Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Αυγουστής Ιωαννίδης, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 17552/09, 30 Ιουνίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου,Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 17552/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Αυγουστής Ιωαννίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος. Κυριακίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία) και της οδήγησης καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο (2η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 16/5/09 και ώρα 20:05 στη οδό Φανερωμένης οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΝΧ128 χωρίς να καταβάλλει τη προσήκουσα προσοχή και ενώ το ποσοστό αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν 23 αντί 22 εκατομυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε οκτώ μάρτυρες κατηγορίας τον Λοχία 4648 Α. Μαυρή (ΜΚ1), τον αστ. 2933 Γ. Γεωργίου (ΜΚ2), την Γ/αστ. 3470 Ζ. Φιλίππου (ΜΚ3), τον Μάριο Κουμίδη (ΜΚ4), τον αστ. Γ. Αγησιλάου (ΜΚ5), την Σταυρούλα Ιωάννου (ΜΚ6) και τον αστ.2329 Ν. Πολυκάρπου (ΜΚ7). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. O MK1 Μ. Μαυρής υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι υπηρετεί στην αστυνομική διεύθυνση Λάρνακας και είναι ειδικός φωτογράφος. Στις 16/5/09 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στη οδό Φανερωμένης όπου συνάντησε το ΜΚ
- Όταν έφθασε στη σκηνή το ενεχόμενο όχημα του κατηγορούμενου είχε μετακινηθεί και βρισκόταν επί του πεζοδρομίου. Έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και του ενεχόμενου οχήματος (τεκμήριο 2) τις οποίες επεξήγησε στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια στη τροχαία Λάρνακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3) και τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήριο 4). Ανέφερε ότι στις 20/5/09 και περί η ώρα 20:50 οδηγώντας το όχημα του κατηγορούμενου με συνοδηγό τον ίδιο διένυσε τη διαδρομή από τα φώτα τροχαίας της Φανερωμένης προς τον κυκλικό κόμβο κάτω από τις ίδιες συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα του δυστυχήματος και ενώ στο σημείο σύγκρουσης στεκόταν ο αστυφύλακας 2933 Γ. Γεωργίου. Κατά την εν λόγω διαδρομή κάλεσε τον κατηγορούμενο να αναφέρει από ποιο σημείο μπορούσε να δει οτιδήποτε κινείτο στο δρόμο μέχρι το σημείο σύγκρουσης και ο κατηγορούμενος υπέδειξε την απόσταση των 170μ. Στο στάδιο της αντεξέτασης, σε σχετικές ερωτήσεις, ο ΜΚ1 ανάφερε ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μετρήθηκε η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν οι ίδιες με αυτές της ώρας του δυστυχήματος, δηλαδή, η ώρα ο φωτισμός του δρόμου, η στάση των φώτων του οχήματος, καθώς και η πορεία που ακολουθούσε το όχημα του κατηγορούμενου. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο την ώρα που συνέβηκε το δυστύχημα εκινούνταν στον δρόμο άλλα οχήματα, αναφέροντας ότι, στις 20/5/09 κατά την εξέταση της ορατότητας του κατηγορούμενου, δεν κινούνταν οποιαδήποτε οχήματα μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου ούτε και στην εξ' αντιθέτου πορεία. Αναφορικά με τον οδικό φωτισμό της λεωφόρου Φανερωμένης, σε σχετικές ερωτήσεις ,ο ΜΚ1 απάντησε ότι είναι ικανοποιητικός και δεν παρουσιάζει οποιονδήποτε πρόβλημα. Εκείνο που συνήθως προκαλεί πρόβλημα στην εν λόγω λεωφόρο είναι η στάθμευση οχημάτων που προκαλεί παρακώλυση της κυκλοφορίας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι λαμπτήρες του οδικού φωτισμού της λεωφόρου Φανερωμένης φωτίζουν όλο το πλάτος του δρόμου. Σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου της υπεράσπισης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, δεν έλεγξε πόσοι λαμπτήρες οδικού φωτισμού βρίσκονται κοντά στο σημείο σύγκρουσης και ούτε και σε πόση απόσταση. Ανέφερε ότι η Λεωφόρος Φανερωμένη είναι πλάτους 14 μ. και χωρίζεται σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας με άσπρη συνεχή γραμμή. Υπέδειξε ότι στις φωτογραφίες 4 και 5 του τεκμηρίου 2 φαίνεται η κατεύθυνση που εκινείτο ο κατηγορούμενος, όπου υπάρχει ελαφριά κλίση δεξιά στο δρόμο όπως φαίνεται στη φωτογραφία 6 του τεκμηρίου
- Τέλος, σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι ο αστυνομικός 2933 που στεκόταν στο σημείο της σύγκρουσης κατά τον έλεγχο της ορατότητας του κατηγορούμενου, φορούσε σκούρο μπλέ παντελόνι και γαλάζιο πουκάμισο. Ο ΜΚ2 αστ. 2933 Γ. Γεωργίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 5) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις που του υπέβαλε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος. Όταν έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος το όχημα του κατηγορούμενου δεν βρίσκετο στη τελική του θέση. Στη σκηνή ήταν παρόντες ο κατηγορούμενος και δύο αυτόπτες μάρτυρες, ήτοι ο Μάριος Κουμίδης ΜΚ4 και η Αlexia Alexander Hennessey. Αφού άκουσε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου και των δύο μαρτύρων ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 6), στο οποίο τοποθέτησε την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου την πορεία των δύο πεζών που τραυματίστηκαν από το όχημα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο, το υποδειχθέν από την μάρτυρα Αlexia Alexander σημείο σύγκρουσης, μια κηλίδα αίματος επί της ασφάλτου καθώς και το σημείο στο οποίο εντοπίσθηκαν κομμάτια από σπασμένο τραφικέϊτορ. Στη συνέχεια ο μάρτυρας έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις. Επίσης κατά τη διάρκεια της ετοιμασίας του πρόχειρου σχεδίου η αστυφύλακας 3470 υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ και επειδή η ένδειξη ήταν πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, τον μετέφερε στη Τροχαία Λάρνακας για να τον υποβάλει σε τελικό έλεγχο. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Λεωφόρος Φανερωμένης είναι δρόμος ευθύς και επίπεδος, διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κάθε κατεύθυνση όπου στο σημείο που έγινε το δυστύχημα χωρίζονται με συνεχή άσπρη γραμμή. Βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χαω. Η άσφαλτος του δρόμου ήταν καλής επιφάνειας καθαρός και ξηρός. Ο καιρός ήταν αίθριος και το δυστύχημα επεσυνέβηκε κατά τη διάρκεια της νύκτας. Ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια κατά την ώρα του δυστυχήματος. Η ορατότητα που μπορούσε να έχει ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την πορεία του, πριν το σημείο σύγκρουσης χωρίς την ύπαρξη εμποδίων είναι μέχρι 400μ. απόσταση. Σε απόσταση 61μ. από το σημείο σύγκρουσης υπάρχει διάβαση πεζών. Τα ρούχα που φορούσαν οι δύο πεζές ήταν γκρίζο παντελόνι και μαύρη μπλούζα. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο που είχε ετοιμάσει στη σκηνή του δυστυχήματος ετοίμασε στη συνέχεια συμμετρικό σχέδιο το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ο μάρτυρας σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι, το σημείο σύγκρουσης που τοποθέτησε στο σχεδιαγράφημα του το υπέδειξε η μάρτυρας Αlexia Alexander. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ2, ανέφερε ότι η αυτόπτης μάρτυρας, Αlexia Alexander, ανέφερε ότι μία από τις δύο πεζές έκανε ένα βήμα πίσω από το σημείο που βρισκόταν και τότε κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας δεν διενήργησε οποιεσδήποτε εξετάσεις για να διαπιστώσει κατά πόσο την ώρα του δυστυχήματος εκινούνταν άλλα οχήματα μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου, αναφέροντας όμως ότι ο ανεξάρτητος μάρτυρας Κουμίδης ισχυρίσθηκε ότι εκινείτο με το δικό του όχημα μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου και πιθανόν μπροστά από το όχημα του Κουμίδη να εκινείτο και άλλο όχημα εξ' αντιθέτου όμως εκινούνταν άλλα οχήματα και αυτός ήταν και ο λόγος που η μία από τις δύο πεζές κινήθηκε προς τα πίσω. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν του ανέφερε κάποιος κατά πόσο τη συγκεκριμένη στιγμή του δυστυχήματος υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα αριστερά σύμφωνα με τη πορεία του κατηγορούμενου, διότι τα αυτοκίνητα σταματούν για λίγο στο φούρνο και το σουβλατζίδικο και φεύγουν. Ο μάρτυρας υπέδειξε στο τεκμήριο 7 τους πυλώνες της ΑΗΚ που υπήρχαν στο δρόμο σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης αναφέροντας ότι αυτοί είναι οι μοναδικοί πυλώνες οδικού φωτισμού κοντά στη σκηνή του δυστυχήματος, αποδεχόμενος ότι παρέλειψε να σημειώσει στο τεκμήριο 6 του ένα από τους πυλώνες. Σε σχετική ερώτηση ο μάρτυρας ανέφερε ότι όσο απομακρύνεσαι από τον πυλώνα του οδικού φωτισμού ο φωτισμός εξασθενίζει και όταν απομακρυνθείς περισσότερο ο φωτισμός χάνεται. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι πέραν της εξέτασης της ορατότητας του κατηγορούμενου που διενεργήθηκε στις 20/5/09, με τον τρόπο που περιέγραψε ο ΜΚ1 ο ίδιος δεν διενήργησε οποιεσδήποτε άλλες εξετάσεις για το θέμα αυτό. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μέτρησε την ορατότητα στο σημείο του δυστυχήματος κατά τη διάρκεια που κινούνται οχήματα με εξ' αντιθέτου πορείες, δηλώνοντας όμως ότι από την πείρα του όταν κινούνται δύο οχήματα εξ' αντιθέτου η ορατότητα είναι πάρα πολύ μειωμένη. Επίσης ανέφερε ότι, όταν σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου προπορεύονται άλλα οχήματα και κινούνται επίσης οχήματα στην εξ' αντιθέτου πορεία, και τότε πάλι μειώνεται η ορατότητα ανάλογα με τις θέσεις των οχημάτων. Ο μάρτυρας αναφερόμενος στα δεδομένα που λήφθησαν υπόψη κατά την εξέταση της ορατότητας του κατηγορούμενου στις 20/5/09 ήταν η πορεία του κατηγορούμενου αναφέροντας ότι ενώ ο ίδιος στεκόταν στο σημείο σύγκρουσης μετρήθηκε η απόσταση από την οποία τον αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος. Δεν λήφθησαν υπόψη άλλα δεδομένα κατά την ώρα της πιο πάνω μέτρησης, γι' αυτό ο μάρτυρας όπως ισχυρίσθηκε αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του την ορατότητα που θα μπορούσε να έχει ο κατηγορούμενος χωρίς την ύπαρξη εμποδίων. Σε σχετική ερώτηση ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα οι δύο πεζές αφού έτρεξαν μέχρι τη μέση του δρόμου παρέμειναν εκεί και περίμεναν διότι κινούνταν οχήματα στην εξ' αντιθέτου πορεία. Συμφώνησε περαιτέρω ότι το σημείο σύγκρουσης του το υπέδειξε η ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία την ώρα του δυστυχήματος έτρωγε σουβλάκια στο σουβλατζίδικο που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της Λεωφόρου, σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου όπως φαίνεται στο τεκμήριο
- Περαιτέρω ανέφερε ότι το πλάτος της λεωφόρου είναι περίπου 15μ. και ότι στην εξ' αντιθέτου πορεία σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου δεν υπάρχει οδικός φωτισμός για να συμφωνήσει στη συνέχεια ότι ο δρόμος είναι σκοτεινός. Δεν ήταν σε θέση να πει την απόσταση του σκότους συμφώνησε όμως ότι ο δρόμος είναι σκοτεινός. Η ΜΚ3 Ζ. Φιλίππου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της τεκμήριο
- Ανέφερε ότι στις 16/5/09 υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ και κατέθεσε ως τεκμήριο 9 πιστοποίηση σύμφωνα με την οποία η συσκευή του προκαταρκτικού ελέγχου συνάδει με τα πρότυπα των σχετικών Κανονισμών. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε έγινε έλεγχος της συσκευής με την οποία διενήργηθη ο έλεγχος άλκοτεστ στον κατηγορούμενο και ότι η εκπαίδευση που έτυχε για τις συσκευές άλκοτεστ αφορούν μόνο τον τρόπο χρήσης τους. Διαφώνησε σε σχετική υποβολή του συνηγόρου της υπεράσπισης ότι η συγκεκριμένη συσκευή την συγκεκριμένη στιγμή δεν ήταν σε θέση να δώσει ορθά αποτελέσματα. Ο ΜΚ4 Μάριος Κουμίδης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 10) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Φανερωμένης με κατεύθυνση προς το Cineplex, κρατώντας τη δεξιά λωρίδας της πορείας του. Σε κάποια απόσταση, που δεν μπορούσε να πεί πόση, προπορευόταν άλλο όχημα και πίσω τον ακολουθούσε σε απόσταση 2-3μ. το όχημα τύπου βαν που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Στην εξ' αντιθέτου πορεία εκινούντο άλλα οχήματα. Σε κάποιο σημείο είδε δύο κοπέλλες να στέκονται στη μέση του δρόμου προσπαθώντας να διασταυρώσουν από αριστερά προς τα δεξιά. Βρίσκονταν σε απόσταση περίπου ένα πόδι από τη γραμμή της μέσης του δρόμου προς τα δεξιά. Μόλις πέρασε είδε από το εσωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του τον κατηγορούμενο να κτυπά τις δύο πεζές με την δεξιά άκρια του αυτοκινήτου του. Την στιγμή που έβλεπε τη σύγκρουση δεν είδε ποιά ήταν ακριβώς η θέση των δύο πεζών ούτε κατά πόσο αυτές εκινήθηκαν μπροστά ή πίσω. Σε σχετικές ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ο ΜΚ4 ανέφερε ότι, ο ίδιος είδε τις πεζές από απόσταση 2μ. και από απόσταση 2-3μ. πίσω είδε από το εσωτερικό καθρεφτάκι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να τις κτυπά. Στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα. Υπέδειξε επί του τεκμηρίου 7 την πορεία του ως η πορεία Α και το σημείο που βρίσκονταν οι πεζές το σημείο Χ. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι μπροστά του εκινείτο άλλο αυτοκίνητο όπως επίσης και στην εξ' αντιθέτου πορεία εκινούντο αυτοκίνητο με τα φώτα αναμμένα. Τις δύο πεζές τις αντιλήφθηκε ο ίδιος όπως απάντησε σε σχετική ερώτηση από απόσταση 2-3μ- και μόλις τις πέρασε είδε από απόσταση 2-3μ. τη σύγκρουση μέσα από το εσωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του. Ο ΜΚ5 αστυφύλακας Γ. Αγησιλάου υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του τεκμηρίου 11 και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι στις 16/5/09 και ώρα 21.26 στη Τροχαία Λάρνακας υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε τελικό έλεγχο αλκοόλης. Ο κατηγορούμενος έδωσε δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής με ένδειξη 23 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής . Κατέθεσε ως τεκμήριο 12 σχετικό πιστοποιητικό σύμφωνα με το οποίο η συσκευή τελικού ελέγχου συνάδει με τα πρότυπα του σχετικού Κανονισμού και ως τεκμήριο 13 το έντυπο αποτέλεσμα του ελέγχου άλκοτεστ. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ5, ανέφερε ότι η εκπαίδευση του στις συσκευές άλκοτεστ αφορά μόνο το χειρισμό τους και σε σχετική ερώτηση περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο κατά τη διάρκεια αυτού γίνεται ο ενδεδειγμένος έλεγχος για να διαπιστωθεί ότι η συσκευή λειτουργεί ορθά. Η ΜΚ6, η μία από τις δύο πεζές που κτυπήθηκαν κατά το δυστύχημα, υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 14) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι με τη φίλη της αποφάσισαν να διασταυρώσουν το δρόμο για να πάνε στο περίπτερο απέναντι. Προχώρησαν μέχρι τη μέση του δρόμου. Δεν θυμόταν τίποτα άλλο για το τι έγινε στη συνέχεια. Το μόνο που ήταν σε θέση να πει ήταν ότι η πορεία τους ήταν η πορεία Β στο τελικό σχέδιο τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση η ΜΚ6 παραδέχθηκε ότι υπήρχε διάβαση πεζών στον επίδικο δρόμο αλλά παρέλειψαν να την χρησιμοποιήσουν. Επίσης ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο τόσο η ίδια όσο και η φίλη της φορούσαν μαύρες μπλούζες. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι βρίσκονταν στη άσπρη διαχωριστική γραμμή περίπου στη μέση του δρόμου όπου περίμεναν διότι εκινούνταν αυτοκίνητα από αριστερά. Δεν θυμόταν όμως σύμφωνα με τη θέση τους, κατά πόσο περνούσαν οχήματα πίσω από αυτές. Στη συνέχεια η ΜΚ6 ανέφερε ότι παρέμειναν στη μέση του δρόμου πολύ λίγο και ότι η φίλη της σε κάποια στιγμή έκανε βήμα προς τα πίσω διότι εκινούνταν οχήματα από αριστερά. Τα φώτα των αυτοκινήτων που κινούνταν από αριστερά ήταν αναμμένα. Υπολογίζει ότι η φίλη της στεκόταν στα δεξιά της όταν έγινε το δυστύχημα διότι αυτή τραυματίστηκε πιο πολύ από την ίδια. Ο ΜΚ7 ανέφερε ότι είναι ο συντηρητής των συσκευών άλκοτεστ και έτυχε προς τούτο εκπαίδευσης στο εργοστάσιο που τις κατασκευάζει. Στη συνέχεια ο συνήγορος της υπεράσπισης δήλωσε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι συσκευές με τις οποίες ο κατηγορούμενος υπεβλήθη σε έλεγχο αλκοόλης λειτουργούν ορθά και αφού υπέβαλε στο μάρτυρα σχετική ερώτηση, ο τελευταίος απάντησε ότι οι εν λόγω συσκευές έχουν περιθώριο λάθους από 0-40 mg στα 100ml δηλαδή έχουν περιθώριο λάθους συν-πλήν 3,2 mg στα 100ml. O κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 3) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι εκινείτο στη Λεωφόρο Φανερωμένης με κατεύθυνση προς το Cineplex με χαμηλή ταχύτητα γύρω στα 30 με 40 χαω έχοντας αναμμένα και τα μεγάλα φώτα στη χαμηλή τους στάση. Μπροστά του εκινούντο άλλα οχήματα, το πρώτο σε απόσταση μεγαλύτερη των 3-5μ. χωρίς όμως να μπορεί να την υπολογίσει. Οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας διότι στην αριστερή λωρίδα υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Δεν γνωρίζει σε πόση απόσταση βρισκόταν από τη διαχωριστική γραμμή αλλά είναι σίγουρος ότι το όχημα του δεν πατούσε πάνω σε αυτή. Πίσω του εκινούνταν άλλα οχήματα, όπως επίσης και στην εξ αντιθέτου πορεία. Όπως οδηγούσε ξαφνικά αντιλήφθηκε στο μπροστινό δεξιό άκρο λοξώς δεξιά του αυτοκινήτου του δύο άτομα να στέκονται στο δρόμο σε πολύ κοντινή απόσταση τέτοια που δεν μπόρεσε να αντιδράσει και να κάνει οποιανδήποτε ενέργεια για να τα αποφύγει. Ένοιωσε το κτύπημα πάνω στο μπροστινό δεξιό άκρο του αυτοκινήτου του. Σιοκαρίσθηκε μπήκε σε πάροδο και αφού έκανε επαναστροφή επέστρεψε στο μέρος της σκηνής. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα όχι όμως με το σημείο σύγκρουσης, διότι όπως ανέφερε σε καμία περίπτωση δεν οδηγούσε πάνω στη άσπρη διαχωριστική γραμμή όπου αυτό φαίνεται με το γράμμα Χ αλλά βρισκόταν μέσα στη λωρίδα του. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στη συνέχεια ότι τα οχήματα που κινούονταν στην εξ' αντιθέτου πορεία περιόριζαν σε κάποιο βαθμό την ορατότητα του. Τη στιγμή του δυστυχήματος κοίταζε μπροστά του όπου εκινείτο άλλο αυτοκίνητο. Υπήρχαν αυτοκίνητα και στις δύο κατευθύνσεις του δρόμου. Σε δευτερόλεπτα μετά που είδε τις φιγούρες των δύο πεζών άκουσε και το κτύπημα. Ανέφερε ότι το προπορευόμενο αυτοκίνητο δεν του επέτρεπε να βλέπει τι υπήρχε μπροστά του και ότι ο δρόμος στο σημείο εκείνο ήταν ελάχιστα λοξός προς τα δεξιά. Κατά την αντεξέταση του από την Κατηγορούσα Αρχή ο κατηγορούμενος επανέλαβε ότι αντιλήφθηκε τις πεζές κλάσματα δευτερολέπτου πριν τις κτυπήσει. Δεν τις είδε από προηγουμένως να περιμένουν στο δρόμο, τις είδε μόνο εκείνη την στιγμή, όταν δηλαδή βρίσκονταν πολύ κοντά στο αυτοκίνητο του με αποτέλεσμα να μην προλάβει να αντιδράσει. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι την ώρα που είδε τις πεζές το προπορευόμενο αυτοκίνητο ήταν μπροστά του σε απόσταση 5 μέτρων για να διευκρινίσει κατά την επανεξέταση, ότι τις πεζές τις αντιλήφθηκε μετά που πέρασε από αυτές το προπορευόμενο αυτοκίνητο. Σε σχετική υποβολή ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ο οδικός φωτισμός υπήρχε μόνο στη δεξιά πλευρά του δρόμου και κάτι που μείωνε την ορατότητα του όπως επίσης και τα φώτα των οχημάτων που εκινούντο από απέναντι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1, δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Αποδέχομαι από την μαρτυρία του τα όσα ανέφερε και επεξήγησε σε σχέση με τις φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος και του ενεχόμενου αυτοκινήτου. Περαιτέρω αποδέχομαι τον τρόπο με τον οποίο διενήργησε την έρευνα σχετικά με την ορατότητα του κατηγορούμενου στον επίδικο δρόμο όπως την περιέγραψε και ο ΜΚ2 χωρίς όμως να μπορώ να αποδεκτώ, και απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι αυτή έγινε κάτω από συνθήκες ίδιες με αυτές που επικρατούσαν κατά την ώρα του δυστυχήματος. Τούτο διότι κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσα οχήματα κινούνταν στο δρόμο την ώρα του δυστυχήματος λέγοντας ότι κατά τη διάρκεια που διενεργούσε την πιο πάνω έρευνα δεν υπήρχαν οποιαδήποτε οχήματα μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου αλλά ούτε και στην εξ' αντιθέτου πορεία. Επίσης δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο οδικός φωτισμός της επίδικης Λεωφόρου δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε πρόβλημα κάτι που έρχεται σε αντίφαση με τα λεγόμενα του εξεταστή του δυστυχήματος ο οποίος συμφώνησε ότι ο επίδικος δρόμος είναι σκοτεινός. Συνεπώς πλην των δύο πιο πάνω αναφερόμενων σημείων, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ
- Ο ΜΚ2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Υπήρξε αντικειμενικός και ειλικρινής κατά την μαρτυρία του. Επισημαίνω κυρίως την ειλικρίνεια του τα σημεία της μαρτυρίας του αναφορικά με τον τρόπο που ερευνήθηκε η ορατότητα του κατηγορούμενου, τις συνθήκες φωτισμού του δρόμου και το σημείο σύγκρουσης το οποίο παραδέχθηκε ότι του το υπέδειξε αυτόπτης μάρτυρας και δεν κατέληξε σε αυτό από δική του έρευνα. Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 7) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Από το τεκμήριο 7 αποδέχομαι τις υπόλοιπες μετρήσεις του μάρτυρα όχι όμως το σημείο σύγκρουσης διότι σύμφωνα με το ΜΚ2, η τοποθέτηση του δεν ήταν αποτέλεσμα εμπειρογνωμοσύνης αφού όπως ο ίδιος ανέφερε δεν κατέληξε σε αυτό από δικές του έρευνες αλλά το τοποθέτησε εκεί που του υπέδειξε η αυτόπτης μάρτυρας η οποία την ώρα του δυστυχήματος βρισκόταν στο απέναντι σουβλατζίδικο. Σημειώνω ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και η μαρτυρία της παρέμεινε μια εξ' ακοής μαρτυρία η οποία δεν υποβλήθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης με αποτέλεσμα η βαρύτητα της να είναι τόσο περιορισμένη ώστε να μην επιτρέπει στο Δικαστήριο να στηριχτεί σε αυτή. Από την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία στο μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορώ να καταλήξω είναι ότι το δυστύχημα επεσυνέβηκε κάπου στη μέση του δρόμου της Λεωφόρου Φανερωμένης. Επίσης δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ΜΚ2, ότι, στην αριστερή λωρίδα σύμφωνα με τη πορεία του κατηγορούμενου δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα κατά την ώρα του δυστυχήματος, κάτι που διέψευσε ο ΜΚ
- Συνεπώς πλην των πιο πάνω αναφερομένων σημείων αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ
- Η ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η μαρτυρία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο ΜΚ4 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Υπήρξε σαφής και αντικειμενικός κατά τη μαρτυρία του η οποία δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Κατέθεσε με ευθύτητα τα όσα περιέπεσαν στη αντίληψη του σχετικά με το δυστύχημα χωρίς να διακρίνω οποιανδήποτε προσπάθεια του να αλλοιώσει ή παραποιήσει οτιδήποτε προς όφελος οποιουδήποτε από τους διαδίκους γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΚ5 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι στην ολότητα της, όπως και την μαρτυρία του ΜΚ7 δεδομένου και του παραδεκτού γεγονότος περί της ορθής λειτουργίας των συσκευών με τις οποίες διενεργήθηκε ο έλεγχος άλκοτεστ στον κατηγορούμενο. Η ΜΚ6 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της η οποία δεν βοήθησε στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με το δυστύχημα αφού δεν θυμόταν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες πλην του ότι διασταυρώνοντας το δρόμο προχώρησαν με τη φίλη της και στάθηκαν στη μέση του δρόμου και ότι η φίλη της πριν τη σύγκρουση έκανε βήμα προς τα πίσω. Ο ΜΚ7, του οποίου η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο κατηγορούμενος μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση κατά την ένορκη μαρτυρία του και μου έδωσε την εντύπωση ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατάθεσε με νηφαλιότητα χωρίς υπερβολές. Παράθεσε μια αξιόπιστη εκδοχή. Η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση, κατά την οποία σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ότι το προπορευόμενο όχημα τον εμπόδιζε να βλέπει τι υπήρχε μπροστά από αυτό. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του ΜΚ4 σύμφωνα με την οποία και μπροστά του επίσης προπορεύετο άλλο όχημα και ο ίδιος αντιλήφθηκε τις πεζές από απόσταση 2 μέτρων και μόλις ο ίδιος πέρασε το σημείο που βρίσκονταν οι δύο πεζές τότε είδε από το εσωτερικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να τις κτυπά. Κάποια διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΚ2 και του κατηγορούμενου σε σχέση με την μεταξύ τους απόσταση, κρίνω ότι είναι επουσιώδης δεδομένου ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν δυνατό να αναφερθούν στην απόσταση αυτή με ακρίβεια. Επίσης δεν αμφισβητήθηκαν αλλά παρέμειναν αναντίλεκτοι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ότι εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα μέσα στη λωρίδα του και χωρίς να πατήσει πάνω στην άσπρη διαχωριστική γραμμή. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 16/5/09 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο τύπου βαν με αριθμούς εγγραφής ΕΝΧ128 στη Λεωφόρο Φανερωμένης εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με χαμηλή ταχύτητα και αναμμένα μεγάλα φώτα στη χαμηλή τους στάση. Μπροστά και πίσω από το όχημα του κατηγορούμενου εκινούντο άλλα οχήματα όπως και στην εξ' αντιθέτου κατεύθυνση. Η Λεωφόρος Φανερωμένης είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οδικός φωτισμός υπάρχει μόνο στην αριστερή πλευρά της Λεωφόρου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα ο οδικός φωτισμός να μην είναι ικανοποιητικός. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει ελαφριά κλίση προς τα δεξιά δύο πεζές με σκούρα ρούχα που διασταύρωναν από αριστερά προς τα δεξιά βρίσκονταν περίπου στη μέση του δρόμου, με σκοπό να περάσουν απέναντι. Μόλις το όχημα που προπορευόταν του οχήματος του κατηγορούμενου πέρασε από τις δύο πεζές, το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου κτύπησε τις δύο πεζές με το δεξιό άκρο του οχήματος του με αποτέλεσμα να τις τραυματίσει. Οι δύο πεζές φορούσαν μαύρες μπλούζες και πριν την σύγκρουση η μία από αυτές έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε έλεγχο άλκοτεστ με ένδειξη 23 εκατομυριαστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Η συσκευή του τελικού ελέγχου συνάδει με τα πρότυπα που προνοεί ο νόμος και κατά τη διάρκεια του ελέγχου λειτουργούσε κανονικά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Στη Νικολαϊδης κ.α. v. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου v. Χ΄΄Νεοφύτου
(1991)1ΑΑΔ 426 και Κωνσταντίνου v. Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110). Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια του κατηγορούμενου, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο μη ικανοποιητικός οδικός φωτισμός και η σκοτεινότητα του δρόμου, όπως τον χαρακτήρισε ο ΜΚ2, δεν αποτελεί από μόνο του γεγονός που μπορεί από μόνο του να επενεργήσει προς όφελος του κατηγορούμενου. Τούτο διότι κάθε οδηγός οφείλει να οδηγεί μέσα στο πεδίο ορατότητας που του επιτρέπει ο φωτισμός όποιο και αν είναι αυτό. Εξετάζοντας όμως το ζήτημα μέσα από τη μαρτυρία και τα ευρήματα που κατέστη δυνατό να εξαχθούν από αυτή προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί κάποια ενέργεια του κατηγορούμενου τέτοια που να καταδεικνύει αμέλεια. Αντίθετα και όπως προέκυψε από τη προσκομισθείσα μαρτυρία, αυτός οδηγώντας κανονικά στη πορεία του, με χαμηλή ταχύτητα έχοντας τη προσοχή του στο δρόμο με άλλα οχήματα να κινούνται μπροστά του και στην εξ' αντιθέτου πορεία αντιμετώπισε ξαφνικά μπροστά του τις δύο πεζές οι οποίες στη προσπάθεια τους να διασταυρώσουν στάθηκαν περίπου στη μέση της Λεωφόρου για να κατευθυνθούν απέναντι. Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο να αντιληφθεί ενωρίτερα τις πεζές. Η έρευνα που διεξήγαγαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 σχετικά με την ορατότητα του κατηγορούμενου δεν έγινε κάτω από τις ίδιες συνθήκες που επικρατούσαν την ώρα του δυστυχήματος. Όπως οι ίδιοι ανάφεραν διεξήγαγαν την έρευνα, χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο μπροστά από το όχημα του κατηγορούμενου και χωρίς να κινούνται οχήματα με αναμμένα φώτα στην εξ' αντιθέτου πορεία. Στο σημείο αυτό τονίζω ότι το Δικαστήριο δεν κατέστη δυνατό να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα που ακριβώς ήταν το σημείο σύγκρουσης. Τούτο διότι όπως αναφέρεται και πιο πάνω o MK2 δεν διενέργησε ο ίδιος οποιαδήποτε έρευνα, αλλά απλά βάσισε το σημείο σύγκρουσης στη μαρτυρία τρίτου προσώπου η οποία εν πάσει περιπτώσει αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία στην οποία στη προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Ούτε και η μαρτυρία του ΜΚ4 μπόρεσε να βοηθήσει στον εντοπισμό του σημείου σύγκρουσης ο οποίος τοποθετεί σε κάποιο σημείο τις δύο πεζές τη στιγμή που τις είχε αντιληφθεί ο ίδιος αλλά δεν μπόρεσε να αναφέρει σε ποιο σημείο ακριβώς του δρόμου βρίσκονταν αυτές όταν έγινε η σύγκρουση. Σημειώνω επίσης τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι, στο σημείο που έγινε το δυστύχημα το προπορευόμενο όχημα τον εμπόδιζε να βλέπει μπροστά από αυτό κάτι που υποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις δύο πεζές ενωρίτερα λαμβανομένης υπόψη και της ελαφριάς κλίσης του δρόμου προς τα δεξιά τον μη ικανοποιητικό φωτισμό στο δρόμο αλλά κυρίως και τον ισχυρισμό του ΜΚ4 ότι και ο ίδιος, αντιλήφθηκε τις δύο πεζές από απόσταση μόνο 2μ. Μόνο σε περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν ή ήταν δυνατό να αντιληφθεί την παρουσία των δύο πεζών στο δρόμο και παρέλειπε να λάβει τα αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτόν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας (πιο πάνω). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στο δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel v. Αστυνομίας Π.Ε. 5797 ημ.20/12/94). Στην υπό εξέταση περίπτωση, όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία των δύο πεζών στο δρόμο, βρισκόταν 2-3 μόλις μέτρα μακριά τους. Τούτου δεδομένου, δεν θεωρώ ότι αυτός είχε δυνατότητα αποτροπής της σύγκρουσης. Δεδομένων των πιο πάνω η απόδοση αμέλειας στον κατηγορούμενο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, και με βάση τα ευρήματα που το Δικαστήριο μπόρεσε να καταλήξει με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, κρίνεται ότι θα ήταν ακροσφαλής. Συνακόλουθα με όσα εκτίθενται πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος για την οποία αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή. 2η κατηγορία Το άρθρο 5 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 προνοεί ότι: «Πας όστις οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει οιονδήποτε όχημα επί τίνος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχων καταναλώσει τοσαύτην ποσότητα αλκοόλης υφ' οιανδήποτε μορφήν, ώστε η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοήν ή το αίμα αυτού να υπερβαίνη το καθορισθέν όριον, είναι ένοχος αδικήματος». Το καθορισθέν όριο καθορίζεται από το άρθρο 2
(1)(α) του Νόμου στα 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Δεδομένου του ποσοστού που ανευρέθη στην εκπνοή του κατηγορουμένου δηλαδή 23 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής δηλαδή μόλις 1 εκατομμυριοστό πέραν του επιτρεπόμενου ορίου και έχοντας κατά νουν τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα ΜΚ7 σύμφωνα με την οποία οι συσκευές έχουν περιθώριο λάθους συν-πλην 3,2 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο