ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Λοΐζου Ιταλού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8015/08, 19.5.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8015/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.
- Λοΐζου Ιταλού
- Χρύσανθου Χρυσάνθου
- Νικόλα Χρυσάνθου
- Θεμιστοκλή Μηχανικού Κατηγορούμενοι __________ Ημερομηνία: 19.5.2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιακουμετή για ν΄ ακούσει απόφαση για κα Ν. Μαθηκολώνη, για Γενικό Εισαγγελέα. Για τους κατηγορούμενους 2 και 3: κ. Παναούτας. Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Γ. Α. Γεωργίου. Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν κατηγορίες κατοχής και προμήθειας στους κατηγορούμενους 1 και 4 ποσότητας κάνναβης βάρους 981.5γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Ο κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει κατηγορίες προμήθειας από τους κατηγορούμενους 2 και 3, της εν λόγω ποσότητας, κατοχής της και κατοχής της με σκοπό την προμήθεια. Ο πρώην κατηγορούμενος 1, Λοΐζος Ιταλός, έχει παραδεχθεί κατηγορίες σε σχέση με την εν λόγω ποσότητα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Ακολούθως, κλήθηκε ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.1) εναντίον των άλλων κατηγορουμένων. ΚΟΙΝΩΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατατέθηκε κείμενο με παραδεκτά γεγονότα από τα οποία παραθέτουμε εισαγωγικώς τα ακόλουθα. Σε ό,τι είναι περαιτέρω αναγκαίο θα επανέλθουμε στην πορεία. Στις 13.5.2008 και περί ώρα 19.30 μέλη του Ειδικού Ουλαμού Μοτοσικλετών Αρχηγείου διενεργούσαν έλεγχο τροχαίας στο νέο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού προς Λευκωσία. Εκεί ανέκοψαν μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος 4 με υπερβολική ταχύτητα, έχοντας ως συνεπιβάτιδά του τη Βάσω Κωνσταντίνου (Μ.Κ.6). Κατά τη διάρκεια της σχετικής καταγγελίας οι δύο επιβάτες έδειχναν ανήσυχοι και συμπεριφέρονταν ύποπτα. Ηγέρθησαν υποψίες εναντίον τους και ο Λοχ. 1594, Δ. Ροβέρτου, τους ρώτησε αν έχουν οτιδήποτε παράνομο μαζί τους, ενώ ταυτόχρονα ρώτησε τη Μ.Κ.6 τί υπήρχε μέσα στη τσάντα που κρατούσε. Ο Μ.Κ.1 απάντησε «τίποτε», ενώ η Μ.Κ.6 απάντησε «εν ηξέρω». Ακολούθησε έρευνα στα πλαίσια της οποίας οι αστυνομικοί εντόπισαν στη τσάντα που κρατούσε η Μ.Κ.6 ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, βάρους 981,5 γραμμαρίων από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Πρόκειται για το αντικείμενο των κατηγοριών. Τότε, ο Λοχ. 1594 αφού επέστησε την προσοχή της Μ.Κ.6 στο νόμο αυτή απάντησε «εν του Λοΐζου τα ναρκωτικά». Αμέσως μετά η Μ.Κ.6 συνελήφθη και σε νέα επίστηση απάντησε «έδωκε μου τα ο Λοΐζος να τα κρατώ». Η άμεση αντίδραση του Μ.Κ.1 ήταν οι δύο ακόλουθες απαντήσεις: «ήβρα το χαμαί τζιαι έπια το μαζί μου» και «τα ναρκωτικά ολάν ήβρα τα χαμαί και έπιασά τα». Στη συνέχεια συνελήφθη και μόλις του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο απάντησε «εγώ εν ηξέρω τίποτε». Στη συνέχεια, κατέφθασαν στο μέρος αστυνομικοί της ΥΚΑΝ μεταξύ των οποίων ο Αστ. 1779, Φ. Νικολάου (Μ.Κ.3), ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Οι δύο συλληφθέντες μεταφέρθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Αν και δεν περιελήφθη στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η Μ.Κ.6 δεν έχει διωχθεί. Σε έρευνα που ακολούθησε στο σπίτι του Μ.Κ.1 σε κομοδίνο του υπνοδωματίου ανεβρέθη ποσότητα κοκαΐνης συνολικού βάρους 22,3774 γραμμαρίων. ΟΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Μ.Κ.1 ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ Ο Μ.Κ.1 έδωσε σε σχέση με τις δύο παραπάνω υποθέσεις ναρκωτικών τέσσερις καταθέσεις, ανά δύο για κάθε υπόθεση. Η πρώτη και η τρίτη αφορούν την ανεύρεση της κάνναβης, η δεύτερη και η τέταρτη αναφέρονται στην ανεύρεση της κοκαΐνης. Η πρώτη κατάθεση (13.5.2008, 22.05 - 22.45) - Τεκμήριο 14 Όπως αναφέρεται στα κοινώς παραδεκτά γεγονότα «ενώ βρισκόταν υπό σύλληψη στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακος, εξέφρασε την επιθυμία όπως δώσει κατάθεση». Όντως έδωσε κατάθεση στον εξεταστή της υπόθεσης, Αστ. 1779 (Μ.Κ.3), ο οποίος επιπρόσθετα προς τα παραδεκτά γεγονότα ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 του είχε πει «θέλω να σου πω την αλήθκεια». Ήταν η πρώτη του κατάθεση (Τεκμήριο 14), στην οποία αναφέρεται στην κάνναβη και την οποία έδωσε στις 13.5.2008 μεταξύ των ωρών 22.05-22.
- Η πρώτη κατάθεση δεν παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή. Έγινε μόνο αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα ότι ο Μ.Κ.1 έδωσε αυτή την κατάθεση. Τέθηκε όμως, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, ως Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.1 δέχθηκε ότι έδωσε την κατάθεση λέγοντας όμως ότι είναι ψέματα. Το περιεχόμενό της έχει ως εξής: «Για την κουβέντα που εγηνε σήμερα θέλω να πο ολη την αλήθια γιατί εχω ενα μωρό και εκαταλάβα το λάθως μου. εχτες μου τηλεφωνισε ο Γιορκος Ροκκαπηλη ο ανάπηρος που το Μαρκι και μου ηπε οτι αύριο δηλαδή σήμερα να εχω ενια το απόγευμα και θα με πάρη τηλέφωνο για να παω Λεμεσό να φερο χόρτο. Εξηγηθήκαμε να μου δόση για το κόπο μου €500 Εύρο. Σε καπια στιγμή το απόγευμα με πιρε τηλέφωνο και μου ηπε να πάω Λεμεσό στο τόπο που ήξερα. Ο τόπος τούτος ήταν γνοστος σε μένα διότι ξαναπήγα και ξανάφερα ναρκοτικα. Ξεκηνησα με την μοτορα μου και πήρα μαζη μου την φίλη μου την Βάσω Κωσταντηνου της οπιας ηπα που θα πηγενα με και για πιο σκοπό. Επησης την τελεφτεα φορά την πήρα μαζη μου. Οταν πήγα στη Λεμεσό στο γνωστό τόπο είχε δυπο πρωσοπα η οπιη ήταν η ηδιοι που ήταν την περασμένη φορά άλλα δεν ξέρω τα ονομάτα τους άλλα αν τους δω θα τους αναγνωρίσω. Οταν επήγα εκη τους έδωσα μια βαλίτσα που πήρα εγω μαζί μου και έβαλαν μέσα το χόρτο την εκλησαν και μου την εδοσαν πήσο. Εγω την εδοσα στην Βάσω την έβαλε στους ομους της και ξεκηνησα να πάω Λευκωσία. Στην περιοχή της Κακορατσιας με σταμάτησε η Αστυνομιο γιατί έτρεχα. Οταν ερεύνησαν την βαλίτσα που κρατάν η βάσω ηβραν το χόρτο. Οταν με ροτησαν τη είναι τούτο επιδη φοβήθηκε τους ηπα οτι το βρήκα χαμέ και το επια. Τούτη είναι ολη η αληθια.» Η τρίτη κατάθεση (14.5.2008, 13.50 - 14.40) - μέρος της κύριας εξέτασης με την ένδειξη «Μ.Κ.1» Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα στις 14.5.2008 ο Μ.Κ.1 και η Μ.Κ.6 παρουσιάστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το οποίο εξέδωσε διάταγμα κράτησής τους για οκτώ ημέρες. Την ίδια μέρα και ώρα 13.45 ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι επιθυμούσε να δώσει ξανά κατάθεση οπότε έδωσε την τρίτη κατάθεσή του. Αναφέρεται στην κάνναβη και αναιρεί τα όσα είχε πει στην πρώτη του κατάθεση. Η κατάθεση αυτή παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή και υιοθετήθηκε από το Μ.Κ.1 ως μέρος της κύριας εξέτασής του με την ένδειξη «Μ.Κ.1». Το περιεχόμενό της έχει ως ακολούθως: «Σήμερα που πήγα δικαστιριο και επιδη εμηνα φυλακή εψές αρχησα και καταλάβω παραπάνω το λάθος μου ηπα οτι δεν ξέρω πιος μου εδοσε το πράμα διότι η αλήθια είναι οτι είναι επικήνδινη και φοούμετους. Ομως θέλω να σου τα πω ούλα για να τελειώνη τούτι κουβέντα διότι πραγματικά εκαταλαβα την βλακια που έκαμα. Τα διο άτομα που μου δοσαν το χόρτο τα γνωρίζω προσοπικά και είναι οι Νικόλας Χρυσάνθου και ο αδερφόστου ο Χρύσανθος Χρυσάνθου. Σηγκεκρημενα με το Νικόλα γνωριζόμαστε απω το Στράτο που ήμασταν μαζή. Μετά που απολυθήκαμε γνορισα και το Χρύσανθο οπού σηνεργάζομουν και με τους δυο αφού οπότε έφερνα πράμα που τη Λεμεσό το επερνα απο αφτους. Απότι γνωρήζο τούτη οι δυο έχουν μαχαζη που κάνη σαντουήτς. Εχτες όταν βρεθήκαμε στη Λεμεσό ερηξα τι τσεντα του Χρύσανθου και μέσα στην τσεντα είχα βαλη 14 χιλιάδες εύρο που ήταν για την αγωρά του χόρτου. Ο Χρύσανθος που τον ήδα να φορή γάντια έπιασε τα λεφτά και έβαλε μέσα το πράμα το όπιο βρισκόταν σε ακόμα ενα σακούλη το όπιο έπιασε όταν μου έβαλε το χόρτο μέσα στην τσεντα. Την ώρα που εγηνε η κουβέντα τούτη ο Νικόλας ήταν περήπου 5 μέτρα κοντά μας και έβλεπε αν ερχόταν κανένας. Ετση εδουλευαμε πάντα τες τελεφτέες φορές που σηνεργαστίκαμε. Τα λεφτά που ήχε μέσα η τσεντα μου τα έδοσε ο Θέμης ο οπίος είναι περήπου 34 χρονόν είναι σηχοριανός μου δουλέφκη στο ρίκ ως κάμεραμαν. Αυτό τον γνωρίζο πολύ καλά επιδη είναι σηχοριανός μου. Χτες ήπα οτι τα ναρκωτικά ήταν για το Γιώργο ροκαπηλη τον ανάπηρο σηγνόμη που ήπα έτση ήταν γιατί εφοούμουν και σκέφτηκα να πο για τον Ρόκκαπηλη διότι εν ανάπηρος και η αστυνομία οπότε τον οπότε τον σηλαμβάνη για ναρκωτικά δεν τον αφήνου μέσα γιατί δεν έχουν κρατητήρια για τους ανάπηρους. Επίσης απο της 14 χιλιάδε εύρο που έβαλα μέσα στην τσεντα της 10 χιλίαδε εύρο μου της έδοσε ο Θέμης και της ηπόληπες 4 χιλιάδες εύρο της έβαλα εγώ. Από το 1 κιλό που αγόρασα ο Θέμης θα έπερνε τα 600 γραμάρια και τα ηπόλιπα 400 θα τα έπερνα εγώ. Ήταν η πρώτη φωρά που θα δοκίμαζα να πουλήσω διότι μέχρη τώρα έκανα μόνο μεταφορά ναρκωτικών (υπογρ. Λ. Ιταλού).» Η δεύτερη κατάθεση (14.5.2008, 02.20 - 02.35) Τη δεύτερη του κατάθεση, στην οποία αναφέρεται στην κοκαΐνη, την έδωσε λίγες ώρες αργότερα, ήτοι τις πρωινές ώρες της 14.5.2008 (02.20-02.35). Βέβαια, κατά την αντεξέτασή του από τον κ. Γεωργίου ρωτήθηκε κατά πόσο την κατάθεση αυτή την είχε δώσει «το βράδυ που τους είχαν συλλάβει . δηλαδή στις 10.30 στις 14.5.2008» και ο Μ.Κ.1 απάντησε καταφατικά. Όμως, το βράδυ που τους είχαν συλλάβει ήταν η 13.5.
- Από άλλα σημεία της αντεξέτασης προκύπτει πως παρά την καταφατική απάντηση του Μ.Κ.1 η δεύτερη κατάθεση δόθηκε την ίδια νύχτα με την πρώτη κατάθεση, δηλαδή στις 13.5.2008 προς 14.5.2008 και οπωσδήποτε όχι το βράδυ της 14.5.
- Η αναφορά του κ. Γεωργίου στην αντεξέταση την οποία δέχθηκε, ο ως άνω μάρτυρας, οφείλεται πασιφανώς σε λάθος. Ο κ. Γεωργίου στην τελική του αγόρευση προσδιορίζει τη δεύτερη κατάθεση «μεταξύ 02.20 - 02.35 της 14.5.2008». Η κατάθεση αυτή δεν αποκαλύφθηκε στο δικαστήριο από την κατηγορούσα αρχή. Είναι στην αντεξέταση που ο κ. Γεωργίου διάβασε το περιεχόμενό της στο Μ.Κ.1, ο οποίος δέχθηκε ότι έκαμε αυτές τις δηλώσεις λέγοντας όμως και πάλιν ότι είναι ψέματα. Το περιεχόμενό της, όπως διαβάστηκε, έχει ως ακολούθως: «Πριν δέκα πέντε ημέρες επήγα στην Λεμεσό τζιαι έφερα γύρω στα είκοσι γραμμάρια κοκαΐνη, που τα ίδια άτομα που έποιασα τζιαι το χόρτο σήμερα. Στην Λεμεσό έστειλε με ο Γιώρκος ο Ρωκαπιλής ο οποίος μου έδωσε τζιαι λεφτά για να τους πληρώσω, δεν εμέτρησα τα λεφτά ούτε ξέρω πόσα ήταν. Τους τα έδωσα τα λεφτά μέσα στο σακκάκι όπως μου τα έδωσε ο Γιώρκος. Η κοκαΐνη ήτανε μέσα στα σακκούλια όπως την ήβρετε μέσα στο κομοδίνο μου. Είχα την τζιαμέ μέχρι να έβρω χρόνο να πάω στο Μαρκί να τα πάρω στο Γιώρκο. Την ζυγαριά που είχαν πάνω στο κομοδίνο εχρησιμοποίησα την μια φορά για να μετρήσω την κοκαΐνη, έτσι που περιέργεια για να δω πόσοι ήταν. Δεν έκαμα ποτέ στην ζωή μου χρήση κοκαΐνης ούτε ξέρω τη γεύση έχει. Ο Γιώρκος ήταν να μου δώκει τριακόσια ευρώ που πήγα τζιαι έφερα την κοκαΐνη τζιαι εγώ εδέχτηκα επειδή είχα ανάγκη τα λεφτά. Τον Γιώρκο τον Ρωκαπήλη τον εγνώρησα πριν περίπου πέντε - έξι μήνες από κάποιους άλλους φίλους μου τζιαι κάποτε επήγενα σπίτι του τζιαι εβοηθούσα τον, έκαμνα του κανένα καφέ. Από ότι εκατάλαβα, ο Γιώρκος εκατάλαβε ότι έχω οικονομικά προβλήματα τζιαι εκμεταλεύτηκε το τούτο για να του κάμνω τις δουλειές του. Τωρά εκατάλαβα ότι δεν άξιζε τον κόπο, τζιαι μετάνιωσα πικρά.» Η τέταρτη κατάθεση (15.5.2008, 12.20 - 13.00) Την τέταρτη κατάθεση την έδωσε στις 15.5.
- Αφορούσε την υπόθεση της κοκαΐνης και με αυτή αναίρεσε τα όσα είχε πει στη δεύτερή του κατάθεση. Ούτε αυτή η κατάθεση, η οποία αφορούσε την υπόθεση της κοκαΐνης, παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή στο δικαστήριο. Αποκαλύφθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, στα πλαίσια της οποίας ο κ. Γεωργίου έθεσε στο Μ.Κ.1 τα ακόλουθα αποσπάσματα ερωτώντας τον κατά πόσο προέβη σ΄ αυτές τις δηλώσεις. Ο Μ.Κ.1 απάντησε καταφατικά, αποδεχόμενος ότι στην κατάθεση του αυτή είπε την αλήθεια: - «την τελευταία φορά που πήγα τζιαι έφερα, είχα τη σπίτι μου τζιαι εμείναν τζιείνα τα 20 γραμμάρια που ήβρετε. Τα υπόλοιπα 10 που τα 30 γραμμάρια έδωκά τα του Θέμη από τη Ψημολόφου.» - «Το ότι δεν κάμνω χρήση που σας είπα στην προηγούμενη κατάθεση είναι αλήθεια. Να γράψεις ότι ούτε η Βάσω που ήταν μαζί μου κάμνει χρήση.» Πριν προχωρήσουμε, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η κατηγορούσα αρχή όχι μόνο δεν παρουσίασε τις άλλες καταθέσεις αλλά και προέβαλε ένσταση στο να αντεξεταστεί ο Μ.Κ.1 για τις καταθέσεις που έδωσε σε σχέση με την υπόθεση της κοκαΐνης, επί της εισήγησης ότι «δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο της δίκης». Ειδικότερα, η κα Μαθηκολώνη επικαλέστηκε τις πρόνοιες του Criminal Procedure Act 1865, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο. Το άρθρο 5 ορίζει ότι «ένας μάρτυρας μπορεί να αντεξεταστεί για προηγούμενες καταθέσεις που έκαμε γραπτώς ή που καταγράφτηκαν, που είναι σχετικές με το αντικείμενο της κατηγορίας ή της δίκης .» (βλ. Απόδειξη Γ. Π. Κακογιάννη, σελ. 188). Η κα Μαθηκολώνη εισηγήθηκε ότι οι καταθέσεις που δόθηκαν για την υπόθεση της κοκαΐνης δεν είναι σχετικές με το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Επιτρέψαμε την αντεξέταση με τη συνοπτική αιτιολογία ότι «ο μάρτυρας αντεξετάζεται για κατ΄ ισχυρισμό προηγούμενη δήλωσή του». Είμαστε βέβαιοι ότι η σχετική αναφορά του νόμου δεν μπορεί να τύχει τόσο στενής εφαρμογής όπως η εισήγηση της κας Μαθηκολώνη. «Το αντικείμενο της κατηγορίας ή της δίκης», δεν είναι η συγκεκριμένη κάθε φορά επίδικη ουσία. Ασφαλώς, η στάση ενός συνεργού και βασικού μάρτυρα κατηγορίας, κατά διάφορα στάδια της παράνομης του συμπεριφοράς στο βαθμό που μπορεί να έχει σχέση με την επίδικη υπόθεση, είναι σχετικός παράγοντας με το αντικείμενο της δίκης. Αυτά τα αναφέρουμε, όχι σε σχέση με το επιτρεπτό μιας αντεξέτασης που ήδη επιτρέψαμε να γίνει, αλλά για να σημειώσουμε, ως ενδεικτικό της στάσης που αναμένεται να τηρεί η κατηγορούσα αρχή σε σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά μάρτυρα κατηγορίας, το γεγονός ότι έχει πολύ πρόσφατα επιβεβαιωθεί, από το Supreme Court της Μεγάλης Βρετανίας, η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποκαλύπτει, στα πλαίσια μιας δίκαιης δίκης, όχι μόνο τις προηγούμενες καταδίκες αλλά και τις εκκρεμούσες κατηγορίες εναντίον ενός μάρτυρα κατηγορίας.[1] Υπό το φως τέτοιας σύγχρονης τάσης είναι που πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού οι υποθέσεις. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΥΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ Ο ΜΚ1 ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ Ο ίδιος ανέφερε ότι έδωσε την τρίτη κατάθεση με τη θέλησή του, αφού μίλησε με κάποιο υπεύθυνο της ΥΚΑΝ και του εξήγησε τους φόβους του. Την κατάθεση την κατέγραψε ο ίδιος συνομιλώντας με τον Μ.Κ.
- Είπε ότι όλα όσα ανέφερε στο δικαστήριο τα είχε πει στον Μ.Κ.3, αλλά δεν τα κατέγραψε όλα. Κατέγραψε απλώς τα βασικά, όπως του είχε πει ο Μ.Κ.
- Σε ερώτηση κατά πόσο είχε πει στον Μ.Κ.3 πως τον είχαν απειλήσει απάντησε ότι είναι μετά που τον απείλησαν. Εδώ προφανώς εννοούσε ένα ισχυρισμό του ότι μετά που έδωσε κατάθεση, ο πατέρας των κατηγορούμενων 2 και 3 επισκέφθηκε τον πατέρα του, εκφράζοντας απειλή για όλη την οικογένεια του Μ.Κ.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι το βράδυ της ημέρας που αφέθη ελεύθερος από την οκταήμερη κράτηση, του είχαν κάψει το αυτοκίνητο, αλλά δεν γνωρίζει ποιοι. Ρωτήθηκε τότε συγκεκριμένα κατά πόσο είχε αναφέρει στο Μ.Κ.3 οτιδήποτε για τις προηγούμενες απειλές κατά τον καιρό που συνεργάζονταν. Απάντησε καταφατικά λέγοντας όμως ότι του τα είπε μετά που έδωσε κατάθεση και τότε ο Μ.Κ.3 του είπε να τα πει στο δικαστήριο. Στις περιστάσεις υπό τις οποίες ο Μ.Κ.1 έδωσε την τρίτη κατάθεση αναφέρθηκε τόσο ο ίδιος, όσο και ο Μ.Κ.3 και ο Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στις 14.5.2008 και ώρα 12.20 στο χώρο του δικαστηρίου, μόλις περατώθηκε η διαδικασία προσωποκράτησης, ο Μ.Κ.1 του ανέφερε ότι επιθυμούσε να συναντηθεί με το διοικητή της ΥΚΑΝ, αναφέροντας ότι «θέλει να πει ούλην την αλήθκεια». Κατόπιν τούτου, διευθέτησε συνάντηση του Μ.Κ.1 με τον κ. Πολυβίου η ώρα 13.00 της ίδιας ημέρας στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας. Δεν γνωρίζει τί διαμείφθηκε μεταξύ τους. Ακολούθως, η ώρα 13.45 ο Μ.Κ.1 ανέφερε στο Μ.Κ.3 ότι επιθυμούσε να δώσει ξανά κατάθεση, λέγοντας του «θέλω να πω ούλην την αλήθκεια», οπότε έδωσε την τρίτη του κατάθεση. Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους δεν διώχθηκε η Βάσω. Οι λόγοι, είπε, ήταν ότι ο υπεύθυνος της ΥΚΑΝ εισηγήθηκε τούτο προς τον Γενικό Εισαγγελέα επειδή ήταν ηλικίας 17 ετών, προέρχεται από οικογένεια κωφαλάλων με πάρα πολλά προβλήματα και το μόνο πρόσωπο το οποίο της συμπαραστεκόταν ήταν ο Μ.Κ.1, τον οποίο αγαπούσε πραγματικά και τελούσε υπό την απόλυτη επιρροή του («. ότι και να της έλεγε ο Ιταλός . ήταν έτοιμη να το κάμει»). Ο Μ.Κ.3 ανέφερε περαιτέρω ότι πριν την τρίτη κατάθεση του Μ.Κ.1 δεν του είχε δοθεί οποιαδήποτε υπόσχεση ούτε είχε γίνει οποιαδήποτε συμφωνία μαζί του και ειδικότερα ανέφερε ότι δεν του είχε λεχθεί πως δεν θα διωχθεί η Βάσω αν έδινε κατάθεση. Η σχετική απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ελήφθη στις 22.5.
- Το τί έγινε, είπε, πριν την τρίτη κατάθεση ήταν ότι του ελέχθη πως θα του προσφερόταν προστασία υπό την έννοια απλώς ότι του δόθηκε διαβεβαίωση πως δεν θα πήγαινε στην ίδια φυλακή με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Στη δικαστική διαδικασία ο κατηγορούμενος αρχικά δεν παραδέχθηκε. Αργότερα, στις 8.10.2008, ο τότε δικηγόρος του απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα με την οποία κοινοποιούσε την πρόθεση του πελάτη του να παραδεχθεί τις κατηγορίες και να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, ζητώντας παράλληλα να τεθεί υπό προστασία με βάση τις πρόνοιες του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου Ν 95(Ι)/2001 (βλ. σχετική αλληλογραφία Τεκ. 18 Α - 18 Δ). Αντεξεταζόμενος από τον κ. Παναούτα, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι είχε πει στο Μ.Κ.1 να γράφει μόνο αυτά που είχαν σχέση με την υπόθεση, αλλά δεν του είπε να γράφει «μόνο τα βασικά της υπόθεσης». Ρωτήθηκε κατά πόσο θα του έλεγε να καταγράψει τυχόν αναφορά του ότι απειλήθηκε σε σχέση με την υπόθεση και απάντησε καταφατικά. Αντεξετάζοντας τον Μ.Κ.3 ο κ. Γεωργίου του έθεσε διάφορα θέματα, όπως λ.χ. ότι ο Μ.Κ.3 άλλαξε το ημερολόγιο ενεργείας προβαίνοντας σε διόρθωση με «typex», ότι υπάρχουν καταχωρήσεις στο φάκελο που δεν ταιριάζουν χρονολογικά, ότι οι υπεύθυνοι της ΥΚΑΝ περιλαμβανομένου του κ. Πολυβίου ήταν παρόντες στο δικαστήριο κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης ή ότι ο Μ.Κ.1 έτυχε διαφορετικής, από τους άλλους κατηγορούμενους, μεταχείρισης κατά τη μεταφορά του από τις Κεντρικές Φυλακές στο δικαστήριο για σκοπούς παραπομπής. Τον αντεξέτασε επίσης σε σχέση με το γεγονός ότι ο Ρόκκαπιλης συνελήφθη στις 20.5.2008, μέρες δηλαδή μετά που ο Μ.Κ.1 είχε αναιρέσει τους ισχυρισμούς εναντίον του. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το ζήτημα της μη δίωξης της Βάσως και για το ζήτημα του χρόνου που ο ίδιος τέθηκε σε πρόγραμμα προστασίας. Επρόκειτο για θέματα που είναι φανερό ότι εντάσσονται στα πλαίσια προσπάθειας να καταδειχθεί ότι οι διωκτικές αρχές ενήργησαν κατά τρόπο αθέμιτο ώστε να εξασφαλίσουν τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 εναντίον των άλλων κατηγορουμένων. Ο μάρτυρας έδωσε για όλα αυτά τα θέματα εξηγήσεις. Ο Μ.Κ.5 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπεύθυνος επιχειρήσεων - υποδιοικητής της ΥΚΑΝ Αρχηγείου. Ανέφερε ότι βρισκόταν στη Λάρνακα όταν ο Μ.Κ.1 ζήτησε κάποιον από τη διοίκηση για να του μιλήσει. Όταν συναντήθηκε του ανέφερε ότι η πρώτη κατάθεση που έδωσε δεν ήταν αληθινή και ότι φοβόταν για τη ζωή του σε περίπτωση που θα κατέληγε στις φυλακές μαζί με τα άτομα τα οποία θα ενέπλεκε στην υπόθεση. Ο Μ.Κ.5 του υποσχέθηκε ότι «εάν πάει φυλακή θα φροντίσουν να είναι σε άλλη πτέρυγα των φυλακών, να μην είναι μαζί τους». Ακολούθως ενημέρωσε τον εξεταστή της υπόθεσης ο οποίος του έλαβε κατάθεση. Ο κ. Παναούτας δεν αντεξέτασε τον Μ.Κ.
- Ο κ. Γεωργίου τον ρώτησε κατά πόσο γνώριζε κατ΄ εκείνο το χρόνο ότι η Βάσω ήταν φιλενάδα του Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.5 απάντησε αρνητικά, όπως αρνητικά απάντησε και στην ερώτηση κατά πόσο είχε μιλήσει με τον Μ.Κ.1 για τη Βάσω. Δεν γνωρίζει, είπε, υπό ποιες συνθήκες δεν διώχθηκε η Βάσω. Δεν συζήτησε με τον Μ.Κ.1 το κατά πόσο θα τον έθεταν σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και ότι δεν θα διώκετο η Βάσω. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Μ.Κ.1 είχε ζητήσει και του έδωσαν ανταλλάγματα, ήτοι πρώτον να μη διωχθεί η Βάσω και δεύτερον ο ίδιος να τεθεί σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Ο κ. Γεωργίου έθεσε και στον ΜΚ1 πως τα ψέματα τα είπε γιατί φοβόταν τον Ρόκκαπιλη, ο οποίος είναι γνωστός ότι είναι επικίνδυνος και για να γλυτώσει τη Βάσω στα πλαίσια της συμφωνίας του με την αστυνομία. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε. Είναι πάντως γεγονός ότι η Βάσω δεν κατηγορήθηκε. Θεωρούμε σκόπιμο να ξεκαθαρίσουμε τα ζητήματα αυτά από τώρα, ώστε να προδιαγραφεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξετάσουμε την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 σε σχέση με τυχόν αλλότριά του κίνητρα. Επί αυτών των ζητημάτων, ήταν η θέση της κας Μαθηκολώνη ότι δεν δόθηκαν στον Μ.Κ.1 υποσχέσεις, είτε σε σχέση με τον εαυτό του, είτε σε σχέση με τη Βάσω, εφόσον τέτοιοι ισχυρισμοί καταρρίφθηκαν από τον Μ.Κ.1, τη Μ.Κ.6, τον Μ.Κ.5 και τον Μ.Κ.
- Υπέδειξε ειδικότερα τους λόγους για τους οποίους δεν διώχθηκε η Βάσω. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας τέθηκε υπό το καθεστώς προστασίας μαρτύρων που παρέχει ο περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμος Ν 95 (Ι) /2001 δεν μπορεί να εκληφθεί ως επιλήψιμη ενέργεια ή ως αντάλλαγμα προς το μάρτυρα, υπέδειξε η κα Μαθηκολώνη, με αναφορά στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 256 στην οποία αναφέρθηκε ότι «η σχετική νομοθεσία εις αυτό ακριβώς αποβλέπει, να δώσει προστασία σε μάρτυρα ο οποίος δυνατό να κινδυνεύει επειδή σκοπεύει να παρουσιαστεί στο δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια». Επιπρόσθετα, η κα Μαθηκολώνη εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας το οποίο να καταδεικνύει προσπάθεια είτε από την αστυνομία, είτε από τη Νομική Υπηρεσία να χρησιμοποιήσουν με αθέμιτο τρόπο τον εν λόγω νόμο. Όμως, παρά το ότι ο κ. Γεωργίου έθεσε ερωτήσεις και υποβολές προς αυτή την κατεύθυνση, στην τελική του αγόρευση δεν έθεσε τέτοια ζητήματα. Ήταν ο κ. Παναούτας που εισηγήθηκε κάτι σχετικό. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος σε μια δήλωση του Μ.Κ.1 κατά τη μαρτυρία του ότι προμήθευε τη Βάσω με κοκαΐνη, εισηγήθηκε ότι είναι άξιο απορίας γιατί ο Μ.Κ.1 να μην έχει διωχθεί για προμήθεια κοκαΐνης σε ανήλικο πρόσωπο και κατέληξε ότι το εύλογο συμπέρασμα είναι πως η μη δίωξη του Μ.Κ.1 «ήταν μέσα στη συμφωνία που έκαμε ο Μ.Κ.1 με την αστυνομία για να καταθέσει ψευδώς εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3». Αυτή όμως τη θέση ο κ. Παναούτας δεν την έθεσε στους αστυνομικούς και ειδικά στον κ. Πολυβίου, με τον οποίο ο Μ.Κ.1 συναντήθηκε πριν δώσει την επίμαχη κατάθεση. Ο ισχυρισμός ότι οι διωκτικές αρχές έχουν, κατ΄ ουσίαν, κατασκευάσει ή έχουν συνεργαστεί στο να κατασκευαστεί μια ψευδής υπόθεση είναι πολύ σοβαρός. Τέτοιο ζήτημα, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να τεθεί ρητά ως επίδικο στην τελική επιχειρηματολογία και όχι μόνο μέσα από την αντεξέταση την οποία έκαμε ο κ. Γεωργίου. Από την άλλη, θα έπρεπε, αντιστρόφως, να τεθεί στην αντεξέταση την οποία έκαμε ο κ. Παναούτας και όχι να αφεθεί απλώς ως τελικό επιχείρημα. Εν πάση περιπτώσει, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5 και των εξηγήσεων που έδωσαν, θα πρέπει από τώρα να διασαφηνίσουμε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία τέτοια επί της οποίας να μπορούσε να γίνει εύρημα ότι οι διωκτικές αρχές ενήργησαν κατά τρόπο αθέμιτο για να ενοχοποιήσουν τους κατηγορούμενους. Δεν είναι απ΄ αυτή την σκοπιά που θα εξετάσουμε την υπόθεση. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα πρέπει να προβληματιστούμε στο κατάλληλο στάδιο, εξετάζοντας τα κίνητρα και την αξιοπιστία του Μ.Κ.1, σε σχέση με το ποιες θα μπορούσε να είναι οι δικές του σκοπιμότητες με βάση τη δική του αντίληψη των περιστάσεων και ανεξάρτητα από αθέμιτες υποσχέσεις ή συμπεριφορές των διωκτικών αρχών. ΟΙ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ Θα αναφερθούμε σε αδρές γραμμές τώρα στις εξηγήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος, στις λεπτομέρειες των οποίων θα επανέλθουμε κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Η μια εξήγηση που ο ΜΚ1 έδωσε για την αναίρεση της αρχικής του εκδοχής, ήταν ότι τελούσε σε φόβο για τη ζωή του σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και
- Αυτό φαίνεται ήδη από την τρίτη κατάθεση στην εισαγωγή της οποίας αναφέρει ότι «είπα ότι δεν ξέρω ποιος μου έδωσε το πράμα διότι η αλήθεια είναι ότι είναι επικίνδυνοι και φοούμαι τους». Ο φόβος προκλήθηκε από κάποιες δηλώσεις, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθούμε αργότερα, που του είχε κάμει κατά τη διάρκεια της παράνομης συνεργασίας τους ο κατηγορούμενος
- Μια άλλη εξήγηση που ανέφερε, ήταν ότι την επομένη και αφού έμεινε τη νύχτα στη φυλακή μεταφέρθηκε στο δικαστήριο, αντιλήφθηκε ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά και ζήτησε να μιλήσει με κάποιο υπεύθυνο της ΥΚΑΝ για να του πει την αλήθεια. Συναντήθηκε με τον Ανώτ. Υπ. Παντελή Πολυβίου (Μ.Κ.5), του είπε ότι η πρώτη κατάθεση που έδωσε ήταν ψεύτικη γιατί τα άτομα που συνεργαζόταν ήταν επικίνδυνα και ότι ήθελε να δώσει καινούργια κατάθεση. Εκείνο που τον απασχολούσε ήταν κατά πόσο αν τους κατέδιδε θα ήταν μαζί τους στη φυλακή και το μόνο που τον διαβεβαίωσε ο υπεύθυνος της ΥΚΑΝ ήταν ότι δεν θα ήταν στην φυλακή μαζί τους. Οπότε έδωσε την τρίτη κατάθεση. Τώρα εκτίει την ποινή του, όχι στις κεντρικές φυλακές αλλά αλλού, στα πλαίσια προγράμματος προστασίας μαρτύρων. Μια τρίτη εξήγηση που επικαλέστηκε ήταν ότι είπε ψέματα για να γλυτώσει τον εαυτό του. Τέλος, η εξήγηση που έδωσε για τα ψεύδη σε σχέση με τη χρήση ναρκωτικών από τον ίδιο και τη Βάσω, ήταν ότι είπε ψέματα γιατί δεν ήθελε να πληροφορηθούν οι γονείς τους ότι έκαμναν χρήση ναρκωτικών. ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ Μ.Κ.1 ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, πέραν της υιοθέτησης της τρίτης κατάθεσης («Μ.Κ.1»), ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 4, με τον οποίο ήταν φίλοι ως συγχωριανοί, συνεργάτες για ναρκωτικά και με κοινό ενδιαφέρον τις εκθέσεις σκύλων, του είχε ζητήσει δύο εβδομάδες προηγουμένως «χόρτο». Ο Μ.Κ.1 ειδοποίησε από τότε τους κατηγορούμενους 2 και 3 ότι ήθελε «χόρτο», αλλά τότε δεν είχαν διαθέσιμο. Ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε «εκείνη την ημέρα», δηλαδή στις 13.5.2008, για να πάει να παραλάβει τα ναρκωτικά. Η ερώτηση της κας Μαθηκολώνη που ακολούθησε είχε ως εξής: «Δηλαδή όταν λέεις αυτή την ημέρα, την προηγούμενη μέρα, ξεκαθάρισε μας τί είναι αυτό που εννοείς;» Τότε ο μάρτυρας απάντησε ότι είναι στις 12 του Μάη που του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 3 και του είπε ότι την επόμενη μέρα, στις 13, θα είχε τα ναρκωτικά καλώντας τον να πάει για να τα παραλάβει το απόγευμα. Μετά το τηλεφώνημα του κατηγορούμενου 3, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 4, του είπε ότι την επόμενη μέρα θα έχει τα ναρκωτικά και διευθέτησε να συναντηθούν το επόμενο πρωί για να «τους δώσει» τα λεφτά για να πάρει ναρκωτικά. Στις 13.5.2008 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 4 στο καφενείο του χωριού τους το μεσημέρι. Ο κατηγορούμενος 4 πήγε στην τράπεζα για να πάρει λεφτά, ακολούθως πήγε στο σπίτι του Μ.Κ.1 και του τα έδωσε. Επρόκειτο για €10.
- Για τα ναρκωτικά πλήρωσε €14.
- Τη διαφορά την κατέβαλε ο ίδιος εφόσον από το ένα κιλό ο κατηγορούμενος 4 θα έπαιρνε τα 600 γραμμάρια και τα υπόλοιπα 400 θα τα έπαιρνε ο Μ.Κ.
- Αμφότεροι θα τα πωλούσαν. Στη συνέχεια, το μεσημέρι, παρέλαβε τη Βάσω από το σχολείο, πήγαν σπίτι του και περίμενε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο
- Ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε γύρω στις 5.00 μ.μ. οπότε και ξεκίνησε μαζί με τη Βάσω για τη Λεμεσό για να παραλάβει τα ναρκωτικά. Η παραλαβή των ναρκωτικών έγινε με βάση τη συνηθισμένη διαδικασία που ακολουθούσαν, γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που συνεργάζονταν γι΄ αυτό το σκοπό. Συναντήθηκαν κοντά στη φάρμα της οικογένειας των κατηγορούμενων 2 και 3 μετά από τηλεφωνήματα που αντάλλαξαν «όπως δούλεψαν τις τελευταίες πέντε - έξι φορές». Κατά την παράνομη συναλλαγή η Βάσω ήταν μεν παρούσα, αλλά ήταν στραμμένη προς την αντίθετη κατεύθυνση γιατί οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν ήθελαν να τους δει. Ο ίδιος βρισκόταν πάνω σε ένα ύψωμα και έκαμε την ανταλλαγή με τον κατηγορούμενο 2, που βρισκόταν κάτω από το ύψωμα, ρίχνοντας του την τσάντα με τα λεφτά. Ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος φορούσε γάντια «όπως αυτά που φορούν οι γιατροί», πήρε τα λεφτά από την τσάντα στην οποία τοποθέτησε τα ναρκωτικά και την έριξε προς τα πάνω, στον ΜΚ
- Κατ΄ εκείνο το στάδιο η ΜΚ6 βρισκόταν 5 μέτρα πίσω από τον ΜΚ1 βλέποντας, ως άνω, προς την αντίθετη κατεύθυνση και ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν 5 μέτρα πιο πέρα από τον αδελφό του. Ο ΜΚ1 υπέδειξε τα διάφορα σημεία σε σχετικές φωτογραφίες (τεκ. 11) και αναγνώρισε τα τεκμήρια 6 και 7 ως γάντια του είδους που φορούσε ο κατηγορούμενος
- Όπως θα αναφέρουμε πιο κάτω τα τεκμήρια αυτά βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου
- Αντεξεταζόμενος από τον κ. Παναούτα ανέφερε ότι στις 13.5.2008, είναι το πρωί, μετά τις 7.00 που σχόλασε, που συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 4 στο καφενείο και ότι ακολούθως ο ίδιος πήγε στο σπίτι του μέχρι το μεσημέρι. Στη συνέχεια, παρέλαβε τη Βάσω από το σχολείο και έκατσαν μαζί και παρακολουθούσαν τηλεόραση μέχρι την ώρα που ξεκίνησαν για τη Λεμεσό. Για το ίδιο ζήτημα αντεξετάστηκε και από τον κ. Γεωργίου, οπότε επαναβεβαίωσε τη θέση του ότι είχε συναντήσει στο καφενείο τον κατηγορούμενο 4 η ώρα 7.00 π.μ.. Πρόσθεσε όμως τώρα, ότι πήγε ο κατηγορούμενος 4 στο σπίτι του λίγο πριν το μεσημέρι, πριν ο ίδιος πάει να παραλάβει τη Βάσω από το σχολείο, δηλαδή η ώρα 2.00 το μεσημέρι. ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Σύμφωνα με τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα, μετά την τρίτη κατάθεση του Μ.Κ.1, συνελήφθησαν οι κατηγορούμενοι 2, 3 και
- Ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη στις 14.5.2008 και ώρα 20.40 στη Λεμεσό και η απάντησή του στους λόγους της σύλληψης ήταν «εν ηξέρω τίποτε». Ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθη πέντε λεπτά αργότερα στη Λεμεσό και δεν απάντησε τίποτε. Έγινε έρευνα στην οικία και τα οχήματα του κατηγορούμενου 3, όπως και στην οικία του κατηγορούμενου
- Σε ένα όχημα του κατηγορούμενου 3 ανευρέθηκε ένα χειρουργικό γάντι και σε άλλο όχημά του, ένα νάιλον σακούλι με μικρό αριθμό χειρουργικών γαντιών τα οποία ο Μ.Κ.3 παρέλαβε ως τεκμήρια. Η απάντηση του κατηγορούμενου σε σχέση με τα τεκμήρια αυτά, ήταν ότι «αφού είπα σου έχω πολλά». Η απάντηση αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διατηρούν «σαντουιτσίδικο» στο οποίο, όπως δέχθηκε ο ΜΚ3 χρησιμοποιούν τέτοια γάντια και στο οποίο βρήκε πολλά, τα οποία δεν παρέλαβε πλέον ως τεκμήρια εφόσον έκρινε ότι η μαρτυρία αυτή εξασθένησε. Δεν βρέθηκε οτιδήποτε άλλο στις εν λόγω έρευνες, ούτε στην έρευνα της επόμενης μέρας στη μάντρα της οικογένειας των κατηγορούμενων 2 και 3 στην Κτηνοτροφική Περιοχή Κολοσσίου. Έγιναν και δακτυλοσκοπικές εξετάσεις, όπως επίσης και εξετάσεις για ανεύρεση γενετικού υλικού. Από τις δακτυλοσκοπικές εξετάσεις δεν συνδέθηκαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 με τα σχετικά τεκμήρια. Ούτε από τις εξετάσεις για γενετικό υλικό προέκυψαν οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τους κατηγορούμενους 2 και 3 με τα τεκμήρια της υπόθεσης. Ανακρινόμενοι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 στις 16.5.2008 έδωσαν ανακριτικές καταθέσεις (Τεκ. 12 και Τεκ. 13), στις οποίες δεν περιλαμβάνονται παραδοχές είτε υπό την έννοια της ομολογίας είτε υπό την έννοια των «μεικτών δηλώσεων» (mixed statements). Αντίθετα, αλλού δηλώνουν ότι δεν έχουν σχέση με την υπόθεση και αλλού ασκούν το δικαίωμά τους να μην απαντήσουν. Ο λόγος που κατά το κοινό δίκαιο οι καταθέσεις των κατηγορουμένων γίνονται δεκτές, ως εξαίρεση στον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία, είναι στο βαθμό που περιέχουν «δηλώσεις εναντίον του συμφέροντος» του κατηγορούμενου (declarations against interest). Παράλληλα όμως, είχε καθιερωθεί ευρέως η πρακτική, η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάζει όλες τις δηλώσεις ενός κατηγορουμένου προς την αστυνομία, είτε περιέχουν παραδοχές, είτε περιέχουν άρνηση ενοχής. Όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν γίνονται δεκτές ως μαρτυρία των γεγονότων που περιέχουν, αλλά στο βαθμό που είναι σχετικές, όταν λ.χ. καταδεικνύουν την πρώτη αντίδραση του κατηγορούμενου.[2] Στην Κύπρο ο κανόνας αποκλεισμού της εξ ακοής μαρτυρίας έπαυσε να ισχύει. Παραμένει όμως η προϋπόθεση η μαρτυρία να είναι σχετική. Δεν έχει διευκρινιστεί από την κατηγορούσα αρχή ο σκοπός που παρουσίασε τις καταθέσεις. Ούτε οι συνήγοροι τις έχουν επικαλεστεί. Από πλευράς κατηγορούσας αρχής έγινε μόνο κάποιο επιχείρημα από την κα Μαθηκολώνη στην τελική της αγόρευση, στο οποίο θα επανέλθουμε. Κατά τ΄ άλλα, σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος 3 αναφέρει στην κατάθεσή του ότι γνωρίζει τον Μ.Κ.1 από τον στρατό και τον βλέπει όταν πηγαίνουν έφεδροι. Αρνήθηκε δε, ότι βρέθηκαν ποτέ αλλού εκτός από τον στρατό. Σε ερώτηση κατά πόσο ο Μ.Κ.1 πήγε στο σαντουιτσίδικο που διατηρεί με τον αδελφό του και έφαγε σάντουιτς απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει τη Βάσω, απάντησε αρνητικά. Ο κατηγορούμενος 2 στην ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει τον Μ.Κ.1 δεν απάντησε. Στην ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει τη Βάσω, στην αρχή απάντησε αρνητικά ενώ μετά είπε ότι «μπορεί να την είδε ή να τον είδε, αλλά δεν έχουν τίποτε παραπάνω όσον αφορά την υπόθεση του Ιταλού». Ούτε για τον κατηγορούμενο 4 διαπιστώθηκε διασύνδεση του με τεκμήρια ή βρέθηκε κάτι ύποπτο κατά την έρευνα. Ο κατηγορούμενος 4 συνελήφθη στις 14.5.2008 και ώρα 18.50 από τον Αστ. 1486, Γ. Χειμωνή (Μ.Κ.2), στο Capital Center στη Λευκωσία, σε κατάστημα στοιχημάτων του κατηγορούμενου
- Σύμφωνα με κατάθεση που έδωσε ο Μ.Κ.2 και την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασής του, όταν εξήγησε στον κατηγορούμενο 4 τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε «επερίμενά το». Αναφέρει επίσης ότι ερεύνησε την οικία του κατηγορούμενου 4 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στην αντεξέταση του Μ.Κ.2 θα επανέλθουμε στο στάδιο της αξιολόγησης. Σχετική με τον κατηγορούμενο 4 ήταν και η μαρτυρία του Λοχ. 2595, Δ. Τσόκκου της ΥΚΑΝ Λάρνακας (Μ.Κ.4). Αυτός ανέφερε ότι στις 14.5.2008 ενώ βρισκόταν στο γραφείο του, ο Μ.Κ.2 μετέφερε εκεί τον κατηγορούμενο 4 μετά τη σύλληψή του, τον οποίο και του παρέδωσε. Ο τελευταίος ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον εξεταστή της υπόθεσης, Μ.Κ.3, που βρισκόταν στη Λεμεσό. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε τότε στον Μ.Κ.4 ότι ο Ιταλός είχε ισχυριστεί πως έλαβε €10.000 από τον κατηγορούμενο με σκοπό να του αγοράσει ναρκωτικά και του ζήτησε «να ανακρίνει κατά κάποιο τρόπο τον κατηγορούμενο ή να του αναφέρει κατά πόσο ο ίδιος έδωσε χρηματικό ποσό της αξίας των €10.000 σε κάποιο Λοΐζο Ιταλό». Ο Μ.Κ.4 υπέβαλε τη σχετική ερώτηση χωρίς να του επιστήσει την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος έδωσε μια απάντηση, οπότε ο Μ.Κ.4 του επέστησε πλέον την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος έδωσε δεύτερη απάντηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έφερε ένσταση στο να ακουστούν οι απαντήσεις διότι η μεν πρώτη δόθηκε χωρίς να είχε επιστηθεί η προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο, η δε δεύτερη ήταν σε αναγκαίο συσχετισμό με την πρώτη. Το δικαστήριο δεν επέτρεψε να ακουστούν οι απαντήσεις για τους λόγους που φαίνονται σε σχετική ενδιάμεση απόφαση. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να τηλεφωνήσει στη σύζυγό του, την οποία και κάλεσε ο Μ.Κ.4 εξηγώντας της ποιος ήταν και λέγοντας της ότι ο σύζυγός της ήταν μαζί του και ότι ήθελε να της μιλήσει. Της εξήγησε, περαιτέρω, ότι θα ήταν σε ανοικτή ακρόαση. Ο κατηγορούμενος 4 μόλις άκουσε τη φωνή της συζύγου του ξέσπασε σε λυγμούς και ζήτησε συγνώμη για το ό,τι έκανε στην ίδια και το παιδί τους. Συνέχισε για λίγη ώρα να συνομιλά με τη σύζυγό του για θέματα οικογενειακά. Το περιστατικό αυτό δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος 4 έδωσε στις 15.5.2008 ανακριτική κατάθεση στην οποία αναφέρει ότι γνωρίζει τον Μ.Κ.1, αλλά δηλώνει άγνοια σε σχέση με τις υποθέσεις των ναρκωτικών. Για τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι του έδωσε €10.000 για να αγοράσει ναρκωτικά επίσης δηλώνει άγνοια. Τέλος, μαρτυρία για την κατηγορούσα αρχή έδωσε και η Βάσω (Μ.Κ.6). Υιοθέτησε την κατάθεσή της στην αστυνομία, η οποία έγινε μέρος της κύριας εξέτασής της. Εκεί αναφέρει ότι στις 14.5.2008 το μεσημέρι ο φίλος της, Μ.Κ.1, την πήρε από το σχολείο και την πήρε σπίτι του. Έμειναν μαζί μέχρι το απόγευμα. Ο Μ.Κ.1 έλαβε ένα τηλεφώνημα και τότε της είπε να ξεκινήσουν για τη Λεμεσό. Επειδή ξαναπήγε μαζί του στη Λεμεσό και έφεραν ναρκωτικά, κατάλαβε ότι επρόκειτο να φέρουν ναρκωτικά. Ο Μ.Κ.1 της έδωσε μια τσάντα, την οποία έβαλε στον ώμο της. Στη Λεμεσό σταμάτησαν στον τόπο όπου είχαν ξαναπάει για τον ίδιο σκοπό. Εκεί ο Μ.Κ.1 προχώρησε λίγο και συνάντησε κάποιο άγνωστο της κρυμμένο, στον οποίο ο Μ.Κ.1 έδωσε τη τσάντα. Ο άγνωστος τού την επέστρεψε και ο Μ.Κ.1 την έδωσε στη Μ.Κ.6, η οποία την έβαλε στον ώμο της και ξεκίνησαν για την επιστροφή. Τον άγνωστο, αναφέρει, «δεν τον ξέρει, ούτε θα τον καταλάβει αν τον δει διότι όπως εστέκετουν δεν έβλεπε το πρόσωπό του γιατί ήταν κρυμμένο». Στη συνέχεια περιγράφει τα της σύλληψής τους και ισχυρίζεται, ζητώντας συγνώμη, ότι «απλώς παρασύρθηκε γιατί αγαπούσε τον Λοΐζο και δεν ήθελε να πηγαίνει με τη μοτόρα μόνος του». Στην προφορική της μαρτυρία ανέφερε ότι στεκόταν από την αντίθετη πλευρά γι΄ αυτό δεν είχε δει ποιος ήταν ο προμηθευτής των ναρκωτικών κάτι που δεν ήθελε ο ΜΚ1, μήτε ο προμηθευτής της. Ο Μ.Κ.1 βρίσκονταν σε ύψωμα, ενώ ο προμηθευτής κάτω από αυτό. ΟΙ ΑΝΩΜΟΤΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ 2 ΚΑΙ 3 Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις, χωρίς όμως να αναφερθούν σε οποιαδήποτε γεγονότα έτσι ώστε οι δηλώσεις τους αυτές να είναι δεκτικές αξιολόγησης έστω υπό την έννοια που αξιολογούνται οι ανώμοτες δηλώσεις.[3] Περιορίστηκαν στο να αρνηθούν οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση λέγοντας ότι όσα ανέφερε ο ΜΚ1 είναι ψέματα και ότι είναι αθώοι. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 4 Ο κατηγορούμενος 4 έδωσε ένορκη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι είναι συγχωριανός του ο Μ.Κ.1 με τον οποίο είχαν φιλικές σχέσεις που δημιουργήθηκαν από το κοινό χόμπι που είχαν να παρουσιάζουν τους σκύλους τους σε επιδείξεις σκύλων. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να συναντώνται στο σπίτι της μητέρας του Μ.Κ.1 όπου διέμενε ο τελευταίος ή σε περιπάτους ή εξασκήσεις των σκύλων τους καθώς και να τηλεφωνούνται για το κοινό αυτό ενδιαφέρον τους. Συναντούνταν επίσης στο καφενείο του χωριού. Ενώ, ως άνω, προβλήθηκε ένσταση στο να ακουστούν οι απαντήσεις του κατηγορούμενου 4 προς τον Μ.Κ.4 όταν τον είχε ρωτήσει για τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 περί €10.000, το ζήτημα επανέφερε με τη δική του μαρτυρία ο κατηγορούμενος
- Ανέφερε ότι είχε δανείσει στον Μ.Κ.1, ένεκα της φιλίας τους, χρήματα δύο φορές στο παρελθόν, τα οποία ο Μ.Κ.1 του επέστρεψε. Επρόκειτο για Λ.Κ.2.000 και €4.000 αντίστοιχα. Ανέφερε, επίσης, ότι μια εβδομάδα πριν τις 13.5.2008 του είχε δανείσει €10.000 για επέκταση της πατρικής του οικίας. Ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ.1 του είχε αναφέρει ότι το δάνειο που ζήτησε από την τράπεζα θα καθυστερούσε για ένα μήνα και του υποσχέθηκε ότι θα του επέστρεφε το ποσό τότε. Ο κατηγορούμενος 4 επειδή του είχε εμπιστοσύνη του δάνεισε το ποσό. Αρνήθηκε ότι έδωσε το πιο πάνω ποσό στον Μ.Κ.1 για να του αγοράσει ναρκωτικά. Αρνήθηκε, επίσης, ότι είχε συναντηθεί με τον Μ.Κ.1 στις 13.5.2008 το πρωί στο καφενείο του χωριού, ότι μίλησαν σχετικά με τα ναρκωτικά, ότι πήγε στην τράπεζα για να πάρει λεφτά και ακολούθως πήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου 4 και του έδωσε €10.000 για να αγοράσει τα ναρκωτικά. Ήταν η θέση του ότι την ημέρα εκείνη εδούλευε μέχρι αργά το απόγευμα στο ΡΙΚ και ότι δεν πήγε στο καφενείο ή την τράπεζα ή οπουδήποτε αλλού. Γενικώς ήταν η θέση του ότι δεν έχει σχέση με ναρκωτικά και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει γιατί ο Μ.Κ.1 τον ενέπλεξε. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι με τον Μ.Κ.1 είχαν συναντηθεί στο καφενείο το Σάββατο πριν συλληφθεί ο Μ.Κ.
- Περαιτέρω, ότι είχαν συνομιλήσει από τηλεφώνου στις 12.5.2008 και ο Μ.Κ.1 του είχε ζητήσει εμβόλια και χάπια για το σκύλο του. Ο κατηγορούμενος 4 του απάντησε ότι την επομένη θα εργαζόταν μέχρι αργά στο ΡΙΚ και ότι θα του τα έδιδε αργότερα. Αρνήθηκε ότι κατά την σύλληψη του από τον Μ.Κ.2 ότι του ανέφερε «επερίμενα το». Δεν αρνήθηκε όμως, ότι έκλαψε όταν συνομίλησε με τη γυναίκα του και της ζήτησε συγνώμη. Αλλά εξήγησε, ότι τούτο έγινε γιατί την πλήγωσε εξαιτίας της σύλληψης του. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ
- Η κα Μαθηκολώνη δέχθηκε ότι ο Μ.Κ.1 ήταν συνεργός και αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν το θέμα. Τις συνοψίζουμε παρενθετικά εδώ ως ακολούθως: Συναυτουργός θεωρείται, κατά πρώτο λόγο, ένα πρόσωπο που είναι participes criminis στο ειδικό ποινικό αδίκημα που βρίσκεται στο κατηγορητήριο. Όπως αναγνωρίστηκε από τη νομολογία ένας συναυτουργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από τη σχέση του με το έγκλημα. Συνεπώς το δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να προειδοποιήσει τον εαυτό του ότι είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του συναυτουργού χωρίς ενίσχυση, δηλαδή χωρίς ανεξάρτητη μαρτυρία η οποία, όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συναυτουργού, αλλά να συνδέει ή τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το έγκλημα. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο οφείλει να προσδιορίσει την ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν το δικαστήριο να καταδικάσει επί μόνης της μαρτυρίας του συναυτουργού, αν θεωρήσει ότι αισθάνεται πως μπορεί να στηριχτεί με ασφάλεια, χωρίς την ανάγκη ενίσχυσης, σε αυτή για να καταδικάσει. Η κα Μαθηκολώνη δεν υπέδειξε κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία υπό την παραπάνω έννοια αλλά, αντίθετα, κάλεσε το δικαστήριο να καταδικάσει χωρίς ενισχυτική μαρτυρία τους κατηγορούμενους, εφόσον οι κίνδυνοι από μια τέτοια ενέργεια, όπως είπε, είναι μικρότεροι από άλλες υποθέσεις τις οποίες επικαλέστηκε. Εισηγήθηκε ότι το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει με κάθε ασφάλεια τους κατηγορούμενους βασιζόμενο στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ακόμα και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Αυτό έγινε, κατέληξε, και σε πολλές περιπτώσεις όπου ο συνεργός είχε δώσει διαφορετικές καταθέσεις στην αστυνομία, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην Αθηνής v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Η κα Μαθηκολώνη, σχολιάζοντας τις αντιφατικές καταθέσεις του Μ.Κ.1, παρέπεμψε εκτεταμένα στη νομολογία. Παρεμβάλλουμε συνοπτικά τις αρχές που διέπουν το θέμα: Οι προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις ενός μάρτυρα εκτός δικαστηρίου δεν καθιστούν τη μαρτυρία του εκ προοιμίου αναξιόπιστη, εφόσον το δικαστήριο, ως ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων, έχει ευχέρεια να αποτιμήσει τις αντιφάσεις ως στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Τα κριτήρια για τέτοια αποτίμηση σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδήγησαν στην προβολή διισταμένων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Τελικό κριτήριο αποτελεί η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Ενώ η ευχέρεια του δικαστηρίου να αξιολογήσει ελεύθερα τη μαρτυρία είναι δεδομένη, οι αντιφατικές πάντως καταθέσεις, όπως δέχθηκε και η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής στην αγόρευσή της, δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα και επιβάλλουν την προσέγγιση της μαρτυρίας του με μεγάλη επιφυλακτικότητα[4]. Η κα Μαθηκολώνη υιοθέτησε τις εξηγήσεις του Μ.Κ.1 ως λογικές και ως εξηγήσεις που δεν αλληλοσυγκρούονται, αλλά υπάρχουν σωρευτικά. Ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 τελούσε υπό φόβο, ο οποίος ήταν πλήρως δικαιολογημένος. Το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι με την απόδοση ευθυνών στον Ρόκκαπιλη προσπάθησε, επιπρόσθετα, να ελαφρύνει τη θέση του, το χαρακτήρισε ως ένδειξη ειλικρίνειάς του. Αναφέρθηκε ως προς τούτο στην υπόθεση Τεβλετιάν κ.ά. v. Αστυνομίας (ανώτ.), στην οποία ο μάρτυρας είχε αρχικά καταφύγει στο ψεύδος για να ελαφρύνει τη θέση του. Όταν όμως παραδέχθηκε και του επιβλήθηκε ποινή, εξήγησε ότι δεν είχε πλέον κανένα λόγο να καταφύγει στο ψεύδος. Το Κακουργιοδικείο δέχθηκε την εξήγησή του και κατέληξε ότι είπε όλη την αλήθεια στην προφορική του κατάθεση ενώπιόν του. Η κα Μαθηκολώνη εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι εάν τα κίνητρα του Μ.Κ.1 ήταν αλλότρια δεν θα προέβαινε στην τρίτη κατάθεση «με την οποία ενοχοποιεί τον εαυτό του περισσότερο», εφόσον εκεί παραδέχεται ότι ήταν κύριος μέρους των ναρκωτικών, ενώ στην πρώτη κατάθεση ο ρόλος του περιοριζόταν σε ρόλο μεταφορέα. Αυτό υποδηλώνει, κατά την εισήγηση, ότι ο Μ.Κ.1 στην τρίτη του κατάθεση είπε την αλήθεια. Για ποιο λόγο, διερωτήθηκε, να δώσει μια νέα κατάθεση με την οποία να εμπλέκει περισσότερο τον εαυτό του και ένα «άσχετο πρόσωπο», δηλαδή τον κατηγορούμενο 4, χωρίς αυτό να του εξασφαλίζει οποιοδήποτε όφελος. Ήταν, περαιτέρω, η θέση της κας Μαθηκολώνη ότι ο Μ.Κ.1, καταδικασθείς ήδη σε πολυετή ποινή φυλάκισης, δεν είχε οτιδήποτε να αναμένει ώστε να μην πει την αλήθεια στο δικαστήριο. Σε αντιδιαστολή, υπέδειξε ότι η μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση Αθηνή, η οποία ήταν συνεργός και είχε δώσει προγενέστερη αντιφατική κατάθεση, δεν είχε διωχθεί και ανέφερε ενόρκως ότι εάν γνώριζε πως θα διωκόταν δεν θα προέβαινε στη δεύτερή της κατάθεση με την οποία ενοχοποιούσε τους κατηγορούμενους. Παρά ταύτα η μαρτυρία της έγινε αποδεκτή. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 περί του ότι ο Μ.Κ.1 κατά τη σύλληψή του απάντησε «επερίμενά το», η κα Μαθηκολώνη εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη παρά την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από το συνήγορο του κατηγορούμενου
- Εισηγήθηκε ότι και ο Μ.Κ.4 είπε την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Η κα Μαθηκολώνη παρέπεμψε ως προς την ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων 2 και 3 στη νομολογία που διέπουν τον τρόπο αξιολόγησης τέτοιων δηλώσεων. Όμως, η δήλωσή τους περιορίστηκε, ως άνω, απλώς στον ισχυρισμό ότι είναι αθώοι, δεν έχουν καμιά σχέση με τις κατηγορίες, τα όσα κατέθεσε σε βάρος τους ο Μ.Κ.1 ήταν ψέματα και ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τα ναρκωτικά. Η κα Μαθηκολώνη, ενώ υπενθύμισε την αρχή ότι η επιλογή ενός κατηγορούμενου να μην καταθέσει ενόρκως δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής και η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να τη σχολιάσει προς αυτή την κατεύθυνση, εισηγήθηκε ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης αναμενόταν από τους κατηγορούμενους 2 και 3 «να δώσουν κάποια εξήγηση στο δικαστήριο». Ως πρώτο θέμα για το οποίο οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να δώσουν εξήγηση προσδιόρισε το ερώτημα «για ποιο λόγο ο Μ.Κ.1 τον οποίο, όπως είναι η θέση του κατηγορούμενου 3, έχει να δει από τον καιρό που είχαν πάει μαζί στρατό και τον οποίο συνάντησε έκτοτε μόνο στις περιπτώσεις που είχαν κληθεί έφεδροι, αποφάσισε να τον εμπλέξει σε αυτή την υπόθεση τόσο αυτόν όσο και τον αδελφό του, κατηγορούμενο 2». Επίσης, η κα Μαθηκολώνη θεώρησε θεμιτό να σχολιάσει την παράλειψη των κατηγορουμένων 2 και 3 «να δώσουν οποιαδήποτε εξήγηση ακόμα και από το εδώλιο του κατηγορούμενου ως προς το γιατί ο Λοΐζος Ιταλός γνώριζε τόσες λεπτομέρειες για τους ίδιους και για τη φάρμα της οικογένειάς τους στην εν λόγω περιοχή .» Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι στις καταθέσεις τους φαίνεται ότι έχουν προβεί σε αντιφατικές δηλώσεις ως προς το εάν και πότε πήγαν στη φάρμα, αφού ενώ ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι είχε πάει με τον αδελφό του, κατηγορούμενο 3, στις 14.5.2008 μετά που ο αδελφός του σχόλασε από τη δουλειά, ο κατηγορούμενος 3 αναφέρει ότι «δεν θυμάται πότε πήγε εκεί για τελευταία φορά και πάντως τη 14.5.2008 αναφέρει ότι αφού σχόλασε πήγε και ετοιμάστηκε και πήγε γυμναστήριο με τον αδελφό του απ΄ όπου τους ειδοποίησε η μητέρα τους ότι τους έψαχνε η αστυνομία και μετέβηκαν στο σπίτι της μητέρας τους όπου συνελήφθηκαν». Θα έπρεπε, εισηγήθηκε, να δώσουν εξηγήσεις για τις αντιφάσεις αυτές. Σε σχέση με την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου 4 εισηγήθηκε ότι είναι παντελώς αναξιόπιστη. Υπέδειξε ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου 4 περί δανείων προς τον Μ.Κ.1 στο παρελθόν, αλλά και του ποσού των €10.000 για επεκτάσεις, υποτίθεται, στο σπίτι του τελευταίου, δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.
- Ο τελευταίος δεν αντεξετάστηκε καθόλου για τον ισχυρισμό του ότι οι €10.000 δεν ήταν δανεικά, αλλά ήταν χρήματα για την αγορά ναρκωτικών, πέραν της γενικής υποβολής ότι δεν λέει την αλήθεια. Για το ζήτημα αυτό η κα Μαθηκολώνη παρέπεμψε σε νομολογία[5] ότι ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα και στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το δικαστήριο μπορεί εύλογα να μην λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες, εφόσον δεν τους δόθηκε ευκαιρία να αντικρούσουν με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Επίσης παρέπεμψε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία αν κατά την αντεξέταση ο διάδικος δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή του μάρτυρα.[6]
- Ο κ. Γεωργίου έδωσε έμφαση στο βάρος που έχει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που τη συνιστά και αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας συναυτουργού. Ακολούθως, υπέδειξε το γεγονός των αντιφατικών καταθέσεων από τον Μ.Κ.1 και σχολίασε τη μαρτυρία του γενικά εισηγούμενος ότι πρόκειται για ένα αναξιόπιστο μάρτυρα. Δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω, εφόσον τις εισηγήσεις του κ. Γεωργίου σε σχέση με το αξιόπιστο ή μη της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 θα τις λάβουμε υπόψη στο στάδιο της αξιολόγησης. Περαιτέρω, ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι, και αν ακόμα το δικαστήριο αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, δεν στοιχειοθετούνται, για τους λόγους που εξήγησε, τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Αναφέρθηκε επί τούτου στην έννοια της κατοχής και ειδικότερα της γνώσης ως στοιχείου της κατοχής παραπέμποντας σε σχετική νομολογία.
- Σε παράλληλες γραμμές κινήθηκε η αγόρευση του κ. Παναούτα. Αναφέρθηκε και αυτός στο βάρος απόδειξης που βρίσκεται εξ ολοκλήρου στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και στις αρχές που διέπουν τη μαρτυρία συναυτουργού. Αναφέρθηκε, επίσης, στην ύπαρξη αντιφατικών καταθέσεων, αλλά και σε «πληθώρα ουσιωδών αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του (Μ.Κ.1) και ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση του στο Δικαστήριο που αφορούν σοβαρά και ουσιώδη επίδικα θέματα και όχι λεπτομέρειες, που δημιουργούν τέτοια κενά στη μαρτυρία του τα οποία πλήττουν την αξιοπιστία του». Προχώρησε σε ανάλυση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως και στην περίπτωση του κ. Γεωργίου, τα σημεία που υποδεικνύει ο κ. Παναούτας θα τα λάβουμε υπόψη στο στάδιο της αξιολόγησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Α. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής
- Το ζήτημα των προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων. Η ουσία της διαφοράς στις εν λόγω καταθέσεις συνοψίζεται ως ακολούθως. Με τις δύο αρχικές του καταθέσεις ο Μ.Κ.1: (i) σε ότι αφορά τα πρόσωπα από τα οποία προμηθεύτηκε, όπως ισχυρίστηκε, τόσο την κάνναβη όσο και την κοκαΐνη, αναφέρει ότι ήταν δύο πρόσωπα που δεν γνωρίζει τα ονόματά τους (ii) σε ότι αφορά το πρόσωπο που τον έστειλε για να παραλάβει την κάνναβη αναφέρει ότι ήταν ο Ρόκκαπιλης και (iii) σε ότι αφορά την κοκαΐνη και πάλιν ήταν ο Ρόκκαπιλης, ο οποίος του έδωσε λεφτά και έφερε την κοκαΐνη από τα ίδια πρόσωπα στη Λεμεσό, την οποία και κράτησε μέχρι να βρει χρόνο να την παραδώσει στον Ρόκκαπιλη. Με τις δύο τελικές του καταθέσεις: (i) αναφέρεται πλέον στους προμηθευτές της κάνναβης και της κοκαΐνης, κατονομάζοντας τους κατηγορούμενους 2 και 3, (ii) αναφέρει ότι εκείνος που τον έστειλε στη Λεμεσό για την κάνναβη ήταν ο κατηγορούμενος 4 και (iii) για την κοκαΐνη αναφέρει ότι είχε αγοράσει από τα ίδια άτομα 30 γραμμάρια, από τα οποία είχε δώσει 10 γραμμάρια στον κατηγορούμενο
- Πέραν τούτων, στη δεύτερή του κατάθεση αναφέρει ότι «δεν έκαμα ποτέ στη ζωή μου χρήση κοκαΐνης ούτε ξέρω τί γεύση έχει». Παρά τη διαφοροποίηση της δεύτερης κατάθεσης από την τέταρτη, στην τέταρτη κατάθεση επαναλαμβάνει, ως άνω, αυτό του τον ισχυρισμό προσθέτοντας ότι ούτε η Βάσω κάμνει χρήση. Ως μάρτυρας όμως ανέφερε ότι έκαμνε από πριν, από το στρατό, χρήση ναρκωτικών και μάλιστα μετά τη διάλυση του γάμου του έκαμνε χρήση όχι μόνο «χόρτου», αλλά και κοκαΐνης. Είπε ακόμα ότι η Βάσω, όχι μόνο τον συνόδευε «στις δουλειές του και γνώριζε για την κοκαΐνη που είχε στο σπίτι του», αλλά ότι έκαμνε και αυτή χρήση «χόρτου» και κοκαΐνης που, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του, την προμήθευε ο ίδιος. Όπως ήδη αναφέραμε, οι παραπομπές της κας Μαθηκολώνη στη νομολογία για το θέμα των προηγουμένων αντιφατικών καταθέσεων ήταν εκτεταμένη. Κάλυψε λεπτομερώς πτυχές άλλων υποθέσεων όπως η υπόθεση Αθηνής, στην οποία το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε με βεβαιότητα ότι δεν εγείρονταν οποιαδήποτε ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της μάρτυρος κατηγορίας, η οποία ήταν συνεργός και είχε δώσει προηγούμενη αντιφατική κατάθεση, με αποτέλεσμα να βασιστεί με απόλυτη ασφάλεια στη μαρτυρία της χωρίς αναζήτηση ενίσχυσης. Παρέπεμψε, επίσης, με λεπτομέρειες στην υπόθεση Λοΐζου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546, στην οποία το Κακουργιοδικείο αφού προσέγγισε τη μαρτυρία του συνεργού που έδωσε αντιφατική κατάθεση «με τη μέγιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα» διατύπωσε την αξιολόγησή του δηλώνοντας με σαφήνεια ότι ο μάρτυρας «έδωσε έντονα την εντύπωση ανθρώπου που είχε αποφασίσει να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και όντως έλεγε την αλήθεια». Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και βέβαια υπό το φως των κριτηρίων που, ως άνω, έθεσε η νομολογία, κυρίαρχο των οποίων είναι το κατά πόσο διαπιστώνεται η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Η αξιολόγηση δεν είναι έργο μηχανικό, ούτε γίνεται με σύγκριση των λεπτομερειών της μιας υπόθεσης με την άλλη. Είναι η άμεση και ζωντανή εικόνα του μάρτυρα που κατά πρώτο λόγο καθορίζει τα πράγματα. Βέβαια, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση και στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του ο μάρτυρας, αλλά βασίζεται και στο περιεχόμενό της συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.[7] Εν προκειμένω, σημειώνουμε τα ακόλουθα: (α) Αναφορικά με την πρώτη εξήγηση που ο Μ.Κ.1 έδωσε, περί απειλών και φόβου σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3, ισχυρίστηκε ότι, όταν άρχισε από το 2007 να συνεργάζεται για ναρκωτικά μαζί με τους κατηγορούμενους 2 και 3, ο τελευταίος τού είχε πει ότι «αν σε πιάσουν ποτέ και καρφώσεις με θα σε σκοτώσω» .... «έχουμε πληρωμένο δολοφόνο, αν πληρώσουμε 10.000 λίρες θα σε σκοτώσουμε». Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους ο κατηγορούμενος 3 του είχε προτείνει να αγοράσει όπλο. Ο κατηγορούμενος 3 του είπε ακόμα ότι ο πατέρας του είναι μπλεγμένος με φόνους, ότι δούλευαν με τους Αεροπόρους, και ότι είχαν τη δύναμη, αν τους «πείραζε» κανένας να τον σκοτώσουν. Αυτά του προκάλεσαν τέτοιο φόβο ώστε να πει ψέματα στις πρώτες του καταθέσεις. Αντεξεταζόμενος όμως από τον κ. Παναούτα όταν ρωτήθηκε να επαναλάβει τι του είπε ο κατηγορούμενος 3 που του προκάλεσε φόβο απάντησε: «Α. Που μου είπε για όπλα, για σιδερικά. Για όπλα, να μου πουλήσει και ότι πληρώνουμε 10.000 λίρες και σκοτώνουμε κάποιο αν σου κάνει κανένα κακό. Ε. Εσένα να σου κάνει; Α. Εμένα, κάποιου άλλου.» Θα ήταν ενδεχομένως εύλογο να είχε προκληθεί φόβος στο ΜΚ1, όχι κατ΄ ανάγκη λόγω άμεσης απειλής, αλλά ως εκ του ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν άτομα που αυτοπαρουσιάζονταν, όπως ισχυρίζεται, ως έχοντες σχέση με όπλα και πληρωμένους δολοφόνους. Δεν είναι όμως αυτό που είπε στην κύρια εξέταση του στην οποία ρητώς αναφέρθηκε σε άμεση απειλή προς το πρόσωπο του, διαφοροποιώντας όμως τα πράγματα στην αντεξέταση. (β) Ρωτήθηκε, αντεξεταζόμενος από τον κ. Παναούτα, κατά πόσο είχε αναφέρει στον Αστ. 1779 (Μ.Κ.3) αυτά που ανέφερε για τις απειλές ως μάρτυρας στο δικαστήριο και απάντησε ότι του τα ανέφερε προφορικά, αλλά ο Μ.Κ.3 του είπε «να γράψει τα βασικά». Ακολούθως ήταν η θέση του ότι είναι μετά την κατάθεση που είχε ενημερώσει τον Μ.Κ.3 για τις προηγούμενες απειλές από τους κατηγορούμενους 2 και 3 και αυτός του είπε «να τα πει στο δικαστήριο». Υποδεικνύουμε, εν προκειμένω, την αντίφαση του Μ.Κ.1 με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος, ως άνω, αρνήθηκε ότι είχε πει στον Μ.Κ.1 να γράφει «μόνο τα βασικά της υπόθεσης» και απάντησε καταφατικά κατά πόσο θα του έλεγε να καταγράψει τυχόν αναφορές του για απειλές. Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να δεχθούμε ότι αν ο Μ.Κ.1 έκαμνε τέτοιες αναφορές, ο εξεταστής της υπόθεσης δεν θα του ζητούσε να τις καταγράψει έστω και συμπληρωματικά. Ο ισχυρισμός δε, του Μ.Κ.1 για μεταγενέστερες απειλές και για εμπρησμό του αυτοκινήτου του δεν υποστηρίχθηκε από άλλη, στέρεη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, όσο ευχερές και αν ήταν, τουλάχιστον ως προς το δεύτερο ισχυρισμό. (γ) Ο κ. Γεωργίου τον ρώτησε αν ήταν και ο κατηγορούμενος 4 επικίνδυνος. Ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι: «κανένας δεν γνωρίζει αν είναι. Ότι δεν είναι επικίνδυνος εγώ δεν έχω κανένα στοιχείο.». Σε περαιτέρω ερώτηση αν αισθανόταν κίνδυνο εναντίον του κατηγορούμενου 4 απάντησε: «δεν ξέρω. Μπορεί και ναι μπορεί και όχι». Αμέσως μετά απάντησε: «Ναι αισθανόμουν». Όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ανέφερε τελικά ότι φοβόταν και τον κατηγορούμενο 4 απάντησε: «Α. Δεν έχω λόγους. Ε. Δεν έχεις; Α. Μάλιστα. Ε. Έχεις πει ότι μετά ξεφοβήθηκες γιατί αποφάσισες να συνεργαστείς με την αστυνομία και να μπεις σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Α. Μάλιστα. Ε. Ο λόγος που ξιφοβήθηκες ήταν επειδή συνεργάστηκες με την αστυνομία; Α. Όχι, επειδή δεν θα ήμουν στην ίδια φυλακή με τους κατηγορούμενους 2 και 3.» Έτσι, τελικά, όχι μόνο ανέφερε ότι δεν είχε λόγους να φοβάται τον κατηγορούμενο 4, αλλά κατέληξε, μεταπηδώντας από τη μια θέση στην άλλη, στην αρχική του θέση για φόβους έναντι των κατηγορούμενων 2 και
- Η κα Μαθηκολώνη στην αγόρευσή της ερμήνευσε τις θέσεις αυτές ως παραδοχή του Μ.Κ.1 ότι ο λόγος που δεν κατονόμασε από την αρχή τον κατηγορούμενο 4 δεν ήταν ο φόβος του προς τον κατηγορούμενο 4, αλλά ο φόβος του για τους κατηγορούμενους 2 και
- Συνεπώς, με βάση την τελική αυτή θέση του Μ.Κ.1, την οποία υιοθέτησε και η κατηγορούσα αρχή, αυτός δεν είχε πρόβλημα φόβου να αναφέρει τον κατηγορούμενο
- (δ) Αντ΄ αυτού όμως, προτίμησε να καταδώσει ψευδώς, όπως ήταν ο μεταγενέστερος του ισχυρισμός, τον Ρόκκαπιλη. Για τον Ρόκκαπιλη ανέφερε ότι «τον γνωρίζει επειδή όλοι οι χωριανοί του πήγαιναν εκεί και ψώνιζαν ναρκωτικά όπως και ο ίδιος πριν πολλύ καιρό». Δέχθηκε ότι είναι έμπορος ναρκωτικών που όλη η περιοχή αγοράζει από κοντά του και ότι έγινε παραπληγικός επειδή τον πυροβόλησαν. Ισχυρίστηκε όμως, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ήταν άνθρωπος του οργανωμένου εγκλήματος. Η εξήγησή του, ως άνω, ήταν ότι «σκέφτηκε να πει για το Ροκκάπιλη διότι όποτε τον συλλαμβάνει για ναρκωτικά η αστυνομία δεν τον αφήνουν μέσα γιατί δεν έχουν κρατητήρια για ανάπηρους». Αντεξεταζόμενος όμως, από τον κ. Γεωργίου ρωτήθηκε κατά πόσο γνώριζε ότι ο Ρόκκαπιλης είχε συλληφθεί από την αστυνομία «και πριν τον παίξουν και μετά πάρα πολλές φορές» και η απάντησή του ήταν ότι δεν γνωρίζει. Πώς τότε γνώριζε ότι «όποτε τον συλλάμβανε η αστυνομία» δεν τον κρατούσε; Πέραν τούτου, παρατηρούμε ότι στην πρώτη του κατάθεση, με την οποία ενοχοποιεί τον Ρόκκαπιλη δεν αρκείται να τον κατονομάσει. Προβαίνει σε λεπτομέρειες λέγοντας ότι ο Ρόκκαπιλης που είχε τηλεφωνήσει από την προηγούμενη ημέρα, ότι του ξανατηλεφώνησε την επόμενη ημέρα για να του δώσει οριστικές οδηγίες, ότι θα του έδιδε €500 για τον κόπο του. Παρουσιάζει, δηλαδή, τον Ρόκκαπιλη ως τον τελικό παραλήπτη και τον οργανωτή της επιχείρησης, δίδοντας στοιχεία που δεν απαιτούνταν εάν σκοπός του ήταν απλώς να κατονομάσει ψευδώς τον Ρόκκαπιλη για τους λόγους που είπε. Ενώ, στην τρίτη του κατάθεση δεν έδωσε στοιχεία για την προηγούμενη του επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 4 και για την οργάνωση του εγχειρήματος όπως έπραξε σε σχέση με το Ρόκκαπιλη. (ε) Αντεξεταζόμενος πρόσθεσε και τον ισχυρισμό ότι κατονόμασε τον Ρόκκαπιλη για να γλιτώσει και ο ίδιος. Τη θέση αυτή την προέβαλε υπό τις ακόλουθες περιστάσεις: Πριν να βρεθεί αντιμέτωπος με την κατάθεσή του με την οποία ενοχοποιούσε τον Ρόκκαπιλη για την κοκαΐνη (δεύτερη κατάθεση), ρωτήθηκε κατά πόσο είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία, στην οποία έλεγε ότι ο Ρόκκαπιλης είχε σχέση με την ποσότητα κοκαΐνης που ανευρέθη στο σπίτι του. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να πει ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση, ενώ επρόκειτο για μια πολύ απλή ερώτηση. Ξαναρωτήθηκε και ανέφερε ότι δεν θυμόταν τί είχε πει για την κοκαΐνη. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε τον ισχυρισμό αυτό. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι ήθελε να αποφύγει τις ερωτήσεις σε σχέση με τη δεύτερη κατάθεση, την οποία, ως άνω, η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε. Όταν όμως, ο κ. Γεωργίου του διάβασε πλέον την κατάθεσή του, δέχθηκε ότι είπε αυτά τα πράγματα, συμπληρώνοντας όμως ότι είναι ψέματα. Όταν ρωτήθηκε γιατί είπε ψέματα, η απάντησή του ήταν: «όπως είπα και στην πρώτη κατάθεση που έδωκα για το χόρτο, έτσι είπα τζιαι για τζιείνο». Είναι χαρακτηριστική η παραδοχή του, στο απόσπασμα που ακολουθεί, ότι αφού «έσυρε (του Ροκκάπιλη) μια ψεύτικη κατηγορία είπε να του σύρει τζιαι ακόμα μια δεύτερη». Ο κ. Γεωργίου τον ρώτησε το λόγο που έδωσε την ψευδή αυτή κατάθεση. Στην αρχή απέφυγε να απαντήσει και ο συνήγορος επανέφερε την ερώτηση. Παραθέτουμε εκτεταμένα το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Η ερώτηση μου είναι ο λόγος που έδωσες τούτη τη ψεύτικη κατάθεση ποιος είναι; Α. Ο λόγος είναι ότι φοβούμουν να πω την αλήθεια. Ε. Τα ναρκωτικά ποιου ήταν; Α. Του Θέμη ήταν τα ναρκωτικά. Ε. Τζιαι τούτα; Α. Τζιαι έπιανε και κοκαΐνη ο Θέμης. Ε. Ήταν; Α. Ήταν δικά μου τζιαι έπιασε και ο Θέμης. Ε. Τελικά τα ναρκωτικά ήταν δικά σου τζιαι έδωκες και του Θέμη ή ήταν του Θέμη τζιαι έπιασες τζιαι εσύ; Α. Τζιείντα ναρκωτικά, τζιαι τα 20 γραμμάρια έπια τα που τη Λεμεσό τζιαι έδινα του τα δέκα, δέκα. Ε. Αγόρασες από τη Λεμεσό 30 γραμμάρια τζιαι τα δέκα έδωσες τα του Θέμη. Τα άλλα ποιου ήταν; Αφού ήταν δικά σου, γιατί είπες ότι ήταν του Ροκκάπιλη τζιαι εμπέρτεψες τον άνθρωπο τον παραπληγικό; Α. Συγνώμη ήταν λάθος. Ε. Άρα ήταν δικά σου τζιαι εμπέρτεψες τον Ροκκάπιλη; Α. Μάλιστα. Ε. Δηλαδή εσύ για να γλιτώσεις το τομάρι σου ήταν να μπερτέψεις άλλους 1000; Α. Όχι. Ε. Γιατί έβαλες τον παραπληγικό για να παν να τον συλλάβουν; Α. Επειδή είπα τζιαι στην πρώτη μου κατάθεση ότι ήταν δικά του τζιαι έτσι είπα τζιαι για την κοκαΐνη ότι ήταν δική του. Ε. Δηλαδή έσυρες του μια ψεύτικη κατηγορία τζιαι είπες να του σύρεις τζιαι ακόμα μια δεύτερη; Α. Ναι. Ε. Και ο σκοπός ήταν να γλιτώσεις το τομάρι σου γιατί ήταν δικά σου; Α. Επειδή φοβόμουν. Ε. Η αλήθεια είναι ότι τα 20 γραμμάρια που βρήκαν ήταν δικά σου; Α. Μάλιστα. Ε. Ποιον εφοβάσουν να πεις ότι ήταν δικά σου; Α. Επειδή ήταν του Θέμη . (διακόπτεται) Ε. Αφού ο Θέμης έπιασε τα λαλείς. Α. Ναι. Ε. Τα υπόλοιπα ήταν δικά σου. Ποιον εφοβάσουν να πεις ότι ήταν δικά σου; Α. Γιατί φοβόμουν να πω την αλήθεια για να μην μπω φυλακή. Για εμένα φοβόμουν.» Πέραν τούτου, από την αντεξέταση φάνηκε ότι ο Μ.Κ.1 διατηρούσε φιλικούς δεσμούς με τον Ρόκκαπιλη. Έτσι, ο κ. Γεωργίου τον ρώτησε πώς δεν στενοχωρήθηκε να πει ψέματα για ένα «άνθρωπο τετραπληγικό που τον έκαμνε παρέα και μάλιστα τόσο για την κάνναβη, όσο και για την κοκαΐνη». Απάντησε: «όταν μιλούμε ότι είπα ψέματα, πρώτα είπα γιατί δεν τον συλλαμβάνουν, γιατί δεν τον βάζουν μέσα και δεύτερο για να γλυτώσω εγώ». Παρατηρούμε συνεπώς, ότι πρόσθεσε τη νέα εξήγηση υπό την πίεση της αντεξέτασης. (στ) Γι΄ αυτή τη νέα εξήγηση αντεξετάστηκε για το πώς αντιλαμβανόταν ότι θα μπορούσε να γλυτώσει λέγοντας ότι τα ναρκωτικά ήταν του Ρόκκαπιλη εφόσον αυτά βρέθηκαν στην κατοχή του. Ακολούθησαν τα εξής: «Α. Δεν ήξερα πώς λειτουργούν τα δικαστήρια, πρώτη φορά με συλλάβαν τζιαι είπα να πω αυτό το ψέμα για να γλυτώσω. Ε. Δεν βλέπεις τηλεόραση; Α. Όχι. Ε. Δεν ξέρεις ότι κάθε μέρα πάει κόσμος μέσα επειδή τους συλλαμβάνουν για ναρκωτικά; Α. Όχι, δεν το ήξερα. Ε. Δηλαδή ασχολήσουν με εμπορία ναρκωτικών και έκαμνες χρήση και δεν είδες, δεν ήξερες και περίμενες να σε συλλάβουν για να μάθεις; Α. Δεν ασχολούμουν πολλύ καιρό για να το ξέρω. Ε. Πόσο καιρό δηλαδή; Α. Τέσσερις μήνες. Ε. Έκανες εμπόριο ναρκωτικών και λέεις ότι δεν ξέρεις ότι τους πιάνουν; Α. Άκουσα ότι τον ένα τον πιάνουν με 300 γραμμάρια κοκαΐνη και ήταν έξω, νόμιζα ότι ήταν να γλυτώσω τζιαι εγώ. ................................................ Α. Είπα για τον Γιώρκο τον Ροκκάπιλη μήπως και γλύτωνα, γιατί ήταν να γλυτώσει και αυτός. ............................................. Α. . απλώς είπα ότι ήταν για τον Ροκκάπιλη για να γλυτώσω αλλά έμεινα τη νύχτα φυλακή και ήθελα να πω την αλήθεια για να ξεμπερδέψω τζιαι ψέμα πας το ψέμα δεν άντεξα τζιαι ήθελα να πω την αλήθεια.» (ζ) Έτσι ο ΜΚ1 παρουσιάζεται τελικά ως ένας άνθρωπος που τελικά δεν άντεξε το «ψέμα πάνω στο ψέμα» και ήθελε να πει την αλήθεια. Ας ακολουθήσουμε όμως την πορεία των δηλώσεων του. Στην αρχή, όταν ρωτήθηκε για το περιεχόμενο της τσάντας που κρατούσε η ΜΚ6, ο ΜΚ1 απάντησε «τίποτε». Όταν οι αστυνομικοί βρήκαν την κάνναβη και η ΜΚ6 προέβη σε ενοχοποιητικές για τον ίδιο δηλώσεις στην παρουσία του, η πρώτη του εξήγηση ήταν ότι βρήκε τα ναρκωτικά χαμαί. Αλλά όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε πως δεν γνώριζε τίποτε. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Παναούτα ρωτήθηκε κατά πόσο είχε πει ψέματα στην αστυνομία εκτός από την πρώτη του κατάθεση. Απάντησε αρνητικά. Του υποδείχθηκαν οι παραπάνω δηλώσεις του και είπε ότι επρόκειτο «για την ίδια μέρα». Αφήνοντας έτσι να νοηθεί πώς μετά εκείνη την ημέρα τα ψέματα τέλειωσαν και προσηλώθηκε πλέον στην αλήθεια. Την αλήθεια όμως είναι συνεχώς που την επικαλείτο. Όταν άρχισε να δίδει την πρώτη του κατάθεση, προέβη σε εισαγωγική δήλωση ότι θέλει να πει όλη την αλήθεια γιατί έχει ένα μωρό και κατάλαβε το λάθος του. Όταν έδωσε την τρίτη του κατάθεση και πάλι επικαλείται «την αλήθεια», δηλώνοντας αυτή τη φορά ότι «κατάλαβε παραπάνω το λάθος του». Είναι περίεργο το πώς κάποιος ο οποίος επικαλείται την αλήθεια επειδή «κατάλαβε το λάθος του», να επικαλείται ξανά την αλήθεια για να διαφοροποιήσει τους αρχικούς ισχυρισμούς του, επειδή «κατάλαβε παραπάνω το λάθος του». (η) Ενώ όμως ισχυρίζεται ότι στην τρίτη κατάθεση είπε την αλήθεια επειδή «κατάλαβε παραπάνω το λάθος του», υπενθυμίζουμε την παραδοχή του ότι είναι ψευδής ο ισχυρισμός του στην τρίτη και την τέταρτη κατάθεση ότι δεν έκανε χρήση ούτε ο ίδιος, μήτε η Βάσω. Η εξήγηση περί απόκρυψης από τους γονείς τους δεν είναι βάσιμη, εφόσον οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.6 ήταν ήδη υπό κράτηση για σοβαρή υπόθεση ναρκωτικών. Άλλωστε, εφόσον υποτίθεται ότι αποφάσισε να πει όλη την αλήθεια, θα αναμενόταν να πει όλη την αλήθεια και όχι να υπηρετεί τη μια ή την άλλη σκοπιμότητα. Δεύτερο, στη μαρτυρία του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ως χρήστης που ήταν γνώριζε εμπόρους ναρκωτικών, οι οποίοι ήταν χωριανοί του. Προέτρεξε να τους χαρακτηρίσει ως μικρούς εμπόρους που πωλούσαν γραμμάριο με γραμμάριο και μάλιστα συνέχισε λέγοντας πως δεν ήταν επικίνδυνοι, επειδή ήταν «μωρά» και «άκακοι». Αν όντως οι λόγοι που οδήγησαν στην τρίτη και την τέταρτη κατάθεση ήταν η προσήλωσή του στην αλήθεια και η συνειδητοποίηση της παρανομίας, όπως τις επικαλέστηκε ο ίδιος, εύλογα θα αναμενόταν ότι, όχι μόνο θα απεκάλυπτε πως είναι χρήστης ναρκωτικών, αλλά θα προσφερόταν να συνεργασθεί με την αστυνομία προς εντοπισμό των ανθρώπων που τον προμήθευαν ναρκωτικά και μάλιστα κοκαΐνη. Γι΄ αυτούς δεν έκαμε καμιά αναφορά, ενώ είχε την ευκαιρία με αφορμή τις υποθέσεις για τις οποίες συνελήφθη. Διαπιστώνουμε μια επιλεκτική και παράδοξη «προσήλωση στην αλήθεια» και «διάθεση για συνεργασία με το νόμο», στο βαθμό που εμπλέκονται οι κατηγορούμενοι και μόνο. (θ) Η «προσήλωσή του στην αλήθεια» παρουσιάζει και χρονικά κενά. Υποτίθεται ότι στις 14.5.2008 με την τρίτη κατάθεση αποφάσισε να πει την αλήθεια. Όμως, όταν κατηγορήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου δεν παραδέχθηκε. Αυτό βέβαια, ήταν δικαίωμά του. Δεν είναι όμως, την άσκηση του δικαιώματός του που σχολιάζουμε, αλλά την όλη του συμπεριφορά με σκοπό να διαπιστώσουμε κατά πόσο όντως ήταν αποφασισμένος, ήδη από τις 14.5.2008, να πει την αλήθεια. Περαιτέρω, δέχθηκε αντεξεταζόμενος, ότι μετά την απάντησή του στο δικαστήριο, έφερε ένσταση στο αίτημα για κράτηση και έμεινε ελεύθερος με εγγύηση. Τότε μάλιστα, πήγε στη Λεμεσό, συνάντησε τον πατέρα των κατηγορουμένων 2 και 3 και τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα μαρτυρήσει εναντίον τους, για να μην του κάμει κακό, όπως είπε. Αυτό θα μπορούσε, από τη μια, να ήταν ένα στοιχείο ότι όντως φοβόταν τους κατηγορούμενους 2 και 3 γιατί είπε την αλήθεια εναντίον τους και θέλησε να προστατεύσει τα νώτα του. Από την άλλη όμως, θα μπορούσε να ήταν μια προσπάθεια να διαβεβαιώσει τους κατηγορούμενους 2 και 3 ότι, παρά τα όσα είπε στην αστυνομία, δεν θα δώσει μαρτυρία εναντίον τους, επιδιώκοντας έτσι, σ΄ εκείνο το στάδιο, να «παίξει διπλό παιγνίδι». Συνεπώς, το στοιχείο αυτό θα πρέπει να κριθεί μέσα από τη γενική θεώρηση του ζητήματος της συνέπειας ή μη, τελικά, του Μ.Κ.
- Ο λόγος που έδωσε γιατί δεν είχε παραδεχθεί στο δικαστήριο ήταν ότι έτσι του είχε πει ο τότε δικηγόρος του. Από την άλλη, προέβαλε και τον ισχυρισμό ότι όταν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για προσωποκράτηση, ο τότε δικηγόρος του ρωτούσε τον ίδιο τί να πει και «δεν ήξερε πού παν τα τέσσερά του». Εν πάση περιπτώσει, για να επανέλθουμε στην ουσία του ζητήματος που τώρα συζητούμε, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Μ.Κ.1 που εμφανίζεται να αντιλαμβάνεται «παραπάνω το λάθος του» και να «λέει όλη την αλήθεια», στο δικαστήριο παρά ταύτα αρνείται ενοχή. Ρωτήθηκε, αντεξεταζόμενος από τον κ. Γεωργίου, για το κατά πόσο είχε γίνει συμφωνία ότι θα παραδεχθεί και θα ενταχθεί σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και απάντησε καταφατικά. Αμέσως παρακάτω, είπε ότι δεν έκαμε συμφωνία και απλώς του είπαν ότι θα είναι σε ξεχωριστά κελιά από τους άλλους. Είναι μετά που παραδέχθηκε, είπε, που έμαθε ότι επρόκειτο να ενταχθεί στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Μια διευθέτηση αυτής της φύσεως, στο βαθμό που αποβλέπει στην προστασία ενός μάρτυρα που κινδυνεύει, δεν είναι ενέργεια επιλήψιμη.[8] Εκείνο που είναι μεμπτό και απαράδεκτο είναι «η παροχή ενθάρρυνσης προς το μάρτυρα, με υποσχέσεις ή ανταλλάγματα που του δίνονται, να πει ο,τιδήποτε άλλο από την αλήθεια ή να παραποιήσει τη μαρτυρία του για την εξυπηρέτηση οποιουδήποτε αλλότριου σκοπού».[9] Ήδη δε, έχουμε κρίνει ότι δεν μπορούμε να προβούμε σε εύρημα πως οι διωκτικές αρχές ενήργησαν με τέτοιο αθέμιτο τρόπο. Παρά ταύτα, αφήσαμε ανοικτό τον προβληματισμό σε σχέση με το τί θα μπορούσε να έχει κατά νου τη μια ή την άλλη φορά ο Μ.Κ.
- Η εισήγηση της κας Μαθηκολώνη ήταν, ως άνω, ότι εφόσον ήδη καταδικάστηκε σε πολυετή ποινή φυλάκισης δεν έχει οτιδήποτε άλλο να αναμένει. Η ποινή επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο με την προηγούμενη σύνθεση. Η κα Μαθηκολώνη είχε εκπροσωπήσει και τότε τη Δημοκρατία. Δεν μας υπεδείχθη η αντιμετώπιση που είχε τύχει ως κατηγορούμενος ο Μ.Κ.1, αλλά θεωρούμε ότι αποτελεί «εμφανές και πρόδηλο στοιχείο του φακέλου της υπόθεσης» (βλ. Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 1, 8) και μπορεί να γίνει χρήση για τους σκοπούς της απόφασης. Το Κακουργιοδικείο είχε τότε θεωρήσει την παροχή «πολύτιμων πληροφοριών στην Αστυνομία» και την πρόθεση του κατηγορούμενου να δώσει μαρτυρία, όπως και έδωσε, ως άμεση και ολοκληρωτική συνεργασία αποφασιστικής σημασίας, την οποία έλαβε σοβαρά υπόψη προς όφελος του Μ.Κ.1 ως ένδειξη της έμπρακτης μεταμέλειάς του. Αυτό θα ήταν το ευλόγως αναμενόμενο, σε βαθμό βεβαιότητας, έστω και αν δεν ανατρέχαμε στο φάκελο της υπόθεσης, λόγω ακριβώς της σαφούς νομολογίας περί επιείκειας σε τέτοιες περιπτώσεις. Πέραν τούτου, σημειώνουμε το γεγονός ότι λόγω του ότι προσήλθε ως μάρτυρας κατηγορίας και τέθηκε στο σχετικό πρόγραμμα προστασίας, δεν εκτίει την ποινή του στις Κεντρικές Φυλακές. (ι) Αν ο λόγος που δεν αναφέρθηκε σε ονόματα ήταν ο φόβος για τους κατηγορούμενους 2 και 3 γιατί δεν κατονόμασε τον κατηγορούμενο 4; Η εξήγηση που έδωσε δεν είναι σοβαρή. Όταν δε, ακριβώς αντεξετάστηκε επί αυτής του της εξήγησης ήταν που πρόσθεσε την επιπρόσθετη εξήγηση ότι ενοχοποίησε τον Ρόκκαπιλη για να γλυτώσει ο ίδιος. Οπότε εύλογα αντεξετάστηκε, ως άνω, για το πώς αντιλαμβανόταν ότι μπορούσε να γλυτώσει υπό τις περιστάσεις που βρέθηκαν τα ναρκωτικά. Εδώ πλέον η αναξιοπιστία των εξηγήσεων του κορυφώθηκε και οι απαντήσεις του έχασαν κάθε ίχνος σοβαρότητας. Αναφερόμαστε στους ισχυρισμούς του ότι ενώ είναι χρήστης ναρκωτικών από τον στρατό και ενώ εμπορεύεται ναρκωτικά, δεν γνωρίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία είχε συλληφθεί. Νόμιζε, όπως είπε, ότι ούτε υπό κράτηση θα ετίθετο, «δεν ήξερε που τούτες τις υποθέσεις . δεν το θεωρούσε σοβαρό παράπτωμα», χρειάστηκε να τεθεί υπό οκταήμερη κράτηση για να «κάτσει και να καταλάβει ότι ήταν πιο σοβαρά τα πράγματα» οπότε του δημιουργήθηκε η επιθυμία να πει την αλήθεια. Έφτασε στο σημείο να απαντήσει αρνητικά ακόμα και στην ερώτηση κατά πόσο παρακολουθεί τηλεόραση όταν του τέθηκε η ερώτηση αυτή μετά τη δήλωσή του ότι δεν ήξερε πώς λειτουργούν τα δικαστήρια και νόμιζε ότι, λέγοντας πως τα ναρκωτικά ανήκαν σε άλλον, επρόκειτο να γλυτώσει. Τέτοιοι ισχυρισμοί στερούνται από μόνοι τους οποιασδήποτε πειστικότητας, εν πάση όμως περιπτώσει, για όση περαιτέρω αξία θα μπορούσε να έχει, σημειώνουμε την άλλη του δήλωση ότι πριν μεταβεί στη Λεμεσό έκατσαν με τη Βάσω και παρακολουθούσαν τηλεόραση. Δεν έχουμε πειστεί ότι το κίνητρο του Μ.Κ.1 όταν έδιδε τις μεταγενέστερες του καταθέσεις ήταν η προσήλωση του στην αλήθεια. Αντίθετα, είναι η διαπίστωση μας ότι οι εξηγήσεις του στερούνται γενικά πειστικότητας. (ια) Δεν παραβλέψαμε το σημείο που υπέδειξε η κατηγορούσα αρχή, ότι δηλαδή ο Μ.Κ.1 στην τρίτη του κατάθεση δεν περιορίζει το ρόλο του σε ρόλο μεταφορέα, όπως είχε πράξει με την πρώτη κατάθεση, αλλά εμφανίζει τον εαυτό του, να έχει μερίδιο στα ναρκωτικά, ένα επιχείρημα που πρόβαλε και ο ίδιος αντεξεταζόμενος. Αυτό είναι ένας παράγοντας που θα μπορούσε να βαρύνει την πλάστιγγα, εάν οι εξηγήσεις θα μπορούσαν στο σύνολό τους να αποτιμηθούν θετικά. Όμως, η συνολική θεώρησή τους, δημιουργεί τέτοια ασφαλή πεποίθηση περί της αναλήθειας τους, ώστε το επιχείρημα αυτό να μην εντάσσεται πλέον σε πλαίσια διερεύνησης του κατά πόσο η διαφοροποίηση των θέσεων του έγινε ως εκ της τελικής προσήλωσής του στην αλήθεια, αλλά να πρόκειται με ενασχόληση με το τί τυχόν μπορούσε να είχε κατά νου, λέγοντας το ένα ή το άλλο. Μάλιστα, ενώ και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 επικαλέστηκε το παραπάνω επιχείρημα στη μαρτυρία του, από την άλλη, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σχέση του με τα ναρκωτικά.
- Ο χαρακτήρας του Μ.Κ.1 και σχετικές αντιφάσεις. Ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι η ακεραιότητά του (Phipson on Evidence, 14η έκδοση, παρ. 8-125). Εν προκειμένω, ο Μ.Κ.1 δεν είναι μόνο σπιλωμένος μάρτυρας ως εκ της συμμετοχής του στα υπό εκδίκαση αδικήματα. Ο ίδιος δέχθηκε ότι προμήθευε με ναρκωτικά και μάλιστα με κοκαΐνη, την ανήλικη ερωμένη του. Μια νεαρή που, σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής, προέρχεται από προβληματική οικογένεια και τελούσε υπό την απόλυτη επιρροή του Μ.Κ.
- Όχι μόνο την προμήθευε με ναρκωτικά, αλλά τη χρησιμοποιούσε ως συνεργό στην εγκληματική του δράση. Υπενθυμίζουμε ότι είναι στη τσάντα που κρατούσε η Μ.Κ.6 που βρέθηκαν τα ναρκωτικά. Όπως ήδη αναφέραμε, ενώ προκειμένου για να πείσει για την αλήθεια της τρίτης του κατάθεσης επικαλέστηκε το γεγονός ότι στην κατάθεσή του αυτή εμπλέκει τον εαυτό του περισσότερο με τα ναρκωτικά, στη μαρτυρία του σαφώς προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σχέση του με τα ναρκωτικά. Η μαρτυρία του όμως, ήταν και επί αυτών των θεμάτων αντιφατική. Στην τρίτη του κατάθεση, όπου κατά τον ισχυρισμό του είπε την αλήθεια, αναφέρει, ως άνω, ότι ήταν η πρώτη φορά που θα δοκίμαζε να πουλήσει, διότι μέχρι τότε έκανε μόνο μεταφορά ναρκωτικών. Η αναφορά του είναι σαφής. Δεν προβαίνει σε διάκριση ανάμεσα σε κάνναβη και κοκαΐνη, αλλά σαφώς διακρίνει τη μεταφορά από το εμπόριο. Όταν αντεξετάστηκε όμως επί τούτου, ως «μεταφορές» προσδιόρισε ότι «έκαμνε μεταφορά τζιαι κοκαΐνη, δηλαδή έπιανε 30 γραμμάρια τζιαι έδινε του (εννοεί στον κατηγορούμενο 4) 20 γραμμάρια, δέκα, δέκα». Αλλά διερωτήθηκε, υποτίθεται, κατά πόσο «είναι πούλημα τούτο». Όταν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις γι΄ αυτή του τη δήλωση, ανέφερε ότι «χόρτο ήταν να πουλήσω εκείνη την ημέρα, την τελευταία μέρα που μας συνέλαβαν. Κοκαΐνη πούλησα μια εβδομάδα προηγουμένως.» Αντεξεταζόμενος από τον κο Γεωργίου ανέφερε ότι είχε μεταφέρει 2 - 3 φορές κοκαΐνη. Σε ερώτηση κατά πόσο «κάποια την έδινε και την υπόλοιπη την πούλησε» απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι «την έπιανε και την υπόλοιπη την έδινε δέκα δέκα του Θέμη» (εννοώντας τον κατηγορούμενο 4). Ρωτήθηκε αν την έκανε δώρο στο Θέμη και απάντησε «την πουλούσα». Και η κατάληξη: «Ε. Α κοκαΐνη πουλούσες; Α. Ναι.» Ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο 3 γνωρίζονταν από τον στρατό το 2000 -
- Δέχθηκε ότι είναι χρήστης ναρκωτικών από τότε. Από τότε είναι που ο κατηγορούμενος 3 του ζήτησε να συνεργαστούν και να πωλεί ναρκωτικά, τα οποία θα του διέθετε εκείνος. Τότε όμως ο Μ.Κ.1 ήταν παντρεμένος, είχε και μωρό και έτσι δεν μπορούσε να πωλεί ναρκωτικά, όπως ισχυρίστηκε. Μετά από καιρό, όταν χώρισε, «σκέφτηκε τη δουλειά που του είχε αναφέρει ο Νικόλας». Συμπλήρωσε σχετικά τα εξής: «Α. Μίλησα μαζί του και μου λέει «έχω ναρκωτικά, καλόν πράμα, καλές τιμές τζιαι εννα κάμεις μπαμ» μου λέει και έτσι άρχισα τζιαι έκαμνα μεταφορές. Τζιαι έτσι την τελευταίαν φοράν ήταν να πουλήσω τζιαι εγιώ τζιαι με συνέλαβαν.» Εάν όμως επρόκειτο μόνο για μεταφορέα, τότε τί σχέση είχαν οι αναφορές περί «καλού πράματος και καλών τιμών και ότι θα έκαμνε μπαμ»; Αυτές οι αναφορές παραπέμπουν σε εμπόριο και όχι σε μεταφορές. Πέραν τούτου, όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν απόσπασμα από την αντεξέτασή του, όταν ρωτήθηκε από τον κ. Γεωργίου σε σχέση με εμπορία και χρήση ναρκωτικών, προέβαλε και τη θέση ότι δεν ασχολείτο πολλύ καιρό με τα ναρκωτικά, αλλά μόνο τέσσερις μήνες. Ενώ, αντεξεταζόμενος από τον κ. Παναούτα, όταν ρωτήθηκε πότε είναι που αποφάσισε να εμπορεύεται ναρκωτικά, απάντησε ότι είναι από τον Νοέμβριο, Οκτώβριο του
- Παραπέμπουμε, επίσης, στις αντιφατικές του αναφορές ότι η κοκαΐνη που βρέθηκε στο σπίτι του ανήκε στον Ρόκκαπιλη, μετά ότι ανήκε στον κατηγορούμενο 4 και μετά ότι ήταν δική του «τζιαι έπιασε τζιαι ο Θέμης». Σε άλλο δε σημείο ανέφερε ότι η Μ.Κ.6 γνώριζε ότι η κοκαΐνη που βρέθηκε στο σπίτι του ήταν δική του ιδίου. Τελικά, ναρκωτικά «ήταν να αρχίσει» να πωλεί την τελευταία μέρα που τον συνέλαβαν, είναι κοκαΐνη που «ήταν να αρχίσει να πωλεί» ή κοκαΐνη πώλησε μια εβδομάδα προηγουμένως ή πωλούσε δέκα - δέκα γραμμάρια στον κατηγορούμενο 4 ή πωλούσε ναρκωτικά τέσσερις μήνες προηγουμένως ή από τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2007; Η κοκαΐνη ήταν του Θέμη, ήταν δική του κι έδινε και στο Θέμη, ήταν δική του και πωλούσε και στο Θέμη ή ήταν απλώς δική του; Ένα τελευταίο σημείο επί τούτου: Από τη δεύτερή του κατάθεση προκύπτει ότι η αστυνομία είχε βρει ζυγαριά στο κομοδίνο του, την οποία ο ίδιος συνέδεσε με κοκαΐνη. Η ζυγαριά παραπέμπει σε ανάγκη ζυγίσματος και άρα σε εμπορία κοκαΐνης. Ήταν όμως η θέση του ότι μια μόνο φορά τη χρησιμοποίησε. Τότε πώς ζύγιζε τα δέκα - δέκα γραμμάρια ή την οποιαδήποτε άλλη ποσότητα πωλούσε, είτε στους τέσσερις μήνες, είτε από τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2007;
- Η μαρτυρία για τα επίδικα περιστατικά. Όπως αναφέραμε ανωτέρω, ο Μ.Κ.1 είχε στην αρχή πει, ερωτούμενος για τις 13.5.2008, ότι είναι «εκείνη την ημέρα» που του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 3 και του είπε «θα έχω τα ναρκωτικά και να έρθεις να τα πάρεις». Ακολούθησε η προαναφερθείσα ερώτηση της κας Μαθηκολώνη που επικαλέστηκε την ανάγκη να «ξεκαθαρίσει» ο μάρτυρας τί είναι αυτό που εννοεί. Δεν ηγέρθη ένσταση ούτε εμείς παρεμβήκαμε. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, πρώτον, δεν είναι θεμιτό να ζητείται από το μάρτυρα να εξηγήσει ο ίδιος το νόημα της αναφοράς του και πολύ περισσότερο δεν ήταν θεμιτό να ερωτηθεί «όταν λέεις αυτή την ημέρα, την προηγούμενη μέρα», την στιγμή που ο μάρτυρας δεν είχε αναφερθεί σε «προηγούμενη μέρα» αλλά σε «εκείνη την ημέρα» με αναφορά ακριβώς στις 13.5.
- Ο κ. Γεωργίου στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι είναι φανερό πώς η αρχική θέση του ΜΚ1 ήταν ότι είναι στις 13.5.2008 που ο κατηγορούμενος 3 του τηλεφώνησε. Αυτή όμως η θέση δεν συνάδει, είπε, με την άλλη θέση του ΜΚ1 ότι είναι στις 12.5.08 που είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο
- Οπότε εισηγήθηκε ότι η ερώτηση ήταν καίρια καθοδηγητική και συνιστούσε σαφή υπόδειξη για διαφοροποίηση της απάντησης υπό τη μορφή της διευκρίνησης. Η κα Μαθηκολώνη απάντησε ότι η ερώτηση ήταν καθ΄ όλα διευκρινιστική και ότι ο μάρτυρας είναι από μόνος του που έδωσε την εκδοχή του. Για μας όμως είναι σαφές ότι ανεξάρτητα από τις προθέσεις της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής η ερώτηση εξ αντικειμένου καθοδήγησε, κατ΄ ουσίαν, τον μάρτυρα έτσι ώστε να διαφοροποιήσει την αρχική του αναφορά του. Περαιτέρω υπενθυμίζουμε τις αντιφατικές αναφορές του ΜΚ1 σε σχέση με το χρόνο συνάντησης του με τον κατηγορούμενο
- Συναντήθηκαν το μεσημέρι ή η ώρα 7.00π.μ.; Δεν είναι βέβαια κάθε αντίφαση που έχει σημασία. Οι αντιφάσεις που καθιστούν μια μαρτυρία αναξιόπιστη πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής σε σημείο που να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να πει ψέματα. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ή επουσιώδους σημασίας δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία είναι γενικά πειστική[10]. Εν προκειμένω όμως, αφενός δεν έχουμε να κάνουμε με ένα γενικά πειστικό μάρτυρα, αλλά ένα μάρτυρα για τον οποίο πρέπει να έχουμε κατά νου τις παραπάνω προειδοποιήσεις και κινδύνους. Αφετέρου, τα πρώτα πράγματα που είπε για τον κατηγορούμενο 4, αλλά και ουσιώδη, εφόσον αφορούν το ρόλο του στην οργάνωση του εγχειρήματος, ήταν αντιφατικά. Για το ρόλο του κατηγορούμενου 4 υπάρχει και άλλο σημείο στην μαρτυρία του ΜΚ1 που είναι τρωτό. Σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΚ1, είναι ο ίδιος που είχε συνεργασία και βρισκόταν σε επαφή με τους κατηγορούμενους 2 και
- Ο κατηγορούμενος 4 είναι σε εκείνον που αποτάθηκε, υποτίθεται, γιατί ήθελε «χόρτο» και είναι εκείνος που τηλεφώνησε στους κατηγορούμενους 2 και
- Όταν όμως ανέφερε ότι τα ναρκωτικά θα τα πωλούσε και αυτός και ο κατηγορούμενος 4 και η κα Μαθηκολώνη τον ρώτησε πώς το γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 4 θα τα πωλούσε απάντησε «επειδή ήταν καλό τούτο το πράμα και μου το είχε πει». Πώς όμως αποδίδεται τέτοια γνώση στον κατηγορούμενο 4 για την ποιότητα και την εμπορευσιμότητα «του πράματος», εφόσον είναι ο ΜΚ1 που ήταν ο μεσάζων ο οποίος είχε επαφή με τους κατηγορούμενους 2 και 3, ενώ ο κατηγορούμενος 4 δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει περί τούτων; Ένα άλλο σημείο που πρέπει να σχολιάσουμε είναι το εξής: Ο κατηγορούμενος 3 στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκ.13) αναφέρει ότι συναντούσε τον ΜΚ1 μόνο όταν καλούνταν ως έφεδροι. Τέθηκε αυτός ο ισχυρισμός από την κα Μαθηκολώνη στον ΜΚ1 για να τον σχολιάσει. Αυτός απάντησε ότι δεν είναι αλήθεια γιατί δούλευαν μαζί για ναρκωτικά και έβγαιναν μαζί έξω για διασκέδαση. Παρέπεμψε σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, την Πρωτοχρονιά του 2008 που πήγαν στα μπουζούκια στο Monte Caputo. Είπε μάλιστα ότι συνοδευόταν από τη ΜΚ
- Αλλού ισχυρίστηκε ότι είχε συνοδευθεί από την ΜΚ6 και στο κατάστημα των κατηγορουμένων 2 και
- Η τελευταία όμως δήλωσε στο δικαστήριο ότι γνωρίζει μόνο τον κατηγορούμενο 4, ενώ δεν αναγνώρισε καθόλου τους κατηγορούμενους 2 και
- Σημειώνουμε ότι η αντίφαση είναι ουσιώδης γιατί φανερώνει την προσπάθεια του ΜΚ1 να καταδείξει ότι είχε σχέσεις με τους κατηγορούμενους 2 και 3, στα πλαίσια των οποίων ενέταξε και την συνεργασία τους για τα ναρκωτικά. Το δε κατηγορούμενο 4, η ΜΚ6 τον αναγνώρισε ως τον φίλο του ΜΚ1 που πήγαινε σπίτι του με το σκύλο του για να παίζει με τα σκυλάκια του ΜΚ
- Ο τέτοιος προσδιορισμός του κατηγορούμενου 4 από τη Μ.Κ.6 συνάδει με τη δική του θέση ότι οι συναντήσεις του με τον ΜΚ1 ήταν σε σχέση με το κοινό τους ενδιαφέρον για τους σκύλους. Η Μ.Κ.6 η οποία έκαμνε χρήση ναρκωτικών με τον Μ.Κ.1, η οποία τον συνόδευε, η οποία κρατούσε τα ναρκωτικά κατά τις μεταφορές και περιπλέον, όπως ο Μ.Κ.1 δέχθηκε, γνώριζε για την κοκαΐνη που βρέθηκε στο σπίτι του και γνώριζε ότι ήταν δική του, η οποία δηλαδή γενικώς βίωνε μαζί του την πτυχή της ζωής του που είχε σχέση με τα ναρκωτικά, δεν προσδιόρισε τον κατηγορούμενο 4 ως το πρόσωπο με το οποίο ο Μ.Κ.1 αντάλλασε ναρκωτικά, όπως ο Μ.Κ.1 είπε, ή έστω ως ένα πρόσωπο με το οποίο ο Μ.Κ.1 συνομιλούσε για ναρκωτικά ή είχε σχέση με την εμπλοκή του Μ.Κ.1 με τα ναρκωτικά, αλλά μόνο ως το πρόσωπο που είχε σχέση μαζί του για τους σκύλους τους.
- Οι άλλοι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής Ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι κατά τη σύλληψή του ο κατηγορούμενος 4 απάντησε «επερίμενά το» στερείται κάθε πειστικότητας. Στην αρχή της αντεξέτασής του από τον κ. Γεωργίου όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είχε κόσμο μέσα στο κατάστημα του κατηγορούμενου 4 απάντησε ότι «ήταν κάποιοι συνάδελφοί μας αλλά δεν θυμάμαι κάτι άλλο». Στη συνέχεια, αφού μεσολάβησε η αντεξέταση στην οποία θα αναφερθούμε αμέσως παρακάτω, «θυμήθηκε» ότι υπήρχαν αρκετά άτομα. Γιατί διαφοροποίησε τη θέση του; Ρωτήθηκε γιατί δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 4 να υπογράψει την απάντησή του στην οπισθογράφηση του εντάλματος. Η απάντηση του ήταν ότι δεν έκαμε την οπισθογράφηση στο μέρος εκείνη την ώρα. Του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμιά απάντηση και ότι ο ίδιος είναι εκ των υστέρων που κατέγραψε την υποτιθέμενη απάντηση. Ο Μ.Κ.2 δεν δέχθηκε την υποβολή και προέβαλε τη θέση ότι «το ένταλμα δεν εκτελέστηκε, δεν κατέγραψε την εκτέλεση του εντάλματος στο μέρος, γιατί ήταν σε εμπορικό χώρο και επειδή δεν ήθελαν να εκθέσουν τον κατηγορούμενο». Τον μετέφεραν στο σπίτι του στη Ψημολόφου και εκεί είναι που εκτέλεσε το ένταλμα. Εδώ ρωτήθηκε ευλόγως κατά πόσο «τον έπιασε» στο Capital Center χωρίς να εκτελέσει το ένταλμα. Ο Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε να διερωτάται για το νόημα της ερώτησης, λέγοντας «μπορείτε σας παρακαλώ να μου εξηγήσετε τί εννοείτε;». Η ερώτηση όμως ήταν σαφής και ο κ. Γεωργίου την επανέλαβε. Τότε, ο Μ.Κ.2 προέβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος ήταν ήδη υπό σύλληψη στο Capital Center και του είχε αναφέρει τους λόγους σύλληψης, απλώς δεν έκαμε εκεί την οπισθογράφηση, αλλά στη Ψημολόφου. Ρωτήθηκε για το λόγο και απάντησε ότι δεν ήθελαν να εκθέσουν τον κατηγορούμενο. Είναι τότε που, ως άνω, διαφοροποίησε τη θέση του και «θυμήθηκε» ότι υπήρχαν αρκετά άτομα στο κατάστημα. Μάλιστα, προχώρησε να πει ότι η προηγούμενη ερώτηση του δικηγόρου ήταν ποια άτομα ήταν στο μέρος και όχι πόσα άτομα. Όμως, δεν ήταν αυτή η αρχική ερώτηση του δικηγόρου, αλλά, ως άνω, κατά πόσο είχε κόσμο εκεί. Ένα άλλο ερώτημα σχετίζεται με το ότι ο ΜΚ2 εμφανίζεται να είχε κατά νου να μην εκθέσει τον κατηγορούμενο 4 στον κόσμο που ήταν εκεί και αυτός ήταν ο λόγος που δεν έγραψε τέσσερις γραμμές πίσω από το ένταλμα (βλ. τεκ. 15) τη στιγμή που αμέσως προηγουμένως είχε αναφέρει στον κατηγορούμενο 4 τους σοβαρούς λόγους της σύλληψης του. Ρωτήθηκε για το αν δεν άκουε ο κόσμος. Αυτή βέβαια η ερώτηση δεν έχει την έννοια ερώτησης επί ενός γεγονότος, αλλά την έννοια του πως συνάδει η θέση του ότι δεν έγραψε τέσσερις γραμμές για να μην εκθέσει τον κατηγορούμενο με το γεγονός ότι του είχε αναφέρει τους λόγους της σύλληψής του μπροστά σε «αρκετά άτομα» στο μικρό, όπως δέχθηκε, κατάστημά του. Η απάντηση του ΜΚ2 ήταν «δεν γνωρίζω να απαντήσω». Ανάμεσα σε όλα αυτά ο ΜΚ2 ανέφερε σε κάποιο στάδιο και ότι δεν συνηθίζεται ένας κατηγορούμενος να υπογράφει την απάντηση του στο ένταλμα σύλληψης έστω και αν είναι ενοχοποιητική. Δεν θα υπεισέλθουμε στην ουσία του ζητήματος αυτού. Απλώς πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή την απάντηση την έδωσε στο τέλος, αφού προηγήθηκαν όλα τα άλλα, τα οποία, όντας αντιφατικά και επινοήσεις της στιγμής, δεν αποτελούν, ήδη από μόνα τους, αξιόπιστη μαρτυρία. Αλλά πέραν αυτών, σημειώνουμε και τα ακόλουθα: Ενώ ο κατηγορούμενος 4 παρουσιάζεται να δίδει την εν λόγω απάντηση μόλις συνελήφθη, όταν αργότερα την ίδια μέρα ο ΜΚ2 τον παρέδωσε στον ΜΚ4, σύμφωνα με τα όσα ο τελευταίος αντεξεταζόμενος δέχθηκε, ο κατηγορούμενος 4 εξέφρασε την έκπληξη και την απορία του γιατί είχε συλληφθεί, λέγοντας ότι δεν είχε καμιά σχέση ή εμπλοκή με την υπόθεση και διερωτώμενος για ποιο λόγο να βρίσκεται εκεί. Τέλος, ρωτήθηκε ο ΜΚ2 κατά πόσο είχε υποβάλει περαιτέρω ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο 4 μετά από την κατ΄ ισχυρισμό του απάντηση του. Ο ΜΚ2 απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι δεν γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι το καθήκον του ήταν να συλλάβει τον κατηγορούμενο 4 και «δεν θα έμπαινε σε ρόλο ανακριτή στην παρούσα φάση». Ο ΜΚ2 όμως είναι αστυφύλακας της ΥΚΑΝ και η ευλόγως, όντως, αναμενόμενη αντίδρασή του, θα ήταν να ρωτήσει περαιτέρω τον κατηγορούμενο 4 επί τέτοιας απαντήσεως. Για τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.5, εφόσον θεωρούμε ότι κατ΄ ουσίαν δεν τέθηκε έγκυρα ζήτημα για αθέμιτες υποσχέσεις τους, η μαρτυρία τους περιορίζεται στα γεγονότα που περιέγραψαν για την εξέλιξη του ανακριτικού έργου και υπ΄ αυτή την έννοια δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο Μ.Κ.4 επίσης δεν έτυχε τέτοιου χειρισμού και δεν έχουμε λόγο να μην αποδεχθούμε τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία της Μ.Κ.6 δεν προσθέτει οτιδήποτε για την αναγνώριση των κατηγορουμένων 2 και
- Σχετική όμως είναι η αναφορά που έκαμε, ως άνω, για τον κατηγορούμενο 4 και για το ότι δεν γνωρίζει τους κατηγορούμενους 2 και
- Αυτές τις αναφορές που δεν αμφισβητήθηκαν τις έχουμε αποδεχθεί και σχολιάσει σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Β. Οι χειρισμοί και η μαρτυρία της υπεράσπισης Σε ό,τι αφορά την πλευρά της υπεράσπισης σημειώνουμε τα ακόλουθα:
- Η εισήγηση για τους κατηγορούμενους 2 και 3 Η εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ότι ήταν περίπτωση που θα αναμενόταν από τους κατηγορούμενους 2 και 3 να δώσουν εξηγήσεις για τα θέματα που ανεφέρθησαν στην αγόρευση, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας είναι η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα της σιωπής, ακόμα και στις περιπτώσεις που δυνάμει κάποιας νομοθετικής πρόνοιας, λ.χ. του Άρθρου 30 Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν29/77, έχει κάποιο «βάρος απόδειξης» (evidential burden of proof). Ακόμα και τότε δεν είναι αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργήσει, όπως αρκεί, λογική αμφιβολία, αλλά η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται από την κατηγορούσα αρχή.[11] Εξαίρεση από το γενικό κανόνα δικαιολογείται «όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που να χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση».[12] Εν προκειμένω, τα θέματα για τα οποία η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 θα έπρεπε να δώσουν εξηγήσεις δεν είναι θέματα που θα μπορούσε να λεχθεί ότι εμπίπτουν στην εξαίρεση. Δεν μπορεί να τεθεί υποχρέωση σε ένα κατηγορούμενο «να εξηγήσει» τους λόγους για τους οποίους τον εμπλέκει ένας μάρτυρας κατηγορίας, ούτε τους λόγους για τους οποίους ο μάρτυρας γνωρίζει λεπτομέρειες για εκείνον. Ως προς το τρίτο σημείο που επικαλέστηκε η κα Μαθηκολώνη σημειώνουμε ότι στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος 2 όντως αναφέρει ότι στη μάντρα τους βρίσκονταν την Τετάρτη (14.5.2008) «μετά που σχόλασε ο Νικόλας». Ενώ ο Νικόλας, κατηγορούμενος 3, όταν ρωτήθηκε ανέφερε ότι μετά που σχόλασε την Τετάρτη πήγε στο γυμναστήριο, όπου ειδοποιήθηκε από τη μητέρα του και πήγε στο σπίτι του, όπου τον συνέλαβε η αστυνομία. Όμως, για τον επίδικο και άρα ουσιώδη χρόνο, ήτοι την Τρίτη 13.5.2008 και μεταξύ των ωρών 15.00 - 19.00 και γενικά για το κατά πόσο εκείνη την ημέρα πήγαν στη μάντρα τους, ο μεν κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να απαντήσει, ο δε κατηγορούμενος 3 απάντησε ότι βρισκόταν στο μαγαζί τους και ότι δεν θυμόταν κατά πόσο πήγε στη μάντρα τους. Γενικά δε, αρνούνται, ως άνω, οποιαδήποτε σχέση με την επίδικη υπόθεση. Δεν τίθεται θέμα να είχαν υποχρέωση οι κατηγορούμενοι να δώσουν μαρτυρία λόγω της διαφοράς που αφορά την επόμενη μέρα. Οι αντιφάσεις σε προηγούμενες καταθέσεις κατηγορουμένων που επιλέγουν να μην δώσουν μαρτυρία, είναι θέμα της τελικής αποτίμησης όλων των δεδομένων σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας. Στη συγκεκριμένη δε, περίπτωση, οι παραπάνω διαφορετικές αναφορές των κατηγορουμένων 2 και 3 για την επόμενη μέρα, δεν έχουν τίποτε να προσθέσουν.
- Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 4 Αναφορικά με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 4, είναι γεγονός πως η θέση του ότι είχε δανείσει στον Μ.Κ.1 στο παρελθόν και ότι του είχε δανείσει και ποσό €10.000, δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1., ενώ ήταν δεδηλωμένη η θέση του τελευταίου στην κυρίως εξέταση ότι δεν είχε δανειστεί ποτέ από τον κατηγορούμενο
- Αυτό, ενόψει της σαφούς αμφισβήτησης από την υπεράσπιση της εκδοχής του Μ.Κ.1, δεν θεωρούμε ότι ισοδυναμεί με αποδοχή του ισχυρισμού του Μ.Κ.1 ότι είχε λάβει το ποσό για τα επίδικα ναρκωτικά. Όμως, η παράλειψη να τεθεί η εκδοχή περί δανείου στον Μ.Κ.1 εξασθενίζει σημαντικά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 4 επί του θέματος. Παραθέτουμε επί τούτου το ακόλουθο απόσπασμα, στο οποίο μας παρέπεμψε η κα Μαθηκολώνη, από το σύγγραμμα των Προέδρων Λοϊζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 107: «. Where the version, or a particular account of facts relating to an incident, of the accused differs from that of a prosecution witness then the witness must be confronted with the version of the accused and any failure to adhere to this course, will seriously weaken the evidence of the accused on the matter.» Πέραν τούτου, όχι μόνο δεν υποβλήθηκε η θέση περί δανείου, αλλά αποκλείστηκε, μετά από ένσταση, η σχετική μαρτυρία του κ. Τσόκκου. Συνεπώς, δεν υπήρξε για το θέμα αυτό μια σαφής γραμμή υπεράσπισης. Περιπλέον, έχουμε κατά νου την αντεξέταση του κατηγορούμενου 4 για τις περιστάσεις υπό τις οποίες, κατ΄ ισχυρισμόν του, είχε δανείσει χρήματα στον Μ.Κ.1 και τη συναφή τελική εισήγηση της κας Μαθηκολώνη, ότι ενώ ο κατηγορούμενος 4 περιόρισε τις σχέσεις του με τον Μ.Κ.1 στο κοινό τους χόμπι, βρέθηκε να δανείζει και μάλιστα χωρίς να κρατά κανένα αποδεικτικό στοιχείο, χρήματα στον Μ.Κ.1 και χωρίς να ρωτά (όσον αφορά τις δύο πρώτες περιπτώσεις) καν το λόγο που αυτός χρειαζόταν τα λεφτά. Ήταν η τελική της εισήγηση ότι όλα αυτά καθιστούν τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 4 παντελώς ψευδή και αναξιόπιστη και υποδηλώνουν ότι η εκδοχή περί δανείου είναι εκ των υστέρων σκέψη. Γ. Η τελική αποτίμηση Είναι κοινός τόπος ότι ο κατηγορούμενος 4 έδωσε €10.000 στο Μ.Κ.
- Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε προηγουμένως και για άλλο σκοπό. Για τις 13.5.2008 η κατηγορούσα αρχή δεν παρουσίασε άλλη μαρτυρία, πλην του Μ.Κ.1, για το ότι όντως συναντήθηκαν στο καφενείο ή για το ότι ο κατηγορούμενος 4 προέβη σε ανάληψη ή πήγε στην τράπεζα. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν διερευνήθηκαν περαιτέρω από την αστυνομία. Έστω κι αν δεχθούμε ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν είπε την αλήθεια για το λόγο που έδωσε τα λεφτά στον Μ.Κ.1, το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο ο λόγος αυτός είναι εκείνος που ανέφερε ο Μ.Κ.
- Η πατροπαράδοτη προσέγγιση ήταν να εξετάζεται σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία ενός συναυτουργού και να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας κρίνεται κατ΄ αρχήν αξιόπιστος. Η προσέγγιση αυτή αμφισβητήθηκε στην Attorney General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All ER
- Υποστηρίχθηκε ότι δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης και ότι η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο. Στην Κύπρο το ζήτημα συζητήθηκε σε σειρά αποφάσεων.[13] Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Τεβλετιάν v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, υιοθετήθηκε με σαφήνεια η προσέγγιση ότι «η ενδεδειγμένη διαδικασία χειρισμού της μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων είναι, κατ΄ αρχήν, η αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιου μάρτυρα συνολικά, στο πλαίσιο δηλαδή της όλης μαρτυρίας και όχι απομονωμένα από την υπόλοιπη μαρτυρία». Έχουμε ήδη αναφέρει ότι η εισήγηση της κατηγορούσας αρχής δεν είναι ότι υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, αλλ΄ ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 είναι τέτοιας καλής ποιότητας ώστε και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας να είναι ασφαλής η καταδίκη. Ό,τι υπάρχει, πέραν της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ως μαρτυρία που έχουμε κάμει αποδεκτή σε σχέση με τον κατηγορούμενο 4, είναι η αντίδραση του όταν τηλεφώνησε στη σύζυγο του μετά τη σύλληψη του. Αυτό όμως, απομονωμένο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδοχή ενώπιον του αστυνομικού για τις συγκεκριμένες κατηγορίες, τη στιγμή μάλιστα που, όπως δέχθηκε ο κ. Τσόκκος, ο κατηγορούμενος 4 έδειχνε έκπληξη και απορία για το γεγονός της σύλληψής του. Στη συνολική δε, αποτίμηση θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το γεγονός ότι η περιγραφή που δίδει η Μ.Κ.6 για τις σχέσεις του κατηγορούμενου 4 με τον Μ.Κ.1 δεν υποστηρίζει, ως άνω, τους ισχυρισμούς του τελευταίου, αλλά αντίθετα εναρμονίζεται με τη θέση του πρώτου. Έχοντας υπόψη μας τη μαρτυρία στο σύνολό της κρίνουμε ότι, για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν είναι μόνο εγγενώς ύποπτη, αλλά αποτιμούμενη στο σύνολό της και σε συνάρτηση με κάθε άλλο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου είτε ως μαρτυρία, είτε ως επιχείρημα, κρίνεται ως εντελώς αναξιόπιστη. Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από το ζήτημα της ενισχυτικής μαρτυρίας η μαρτυρία του Μ.Κ.1 είναι απορριπτέα «χωρίς άλλο» (βλ. Τεβλετιάν, ανώτ.). Όπως παρατήρησε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής «αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε.» Πρόσθεσε δε, ότι εφόσον ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος η εκδοχή του απορρίπτεται έστω και αν πιθανολογείται ως ορθή.[14] Παραπέμπουμε επίσης στα όσα είπε ο Χρυσοστομής Δ. στην υπόθεση Νικήτα v. Medcon Construction Limited κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 643: «Το δικαστήριο εξάγει τα ευρήματά του και τα συμπεράσματά του από τη μαρτυρία που αποδέχεται σαν αξιόπιστη και η μαρτυρία που απορρίπτεται σαν αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση ή να συνυπολογίζεται με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία για την εξαγωγή πρωτογενών ευρημάτων και συμπερασμάτων.» Έτσι, ενώ διαπιστώνουμε τις αδυναμίες και το πρόβλημα πειστικότητας της εκδοχής του κατηγορούμενου 4 περί δανείου, έχοντας απορρίψει, τόσο τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως τόσο ουσιωδώς αναξιόπιστη ώστε να έχει μηδενική αξία, όσο και τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν έχουμε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ώστε τα στοιχεία αυτά να συνυπολογιστούν και να αποκρυσταλλωθεί τελικά, με την απαιτούμενη ασφάλεια, συμπέρασμα ενοχής για τις συγκεκριμένες κατηγορίες που ο κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει και ειδικότερα σε εύρημα ότι το ποσό των €10.000 δόθηκε στις 13.5.2008 για την αγορά των ναρκωτικών στα οποία αφορά το κατηγορητήριο. Με όλα αυτά υπόψη καταλήγουμε στο θεμελιακό κανόνα ότι: «Στο τέλος της μαρτυρίας δεν εναπόκειται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την αθωότητα του αλλά στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την ενοχή του».[15] Αυτό ισχύει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τόσο για την εισήγηση της κατηγορούσας αρχής σε σχέση τους κατηγορούμενους 2 και 3 όσο και για την εισήγηση ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 4 περί δανείου στερείται πειστικότητας. Δεν είναι αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να γίνει δεκτή η εκδοχή του από το δικαστήριο ως αληθινή[16]. Αρκεί από το σύνολο της μαρτυρίας να παραμένει εύλογη, ακόμα και υφέρπουσα, αμφιβολία. ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Μετά τα πιο πάνω η ενασχόληση με τις εισηγήσεις του κ. Γεωργίου ότι δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων δεν είναι για τους σκοπούς της απόφασής μας αναγκαία. Τέτοια εξέταση θα ήταν αναγκαία μόνο εάν η μαρτυρία που είχε προσφέρει η κατηγορούσα αρχή ήταν αξιόπιστη[17]. Εν πάση περιπτώσει, χάριν πληρότητας, αν βρίσκαμε ότι όντως ο κατηγορούμενος 4 είχε δώσει χρήματα στον ΜΚ1 για να του αγοράσει και να του μεταφέρει ναρκωτικά, δεν θα ήταν αναγκαία η άμεση επαφή του με αυτά, αλλά θα αρκούσε ο μακρόθεν έλεγχος τους[18]. Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ1 θα επρόκειτο για κατοχή, υπό την έννοια του ελέγχου, που συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής[19]. O σκοπός δε, της προμήθειας θα προέκυπτε, με τον τρόπο που εξηγείται περιοριστικά από τη νομολογία[20] κατά το τεκμήριο του εν λόγω άρθρου 30Α, ως εκ της ποσότητας των ναρκωτικών. Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 4 ήταν περί παντελούς αποσύνδεσής του από την κατοχή των ναρκωτικών. Αν η κατοχή αποδεικνυόταν, θα έθετε την πιθανότητα τα ναρκωτικά να κατείχοντο για δική του χρήση και όχι για σκοπούς προμήθειας «σε τέλεια αντίθεση με την όλη υπεράσπιση του» αλλά και έξω από κάθε λογική, ανεξάρτητα από το τεκμήριο του νόμου λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ποσότητας[21]. Όμως, όπως έχουν τα πράγματα, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες. Τα ναρκωτικά, για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος 1, κατάσχονται και να καταστραφούν. Τυχόν έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....................................... Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................................... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. [1] Allison v. Her Majesty's Advocate (Scotland) [2010] UKSC 6 (απόφαση ημερ. 10.2.2010), με αναφορά στην υπόθεση Holland and HM Advocate v. Murtagh
(2009)STL 1060 (P.C.) [2] R v. Pearce
(1979)69 Cr. App. R. 365, R. v. Storey
(1968)52 Cr. App. R. 334 [3] Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 [4] [Βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Σάκκος v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510, Τεβλετιάν κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, R. v. Pestano and others
(1981)Cr. L. R. 397 (C.A.)]. [5] Μεταξύ άλλων Μοσχάτου v. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 [6] Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383 [7] Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρας
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71 και Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 371. [8] Βλ. Αθηνής (ανώτ.) [9] Χριστοδούλου άλλως Ρόπας (Αρ. 2) (ανώτ.). [10] Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 25, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ
- [11] Phipson on Evidence 16η Έκδοση, σελ. 133, παρ. 6 - 14, Cross on Evidence 6η Έκδοση, σελ.
- [12] Θεοχάρους v. Δημοκρατίας (ανώτ.), Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Λάρνακας v. ΠΟΛΥΚΟΛΟΡ ΟΦΦΣΕΤ ΠΡΙΝΤΙΝΓΚ ΛΤΔ κ.ά.
(1995)2 ΑΑΔ, 88 [13] Ττοουλιάς v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258, Saad κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 106, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14. [14] Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη
(1977)1 ΑΑΔ 614 [15] Woolmington v. D.P.P. [1935] All ER, Rep. 1, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 98. [16] Woolmington (ανωτ.) [17] Βλ. Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (ανωτ.) [18] Άρθρο 2
(3)του Ν.29/77, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706. [19] Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211, Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49. [20] Salabiaku v. France
(1991)13 EHRR 379, R v. Lambert [2001] 3 All E.R. 577, Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 87, Ιακώβου (ανωτ.), Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 250, Blackstone's Criminal Practice 2004 σελ.2054 F.3.
- και Phipson on Evidence 16η έκδοση, σελ.133, Παρ.6-
- [21] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 301, Emegoakor v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 31. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο