← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Sayed Emam Fouad Ahmed, Αρ. Υπ.: 19607/09, 7 Ιουνίου, 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Sayed Emam Fouad Ahmed, Αρ. Υπ.: 19607/09, 7 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 19607/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Sayed Emam Fouad Ahmed Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Ιουνίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Μικελλίδου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορητήριο το οποίο περιλαμβάνει τέσσερεις συνολικά κατηγορίες. Η κατηγορία αρ. 1 αφορά το αδίκημα της κλοπής υλικού διαβιβαζομένου ταχυδρομικώς, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 264 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η κατηγορία αρ. 2 το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 336 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, η κατηγορία αρ. 3 το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και η κατηγορία αρ. 4 το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Το έγγραφο, το οποίο αποτελεί αντικείμενο των κατηγοριών είναι μία επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με αριθμό 08-557757 ημερομηνίας 31/7/09, για το ποσό των €1017 δικαιούχος της οποίας είναι ο Murshid Zuhir Mustafa (ΜΚ3). Η μαρτυρία Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες τον λοχ. 837 Γιώργο Χρυσάνθου, γραφολόγο στο εργαστήριο γραφολογίας του Αρχηγείου Αστυνομίας (ΜΚ1), την Γ/Α 608 Κατερίνα Μιχαήλ, εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ2), τον δικαιούχο της επιταγής (ΜΚ3) και τον Ιάκωβο Ιακώβου, στον οποίο τελικά κατέληξε η επίδικη επιταγή (ΜΚ4). Ο ΜΚ3 κατέθεσε ότι είναι αιτητής πολιτικού ασύλου και παίρνει μηνιαίο επίδομα από την Κυπριακή Δημοκρατία με επιταγή, η οποία αποστέλλεται κάθε μήνα ταχυδρομικώς στη διεύθυνση, στην οποία διαμένει. Παραλαμβάνει την επιταγή του περί τις 28-29 κάθε μήνα. Στις 28-29 Ιουλίου 2009 αναζήτησε στο γραμματοκιβώτιο του την επιταγή του Ιουλίου 2009 αλλά δεν την βρήκε. Περίμενε μέχρι τις 30 - 31 του μήνα και αφού δεν την παρέλαβε τελικώς, ενημέρωσε το Γραφείο Ευημερίας για το ως άνω γεγονός. Του ζήτησαν να περιμένει μέχρι τις πρώτες μέρες του επόμενου μήνα για τον λόγο ότι πιθανόν να είχε καθυστερήσει η αποστολή της από το ταχυδρομείο. Στις 5/8/09 ξαναεπισκέφθηκε το Γραφείο Ευημερίας και ενημέρωσε τον υπεύθυνο για το ότι δεν είχε παραλάβει την επιταγή του. Συμπλήρωσε το ειδικό έντυπο για να ενημερωθούν οι τράπεζες ότι η επιταγή του είχε κλαπεί. Η υπογραφή που υπάρχει στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής (βλέπε το τεκμήριο 1Α) δεν είναι δική του. Δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Το γραμματοκιβώτιο του διαμερίσματος του έχει κλειδαριά, η οποία δεν είχε παραβιαστεί. Ο ΜΚ4 κατέθεσε ότι είναι ο ιδιοκτήτης της μπυραρίας Buerto Pub που βρίσκεται στη Λάρνακα. Ο κατηγορούμενος σύχναζε στην μπυραρία του. Συνήθως ερχόταν στην μπυραρία με κάποιο ρουμάνο φίλο του. Το βράδυ της 17ης/8/09 ο κατηγορούμενος κατανάλωσε ποτά και έκαμε λογαριασμό πέραν των €
  2. Για να εξοφλήσει το χρέος που δημιούργησε του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Του ανέφερε ότι είναι πολιτικός πρόσφυγας και η επιταγή αφορά το επίδομα του. Έλεγξε την επιταγή και είδε ότι υπήρχε υπογραφή στο πίσω μέρος της. Ο κατηγορούμενος του έδωσε το διαβατήριο του και σημείωσε τα στοιχεία του κατηγορουμένου στο βιβλίο του καθώς και την διεύθυνση που του έδωσε. Από το συνολικό ποσό της επιταγής απέκοψε το χρέος το οποίο είχε δημιουργήσει ο κατηγορούμενος και το υπόλοιπο ποσό του το επέστρεψε σε μετρητά. Δεν πρόσεξε ότι το όνομα του δικαιούχου της επιταγής ήταν διαφορετικό από το όνομα του δικαιούχου του διαβατηρίου, το οποίο του είχε παρουσιάσει ο κατηγορούμενος. Κατέθεσε στην τράπεζα του την επίδικη επιταγή. Σε περίπτωση που γνώριζε ότι η υπογραφή, η οποία υπάρχει στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής ήταν πλαστογραφημένη, δεν θα την εξαργύρωνε. Μετά την ως άνω ημερομηνία ο κατηγορούμενος δεν ξαναεπισκέφθηκε την μπυραρία του, ούτε και ο ρουμάνος φίλος του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση του σε υποβολή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν του είχε πει ότι ήταν πολιτικός πρόσφυγας, αλλά ότι η επιταγή ανήκε σε πολιτικό πρόσφυγα απάντησε επί λέξη: «Μπορεί να μην το κατάλαβα καλά. Το σίγουρο είναι ότι μου είπε ότι η επιταγή ανήκει σε πολιτικό πρόσφυγα.» Η ΜΚ2 κατέθεσε ότι υπηρετεί στο ΤΑΕ Λάρνακας. Στις 11/9/09 ενημερώθηκε γραπτώς από τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας ότι ο ΜΚ3 είχε προβεί σε καταγγελία ότι δεν είχε παραλάβει την επιταγή του η οποία του αποστάληκε ταχυδρομικώς στη διεύθυνση που διαμένει και αφορούσε το μηνιαίο επίδομα Ιουλίου
  3. Στις 29/9/09 πήρε δείγματα γραφής/υπογραφής από τον ΜΚ3 (βλέπε το τεκμήριο 1Β). Επίσης στις 27/10/09 πήρε δείγματα γραφής/υπογραφής από τον ΜΚ4 (βλέπε το τεκμήριο 1Γ). Την 6η/11/09 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο με την βοήθεια διερμηνέως και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι την επίδικη επιταγή του την είχε δώσει ο δικαιούχος της. Του ζήτησε να του περιγράψει τον δικαιούχο της και ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι ήταν 30 περίπου ετών. Αργότερα την ίδια μέρα και αφού στο μεταξύ ο κατηγορούμενος είχε μιλήσει με τον δικηγόρο του, πήρε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Του υπέβαλε 7 ερωτήσεις με την βοήθεια διερμηνέως από τις οποίες δεν απάντησε καμία. Επίσης την ίδια μέρα πήρε από τον κατηγορούμενο με την γραπτή του συγκατάθεση δείγματα γραφής και υπογραφής του (βλέπε το τεκμήριο 1Γ). Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι είναι ειδικός στην εξέταση εγγράφων, χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων. Εξέτασε την υπογραφή καθώς και τους αριθμούς που υπάρχουν στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής (τεκμήριο 1Α), συγκρίνοντας την με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο. Η γνώμη του ήταν ότι τόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή όσο και η γραφή αριθμών έγιναν από τον κατηγορούμενο. Ετοίμασε σχετική έκθεση, στην οποία περιγράφονται τα αποτελέσματα της εξέτασης του (βλέπε το τεκμήριο 1). Ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία έδωσε ένορκη μαρτυρία. Κατέθεσε ότι γνώριζε κάποιο ρουμάνο, ονόματι Βασίλη ο οποίος τον είχε επισκεφθεί στο σπίτι του αρκετές φορές. Σε κάποια από τις επισκέψεις του το ως άνω πρόσωπο του είπε ότι είχε στα χέρια του μια επιταγή κάποιου γείτονα του αραβικής καταγωγής, ο οποίος ήταν πολιτικός πρόσφυγας και επείγετο να αναχωρήσει από την Κύπρο. Όπως του είπε ο ρουμάνος φίλος του, είχε δώσει ο ίδιος στον ως άνω άραβα ποσό €500 και του ζήτησε να του πληρώσει το υπόλοιπο ποσό των €500 για να τα δώσει στον ως άνω άραβα, ο οποίος θα αναχωρούσε από την Κύπρο το ίδιο βράδυ. Του είπε επίσης ότι ο δικαιούχος της επιταγής είχε δώσει την συγκατάθεση του στον ίδιο για να την υπογράψει. Κατόπιν των πιο πάνω έδωσε στον φίλο του το ποσό των €500 και συμφώνησαν ότι όταν θα εξαργύρωνε την επιταγή θα του παρέδιδε τα υπόλοιπα. Κατά την ώρα που του είχε παραδώσει την επιταγή οι τράπεζες ήταν κλειστές. Ο φίλος του τού παραχώρησε την συγκατάθεση του για να υπογράψει την επιταγή και να πάρει τα χρήματα. Κατόπιν αυτού υπέγραψε την επιταγή στο πίσω μέρος της και πήγε στην μπυραρία του ΜΚ
  4. Δεν γνώριζε ότι η επιταγή ήταν κλοπιμαία. Δεν γνώριζε επίσης τον δικαιούχο της επιταγής. Για πρώτη φορά τον είδε στο δικαστήριο. Ο ΜΚ4 του ανέφερε ότι για να του εξαργυρώσει την επιταγή έπρεπε να καταναλώσει ποτά στην μπυραρία του. Έδωσε στον ΜΚ4 το διαβατήριο του και σημείωσε τα στοιχεία του καθώς επίσης και την διεύθυνση του. Ανέφερε στον ΜΚ4 ότι η επιταγή ήταν κάποιου πολιτικού πρόσφυγα. Μετά που παρέλαβε τα χρήματα από την εξαργύρωση της επιταγής προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ρουμάνο φίλο του για να διευθετήσει να του δώσει το ποσό των €500 όμως πληροφορήθηκε ότι ο φίλος του βρισκόταν στην φυλακή για κάποια επιταγή που έκλεψε. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι η υπογραφή που υπάρχει στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής είναι δική του. Γνώριζε ότι η επιταγή έπρεπε να είχε υπογραφεί από τον δικαιούχο της, όμως αυτός που του την παρέδωσε του έδωσε το δικαίωμα να την υπογράψει, επειδή ήθελε τα χρήματα επειγόντως. Διευκρίνισε επίσης ότι ο φίλος του δεν μπορούσε να δώσει ο ίδιος στον άραβα όλα τα χρήματα της επιταγής επειδή δεν είχε τόσα χρήματα. Η υπεράσπιση κάλεσε επίσης ως μάρτυρα την Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος (ΜΥ1). Από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 14693/09 παρουσίασε πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου (βλέπε το τεκμήριο 7). Κατηγορούμενος στην ως άνω υπόθεση είναι κάποιος Vasil Zorkan ο οποίος είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 18 μηνών για κατηγορίες κλοπής υλικού διαβιβαζομένου ταχυδρομικώς, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστής επιταγής και απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Όλοι οι μάρτυρες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν για την κατηγορούσα αρχή κρίνονται ως μάρτυρες της αλήθειας. Η ιδιότητα του ΜΚ1 ως εμπειρογνώμονα, ειδικού στην εξέταση εγγράφων υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Ο ρόλος και τα καθήκοντα εμπειρογνωμόνων ως μαρτύρων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd
(1997)1(Β) ΑΑΔ 814 αναφέρθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Ο ΜΚ1 επεξήγησε με σαφήνεια και ακρίβεια την μέθοδο την οποία χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Περιέγραψε λεπτομερώς και επακριβώς όλες τις ομοιότητες τις οποίες εντόπισε μεταξύ της υπογραφής που υπάρχει στο πίσω μέρος της επίδικης επιταγής ( τεκμήριο 1Α) και των δειγμάτων γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 1Δ) οι οποίες τον οδήγησαν στο συμπέρασμα του. Για να καταστεί πιο ευχερής η κατανόηση των συμπερασμάτων του ετοίμασε συγκριτικό πίνακα με φωτογραφίες τόσο της αμφισβητούμενης υπογραφής όσο και των δειγμάτων γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, στον οποίο καταδεικνύονται όλα τα σημεία στα οποία εντόπισε ομοιότητες μεταξύ των ως άνω υπογραφών (βλέπε το τεκμήριο 2). Αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό το συμπέρασμα του ότι τόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή όσο και η γραφή των αριθμών που υπάρχουν κάτω από την αμφισβητούμενη υπογραφή ανήκουν στον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι, παρά το ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου είχε αμφισβητήσει την ορθότητα των ως άνω συμπερασμάτων του ΜΚ1, εντούτοις ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή ανήκει στον ίδιο. Η εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ2) κρίνεται ως αντικειμενική, ανεξάρτητη και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Θα πρέπει εξάλλου να τονίσω ότι η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη στο σύνολο της. Ο ΜΚ4 κρίνεται επίσης ως ανεξάρτητος μάρτυρας. Τονίζω ότι η μαρτυρία του κατά το μεγαλύτερο της μέρος παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι ενώ στην γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία (τεκμήριο 6) η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι ήταν πολιτικός πρόσφυγας και ότι η επίδικη επιταγή αφορούσε το επίδομα του, κατά την αντεξέταση του δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να του είχε λεχθεί από τον κατηγορούμενο ότι η υπό αναφορά επιταγή ανήκε σε πολιτικό πρόσφυγα και να μην το κατάλαβε καλά. Θεωρώ όμως ότι δεν πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση, η οποία θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Αυτό το οποίο προκύπτει αβίαστα από την μαρτυρία του και το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ήταν ότι ο κατηγορούμενος του παρέστησε ότι ήταν ο νόμιμος κάτοχος της επίδικης επιταγής και κατ' επέκταση ότι είχε το δικαίωμα να την εξαργυρώσει και να εισπράξει το ποσό της. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε κατ' ουσία και η μαρτυρία του δικαιούχου της επίδικης επιταγής (ΜΚ3) η οποία επίσης γίνεται αποδεκτή από το δικαστήριο. Επισημαίνω ότι τα μοναδικά σημεία της μαρτυρίας του τα οποία αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση ήταν η ημερομηνία που υπέβαλε παράπονο στο γραφείο ευημερίας για την μή παραλαβή της επιταγής του καθώς και η διεύθυνση στην οποία διέμενε κατά τον χρόνο που είχε ταχυδρομηθεί η επιταγή. Αναμφίβολα επρόκειτο για επουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες κατηγορίας ο κατηγορούμενος άφησε πενιχρή εντύπωση στο δικαστήριο. Η εκδοχή του ήταν διάτρητη από ασάφειες, κενά, αντιφάσεις με αποτέλεσμα να στερείται πειστικότητας. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία ότι ήταν προϊόν δεύτερης σκέψης του, το οποίο κατασκεύασε όταν πλέον η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής τον ενέπλεξε σθεναρά με την επίδικη επιταγή. Ενώ αρχικά η γραμμή της υπεράσπισης του ήταν ότι δεν είχε καμμιά σχέση με την αμφισβητούμενη υπογραφή, αναγκάστηκε τελικά κάτω από το βάρος της μαρτυρίας να παραδεχθεί ότι η ως άνω υπογραφή ήταν δική του. (α) Ο λόγος για τον οποίο η υπό αναφορά επιταγή δεν είχε οπισθογραφηθεί από τον νόμιμο δικαιούχο της πριν καταλήξει στα χέρια του υποτιθέμενου ρουμάνου φίλου του, παρά το ότι ο δικαιούχος της χρειαζόταν επειγόντως τα χρήματα της επιταγής παρέμεινε άγνωστος και ανεξήγητος. Η απουσία από την επιταγή της υπογραφής του δικαιούχου της, λογικά θα ανέμενα ότι θα του είχε δημιουργήσει υποψίες ότι πιθανόν η επιταγή να μην είχε καταλήξει στα χέρια του ρουμάνου φίλου του με νόμιμο τρόπο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι, όπως ο ίδιος δέχτηκε κατά την αντεξέταση του γνώριζε ότι ο δικαιούχος της επιταγής θα έπρεπε να την είχε υπογράψει στο πίσω μέρος της. Η δικαιολογία την οποία προέβαλε για να καλύψει το ως άνω κενό, συγκεκριμένα ότι το πρόσωπο που του την παρέδωσε του είχε παραχωρήσει και την εξουσιοδότηση να την υπογράψει δεν θα μπορούσε να αντέξει την βάσανο της λογικής. Λογικά το πρώτιστό το οποίο θα ανέμενα από αυτόν θα ήταν να ζητούσε από τον ρουμάνο φίλο του να επέστρεφε την επιταγή στον δικαιούχο της για να την οπισθογραφήσει και μετά να δεχόταν να την παραλάβει και να πληρώσει το ποσό των €500 στον φίλο του. Η επεξήγηση την οποία προέβαλε στο δικαστήριο για την παράλειψη του να ζητήσει από τον φίλο του να πάρει την επιταγή στον δικαιούχο της για να την υπογράψει, συγκεκριμένα ότι δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο ήταν τόσο ευτελής σε βαθμό που στερείτο πειστικότητας. (β) Ο λόγος για τον οποίο υπέγραψε την επίδικη επιταγή όχι με το δικό του όνομα αλλά με το όνομα του δικαιούχου της, δηλαδή του Morshid Mustafa, όπως φαίνεται από την υπογραφή που υπάρχει στο πίσω μέρος της επιταγής παρέμεινε παντελώς ανεξήγητος. Από την στιγμή που ο υποτιθέμενος ρουμάνος φίλος του του είχε δώσει την συγκατάθεση του για να υπογράψει την επιταγή και να πάρει τα χρήματα της δεν υπήρχε κανένας λόγος κατά την άποψη μου για να χρησιμοποιούσε το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, το οποίο υπενθυμίζω ότι αναγράφεται στο μπροστινό μέρος της επιταγής. (γ) Η επεξήγηση την οποία προέβαλε για την παράλειψη του να αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 5Β) τους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε στην ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία του, συγκεκριμένα ότι ήταν κουρασμένος και ήθελε να τα πει στο δικαστήριο ήταν τόσο ευτελής, σε βαθμό που στερείτο πειστικότητας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι στην ανακριτική του κατάθεση δεν απάντησε σε καμμιά από τις ερωτήσεις, τις οποίες του υπέβαλε η ΜΚ
  1. Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι ολόκληρη η εκδοχή του προσκρούει στην αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΚ2 σύμφωνα με την οποία όταν τον ανέκρινε προφορικά της ανέφερε ότι είχε παραλάβει την επιταγή από τον δικαιούχο της. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω απορρίπτω την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Η ΜΥ1 παρά το αδιαμφισβήτητο της μαρτυρίας της δεν προσέφερε οτιδήποτε θετικό στην εκδοχή του κατηγορουμένου. Δεν υπάρχει ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ότι το πρόσωπο το οποίο περιγράφεται ως κατηγορούμενος στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 14693/09 (βλέπε το τεκμήριο 7) είναι το ίδιο πρόσωπο με τον ρουμάνο φίλο του κατηγορούμενου. Το γεγονός και μόνο ότι το μικρό όνομα του κατηγορουμένου στο υπό αναφορά κατηγορητήριο είναι το ίδιο με το όνομα του υποτιθέμενου ρουμάνου φίλου του δεν μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε οποιοδήποτε εύρημα. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι το υπό αναφορά κατηγορητήριο δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε κατηγορία που σχετίζεται με την κλοπή της επίδικης επιταγής. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Νόμιμος δικαιούχος της επίδικης επιταγής ήταν ο ΜΚ
  2. Η υπό αναφορά επιταγή εξεδόθη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για το ποσό των €1017 και αφορούσε το επίδομα του ΜΚ3 του μηνός Ιουλίου 2009 το οποίο λάμβανε μηνιαίως από την Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Η επιταγή στάληκε ταχυδρομικώς στη διεύθυνση διαμονής του ΜΚ3 που είναι η οδός Ερμού 9, Ερμής Appartments, διαμ. 210 Λάρνακα, όμως ο ΜΚ3 ουδέποτε την παρέλαβε. Ο ΜΚ3 αποτάθηκε στο γραφείο ευημερίας όπου ανέφερε την μή παραλαβή της επιταγής του και υπέβαλε σχετικό παράπονο. Ακολούθως υπεβλήθη καταγγελία στο ΤΑΕ Λάρνακος ότι η επιταγή ουδέποτε παρελήφθη από τον ΜΚ
  3. Η υπό αναφορά επιταγή κατέληξε στα χέρια του κατηγορούμενου κάτω από συνθήκες τις οποίες δεν μπορώ να διαγνώσω. Ο ΜΚ3 ουδέποτε ήρθε σε επαφή με τον κατηγορούμενο, σε καμμιά περίπτωση δεν του παρέδωσε την επιταγή ούτε και παραχώρησε σ' αυτόν την εξουσιοδότηση του για να υπογράψει και να εξαργυρώσει την επιταγή. Ο κατηγορούμενος οπισθογράφησε την επιταγή με το όνομα του δικαιούχου της και το βράδυ της 17ης προς 18η Αυγούστου 2009 επισκέφθηκε την μπυραρία του ΜΚ4 όπου κατανάλωσε οινοπνευματώδη ποτά δημιουργώντας λογαριασμό πέραν των €
  4. Κατά το ίδιο βράδυ παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον ΜΚ4 και ζήτησε από αυτόν να εξοφλήσει από το συνολικό ποσό της το χρέος του προς αυτόν και να του επιστρέψει το υπόλοιπο σε μετρητά. Ο ΜΚ4 πράγματι εξόφλησε το χρέος που είχε δημιουργήσει ο κατηγορούμενος στην μπυραρία του και το υπόλοιπο ποσό της επιταγής το επέστρεψε στον κατηγορούμενο σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος παρέστησε στον ΜΚ4 ότι ήταν ο νόμιμος κάτοχος της επιταγής και κατ' επέκταση ότι είχε το δικαίωμα να την εξαργυρώσει και να εισπράξει το ποσό της. Νομική ανάλυση Η κατηγορία αρ. 2 αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1 - 18/8/09 συμπεριλαμβανομένων σε άγνωστη ημερομηνία για την κατηγορούσα αρχή, με σκοπό καταδολίευσης πλαστογράφησε έγγραφο ήτοι την κλοπιμαία επιταγή της κεντρικής τράπεζας της Κύπρου με αρ. 08-557757, ημερ. 31/7/09 για το ποσό των €1017 με δικαιούχο τον Morshid Juhir Mustafa, δηλαδή υπέγραψε στο πίσω μέρος της με το όνομα του δικαιούχου της χωρίς την συγκατάθεση του. Συμφώνως του άρθρου 331 του Ποινικού Κώδικα πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης. Το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει επί λέξη: «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος: (α) ................. (δ) υπογράφει έγγραφο (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι.» Σύμφωνα με τα ευρήματα μου ο κατηγορούμενος οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή χρησιμοποιώντας το όνομα του δικαιούχου της, δηλαδή του Murshid Juhir Mustafa (ΜΚ3) χωρίς να έχει την προς τούτο εξουσιοδότηση του δικαιούχου της επιταγής. Με βάση το ως άνω εύρημα μου συμπερασματικά καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος υπογράφοντας την επίδικη επιταγή κατά τον τρόπο που περιέγραψα αμέσως πιο πάνω κατάρτησε πλαστό έγγραφο. Η έννοια της καταδολίευσης (defraud) αποδίδεται στο σύγγραμμα του Archbold "Criminal Pleading Evidence and Practice", 41η έκδοση, παρ. 17-26: "To defraud" or to act "frandulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another´s right, knowing that you have no right to do so". Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα της απόδειξης της πρόθεσης συνοψίζονται στην υπόθεση Αριστοφάνης Παντελή Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 258 ως ακολούθως: «Η πρόθεση και η γνώση είναι μία κατάσταση της σκέψης. Δεν μπορεί να υπάρχει κατ' ευθείαν μαρτυρία εκτός μέσα από ομολογίες και εκτός από αυτές η απόδειξη του σκοπού γίνεται με περιστατική μαρτυρία σαν ένα θέμα που εξάγεται ως συμπέρασμα από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης ...». Το άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα καθιερώνει μαχητό τεκμήριο ότι η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται αν φαίνεται ότι κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δυνατό να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Η απόρριψη της εκδοχής του κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία του να ανατρέψει στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το ως άνω μαχητό τεκμήριο. Επιπλέον έχοντας κατά νου την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ειδικά την εκ μέρους του οπισθογράφηση της επίδικης επιταγής αλλά και την κυκλοφορία της, με την παράδοση της στον ΜΚ4 διερωτώμαι ποια άλλη θα μπορούσε να ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου εκτός από την καταδολίευση του ΜΚ
  1. Με βάση τα όσα περιγράφω πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό και τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ήτοι (α) τον καταρτισμό πλαστού εγγράφου και (β) την πρόθεση καταδολίευσης. Η κατηγορία 3 αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 336 και 339 του Ποινικού Κώδικα. Συμφώνως των λεπτομερειών αδικήματος της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 18/8/09 στην οδό Κλεάνθη Καλογερά στη Λάρνακα εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο ήτοι την πλαστογραφημένη επιταγή που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία. Το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι «όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο πλαστό έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος». Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει ο κατηγορούμενος, αφού οπισθογράφησε την επίδικη επιταγή την παρουσίασε στον ΜΚ4, ζητώντας από αυτόν να εξοφλήσει από το συνολικό ποσό της επιταγής το χρέος του προς αυτόν και να του επιστρέψει το υπόλοιπο σε μετρητά. Επιπλέον ο κατηγορούμενος από την στιγμή που η επίδικη επιταγή δεν του είχε παραδοθεί νόμιμα δεν είχε το δικαίωμα να προβεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή με την υπό αναφορά επιταγή. Με βάση τα ως άνω ευρήματα μου συμπερασματικά καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της υπό εξέταση κατηγορίας ήτοι (α) την κυκλοφορία της επίδικης επιταγής και (β) την κυκλοφορία της με δόλιο τρόπο. Η κατηγορία 4 αφορά το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπό καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Ιάκωβο Ιακώβου από τη Λάρνακα, ιδιοκτήτη της μπυραρίας Buerto Pup το χρηματικό ποσό των €1017 ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες εις το ότι εξαργύρωσε την επιταγή που αναφέρεται στην 1η κατηγορία ενώ γνώριζε ότι αυτή ήταν κλοπιμαία και πλαστογραφημένη. Το άρθρο 298
(1)του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα ακόλουθα: «΄Οποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα είναι ένοχος κακουργήματος.» Σύμφωνα με το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Συμφώνως των ευρημάτων μου ο κατηγορούμενος παρέστησε στον ΜΚ4 ότι ήταν ο νόμιμος κάτοχος της επίδικης επιταγής παρά το ότι γνώριζε ότι δεν είχε την εξουσιοδότηση του νόμιμου δικαιούχου της επιταγής να την οπισθογραφήσει και κατ' επέκταση να εισπράξει το ποσό της. Κάτω από τις αμέσως πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες παρέδωσε στον ΜΚ4 την επίδικη επιταγή και ζήτησε από αυτόν να την εξαργυρώσει, αποκόπτοντας το χρέος το οποίο είχε δημιουργήσει και επιστρέφοντας του το υπόλοιπο ποσό της επιταγής. Ο ΜΚ4 εξαργύρωσε την επιταγή και αφού απέκοψε το χρέος που είχε δημιουργήσει ο κατηγορούμενος στην μπυραρία του, του επέστρεψε το υπόλοιπο ποσό σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος σε καμμιά περίπτωση δεν είχε αποκαλύψει στον ΜΚ4 ότι δεν είχε την εξουσιοδότηση για να υπογράψει την επίδικη επιταγή, ούτε και να εισπράξει το ποσό της. Με βάση τα ως άνω ευρήματα μου συμπερασματικά καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία και της υπό εξέταση κατηγορίας. Ειδικότερα έχουν αποδειχθεί (α) οι ψευδείς παραστάσεις του κατηγορούμενου προς τον ΜΚ4, (β) η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει τον ΜΚ4 και (γ) η απόσπαση από τον ΜΚ4 του ποσού της επιταγής. Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι μέρος του ποσού της επιταγής είχε χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του λογαριασμού που είχε δημιουργήσει ο κατηγορούμενος, όμως η ως άνω εξόφληση επιτεύχθηκε με την εξαργύρωση της επιταγής από τον ΜΚ4. Η κατηγορία αρ. 1 αφορά το αδίκημα της κλοπής υλικού διαβιβαζομένου ταχυδρομικώς, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 264 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1η-18/8/2009, συμπεριλαμβανομένων σε ημερομηνία άγνωστη για την κατηγορούσα αρχή, στην οδό Ερμού στη Λάρνακα έκλεψε την επίδικη επιταγή, η οποία διαβιβάστηκε ταχυδρομικώς. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επίδικη επιταγή κατέληξε στα χέρια του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο ελλείψει μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να προβεί σε εικασίες αναφορικά με το πρόσωπο που έκλεψε την επίδικη επιταγή, όσο εύλογες κι αν είναι αυτές (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Κατ' επέκταση η υπό εξέταση κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί. ΄Ομως το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου η επίδικη επιταγή δεν αποκλείει την διάπραξη των άλλων αδικημάτων για τα οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος. Η κλοπή δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο των άλλων αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος (βλέπε Βαγγέλω Ανθίμου v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 56). Κατάληξη μου είναι ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 2, 3 και 4, απέτυχε όμως να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας
  1. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν από κάθε λογική αμφιβολία στις κατηγορίες 2, 3 και
  2. Απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία
  3. (Υπ.)....................... Θ. Θωμά, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.