Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Σάββα Δημητρίου, Αρ. Υπ.: 12156/09, 9 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 12156/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Σάββα Δημητρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Ιουνίου, 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 8/6/09 και περί ώρα 22:15 στον κύριο δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου παράνομα επιτέθηκε στον αστυνομικό 2784 Ζαχαρία Ηρακλέους του Σταθμού Λευκάρων και προξένησε σ' αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η μαρτυρία Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) κατέθεσε ενόρκως. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή του κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλέπε το τεκμήριο 3) Στην κατάθεση του αναφέρει ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Λευκάρων. Στις 8/6/09 και ώρα 22:00 ενώ βρισκόταν καθήκον στον σταθμό, λήφθηκε πληροφορία ότι κάποιο αυτοκίνητο κινείτο στον κύριο δρόμο Σκαρίνου προς Λεύκαρα με επικίνδυνους ελιγμούς. Ξεκίνησε με τον αστυφ. 2771 (ΜΚ3) με το περιπολικό όχημα για περιπόληση της περιοχής. Κατά την είσοδο τους στον κύριο δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου είδε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΚΖ338 να κατευθύνεται προς την Σκαρίνου. Του έκαμε σήμα για να σταματήσει χρησιμοποιώντας το μεγάφωνο του περιπολικού οχήματος. Ο οδηγός του οχήματος σταμάτησε στα επόμενα 50 περίπου μέτρα. Αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, προσέγγισε την πόρτα του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου και ζήτησε από τον οδηγό να του δώσει τα στοιχεία του. Διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Την ίδια ώρα αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα οινόπνευμα και του ζήτησε να τον υποβάλει σε προκαταρτικό έλεγχο αλκοτέστ εφιστώντας του την προσοχή του στο νόμο. Αμέσως ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και άρχισε να διαμαρτύρεται πολύ έντονα, αρνούμενος να δώσει δείγμα. Την ίδια ώρα ο κατηγορούμενος προσπάθησε να εισέλθει στο όχημα του για να ακολουθήσει την πορεία του, όμως επενέβηκε και πήρε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο με σκοπό να αποτρέψει την διαφυγή του. Τότε ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το μέρος του ζητώντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Επειδή αρνήθηκε να του τα επιστρέψει, ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε με το δεξί του πόδι στα οπίσθια του. Αμέσως πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «ότι θέλετε κάμετε». Επειδή ο κατηγορούμενος αρνείτο να εισέλθει εντός του περιπολικού οχήματος και έδειχνε ιδιαίτερα επιθετικός κλήθηκαν στο μέρος μέλη του αστυνομικού σταθμού Κοφίνου για βοήθεια. Με την άφιξη τους στο μέρος ο κατηγορούμενος εισήλθε στο περιπολικό όχημα και μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου. Στην συνέχεια κατόπιν οδηγιών του αξιωματικού υπηρεσίας Λάρνακας μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου όπου τον παρέδωσαν στον αστ.
- Κατά το ίδιο βράδυ επισκέφθηκε το τμήμα Α' βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακος όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό. Ο αστ. 2771 Ζαχαρία (ΜΚ3) ο οποίος συνόδευε τον παραπονούμενο κατά την ανακοπή του κατηγορουμένου κατέθεσε επίσης ενόρκως. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η γραπτή του κατάθεση προς την αστυνομία (βλέπε το τεκμήριο 5). Στην κατάθεση του περιγράφει τα γεγονότα κατά τον ίδιο σχεδόν τρόπο, με τον οποίο τα περιγράφει στην κατάθεση του και ο παραπονούμενος. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι πριν δακτυλογραφήσει την κατάθεση του βρήκε την κατάθεση του παραπονούμενου στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του σταθμού και την εκτύπωσε. Αφού την διάβασε διαπίστωσε ότι τα γεγονότα τα οποία περιγράφει στην κατάθεση του ο παραπονούμενος ήταν όπως τα αντιλήφθηκε και ο ίδιος. Κατόπιν αυτού δακτυλογράφησε την κατάθεση του. Ο αστ. 2011 Χαράλαμπος Αριστοδήμου (ΜΚ1) κατέθεσε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Λευκάρων. Την 9/6/09 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο επί τω ότι την 8η/6/09 και περί ώρα 22:15 στον δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου επιτέθηκε παράνομα εναντίον του παραπονούμενου δηλαδή τον κλώτσησε με το δεξί του πόδι πάνω στον αριστερό μηρό, προκαλώντας του εκχύμωση (βλέπε το τεκμήριο 2). Ο κατηγορούμενος του απάντησε «απολογούμαι και ζητώ συγνώμη». Ο κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο ΜΚ1 κρίνεται ως αντικειμενικός και ανεξάρτητος. Ας σημειωθεί ότι η μαρτυρία του, η οποία ήταν περισσότερο τυπικής φύσης δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αναμφιβόλως οι ουσιώδεις μάρτυρες κατηγορίας ήταν ο παραπονούμενος (ΜΚ2) και ο ΜΚ
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου στηριζόμενος στο περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων των δύο μαρτύρων, οι οποίες όπως έχω ήδη αναφέρει αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους, υποστήριξε ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ τους πριν καταγράψουν τις καταθέσεις τους, γι' αυτό και το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την μαρτυρία τους. Αυτή ήταν και η αποκλειστική γραμμή της υπεράσπισης του κατηγορουμένου. ΄Εχω μελετήσει με προσοχή τις γραπτές καταθέσεις των δύο μαρτύρων. Θα συμφωνούσα με τη θέση του κου Χαραλάμπους ότι ο τρόπος καταγραφής των δύο καταθέσεων είναι σχεδόν πανομοιότυπος. Φυσικά η κατάθεση του παραπονουμένου περιλαμβάνει γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεση του ΜΚ
- Τα γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεση του ΜΚ3 είναι αυτά που διαδραματίστηκαν από το σημείο της μεταφοράς του κατηγορουμένου στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου και μετέπειτα. Και οι δύο μάρτυρες αντεξετάστηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε πεισματικά ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνεννόηση με τον ΜΚ3 για το τί θα κατέγραφαν στις καταθέσεις τους. Από την πλευρά του ο ΜΚ3 αποκάλυψε κατά την αντεξέταση του ότι πριν δακτυλογραφήσει την δική του κατάθεση διάβασε την κατάθεση του παραπονουμένου, την οποία βρήκε στον υπηρεσιακό ηλεκτρονικό υπολογιστή του σταθμού και αφού διαπίστωσε ότι τα γεγονότα που καταγράφονταν στην κατάθεση του παραπονουμένου ήταν όπως τα αντελήφθηκε και ο ίδιος, δακτυλογράφησε την κατάθεση του. Επισημαίνω ότι η ως άνω θέση του ΜΚ3 παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω δεν έχει δημιουργηθεί στο δικαστήριο η παραμικρή υπόνοια ότι δυνατό να υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ των δύο μαρτύρων. Η υπεράσπιση είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει τον ΜΚ3 υποβάλλοντας του τη δική της εκδοχή ότι πριν δακτυλογραφήσει την κατάθεση του είχε συνεννοηθεί με τον παραπονούμενο. Παρέλειψε όμως να το πράξει. Κάτω από τα δεδομένα τα οποία αναφέρω πιο πάνω πιστεύω ότι δεν παρέχονται περιθώρια στο δικαστήριο για αμφισβήτηση της θέσης του παραπονουμένου ότι η κατάθεση του αποτελεί προϊον αποκλειστικά της δικής του αντίληψης και ότι σε καμμιά περίπτωση δεν είχε λάβει υπόψη του την κατάθεση του ΜΚ
- Είμαι της άποψης ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης είναι εντελώς διαφορετικά από τα γεγονότα της υπόθεσης Κώστας Αγγελίδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 230 στην οποία έκαμε αναφορά η υπεράσπιση. Στην υπόθεση εκείνη η γραμμή της υπεράσπισης ήταν ότι τα όσα αναφέρονταν στην γραπτή κατάθεση του αστυνομικού που ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου ήταν το αποτέλεσμα προσυνεννόησης με συνάδελφο του, ο οποίος βρισκόταν μαζί του αφού, κατά την υπεράσπιση, η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ήταν στην ουσία - σε δομή, λεκτικό αλλά και περιεχόμενο - πανομοιότυπη με εκείνη του συναδέλφου του. Αμέσως πριν καταθέσει στο δικαστήριο ο ως άνω αστυνομικός η υπεράσπιση ανέφερε στο δικαστήριο ότι χρειαζόταν την παρουσίαση της κατάθεσης του άλλου αστυνομικού μάρτυρα, ο οποίος δεν μπορούσε να καταθέσει στο δικαστήριο λόγω της απουσίας του στο εξωτερικό. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης για την παρουσίαση στο δικαστήριο της ως άνω κατάθεσης, την οποία η υπεράσπιση θεωρούσε σχετική για το ζήτημα της αξιοπιστίας του άλλου αστυνομικού που επρόκειτο να καταθέσει. Το εφετείο διαφώνησε με τον ως άνω χειρισμό του πρωτόδικου δικαστηρίου επισημαίνοντας ότι η κατάθεση του απόντος αστυνομικού αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για τον συγκεκριμένο σκοπό του ελέγχου της αξιοπιστίας του μάρτυρα που θα κατέθετε στο δικαστήριο. Στην υπό εξέταση υπόθεση η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο και τους δύο μάρτυρες, τους οποίους ο συνήγορος υπεράσπισης είχε την δυνατότητα να αντεξετάσει, προσφέροντας κατ' αυτό τον τρόπο στο δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της αξιοπιστίας τους. Και οι δύο τους κρίνονται από το δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Ειδικά όσον αφορά τον ΜΚ3 επισημαίνω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Στο σημείο αυτό παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι ακόμη και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ3 ως αποτελούσα προϊόν αντιγραφής της κατάθεσης του παραπονουμένου, θα μπορούσε να στηριχτεί αποκλειστικά στην καθ' όλα αξιόπιστη μαρτυρία του παραπονουμένου για να καταλήξει στα ευρήματα του. Η τυχόν απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ3 δεν θα αποτελούσε κώλυμα για το δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του παραπονουμένου (ΜΚ2). Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω θα πρέπει να επισημάνω και την απάντηση του κατηγορουμένου προς τον ΜΚ1 όταν τον κατηγόρησε γραπτώς επί τω ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο με αποτέλεσμα να του προκαλέσει εκχύμωση στο αριστερό μηρό. Η απάντηση του επί λέξη ήταν «απολογούμαι και ζητώ συγνώμη». Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα εύρηματα: Στις 8/6/09 και περί ώρα 22:00 κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε στον αστυνομικό σταθμό Λευκάρων ότι αυτοκίνητο κινείτο με επικίνδυνους ελιγμούς στο δρόμο Σκαρίνου - Λευκάρων, ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3, οι οποίοι βρίσκονταν στον σταθμό ξεκίνησαν με περιπολικό όχημα για περιπόληση της περιοχής. Μόλις εισήλθαν στον δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου είδαν το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΚΖ 338 να κατευθύνεται προς Σκαρίνου. Ο ΜΚ2 έκαμε σήμα στον οδηγό του ως άνω αυτοκινήτου να σταματήσει. Ο οδηγός του συμμορφώθηκε με το σήμα. Ο ΜΚ2 κατέβηκε από το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και προσέγγισε την πόρτα του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, ζητώντας από τον οδηγό του τα στοιχεία του. Διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος μύριζε έντονα οινόπνευμα και γι' αυτό ζήτησε να τον υποβάλει σε προκαταρτικό έλεγχο αλκοτεστ. Ο κατηγορούμενος τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και άρχισε να φωνάζει, αρνούμενος να δώσει δείγμα. Προσπάθησε να εισέλθει στο αυτοκίνητο του για να συνεχίσει την πορεία του. Ο ΜΚ2 επενέβη και πήρε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου για να αποτρέψει τη διαφυγή του από τη σκηνή. Τότε ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το μέρος του ΜΚ2 ζητώντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε να του τα επιστρέψει και τότε ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε με το πόδι του στους μηρούς του. Αμέσως ο ΜΚ2 τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «ότι θέλετε κάμετε». Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού - τεκμήριο 4 ο ΜΚ2 συνεπεία του ως άνω κτυπήματος υπέστη εκχύμωση αριστερού μηρού. Νομική ανάλυση ΄Οπως έχω ήδη αναφέρει, η υπό εξέταση κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί επί λέξη τα ακόλουθα: «243. ΄Οποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος είναι (α) η επίθεση και (β) η πρόκληση σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 8/6/09 στον κύριο δρόμο Λευκάρων - Σκαρίνου επιτέθηκε στον αστυνομικό 2784 Ζαχαρία Ηρακλέους του σταθμού Λευκάρων και προξένησε σ' αυτό πραγματική σωματική βλάβη. Τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, όπως τα περιγράφω πιο πάνω δεν αφήνουν καμμιά αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος στις 8/6/09 στον κύριο δρόμο Σκαρίνου - Λευκάρων επιτέθηκε στον παραπονούμενο με αποτέλεσμα να του προκαλέσει σωματική βλάβη. Αναφορικά με την έννοια της πραγματικής σωματικής βλάβης θα παραπέμψω στην υπόθεση Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)2 CLR 56 στην οποία αναφέρθηκε ότι και η απλή ερυθρότητα, ακόμα και η εκδορά συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Με βάση τα όσα ανέφερα πιο πάνω καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και τα δύο συστατικά στοιχεία της κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. (Υπ.) ......................... Θ. Θωμά, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο