← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Παναγιώτης Δημητρίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 11307/09, 9 Ιουλίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Παναγιώτης Δημητρίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 11307/09, 9 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 11307/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Παναγιώτης Δημητρίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Παντελή Για τoν κατηγορούμενo: κα. Ζέζου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει βάσει του κατηγορητηρίου 8 κατηγορίες με βάση τις λεπτομέρειες των οποίων στις 9/9/08 οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα αγνώστων στοιχείων αμελώς, με αποτέλεσμα να προκαλέσει δύο δυστυχήματα στη Λεωφόρο Παπανικολή και στη οδό Γαληνού στη Λάρνακα η ώρα 17:45 και 17:50 αντίστοιχα εγκαταλείποντας τις σκηνές των δυστυχημάτων χωρίς να παράσχει βοήθεια. Περαιτέρω και με βάση τις κατηγορίες αρ 2, 3, 6 και 7 οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο χωρίς άδεια οδήγησης και χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλειας. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας τον αστ.2612 Π. Αγαθοκλέους (ΜΚ1), τη Μαρία Παρπούνα (ΜΚ2), τη Ελενίτσα Ελευθερίου (ΜΚ3), τον αστ.1731 Α. Μιχαηλά (ΜΚ4). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. Πριν αναφερθώ στη μαρτυρία των μαρτύρων που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα και με σκοπό να δώσω την εικόνα της υπό εξέτασης υπόθεσης συνοπτικά αναφέρω ότι στις 9/9/08 αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων χρώματος άσπρου θεάθηκε να οδηγείται αμελώς με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με δύο οχήματα στις πιο πάνω αναφερόμενες οδούς και να συνεχίζει την πορεία του. Το κύριο ζήτημα που θα πρέπει να απαντηθεί μέσα από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, στην υπόθεση αυτή, είναι το ποιος ήταν ο οδηγός του αναφερόμενου αυτοκινήτου. Θα αναφερθώ συνεπώς συνοπτικά στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου για να προχωρήσω στη συνέχεια στην αξιολόγηση αυτής και στα ευρήματα μου. O MK1, αστ. 2612 Π. Αγαθοκλέους, όπως θα διαφανεί πιο κάτω στην απόφαση μου, ουσιαστικά είναι ο μόνος που είχε υποδείξει τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του πιο πάνω αναφερόμενου οχήματος. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι στις 9/9/08 και περί ώρα 17:45, ενώ βρισκόταν μηχανοκίνητη περιπολία στη οδό Λισού Σανταμά, αντιλήφθηκε να κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην εξ' αντιθέτου πορεία ένα σαλούν αυτοκίνητο χρώματος άσπρου μάρκας mazda χωρίς αριθμούς εγγραφής και με το καπό ανασηκωμένο με τρόπο που περιόριζε την ορατότητα του οδηγού. Πρόσεξε ότι ο οδηγός ήταν ένα νεαρό άτομο με μακριά μαλλιά μέχρι τον ώμο του και ημίγυμνο. Στο τέρμα της πιο πάνω οδού ο μάρτυρας πρόσεξε 5-6 άτομα να προβαίνουν σε διάφορες κινήσει. Αφού έκανε επαναστροφή και έθεσε σε λειτουργία τις σειρήνες και τους φάρους του αυτοκινήτου του καταδίωξε το αναφερόμενο αυτοκίνητο το οποίο για να τον αποφύγει άρχισε να κινείται στο χωμάτινο παγκέτο αριστερά. Ακολούθως το πρόσεξε να εισέρχεται σε παράλληλο δρόμο της πιο πάνω οδού και να κατευθύνεται προς τη περιοχή του βοηθητικού σταδίου Αντώνης Παπαδόπουλος. Ο ΜΚ1 κατευθύνθηκε προς την ίδια περιοχή και εντόπισε το αναφερόμενο αυτοκίνητο σταθμευμένο σε μία πάροδο αριστερά ως προς την πορεία του με τον οδηγό να είναι έξω από αυτό και να προσπαθεί να βάλει μέσα στο αυτοκίνητο ένα σκύλο χρώματος μαύρου. Το πρόσωπο αυτό είχε μακριά μαλλιά μέχρι τους ώμους του και ήταν εύσωμο μετρίου αναστήματος. Ο ΜΚ1 προσπάθησε να βάλει την όπισθεν ταχύτητα για να κατευθυνθεί προς το μέρος του αλλά ο οδηγός που τον είχε αντιληφθεί μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο μάρτυρας τον ακολούθησε κατευθυνόμενος προς το βοηθητικό στάδιο Α. Παπαδόπουλος. Σε μία διασταύρωση αντιλήφθηκε ότι υπήρχε δυστύχημα και οι παρευρισκόμενοι του ανάφεραν ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από το αναφερόμενο αυτοκίνητο το οποίο και εγκατέλειψε τη σκηνή. Συνέχισε την αναζήτηση χωρίς όμως να κατορθώσει ξανά να εντοπίσει το εν λόγω αυτοκίνητο. Ακολούθως, επέστρεψε στη σκηνή του δυστυχήματος όπου κάποιος από τους παρευρισκόμενους του ανέφερε ότι ο οδηγός του αναφερόμενου αυτοκινήτου ήταν ο Γιώτης από τους Αγίους Αναργύρους. Ο μάρτυρας στις 9/2/09 η ώρα 9:00 προσήλθε στη Τροχαία Λάρνακας όπου είδε στο γραφείο δυστυχημάτων τον κατηγορούμενο να δίνει κατάθεση στον ΜΚ4 και τότε τον αναγνώρισε ως το πρόσωπο που οδηγούσε το πιο πάνω αναφερόμενο όχημα στις 9/9/
  1. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι κάπου τον ξέρει και ο ΜΚ1 του απάντησε πως είναι ο αστυνομικός που τον καταδίωξε στις 9/9/
  2. Ο ΜΚ1 σύμφωνα με τη κατάθεση του είναι σίγουρος ότι το άτομο που είδε στη Τροχαία Λάρνακας, δηλαδή ο κατηγορούμενος, είναι το άτομο που οδηγούσε την πιο πάνω αναφερομένη ημερομηνία το άσπρο αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων που προκάλεσε τα δύο δυστυχήματα. Σε σχετική ερώτηση από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οδηγός του αναφερόμενου αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος και ότι τον αναγνώρισε όταν τον είδε στο τμήμα της Τροχαίας. Κατά την αντεξέταση, απαντώντας σε ερωτήσεις της υπεράσπισης ανέφερε ότι το αναφερόμενο αυτοκίνητο ήταν χρώματος άσπρου και δεν έφερε πινακίδες. Όταν το είδε για πρώτη φορά να κινείται στο δρόμο ήταν με το καπό ανεβασμένο μέχρι τον ανεμοθώρακα δεν είχε όμως αντιληφθεί ότι προκάλεσε προηγουμένως δυστύχημα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το εν λόγω όχημα εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα περί τα 70 με 80 χ.α.ω και ενώ ο ίδιος εκινείτο στην εξ' αντιθέτου κατεύθυνση είδε τον οδηγό του ενώ περνούσε από δίπλα του. Προσπάθησε να τον ανακόψει χωρίς αποτέλεσμα, και τότε αφού έκανε επαναστροφή θέτοντας σε λειτουργία τη σειρήνα και τους φάρους του υπηρεσιακού οχήματος που οδηγούσε ακολούθησε το εν λόγω όχημα από απόσταση περί τα 40 με 50μ. Σε κάποιο στάδιο έχασε οπτική επαφή με το αναφερόμενο όχημα και ενώ εκινείτο προς αναζήτηση του, το εντόπισε στη πάροδο της οδού Σανταμά με τον οδηγό να βρίσκεται έξω από αυτό και να προσπαθεί να βάλει μέσα στο αυτοκίνητο ένα σκύλο. Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης του αναφερόμενου οχήματος δεν κατόρθωσε να το ακολουθήσει σε όλη τη διαδρομή διότι το αυτοκίνητο εισέρχετο σε διάφορους δρόμους. Σε κάποια στιγμή όμως που ο ίδιος εκινείτο ευθεία αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο και τον οδηγό στη πιο πάνω πάροδο. Τότε οδήγησε το αυτοκίνητο του με την όπισθεν για να εισέλθει και ο ίδιος στη πάροδο οπόταν ο οδηγός έβαλε βιαστικά το σκύλλο μέσα στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Συνέχισε την καταδίωξη κατά τη διάρκεια της οποίας αντιλήφθηκε στο δρόμο στο σημείο που βρίσκονται τα βοηθητικά του σταδίου Αντ. Παπαδόπουλλος κόσμο μαζεμένο και ένα κτυπημένο αυτοκίνητο. Ο οδηγός του οχήματος έστριψε δεξιά και ο ίδιος τον ακολούθησε, δεν είχε όμως συνεχή οπτική επαφή με το αναφερόμενο αυτοκίνητο και ούτε ήταν αυτόπτης μάρτυρας των δύο δυστυχημάτων. Κάποιος του ανάφερε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος όμως δεν του έδωσε τα στοιχεία του διότι δεν ήθελε να εμπλακεί. Αναφερόμενος στο σκύλλο, ισχυρίσθηκε ότι ήταν ύψους περίπου ενός μέτρου χρώματος μαύρου. Γραπτή κατάθεση έδωσε μετά που αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο τμήμα Τροχαίας Λάρνακας δηλαδή σχεδόν πέντε μήνες μετά το επεισόδιο. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 9/2/09 και ενώ βρίσκετο εκτός υπηρεσίας πέρασε συμπτωματικά από το γραφείο δυστυχημάτων του Τμήματος Τροχαίας Λάρνακας και είδε τον κατηγορούμενο που έδινε κατάθεση στον αστ.1731(ΜΚ4). Αμέσως αναγνώρισε αυτόν ως το πρόσωπο που οδηγούσε στις 9/9/08 το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Σε σχετική ερώτηση ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο μέσα από διαδικασία αναγνωριστικής παράταξης. Οι περιπτώσεις που είδε τον κατηγορούμενο ήταν όταν περνούσε από δίπλα του με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όταν εντός της παρόδου προσπαθούσε να τοποθετήσει το σκύλλο μέσα στο αυτοκίνητο και όταν τον είδε στο τμήμα Τροχαίας την ώρα που έδινε ανακριτική κατάθεση. Σε σχετική ερώτηση, ο ΜΚ1, απάντησε ότι στην πρώτη περίπτωση είδε τον κατηγορούμενο για λίγα δευτερόλεπτα και στη δεύτερη από απόσταση 20μ. για μισό λεπτό στη διάρκεια του οποίου όμως συμπεριλαμβάνονταν και οι κινήσεις που έκανε με το όχημα που οδηγούσε για να κινηθεί με την όπισθεν ταχύτητα και να εισέλθει στη πάροδο. Σε σχετική ερώτηση της υπεράσπισης ο ΜΚ1 απάντησε ότι την τρίτη φορά που είδε τον κατηγορούμενο στη τμήμα Τροχαίας πέντε μήνες μετά, παρά το ότι τον είδε χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία σύγκρισης είναι σίγουρος ότι ο κατηγορούμενος είναι ο οδηγός του υπο αναφοράν αυτοκινήτου. Η ΜΚ2 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση της (τεκμήριο 2) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου υπ' αριθμούς εγγραφής ΚLR433, δηλαδή του ενεχόμενου στο ένα από τα δύο δυστυχήματα που επεσυνέβηκε με το όχημα αγνώστων στοιχείων στην οδό Γαληνού. Όπως ανέφερε η μάρτυρας το αυτοκίνητο που συγκρούστηκε με το δικό της συνέχισε την πορεία του μετά τη σύγκρουση χωρίς να σταματήσει. Δεν πρόλαβε να δει τον οδηγό πρόσεξε όμως ότι στο πλευρό του αυτοκινήτου αυτού υπήρχαν γαλάζιες και κόκκινες γραμμές. Συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 6). Στο στάδιο της αντεξέτασης η ΜΚ2 επανέλαβε ότι δεν πρόλαβε να δει τον οδηγό του αυτοκινήτου που συγκρούσθηκε με το δικό της. Η ΜΚ3 επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της (τεκμήριο 3) και απάντησε σε ερωτήσεις. Η ΜΚ3 ήταν η οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΗΕ998 με το οποίο συγκρούστηκε το αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων στη οδό Παπανικολή και στη συνέχεια εγκατέλειψε τη σκηνή. Συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 8). Ανέφερε ότι με τη σύγκρουση το καπό του οχήματος που συγκρούσθηκε με το δικό της ανασηκώθήκε και είδε ότι οδηγός του ήταν ένας νεαρός με δεμένα τα μαλλιά πίσω και μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε ένας μεγάλος σκύλλος χρώματος καμηλό καφέ. Ανέφερε ότι είδε το νεαρό οδηγό για δευτερόλεπτα, και πως το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν χρώματος άσπρου δεν πρόσεξε όμως κατά πόσο είχε γραμμές στο πλάι. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 4) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ο ΜΚ4 εξέτασε τα δύο δυστυχήματα και αναφέρθηκε στα ευρήματα του. Η μαρτυρία του για αυτά είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω δεδομένης της δήλωσης της υπεράσπισης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ότι δεν αμφισβητείται, αλλά είναι παραδεκτή η αμελής οδήγησης του οδηγού του συγκεκριμένου οχήματος αγνώστων στοιχείων που ενεπλάκη στα δύο δυστυχήματα στις 9/9/08 και ότι εγκατέλειψε τη σκηνή των δυστυχημάτων. Ο ΜΚ4 όπως ανέφερε συνέλαβε τον κατηγορούμενο μετά που πληροφορήθηκε άπό τον ΜΚ1 ότι κάποιος στη σκηνή του δεύτερου δυστυχήματος του ανέφερε ότι οδηγός του οχήματος αγνώστων στοιχείων είναι ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα αυτός «ο κάποιος» ανέφερε ότι οδηγός ήταν ο Γιώτης από τους Αγίους Αναργύρους όπου μετά από εξετάσεις, όπως ανέφερε ο ΜΚ4, διαπίστωσε ότι ήταν ο κατηγορούμενος. Κάτι ακόμα που ανέφερε ο ΜΚ4 είναι πως δύο μήνες μετά το συμβάν και ενώ ο ΜΚ1 βρισκόταν καθήκον σε ποδοσφαιρικό αγώνα, κάποιος τρίτος του είπε ότι οδηγός ήταν ο Γιώτης από τους Αγίους Αναργύρους. Ο ΜΚ4 κατάθεσε τα σχεδιαγράμματα (τεκμήρια 6 και 7)που ετοίμασε για τις σκηνές των δύο δυστυχημάτων και η υπεράσπιση δήλωσε ότι αποδέχεται το περιεχόμενο του ως παραδεκτό. Στη συνέχεια ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο τεκμήριο 9 και τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμήρια 10 και 11). Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ4 ισχυρίσθηκε ότι στη οδό Γαληνού υπήρχε πλήθος κόσμου στη σκηνή του δυστυχήματος το οποίο ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει κάποιος τον οδηγό, χωρίς όμως αποτέλεσμα, όπως επίσης και η ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν είδε τον οδηγό. Ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι διενήργησε εξετάσεις προς εντοπισμό του οδηγού και κάλεσε τον κατηγορούμενο για κατάθεση ο οποίος δεν παρουσιάσθηκε γι' αυτό και εκδόθηκε σχετικό ένταλμα σύλληψης του. Διενεργήθηκαν επίσης εξετάσεις προς εντοπισμό του αυτοκινήτου αγνώστων στοιχείων κατά τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ένα αυτοκίνητο ίδιου τύπου ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της αρραβωνιαστικιάς του κατηγορούμενου το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι το είχε πωλήσει σε κάποιο γκαράζ τον Ιανουάριο του 2008 για εξαρτήματα. Στις 17/9/09 έλαβε κατάθεση από τη γραμματέα του γκαράζ η οποία δήλωσε ότι το αυτοκίνητο πουλήθηκε για εξαρτήματα. Η κατάθεση αυτή κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 15 και στη συνέχεια έγινε παραδεκτή από τα μέρη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από τον κατηγορούμενο όταν έδιδε τη κατάθεση του στις 9/2/09 ότι δηλαδή το αυτοκίνητο πωλήθηκε για εξαρτήματα από τον Ιανουάριο του 2008, αποδεχόμενος όμως ότι, κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ακόμα εγγεγραμμένο επ' ονόματι της αρραβωνιαστικιάς του. Ο ΜΚ4 σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι δεν γνωρίζει εάν το αυτοκίνητο που προκάλεσε τα δύο επίδικα δυστυχήματα ήταν αυτό της αρραβωνιαστικιάς του κατηγορούμενου και δεν ερεύνησε που βρισκόταν το αυτοκίνητο αυτό κατά τον επίδικο χρόνο. Στη συνέχεια σε σχετικές ερωτήσεις ο ΜΚ4 αναφέρθηκε στις ώρες που διήρκεσε η κατάθεση του κατηγορούμενου στις 9/9/
  3. Συγκεκριμένα η κατάθεση άρχισε η ώρα 8:10 και τέλειωσε 9:05 και οι δύο γραπτές καταγγελίες έγιναν η πρώτη η ώρα 9:10 με 9:20 και η δεύτερη 9:25 με 9:
  4. Ο ΜΚ4 σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι ο ΜΚ1 την μέρα που λαμβάνετο η κατάθεση του κατηγορούμενου ήταν εκτός καθήκοντος και συμπτωματικά επισκέφθηκε το σταθμό τροχαίας όπου είδε εκεί τον κατηγορούμενο όταν έδινε ανακριτική κατάθεση. Αρνήθηκε ότι ο ΜΚ1 ήταν παρών κατά την διάρκεια λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου, λέγοντας ότι μπήκε στο γραφείο συνομίλησε με το κατηγορούμενο και στη συνέχεια αποχώρησε. Ο ΜΚ4 παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν τέθηκε σε αναγνωριστική παράταξη και ότι ο ΜΚ1 δεν τον αναγνώρισε μεταξύ άλλων προσώπων. Το ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε, όπως ανέφερε, μετά που κάποιο πρόσωπο στον ποδοσφαιρικό αγώνα ανέφερε στο ΜΚ1 ότι οδηγός του αυτοκινήτου αγνώστων στοιχείων ήταν ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ4 τέλος αποδέχθηκε ότι συνέδεσαν τον κατηγορούμενο με τα υπό αναφορά αδικήματα βασιζόμενοι αποκλειστικά στη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι είδε τον οδηγό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου για μισό λεπτό από απόσταση 20μ και στη συνέχεια τον αναγνώρισε στη Τροχαία Λάρνακας. Δεν διενεργήθηκε όμως αναγνωριστική παράταξη ούτε υπήρξε οποιοδήποτε μέτρο σύγκρισης. Ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη κατάθεση του αρνούμενος ότι ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου αγνώστων στοιχείων ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τα δύο δυστυχήματα δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί και να πει που ήταν και τι έκανε την συγκεκριμένη μέρα δηλαδή της 9/9/
  5. Το αυτοκίνητο της αρραβωνιαστικιάς του πωλήθηκε τον Ιανουάριο του 2008 για εξαρτήματα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος περιέγραψε το τρόπου που αναζητήθηκε από την αστυνομία μέσω της μητέρας του διότι τότε εργαζόταν στη Πάφο, ισχυριζόμενος ότι δεν αρνήθηκε να μεταβεί στο σταθμό για να δώσει κατάθεση. Στις 2/9/09 τον συνέλαβαν πέντε αστυνομικοί. Στο γραφείο της Τροχαίας όπου λήφθηκε η κατάθεση του βρίσκονταν πέντε άτομα. Σε πέντε λεπτά αφότου ξεκίνησε η λήψη της κατάθεσης του μπήκε στο γραφείο ακόμα ένα πρόσωπο. Τότε είδε τον εξεταστή να γυρνά προς το μέρος του και να του γνέφει καταφατικά με το κεφάλι του. Τότε ο κατηγορούμενος γύρισε και είδε για πρώτη φορά τον ΜΚ
  6. Όταν ο ΜΚ1 τον ρώτησε αν τον γνωρίζει ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι του θυμίζει κάποιο θείο του. Σε σχετική ερώτηση ο κατηγορούμενος απάντησε ότι έχει ένα σκύλλο, ράτσας ροτβάιλερ, περιγράφοντας τον επιθετικό και μεγαλόσωμο κάτι που αποκλείει τη δυνατότητα να μπορεί κάποιος να τον βάλει μέσα σε σαλούν αυτοκίνητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Όπως έχω αναφέρει στην αρχή της παρούσας απόφασης, το μόνο επίδικο γεγονός που παραμένει να αποφασισθεί, είναι η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως το πρόσωπο που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων το οποίο οδηγούμενο αμελώς προκάλεσε τα δύο αναφερόμενα δυστυχήματα στη Λεωφόρο Παπανικολή και στη οδό Γαληνού εγκαταλείποντας τις σκηνές των δυστυχημάτων χωρίς να παράσχει βοήθεια. Κρίνω συνεπώς σκόπιμο να περιορίσω τόσο την αξιολόγηση της μαρτυρίας όσο και τα ευρήματα μου στο πιο πάνω αναφερόμενο επίδικο θέμα. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν είδε το πρόσωπο του οδηγού. Όσον αφορά την ΜΚ3, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι την ώρα του δυστυχήματος είδε ένα νεαρό άτομο με δεμένα μαλλιά πίσω και ένα σκύλλο, μέσα στο αυτοκίνητο, χρώματος καμηλό-καφέ. Οι ισχυρισμοί της ΜΚ3 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Τούτο διότι η ΜΚ3 δεν ανέφερε τα πιο πάνω στην γραπτή κατάθεση της αλλά εν πάση περιπτώσει έρχονται και σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1 σύμφωνα με τους οποίους ο οδηγός είχε μακριά λυτά μαλλιά μέχρι τους ώμους και όχι δεμένα και ο σκύλλος ήταν χρώματος μαύρου. Σε αντίφαση επίσης έρχεται η θέση της ΜΚ3 και με τον ισχυρισμό του ΜΚ4 ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι η ΜΚ3 του ανέφερε κατά τη μέρα του δυστυχήματος ότι δεν είδε τον οδηγό του αυτοκινήτου που συγκρούσθηκε με το δικό της. Συνεπώς απορρίπτω τα πιο πάνω λεχθέντα από τη ΜΚ3 τα οποία δεν μπορούν να ενισχύσουν τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής και απλά υποδηλώνουν μια προσπάθεια της να συνδέσει τον κατηγορούμενο, όπως τον έβλεπε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, με τον οδηγό του αυτοκινήτου αγνώστων στοιχείων που συγκρούστηκε με το όχημα της. Ο ΜΚ1 είναι το πρόσωπο που αναγνώρισε τον κατηγορούμενο πέντε μήνες μετά το συμβάν όταν τον είδε στον αστυνομικό σταθμό της Τροχαίας Λάρνακας την ώρα που έδινε κατάθεση. Η πρώτη φορά που είδε, όπως ισχυρίσθηκε, τον οδηγό του αυτοκινήτου αγνώστων στοιχείων, ήταν όταν αυτός πέρασε από δίπλα του με ιλιγγιώδη ταχύτητα στη οδό Λισσού Σανταμά από την εξ' αντιθέτου κατεύθυνση και ενώ το καπό του αυτοκινήτου ήταν ανασηκωμένο μέχρι τον ανεμοθώρακα. Η δεύτερη φορά ήταν όταν το πρόσωπο αυτό μέσα σε μια πάροδο προσπαθούσε να βάλει μέσα στο αυτοκίνητο ένα σκύλλο χρώματος μαύρου. Στη περίπτωση αυτή είδε το πιο πάνω πρόσωπο από απόσταση 20μέτρων για περίπου μισό λεπτό. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα του μισού λεπτού έκανε και τις σχετικές κινήσεις για να βάλει την όπισθεν ταχύτητα ούτως ώστε να εισέλθει στη πάροδο και να κατευθυνθεί προς το μέρος του. Στο μεταξύ όμως το πρόσωπο αυτό μπήκε γρήγορα στο αυτοκίνητο και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η τρίτη φορά ήταν όταν είδε τον κατηγορούμενο στο Τμήμα Τροχαίας σχεδόν πέντε μήνες μετά, όπως περιγράφεται πιο πάνω, όπου όπως ισχυρίσθηκε τον αναγνώρισε αμέσως ως τον οδηγό του οχήματος αγνώστων στοιχείων της επίδικης μέρας. Στο πλαίσιο μιας ποινικής υπόθεσης, η οπτική αναγνώριση μπορεί να συνιστά τη μόνη μαρτυρία η οποία να συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος. Η καταδίκη του κατηγορούμενου από το Δικαστήριο στη βάση μόνον αυτής της μαρτυρίας ελλοχεύει κινδύνους, οι οποίοι έχουν να κάνουν με το ενδεχόμενο ανθρώπινου λάθους, δηλαδή εσφαλμένης αναγνώρισης. Ακόμα και ο πιο ειλικρινής μάρτυρας μπορεί να κάνει λάθος. ΄Όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί, οι εσφαλμένες αναγνωρίσεις από αυτόπτες μάρτυρες αποτέλεσαν κρίσιμο παράγοντα σε πολλές περιπτώσεις καταδικών που αργότερα κρίθηκαν λανθασμένες και παράνομες. Σημειώνω ότι, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται ολότελα στην αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον ΜΚ1 ως τον οδηγό του αυτοκινήτου. Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, η εξέταση της ποιότητας της αναγνώρισης αυτής, στα πλαίσια που έχει θέσει η νομολογία. Οι κατευθυντήριες γραμμές ως προς το θέμα της αναγνώρισης τέθηκαν στην υπόθεση R.V. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, η οποία και έχει έκτοτε υιοθετηθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Μεταξύ άλλων, Αναστασιάδης v. Δημοκρατίας
(1977)2 ΑΑΔ 97, Κατσιαμάλης v. Δημοκρατίας
(1980)2 ΑΑΔ 107, Ρωσσίδης v. Δημοκρατίας
(1983)2 ΑΑΔ 391, Ιωάννης Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.6361, ημερ.21.9.1998, Φώτος Χ΄΄Δημητρίου v.Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 6399, ημερ.21/5/1998 και Δημήτρης Δημητρίου άλλως «Πόμπος» v. Αστυνομία, Ποιν.Εφ. 123/05, ημερ. 4/7/2006). Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι, τα ακόλουθα λαμβάνονται υπ' όψιν ώστε να αποφασιστεί αν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναγνώριση ή όχι και αφού το Δικαστήριο λάβει σχετική προειδοποίηση περί του κινδύνου στήριξης με ασφάλεια στην αναγνώριση στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας: (α) Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε ο μάρτυρας οπτική επαφή με τον Κατηγορούμενο; (β) από πόση απόσταση; (γ) υπό ποίου είδους φωτισμό; (δ) την ύπαρξη οποιουδήποτε εμπόδιου στην ορατότητα; (ε) το κατά πόσο ο μάρτυρας είχε ξαναδεί τον κατηγορούμενο προηγουμένως και, αν ναι, πόσες φορές; (στ) και το κατά πόσο η αναγνώριση στηρίζεται σε μια παροδική ματιά (fleeting glance); Αν η αναγνώριση, με βάση τα πιο πάνω, είναι καλής ποιότητας, τότε το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει με ασφάλεια και να κρίνει την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής, έστω και στην απουσία μαρτυρίας προς υποστήριξη. Όταν, όμως, η αναγνώριση είναι κακής ποιότητας, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα είναι το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα. Όπως προκύπτει από τη προσκομισθείσα μαρτυρία ο ΜΚ1 είδε τον οδηγό του αυτοκινήτου τη πρώτη φορά σε μια παροδική ματιά και τη δεύτερη φορά από απόσταση 20μ. σε χρόνο μισού λεπτού κατά τη διάρκεια του οποίου ταυτόχρονα προέβαινε σε διάφορες κινήσεις για να βάλει την όπισθεν ταχύτητα και να εισέλθει στην πάροδο, και όταν την ίδια ώρα ο οδηγός του αυτοκινήτου προσπαθούσε να βάλει ένα σκύλλο μέσα στο αυτοκίνητο. Ο ΜΚ1 ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι πλησίασε ή είδε τον οδηγό πρόσωπο με πρόσωπο και πέραν του πως αυτός είχε μακριά μαλλιά μέχρι τους ώμους και ήταν εύσωμος μέτριου αναστήματος δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη περιγραφή αναφορικά με το πρόσωπο του. Η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως το πρόσωπο που οδηγούσε το αναφερόμενο αυτοκίνητο έγινε σχεδόν πέντε μήνες μετά το συμβάν. Των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι η ποιότητα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου ως του οδηγού του οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο από τον ΜΚ1, δεν είναι τέτοιας καλής ποιότητας, σε βαθμό που μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ σε αυτή. Ούτε και ο ΜΚ4, έπεισε για την εκδοχή του, σε σχέση με τα όσα ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, αναφορικά με την αναγνώριση του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ4 δεν αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 4) οτιδήποτε σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορούμενου παρά μόνο ότι ο ΜΚ1 τον αναγνώρισε αμέσως μόλις τον είδε στο τμήμα Τροχαίας την ώρα που έδινε ανακριτική κατάθεση. Επίσης δεν αναφέρει στη γραπτή κατάθεση του ότι ο ΜΚ1 είχε πληροφορηθεί από τρίτους ότι ο οδηγός του επίδικου αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι οδηγός του αναφερόμενου οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος μετά από εξετάσεις παραλείποντας όμως, παρά το ότι ρωτήθηκε από την υπεράσπιση να αναφέρει, ποιες εξετάσεις διενέργησε για το σκοπό αυτό. Τέλος ισχυρίσθηκε ότι κατέληξε ότι οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος, βασιζόμενος αποκλειστικά στα όσα του είπε ο ΜΚ1 ότι δηλαδή κάποιος τρίτος στη σκηνή του δυστυχήματος και κάποιο άλλο πρόσωπο σε ποδοσφαιρικό αγώνα του ανάφεραν ότι ο οδηγός που προκάλεσε τα δύο δυστυχήματα ήταν ο κατηγορούμενος. Ούτε και με το υπό αναφορά αυτοκίνητο κατέστη δυνατό να συνδεθεί ο κατηγορούμενος δεδομένου του περιεχομένου του τεκμηρίου 15 αλλά και του ισχυρισμού του ΜΚ4 ότι δεν διενήργησε οποιεσδήποτε περαιτέρω εξετάσεις σε σχέση με το που βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο το όχημα της αρραβωνιαστικιάς του κατηγορουμένου. Κρίνω συνεπώς, ότι ούτε η μαρτυρία του ΜΚ4 μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να ενισχύσει τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Υπήρξε σταθερός, ήρεμος και ειλικρινής κατά τη μαρτυρία του, η οποία δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του σύμφωνα με την οποία, επισημαίνω ότι, κατά την είσοδο του ΜΚ1 στο γραφείο της Τροχαίας την ώρα της λήψης της κατάθεσης του ο ΜΚ4 του έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι του. Στο σημείο αυτό, αναφέρω ότι, η φερόμενη ως αναγνώριση του υπόπτου τότε, σήμερα κατηγορούμενου, έγινε κάτω από συνθήκες που αφήνουν πολλά ερωτηματικά και που κατέστησαν αυτή ως διαδικασία απλής και βέβαιης υπόδειξης του ενός ατόμου «ανάμεσα» στον ένα, και μετά που κατονόμασαν αυτόν τρίτα πρόσωπα αγνώστων στοιχείων που ουδέποτε ήρθαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία ούτως ώστε να κριθεί η αξιοπιστία τους. Επίσης τόσο ο ΜΚ1, όσο και ΜΚ4 δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια και τη γνησιότητα της εκδοχής τους, ότι η επίσκεψη του ΜΚ1 στο τμήμα Τροχαίας κατά την ώρα που ανακρίνετο ο κατηγορούμενος ήταν τυχαία. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές, κρίνω ότι, δεν μπορώ να στηριχτώ στην αναγνώριση που προέβη ο ΜΚ1 στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, αποτελεί συνεπώς εύρημα μου μόνο ότι στις 9/9/08 αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων ενώ οδηγείτο αμελώς προκάλεσε δύο δυστυχήματα, στη Λεωφόρο Παπανικολή και στη οδό Γαληνού με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΗΕ998 που οδηγείτο από τη ΜΚ3 και το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής ΚLR433 που οδηγείτο από τη ΜΚ2 και στη συνέχεια εγκατέλειψε τις σκηνές των δυστυχημάτων. Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει συνδεθεί με την οδήγηση του αναφερόμενου οχήματος κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.