Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Μιχαήλ Ανδρονίκου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:17572/09, 31 Μαίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου,Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης:17572/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Μιχαήλ Ανδρονίκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Μαίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. A. Παντελή Για τον κατηγορούμενο: κα. Νικολαίδου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 11/7/09 στο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού παρά τη Σκαρίνου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής DAB826 χωρίς να καταβάλει την δέουσα επιμέλεια και προσοχή με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα. Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Η συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 8 του Νόμου 86/72 και στο οποίο βασίζεται η κατηγορία, έτυχε νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Η αμέλεια που χρειάζεται για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα δεν είναι ψηλότερη από αυτή που χρειάζεται για να αποδειχθεί στις πολιτικές υποθέσεις (βλ. Πορτοκαλλίδης v. Αστυνομίας
(1987)2 CLR 86). Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κατά την εξέταση κατηγορίας για αμελή οδήγηση, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις όπως θα ενεργούσε ένας σώφρονας, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Οι αρχές που διέπουν το καθορισμό ευθύνης των αυτοκινητοδηγών προς άλλους χρήστες του δρόμου είναι αδιαμφισβήτητες (βλ. Vakanas v. Thomas & Another
(1982)1 CLR 530, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Κωμιάτη v. Πόλιτσου
(2001)1 ΑΑΔ 226). Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το κριτήριο για τη διαπίστωση αμελούς οδήγησης, όπως και της αμέλειας γενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Στην Charambous v. Police (πιο πάνω) λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής, είναι κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη την προσκομισθείσα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε αξιολόγηση της και σε συσχετισμό πάντα με την νομική πτυχή του θέματος. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της παρουσίασε ένα μάρτυρα κατηγορίας. Η μαρτυρία είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω αλλά αφού την παραθέσω συνοπτικά θα προχωρήσω αμέσως σε εξέταση του ζητήματος. Ο ΜΚ1, Αστυφύλακας 1174 Ν. Παπαθανασίου κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1). Ανέφερε ότι στις 11/7/09 και περί η ώρα 02:00 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε 15 λεπτά ενωρίτερα στο δρόμο Λευκωσίας - Λάρνακας παρά τη Σκαρίνου με ενεχόμενα οχήματα το φορτηγό όχημα με αριθμούς εγγραφής DAB826 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και το σαλούν όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ702 το οποίο ήταν σταθμευμένο λόγω βλάβης. Στη σκηνή βρήκε τον κατηγορούμενο και τα δύο οχήματα στη τελική τους θέση. Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 2) βάση του οποίου στη συνέχεια ετοίμασε τελικό σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 3). Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4). Ο δρόμος δεν είχε οδικό φωτισμό και η ορατότητα του κατηγορούμενου περιοριζόταν στα φώτα του οχήματος του την οποία όμως ο μάρτυρας δεν μέτρησε. Στο σημείο που συνέβηκε το δυστύχημα υπάρχει μεγάλο κατήφορο ακολουθούμενο από ανήφορο. Ο δρόμος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας πλάτους 3.50μ και περιβάλλεται στα αριστερά από επιστρωμένο παγκέττο πλάτους 3μ και στα δεξιά από κεντρικό προστατευτικό κιγκλίδωμα. Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 100 χαω. Στα σχεδιαγράμματα τεκμήρια 2 και 3 σημείωσε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ και με το γράμμα Χ2 τη σύγκρουση του οχήματος του κατηγορούμενου επί του αριστερού προστατευτικού κιγκλιδώματος. Στη σκηνή ανεβρέθησαν ίχνη μετακίνησης του οχήματος HMP702 κατόπιν της σύγκρουσης του με το όχημα του κατηγορούμενου και ίχνη πλαγιολίσθησης του οχήματος του τελευταίου. Το όχημα του κατηγορούμενου υπέστη ζημιές σε ολόκληρο το μπροστινό του μέρος και αποκόπηκε ο μπροστινός αριστερός τροχός. Το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΡ702 υπέστη εκτεταμένες ζημίες σε ολόκληρη τη δεξιά του πλευρά. Κατά την άφιξη του στη σκηνή τα φώτα κινδύνου του οχήματος ΗΜΡ702 δεν βρίσκονταν σε λειτουργία και ο διακόπτης ήταν κλειστός. Επίσης δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη σηματοδότηση ή προειδοποίηση για την στάθμευση του οχήματος. Ο δρόμος γίνεται ανηφορικός 450μ πριν το σημείο σύγκρουσης και επεκτείνεται ακόμα 300 με 400μ μετά το σημείο σύγκρουσης. Ο μάρτυρας κατέληξε στο σημείο Χ διότι λίγο πριν τη τελική θέση του οχήματος ΗΜΡ702 υπήρχαν ίχνη ελαστικών πάνω στο επιστρωμένο παγκέτο τα οποία κατέληγαν κοντά στο όχημα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα ίχνη μετακίνησης του οχήματος ΗΜΡ702 προφανώς έγιναν μετά τη σύγκρουση. Τα ίχνη πλαγιολίσθησης που εντόπισε στη σκηνή ήταν από τους δεξιούς τροχούς του οχήματος του κατηγορούμενου και δεν εντόπισε ίχνη πλαγιολίσθησης από τους αριστερούς τροχούς. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορούμενου οδηγείτο αριστερά εντός της αριστερής λωρίδας κάτι που συνηθίζεται από τους οδηγούς φορτηγών για να αποφεύγουν οποιανδήποτε σύγκρουση με άλλα οχήματα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Επίσης ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορούμενου είχε πλάτος 2.40μ και με τέτοιο πλάτος ένας οδηγός δεν μπορεί να υπολογίσει ακριβώς που πατά η αριστερή μεριά του οχήματος του. Σημειώνω ότι στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι οδηγούσε στο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού. Λίγο πριν το σημείο που έγινε η σύγκρουση ελάττωσε ταχύτητα διότι ακολουθούσε ανήφορο. Ενώ οδηγούσε ελαφρά έξω από το δρόμο όπως συνηθίζει αντιλήφθηκε ένα σκούρο αυτοκίνητο να είναι σταθμευμένο στο παγκέττο του δρόμου πολύ κοντά στην αριστερή λωρίδα. Λόγω της κοντινής απόστασης δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση. Το σταθμευμένο όχημα δεν είχε φώτα αναμμένα ούτε οποιαδήποτε άλλη προειδοποίηση. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιανδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά τη καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα. Ο ΜΚ1 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας στη σύγκρουση. Απλά παράθεσε τα ευρήματα του στη σκηνή. Από το λεκτικό του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 επιβάλλεται η απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Καμία μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Από τη στιγμή που η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε άμεση και θετική μαρτυρία σε σχέση με οποιανδήποτε ενέργεια του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει αμέλεια, κρίνεται ότι η κλήση του σε απολογία, απλώς θα επιβεβαίωνε το κενό και δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε αρχή δικαίου. Το γεγονός και μόνο ότι αυτός οδηγούσε φορτηγό ελαφρώς έξω από τη λωρίδα του προς το επιστρωμένο παγκέττο και συγκρούσθηκε με όχημα που βρίσκετο σταθμευμένο κατά τη διάρκεια της νύκτας εντός του παγκέττου σε δρόμο που δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και χωρίς αναμμένα φώτα κινδύνου ή άλλη σηματοδότηση ή προειδοποίηση, δεν είναι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης στοιχεία αρκετά και ικανά να αποδείξουν, σε περίπτωση κλήσης του κατηγορουμένου σε απολογία, αμέλεια εκ μέρους του, έτσι ώστε αυτός να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Στα πιο πάνω συνηγορεί και το ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, η ορατότητα του κατηγορούμενου περιοριζόταν στα φώτα του οχήματος του η εμβέλεια των οποίων δεν μετρήθηκε αλλά ούτε και εδόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία κατά πόσο κάτω από τις δεδομένες συνθήκες το σταθμευμένο αυτοκίνητο ήταν ορατό και αν ναι από ποιά απόσταση. Στην Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 178 λέχθηκε ότι η υποχρέωση του οδηγού είναι να κάνει λογική χρήση του δρόμου χωρίς ειδικό περιορισμό ως προς την πλευρά στην οποία πρέπει να οδηγεί. Σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Κυπριανού v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ.6098 ημε.25/9/96 όπου λέχθηκε ότι παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς της Τροχαίας δεν στοιχειοθετεί, αφ' εαυτής, αμέλεια. Η αμέλεια συναρτάται πάντοτε με το καθήκον επιμέλειας, προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο και, σε συσχετισμό με αυτό, την όποια παράλειψη εκπλήρωσης του. Η απόδειξη της αμέλειας, συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην πιο πάνω υπόθεση ακυρώθηκε η καταδίκη για αμελή οδήγηση οδηγού γεωργικού ελκυστήρα που ρυμουλκούσε όχημα το οποίο δεν ήταν φωτισμένο στο πίσω μέρος για το λόγο ότι μεταξύ άλλων δεν έγινε αναφορά στο βαθμό και την απόσταση από την οποία ήταν ορατό ό,τι μετέφερε ο ελκυστήρας. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για την κατηγορία που αντιμετωπίζει έτσι ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο