτυπά πάνω στο αυτοκίνητο της κατηγορούμενης. Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι οδηγός ήταν η κατηγορούμενη. Γνωρίζει τόσο την κατηγορούμενη όσο και τους δύο μοτοσικλετιστές διότι διαμένουν στην Αραδίππου όπως και ο ίδιος. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι την πρώτη φορά που είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης αυτό ήταν σταματημένο σηματοδοτώντας με το δείκτη του ότι θα στρίψει δεξιά. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι είδε την σύγκρουση από απόσταση περίπου 5-6μ.. Αντιλήφθηκε τις μοτοσικλέτες την ώρα που προσπερνούσαν την ουρά των αυτοκινήτων και πέρασαν από δίπλα του. Είδε το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης να στρίβει σιγά-σιγά προς τα δεξιά και στη συνέχεια τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2να προσπερνά από δίπλα του και να κτυπά πάνω στο αυτοκίνητο της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη στη γραπτή κατάθεση της ισχυρίσθηκε ότι οδηγούσε στην Λεωφόρο Γρίβα Διγενή με κατεύθυνση προς την Πυροσβεστική. Στην πορεία της υπήρχαν πολλά οχήματα όπως και στην εξ' αντιθέτου κατεύθυνση. Φτάνοντας στο λύκειο Αγίου Γεωργίου είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Παύλου Λιασίδη. Σταμάτησε σηματοδοτώντας με τον δείκτη του οχήματος της την πρόθεση της να στρίψει δεξιά. Ένα όχημα που κατευθύνετο από την αντίθετη κατεύθυνη και ήταν σταματημένο λόγω της τροχαίας κίνησης της έκανε νόημα με τα φώτα του να περάσει. Όταν άρχισε να κινείται προς την οδό Παύλου Λιασίδη η μοτοσικλέτα του ΜΚ2 ερχόμενη από αριστερά συγκρούστηκε στο μπροστινό μέρος του οχήματος της. Η ίδια δεν είδε καθόλου την μοτοσικλέτα ούτε κατά πόσο προσπερνούσε τα αυτοκίνητα από αριστερά ή δεξιά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Έθεσε τόσο κατά τη μαρτυρία του όσο και με το τεκμήριο 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Αναφορικά όμως με το σημείο σύγκρουσης Χ δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του αφού όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση του το εν λόγω σημείο ήταν προϊόν της υποκειμενικής του άποψης και όχι απόρροια της εμπειρογνωμοσύνης του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης στηριζόμενος στη τελική θέση των ενεχόμενων οχημάτων χωρίς να εξηγήσει επαρκώς με ποιο τρόπο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό και χωρίς να δικαιολογήσει το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε στο τεκμήριο 3 βρίσκεται πριν την τελική θέση του αυτοκινήτου, ενώ δεν ανέφερε κατά πόσο, από τις εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης διένυσε κάποια απόσταση μετά την σύγκρουση. Ακόμα κάτι που δεν μου επιτρέπει να αποδεκτώ το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε ο ΜΚ1 είναι η διαπίστωση μου ότι το σημείο Χ όπως εμφαίνεται στο πρόχειρο και το τελικό σχεδιάγραμμα δεν σημειώνεται σε αυτά τα δύο στο ίδιο σημείο. Εκτός από το σημείο σύγκρουσης η μαρτυρία του μάρτυρα όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα και τις μετρήσεις του στο τεκμήριο 3 δεν έχει κλονισθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση και την αποδέχομαι. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση και δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια της εκδοχής τους. Πέραν της γενικότερης στάσης και συμπεριφοράς τους από το εδώλιο του μάρτυρα, τα όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο σε πολλά σημεία βρίσκονται σε αντίφαση τόσο μεταξύ τους, όσο και με την μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης την οποία και αποδέχομαι όπως θα διαφανεί πιο κάτω στην απόφαση μου. Ο ΜΚ2 ισχυρίσθηκε ότι ενώ εκινείτο στην Λεωφόρο Γρίβα Διγενή με τη μοτοσικλέτα του υπήρχαν και άλλα οχήματα μπροστά και πίσω από το δικό του, σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ΜΚ3 ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπήρχαν άλλα οχήματα μπροστά τους. Τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο ΜΚ3, ισχυρίσθηκαν ότι κρατούσαν το κέντρο της λωρίδας τους αρνούμενοι ότι προσπερνούσαν άλλα οχήματα που βρίσκονταν στην ουρά όπως ανέφερε ο μάρτυρας υπεράσπισης, παραλείποντας μάλιστα να αναφερθούν στο ότι υπήρχε τροχαία κίνηση στο δρόμο και τα οχήματα ήταν σταματημένα στην ουρά. Η μαρτυρία τους έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας υπεράσπισης σύμφωνα με την οποία τα αυτοκίνητα ήταν σταματημένα σε ουρά λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης και ότι το προπορευόμενο του όχημα έδωσε προτεραιότητα στην κατηγορούμενη να στρίψει δεξιά. Εάν οι ΜΚ2 και 3 βρίσκονταν στη μέση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας χωρίς να προσπερνούν άλλα οχήματα, όπως ισχυρίσθηκαν, τότε λογικά θα βρίσκονταν πιο πίσω από το σημείο που βρίσκετο το όχημα του ΜΥ1 και το οποίο ακολουθούσε το προπορευόμενο όχημα που έδωσε προτεραιότητα στη κατηγορούμενη για να στρίψει δεξιά. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι ο ΜΥ1 δεν ανέφερε σε καμία περίπτωση ότι οι μοτοσικλέτες των ΜΚ2 και 3 προπορεύονταν του δικού του οχήματος. Σε πλήρη επίσης αντίφαση βρίσκονται οι θέσεις των ΜΚ2 και 3 σε σχέση με την απόσταση από την οποία ισχυρίσθηκαν ότι είδαν το όχημα της κατηγορούμενης. Ο ΜΚ2 είπε ότι είδε το όχημα της κατηγορούμενης από απόσταση 2 με 3μ και ο ΜΚ3 ενώ ισχυρίσθηκε ότι βρισκόταν σε απόσταση 2-3μ. πίσω από τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2, ισχυρίσθηκε ότι είδε το όχημα της κατηγορούμενης από απόσταση 2μ. Όσον αφορά τον ΜΚ2, τα όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του ότι παρατήρησε σε σχέση με τις κινήσεις του οχήματος της κατηγορούμενης, πριν τη σύγκρουση, δεν συνάδουν με τον ισχυρισμό που πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορούμενης από απόσταση μόνο των 2 με 3μ. Κρινόμενη όπως πιο πάνω η μαρτυρία των ΜΚ2 και 3 σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα καθίσταται αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Ο ΜΥ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Υπήρξε αντικειμενικός κατά τη μαρτυρία του και μου έδωσε την εντύπωση του ανεξάρτητου αμερόληπτου και ειλικρινούς μάρτυρα που ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αναφορικά με το τεκμήριο 4 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με την βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός κατηγορούμενου (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική απόφαση Findlay Ducan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Ducan (ανωτέρω) αποφασίσθηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο τεκμήριο 4 υπάρχει ό,τιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον της κατηγορούμενης. ΕΥΡΗΜΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι, κατά την 12/2/09 ο ΜΚ2 ενώ οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚUW059 στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή με κατεύθυνση προς την Αραδίππου προσπερνούσε από δεξιά ουρά οχημάτων που ήταν σταματημένα λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης, σε κάποιο σημείο του δρόμου συγκρούστηκε στο όχημα της κατηγορούμενης με αριθμούς εγγραφής ΕΧΒ427, το οποίο ενώ ήταν σταματημένο στην αντίθετη κατεύθυνση δείχνοντας ότι θα στρίψει δεξιά άρχισε να στρίβει δεξιά για να εισέλθει στη πάροδο της οδού Παύλου Λιασίδη, αφού προηγουμένως της δόθηκε προτεραιότητα από αυτοκίνητα που ήταν σταματημένο στην εξ' αντιθέτου κατεύθυνση. Ο δρόμος έχει πλάτος 9μ. με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). H αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530, και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Το κριτήριο για την διαπίστωση αμελούς οδήγηση όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεαστούν (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Charalambous, πιο πάνω λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξετασθεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια της κατηγορούμενης στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξετάζοντας το θέμα προκύπτει ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση και αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει κάποια ενέργεια της κατηγορούμενης που να καταδεικνύει αμέλεια. Η κατηγορούμενη σταμάτησε στο σημείο που ήθελε να στρίψει δεξιά σηματοδοτώντας με το δείκτη του οχήματος της την πρόθεση της αυτή. Περίμενε και αφού το πρώτο αυτοκίνητο της ουράς των αυτοκινήτων που κατευθύνοντο από την αντίθετη κατεύθυνση της έδωσε προτεραιότητα να στρίψει δεξιά άρχισε σιγά-σιγά να στρίβει δεξιά για να εισέλθει στην πάροδο. Στη προσπάθεια της αυτή και όταν ήδη μέρος του αυτοκινήτου της βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Γρίβα Διγενή επήλθε η σύγκρουση με τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2 που προσπερνούσε από δεξιά τα σταματημένα αυτοκίνητα που περίμεναν στην ουρά. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, και του γεγονότος ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί σε σχέση με την ορατότητα που είχε η κατηγορούμενη και συνεπώς της δυνατότητας της ή όχι να αντιληφθεί τον ΜΚ2 όταν προσπερνούσε την ουρά των σταματημένων αυτοκινήτων, κρίνεται ότι δεν μπορεί να κριθεί αυτή ένοχη αμέλειας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η απόδοση αμέλειας σε αυτή υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνεται ότι θα επέβαλλε σε αυτή μεγαλύτερο βάρος ευθύνης από αυτό που αναμένεται να ασκήσει ένας λογικός και συνετός οδηγός. Των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου- Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο