Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Χριστόδουλος Ελευθερίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 18319/09, 20 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 18319/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Χριστόδουλος Ελευθερίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ.Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ζαχαρίου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 80
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 9/5/09 στην οδό Αθανασίας στα Λειβάδια της επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KΚΚ849 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. Ο. Πέτρου (ΜΚ1), τον αστ. 1967 Ε. Ευριπίδου (ΜΚ2) και τον Στέλιος Χ''Πετρή (ΜΚ3). Mετά δε τη κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση κατά την οποία υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του τεκμήριο
- Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας και είναι φωτογράφος της αστυνομίας. Στις 9/5/09 μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στην οδό Αθανασίας στα Λειβάδια. Κατ' υπόδειξη του εξεταστή ΜΚ2, έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος, των ενεχόμενων οχημάτων και των ζημιών που υπέστησαν αυτά. Κατάθεσε σε δέσμη ως τεκμήριο 2 τις φωτογραφίες που εμφάνισε από τα αναλλοίωτα αρνητικά και επεξήγησε αυτές στο Δικαστήριο. Υπέδειξε στις φωτογραφίες με αριθμό 4 και 3 το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων αναφέροντας πως αυτό βρίσκεται στην πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου, δηλώνοντας ότι όπως προκύπτει από τη φωτογραφία 3 το άλλο ενεχόμενο στο δυστύχημα όχημα εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, από τα όσα του ανέφερε ο εξεταστής, τα ίχνη που φαίνονται στη φωτογραφία αρ.1 δεν συνάδουν με το δυστύχημα αλλά είναι άσχετα με αυτό. Στη φωτογραφία αρ.4, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα του ανέφερε ο εξεταστής, εμφανίζονται δύο ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος που οδηγούσε ο παραπονούμενος. Ο ΜΚ2, ο εξεταστής του δυστυχήματος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 3) όπου αναφέρει ότι στις 9/5/09 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στην οδό Αθανασίας με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο υπ' αριθμούς εγγραφής ΚΚΚ849 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕPM946 το οποίο οδηγείτο από το ΜΚ3 Στέλιο Χ΄΄Πετρή. Κατά την άφιξη του στη σκηνή ήταν παρών ο κατηγορούμενος ενώ ο ΜΚ3 βρισκόταν σε ασθενοφόρο για να μεταφερθεί στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Ρώτησε τον κατηγορούμενο αν κατά την ώρα του δυστυχήματος είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά και ο κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου έφερε ζημιές στο μπροστινό αριστερό μέρος και στο αριστερό μπροστινό φτερό. Το αυτοκίνητο του ΜΚ3 έφερε εκτατεμένες ζημιές στο μπροστινό μέρος (προφυλακτήρα, καπό, ανεμοθώρακα), στην οροφή και στην αριστερή μπροστινή πόρτα. Ο δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας πλάτους 6,15μ. και βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής όπου το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Η γραμμή ορατότητας ήταν απεριόριστη και για τους δύο ενεχόμενους οδηγούς μέχρι 200μ. Διαπίστωσε το σημείο σύγκρουσης από τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ3 τα οποία σταματούσαν στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση και με βάση τις ζημιές του εν λόγω αυτοκινήτου. Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα τεκμήριο 4 με το οποίο συμφώνησαν και το υπέγραψαν οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί. Με βάση το πρόχειρο σχεδιαγράφημα ετοίμασε τελικό σχέδιο το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 6) και έλαβε από αυτόν γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 7). Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ2, σε σχετικές ερώτησεις, ανέφερε πως ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα είναι πλάτους 6,15μ. και στα αριστερά, σύμφωνα με τη πορεία του ΜΚ3, υπάρχει προέκταση με χωμάτινο και ασφαλτοστρωμένο παγκέττο πλάτους 3.30μ. Το όχημα του ΜΚ3 εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου όπου έγινε και η σύγκρουση. Ανέφερε πως οι ζημιές του οχήματος του κατηγορούμενου, που περιορίζονται στο αριστερό μπροστινό μέρος δεν υποδεικνύουν ότι η σύγκρουση έγινε στο πλαϊνό μέρος, του οχήματος και οι ζημιές του άλλου ενεχόμενου οχήματος βρίσκονται στο μπροστινό μέρος και στην αριστερή μπροστινή πόρτα. Στην συνέχεια ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορούμενου, κατά την ώρα της σύγκρουσης με βάση το σημείο Χ και τις ζημιές που υπέστη, αν υποθέσει κανείς ότι οδηγείτο ευθεία χωρίς κλίση τότε θα είχε περάσει το κέντρο του δρόμου γύρω στα 50εκ. Κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα από τις ζημιές που εντόπισε στα οχήματα. Αν τοποθετηθεί όπως ισχυρίσθηκε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου επί του σχεδίου τότε φαίνεται ότι ήταν 50εκ. πέραν του κέντρου του δρόμου, τούτο διότι υπήρχε απόσταση 1.30εκ. από το σημείο σύγκρουσης επί του οχήματος μέχρι την δεξιά του πλευρά. Αναφερόμενος στη φωτογραφία αρ.8 υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης επί του οχήματος του κατηγορούμενου κάτω από το φανάρι δηλώνοντας όμως πως δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος γι' αυτό διότι δεν είναι ειδικός στο θέμα των ζημιών. Σε σχέση με τον ΜΚ3 ανέφερε πως ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας και οδηγούσε χωρίς συνοδηγό. Τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του ΜΚ3 είχαν απόσταση 19.70μ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν διενήργησε έρευνα σε σχέση με τη ταχύτητα του οχήματος του ΜΚ3, η σύγκρουση όμως η οποία ήταν σφοδρή υποδεικνύει ότι οδηγείτο με αυξημένη ταχύτητα. Σε σχετική υποβολή ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο, την ώρα της σύγκρουσης υπήρχε κλίση του οχήματος του κατηγορούμενου αλλά από τις ζημιές παρόλο που δεν είναι ειδικός φαίνεται να είχε μικρή κλίση. Υποθέτει, όπως ανέφερε, ότι το όχημα του κατηγορούμενου βρισκόταν στα αρχικά στάδια για να στρίψει. Παρά το ότι δεν είναι ειδικός με βάση την εμπειρία του από τις ζημιές προκύπτει ότι και τα δύο ενεχόμενα οχήματα είχαν κάποια κλίση. Όταν διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε στη γραπτή κατάθεση του ότι είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά, ρωτήθηκε γι' αυτό και απάντησε ότι δεν θυμάται να είχε αναφέρει κάτι τέτοιο κατά την ημέρα του δυστυχήματος, αλλά και αν το ανέφερε, ήταν από τη σύγχυση που υπέστη λόγω του δυστυχήματος διότι δεν είχε τέτοια πρόθεση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ακόμα και εάν ο κατηγορούμενος βρισκόταν μέσα στη λωρίδα του ΜΚ3 κατά 50 εκ. υπήρχε χώρος διέλευσης του αυτοκινήτου του τελευταίου διότι και σε αυτή τη περίπτωση στο δρόμο παρέμενε χώρος πλάτους 2.50μ και κάτι, ενώ το πλάτος του οχήματος του ΜΚ3 είναι 1.60μ. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 8) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Στη γραπτή κατάθεση του, ο ΜΚ3, αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής EPM946 με κατεύθυνση προς το κοιμητήριο όπου από απόσταση περίπου 100μ αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν τον πλησίασε σε απόσταση γύρω στα 20μ το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου έστριψε προς τα δεξιά και τότε ο ίδιος έστριψε το τιμόνι του δεξιά και χρησιμοποίησε τα φρένα. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου σταμάτησε και δεν συνέχισε την πορεία του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του να συγκρουστεί στο μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Την ώρα της σύγκρουσης όπως αναφέρει ο ΜΚ3 στην κατάθεση του το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου βρισκόταν υπό γωνία 1μ. μέσα στη δική του λωρίδα. Τέλος αναφέρει ότι την ώρα που χρησιμοποίησε τα φρένα του και κατευθύνετο προς το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου είδε το δεξί χέρι του τελευταίου να είναι υψωμένο κοντά στο κεφάλι του δεν είναι όμως σίγουρος κατά πόσο αυτός κρατούσε τηλέφωνο ή έκανε κάτι άλλο. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η ορατότητα του ήταν περί τα 400μ. Η πρώτη φορά που είδε το όχημα του κατηγορούμενου ήταν από απόσταση 100μ και αφού το πλησίασε σε απόσταση 20μ τότε ο κατηγορούμενος έστριψε και εισήλθε γύρω στο 1.50μ. μέσα στη δική του πορεία. Ο ίδιος χρησιμοποίησε τα φρένα στρίβοντας το τιμόνι προς τα δεξιά χωρίς όμως να μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση. Σε σχετική υποβολή της Υπεράσπισης, ο ΜΚ3 απάντησε ότι ο κατηγορούμενος αρχικά εκινείτο μέσα στη δική του λωρίδα αλλά στη συνέχεια τον είδε να στρίβει προς τα δεξιά. Ισχυρίσθηκε ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στην δική του λωρίδα προς τη μέση του δρόμου λέγοντας στη συνέχεια ότι έγινε στη μέση του δρόμου προς τη λωρίδα του κατηγορούμενου για να συμφωνήσει τελικά ότι όταν έγινε η σύγκρουση το δικό του όχημα βρισκόταν μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι ενώ κατευθύνετο από τα Λειβάδια προς την Αραδίππου σε κάποιο σημείο του δρόμου στα δεξίά κοντά στο κοιμητήριο είδε τον θείο του και σταμάτησε για να τον χαιρετήσει. Όπως σταμάτησε, πιθανόν το αυτοκίνητο που οδηγούσε να είχε περάσει το μέσο του δρόμου αλλά δεν είναι σίγουρος γι' αυτό. Τότε πρόσεξε ένα αυτοκίνητο κινούμενο στην εξ' αντιθέτου κατεύθυνση να έρχεται προς το μέρος του με μεγάλη ταχύτητα. Αφού το όχημα αυτό έκανε ελιγμούς δεξιά και αριστερά στη συνέχεια φρέναρε και σε δευτερόλεπτα συγκρούστηκε στο μπροστινό μέρος του οχήματος του. Δεν είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά, πιθανόν όμως, ο ΜΚ3 να εξέλαβε ως τέτοια πρόθεση το γεγονός ότι σταμάτησε το όχημα του. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν μπορώ όμως από τη μαρτυρία του να αποδεχθώ τη θέση του πως το όχημα του κατηγορούμενου είχε εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας του παραπονούμενου περίπου κατά 50εκ. Τούτο διότι ο ΜΚ1 κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα βασιζόμενος στο σημείο σύγκρουσης επί του οχήματος του κατηγορούμενου παρά το ότι ο ίδιος ισχυρίσθηκε δεν είναι ειδικός στο θέμα των ζημιών. Ούτε και η θέση ότι το όχημα του κατηγορούμενου είχε κάποια κλίση με πρόθεση να στρίψει δεξιά μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη μαρτυρία του ΜΚ2, κάτι που επίσης από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι το συμπέρασμα του δεν είναι αποτέλεσμα εμπειρογνωμοσύνης, αλλά υποθέσεων αφού κατέληξε σε αυτό βασιζόμενος στις ζημιές των οχημάτων για τις οποίες όμως ο ίδιος ανέφερε πως δεν είναι ειδικός. Συνεπώς πλην των πιο πάνω σημείων, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ
- Όσον αφορά το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 5) αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου v. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή v. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου v. Δημητρίου, Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997, Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Ο ΜΚ3 δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Πέραν της γενικής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα, η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από αντιφάσεις. Ενώ στη γραπτή κατάθεση του αναφέρει ότι είδε τον κατηγορούμενο από απόσταση 100μ κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι τον είδε και πριν τα 100μ. Ισχυρίσθηκε ότι το όχημα του κατηγορούμενου εισήλθε 1,50μ. μέσα στη δική του λωρίδα ενώ στη γραπτή κατάθεση αναφέρεται σε 1μ. Ο ισχυρισμός αυτός του ΜΚ3 δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του εξεταστή ΜΚ2 αλλά ούτε και συνάδει με το σημείο σύγκρουσης το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 3.90μ. από τη δεξιά άκρια του δρόμου. Η θέση του ΜΚ3 ότι δεν υπήρχε χώρος για να περάσει χωρίς να συγκρουστεί με το όχημα του κατηγορούμενου, έρχεται σε αντίφαση με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία βάσει της οποίας ακόμη και εάν ο κατηγορούμενος βρίσκετο 50εκ. μέσα στη λωρίδα του ΜΚ3 παρέμεινε χώρος 2.50μ. και κάτι, ενώ το όχημα του είχε πλάτος 1.60μ. Ο ΜΚ3 ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας στη συνέχεια, και αφού πρώτα έδωσε διάφορες εκδοχές, δήλωσε ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στη λωρίδα του κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι ενώ βρισκόταν σε απόσταση 20μ. από τον κατηγορούμενο είδε το όχημα του τελευταίου να στρίβει δεξιά έρχεται σε αντίφαση με την πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του τα οποία είναι απόστασης 19,70εκ. λαμβάνοντας υπόψη και της απόστασης σκέψης που χρειάζεται ένας οδηγός για να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του όταν παρουσιασθεί κάποιος κίνδυνος στο δρόμο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αλλά και σε συνδυασμό με τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για το ΜΚ3 δεν μου επιτρέπουν να αποδεκτώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω, πλην της δήλωσης του ότι η σύγκρουση έγινε μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορούμενου. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129, Στέλιος Σοφοκλέους v. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 ΑΑΔ 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψιν ώστε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 CLR 200). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 9/5/09 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΚ849 στη οδό Αθανασίας στα Λειβάδια με κατεύθυνση την Αραδίππου χρησιμοποιώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά το κοιμητήριο σταμάτησε για να χαιρετήσει ένα θείο του που βρίσκετο κοντά σε αυτό. Ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα για κάθε κατεύθυνση οι οποίες δεν χωρίζονται με οποιονδήποτε τρόπο. Ο ΜΚ3, οδηγώντας στην εξ' αντιθέτου κατεύθυνση το όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής ΕPY946 αφού προηγουμένως χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του στη συνέχεια εισήλθε στη λωρίδα του οχήματος του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορουμένου και απέχει 3.90 εκ. από τη δεξιά άκρη της ασφάλτου. Αριστερά του δρόμου σύμφωνα με τη πορεία του ΜΚ3 υπάρχει χωμάτινο και ασφάλτινο παγκέτο πλάτους 3.30μ. Το όχημα του ΜΚ3 άφησε ίχνη τροχοπέδησης απόστασης 19.70μ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάση Παύλου v. Αστυνομίας, Π.Ε.6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (βλ. Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(1982)1 ΑΑΔ 585, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 και Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ. 202). Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης v. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 37, Θεοφάνους v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160 Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης v. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως έχει αναφερθεί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας Π.Ε.7175, ημερ.24.7.2002). Στη Νικολαϊδης κ.α. v. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου v. Χ΄΄Νεοφύτου
(1991)1ΑΑΔ 426 και Κωνσταντίνου v. Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110). Είναι συνεπώς με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που θα πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί αμέλεια του κατηγορούμενου, στο μέτρο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις όπως και η παρούσα και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξετάζοντας το ζήτημα, προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί κάποια ενέργεια του κατηγορούμενου που να καταδεικνύει αμέλεια. Αντίθετα και όπως προκύπτει από τη προσκομισθείσα μαρτυρία, αυτός οδηγώντας το όχημα του κανονικά στη πορεία του και αφού σε κάποιο σημείο του δρόμου σταμάτησε αντιμετώπισε ξαφνικά μπροστά του το όχημα του παραπονούμενου να εισέρχεται στη δική του λωρίδα με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Και αυτό, γιατί όπως διαφάνηκε, ο παραπονούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε ένεκα της απειρίας του, αφού ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδήγησης, αλλά και της αυξημένης ταχύτητας με την οποία εκινείτο, κάτι που προκύπτει ως θέμα κοινής λογικής από τη σύγκρουση η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία ήταν σφοδρή. Ακόμη και εάν υπήρχε μικρή μετακίνηση του οχήματος του κατηγορούμενου προς τη λωρίδα του παραπονούμενου στο δρόμο, του οποίου οι δύο λωρίδες δεν χωρίζονται με οποιονδήποτε τρόπο, και πάλι δεν θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη σε αυτόν, δεδομένης της προσκομισθείσας μαρτυρίας με βάση την οποία η σύγκρουση έγινε στη λωρίδα του κατηγορούμενου. Υπήρχε επαρκής ορατότητα και η πρέπουσα ευχέρεια στον παραπονούμενο να προσέξει το όχημα του κατηγορούμενου και να λάβει μέτρα προς αποφυγή του δεδομένου ότι ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση υπήρχε χώρος 250μ και κάτι, ενώ το όχημα του ΜΚ3 είναι πλάτους 1,60μ Αντίθετα για τον κατηγορούμενο υπό τις περιστάσεις, κρίνω πως δεν υπήρχε ευχέρεια να λάβει οποιεσδήποτε προφυλάξεις για να αποφύγει τη σύγκρουση. (Νικολαίδης πιο πάνω). Υπό το φως των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι καταδείχθηκε από την μαρτυρία οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του κατηγορούμενου η οποία να θέτει αυτόν σε επίπεδο χαμηλότερο από αυτό του μέσου συνετού οδηγού. Τούτων δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο