Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Andrew Lybert, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 16481/09, 21 Ioυλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 16481/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή v. Andrew Lybert Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21 Ioυλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κος. Πελεκάνος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρρεια ακλοόλης εις την εκπνοή του υπερβαίνουσας το καθορισθέν όριο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος στις 27/6/09 στην οδό Πιαλέ Πασιά στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΖΚSW435 καθ΄ όν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο ήτοι η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή τoυ ήταν 105 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής ενώ το όριο είναι 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. H Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας τον αστ.3555 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λάρνακα, υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 1) και στην συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Συνοπτικά ανέφερε ότι στις 27/6/09 η ώρα 5.20 κατόπιν σχετικής πληροφορίας επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβηκε στην οδό Πιαλέ Πασιά στη Λάρνακα με μόνο ενεχόμενο το όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής ΖΚSW435 και οδηγό τον κατηγορούμενο. Κατά τη συνομιλία που είχε μαζί με τον κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα και γι' αυτό τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο άλκοτεστ κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής με ένδειξη 127 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Ακολούθως τον μετέφερε στην Τροχαία Λάρνακας όπου τον υπέβαλε σε τελικό έλεγχο άλκοτεστ με ένδειξη κατά τον πρώτο έλεγχο 106 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής και με ένδειξη 105 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής κατά τον δεύτερο έλεγχο. Ανέφερε ότι στις 27/6/09 μεταξύ των ωρών 06.15-06.20 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και κατέθεσε τη γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο 2. Ο μάρτυρας στη συνέχεια κατέθεσε ως τεκμήριο 3, τη πιστοποίηση της αρμόδιας αρχής που προνοεί ο νόμος σύμφωνα με την οποία η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για την προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης στην εκπνοή του κατηγορούμενου πληρούσε τα πρότυπα και τις προδιαγραφές και ως τεκμήριο 4 την ίδια πιστοποίηση αναφορικά με τη συσκευή με την οποία υπεβλήθη ο κατηγορούμενος σε τελικό έλεγχο άλκοτεστ. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5 το έντυπο αποτέλεσμα που παρήγαγε η συσκευή του τελικού ελέγχου στον οποίο υπεβλήθη ο κατηγορούμενος. Ο συνήγορος της Υπεράσπισης δήλωσε παραδεκτό το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι στον επίδικο δρόμο βρίσκονται πολλά κέντρα διασκέδασης. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ώρα που επεσυνέβηκε το δυστύχημα στη σκηνή του οποίου μετέβηκε μετά που έλαβε σχετική ειδοποίηση. Όταν έφθασε στη σκηνή το όχημα δεν βρίσκετο σε λειτουργία. Το δυστύχημα δεν ήταν σοβαρό και η τελική θέση του οχήματος βρίσκετο στα 30 με 40μ. από το σημείο σύγκρουσης. Σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου της υπεράσπισης ο μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το δυστύχημα να επεσυνέβηκε πολλές ώρες πριν την ώρα που αυτός έλαβε την σχετική ειδοποίηση. Όπως επίσης δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να βρίσκετο νωρίτερα σε κέντρο διασκέδασης της περιοχής όπου κατά την αναχώρηση του επεσυνέβηκε το δυστύχημα και αφού ο κατηγορούμενος επέστρεψε πίσω στο κέντρο διασκέδασης τότε να κατανάλωσε οινόπνευμα και στη συνέχεια να επέστρεψε ξανά στο αυτοκίνητο του. Τέλος ο μάρτυρας δεν διαφώνησε ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να κατανάλωσε οινόπνευμα μετά την εμπλοκή του στο δυστύχημα. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ισχυριζόμενος ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το αναφερόμενο όχημα ενώ είχε προηγουμένως καταναλώσει αλκοόλ. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής άφησε το θέμα στη κρίση του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εξετάζοντας το ζήτημα, εάν δηλαδή έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφερθεί στη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Το άρθρο 5 του περί Οδικής Ασφαλείας Νόμου 174/86 προνοεί: «Πας όστις οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τίνος οδού ή έτερου δημοσίου χώρου έχων καταναλώσει τοσαύτην ποσότητα αλκοόλης υφ' οιανδήποτε μορφήν, ώστε η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή ή το αίμα αυτού να υπερβαίνη το καθορισθέν όριον, είναι ένοχος αδικήματος.» Οι όροι «οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει» έχουν τύχει σχολιασμού και ερμηνείας σε πολλές αγγλικές αποφάσεις και ειδικότερα στην απόφαση Pinner v. Everett
(1969)3 ALL ER 257 όπως επεξηγήθηκε στην Edkins v. Knowles
(1973)RTR 257. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αποφάσεις η υποψία της διάπραξης του τροχαίου αδικήματος της κατανάλωσης οινοπνεύματος πρέπει να προκύψει ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε η επειράτο να οδηγήσει. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο είναι θέμα πραγματικό. (βλ. Pinner v. Everett (ανωτέρω) στη σελ. 262). Στην απόφαση Edkins v. Knowles (ανωτέρω) δόθηκαν 5 κατευθυντήριες εισήγησεις αναφορικά με την ερμηνεία του όρου οδήγηση οι οποίες προέκυψαν από συνόψιση της νομολογίας (βλ. επίσης Wilkinson´s Road Traffic Offences 10η έκδοση στη σελ. 154). Η δεύτερη εισήγηση είναι υποβοηθητική για την περίπτωση του οδηγού που σταματά το όχημα του όπου λέχθηκε ότι: «2.When a motorist stops before he has completed his journey he may still be driving; an obvious example is when he is halted at traffic lights. Each case will depend upon its own facts, but generally the following questions will be relevant (
- a)What was the purpose of the stop; If it is connected with the driving and not for some purpose unconnected with the driving, the facts may justify a finding that the driving is continuing although the vehicle is stationary (
- b)How long was he stopped; The longer he is stopped the more difficult it becomes to regard him as still driving. (
- v)Did he get out of the vehicle; If he remains in the vehicle it is some though not a conclusive indication that he is still driving». Σε δική μου μετάφραση: «2. Όταν ο οδηγός σταματήσει πριν συμπληρώσει το ταξίδι του μπορεί ακόμη να οδηγά. Ένα έκδηλο παράδειγμα είναι όταν είναι σταθμευμένος σε φώτα τροχαίας. Κάθε υπόθεση θα εξαρτηθεί από τα δικά της περιστατικά, αλλά γενικά οι ακόλουθες ερωτήσεις είναι σχετικές: (α) Ποιος ήταν ο σκοπός της στάθμευσης; Αν συνδέεται με την οδήγηση και όχι με κάποιο σκοπό που δεν συνδέεται με την οδήγηση, τα γεγονότα μπορεί να δικαιολογούν το εύρημα ότι η οδήγηση συνεχίζεται παρά το ότι το όχημα είναι ακινητοποιημένο. (β) Για πόσο χρονικό διάστημα είχε σταματήσει; Όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα της στάθμευσης τόσο πιο δύσκολο καθίσταται να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να οδηγά. (γ) Βγήκε έξω από το όχημα; Αν παραμείνει στο όχημα αποτελεί κάποια, αλλά όχι τελική (conlcusive) ένδειξη ότι εξακολουθεί να οδηγά.» Στην πιο πάνω υπόθεση η αθώωση του κατηγορούμενου επικυρώθηκε αφού η υποψία δεν διαβιβάστηκε σε ένστολο αστυνομικό παρά μόνο μετά την παρέλευση 5 λεπτών αφού ο οδηγός έπαυσε να οδηγεί το όχημα του και είχε φτάσει στο τέλος του ταξιδιού του. Βασικό στοιχείο το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει για τη κατηγορία, είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναγράφεται στο κατηγορητήριο οδήγησε το επίδικο όχημα αφού προηγουμένως κατανάλωσε αλκοόλ. Ο ΜΚ1 τίποτε δεν ανέφερε για το θέμα και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίσθηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το επίδικο όχημα. Ούτε προκύπτει από τη μαρτυρία του η ώρα που οδήγησε ο κατηγορούμενος και πότε ενεπλάκη στο δυστύχημα. Ανέφερε μόνο ότι κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε τον κατηγορούμενο στη θέση του οδηγού και το αυτοκίνητο να βρίσκεται στη τελική του θέση εκτός λειτουργίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, στην προσκομισθείσα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, που να τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το επίδικο μηχανοκίνητο όχημα αφού προηγουμένως είχε καταναλώσει αλκοόλ. Το άρθρο 5 του Νόμου καλύπτει όμως και την περίπτωση που πρόσωπο «πειράται να οδηγήσει». Το αν ο αστυνομικός είχε εύλογη υποψία ότι πρόσωπο οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει είναι θέμα πραγματικό. Τα γεγονότα τα οποία εγείρουν την υποψία πρέπει να σχετίζονται με την πραγματική οδήγηση του αυτοκινήτου κατά τον επίδικο χρόνο (βλ. Wilkinson´s Road Traffic Offences, 14th Edition σελ.1/212,213). Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν οδηγεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο «επειράτο να οδηγήσει». Η μαρτυρία που έθεσε η Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής του κατηγορουμένου. Στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρίσκετο στη θέση του οδηγού είναι δυνατό να αποδοθούν διάφορες αλλά και διαφορετικές έννοιες. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνακόλουθα όλα τα πιο πάνω αφήνουν την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη, αφού δεν έχει αποδειχθεί το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της οδήγησης εκ μέρους του κατηγορούμενου. Με βάση όλα τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του κατηγορουμένου εκ πρώτης όψεως υπόθεση έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Κατά συνέπεια η εναντίον του κατηγορία απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο