← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ζαχαράκης Χ΄΄Κώστας κ.α., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20576/09, 21 Ιουλίου 2010

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ζαχαράκης Χ΄΄Κώστας κ.α., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20576/09, 21 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου,Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20576/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. Ζαχαράκης Χ΄΄Κώστας
  2. Εταιρεία L.A.PRO. TRANS.CO.LTD
  3. Σοφοκλής Σοφοκλέους Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον κατηγορούμενο: κος. Ντορζής Κατηγορούμενοι: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 σύμφωνα με το κατηγορητήριο κατηγορούνται ότι στις 10/3/09 ο κατηγορούμενος 1 οδήγησε και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 επέτρεψαν στον 1ο κατηγορούμενο να οδηγήσει το όχημα με αριθμούς εγγραφής KUY030 κατά παράβαση των όρων της άδειας του δηλαδή μετέφερε φορτίο από το Κόρνο στη Λευκωσία ενώ η άδεια επιτρέπει τη μεταφορά φορτίου στην επαρχία Πάφου. Μετά τη παραδοχή του 1ου κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία σύμφωνα με την οποία κατά τον ίδιο χρόνο ρυμουλκούσε το ρυμουλκούμενο με αριθμούς 6229CT χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν τη κατηγορία σύμφωνα με την οποία επέτρεψαν στο 1ο κατηγορούμενο να οδηγήσει το αναφερόμενο όχημα με το οποίο ρυμουλκούσε το ρυμουκλούμενο υπ' αριθμούς εγγραφής 6229CT χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τα μέρη ως παραδεκτά γεγονότα ότι το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής KUY030 ανήκει στη 2η κατηγορούμενη της οποίας ο 3ος κατηγορούμενος είναι ένας εκ των Διευθυντών. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα τον Ειδικό Αστ. 6023 Λευτέρη Ζαχαρίου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι ειδικός αστυφύλακας στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Στις 10/3/09 διενεργούσε έλεγχο φορτηγών οχημάτων στην περιοχή Κόρνου κατά τη διάρκεια του οποίου ανέκοψε το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής KUY030 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 1 και το οποίο έσυρε το ρυμουκλούμενο όχημα με αριθμούς 6229CT. Για το αναφερόμενο όχημα υπήρχε άδεια εσωτερικών μεταφορών Α σύμφωνα με τους όρους της οποία επιτρέπεται η χρήση του για εμπορικές μεταφορές εντός από και προς την επαρχία Πάφου. Η εν λόγω άδεια κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  4. Ο ΜΚ1 ισχυρίσθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι μετέφερε φορτίο από το λατομείο Σκύρα Λίμα στο Κόρνο και πήγαινε στη Λευκωσία. Όταν ανέκοψε τον κατηγορούμενο 1, η κατεύθυνση που ακολουθούσε ήταν προς τη Λευκωσία. Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παραβιάσθηκαν οι όροι της άδειας οδικής χρήσης του αναφερόμενου οχήματος, από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου 1 ο οποίος του είπε αυτολεξεί: «του είπα ότι δεν είναι σωστό αλλά αυτός μου είπε να το πάρω, σήμερα μου είπε να δουλέψεις στο Νέμεσις στη Λευκωσία», αλλά και από το γεγονός ότι από το σημείο που ανέκοψε τον κατηγορούμενο 1 η επόμενη έξοδος για τη Πάφο βρίσκετο σε απόσταση 12 χιλιομέτρων. Κατά την αντεξέταση ο ΜΚ1 σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι σύμφωνα με τους όρους του τεκμηρίου 1 το συγκεκριμένο όχημα έχει δικαίωμα να παραλαμβάνει φορτίο από οποιοδήποτε σημείο της Κύπρου με προορισμό την Πάφο. Σε άλλη σχετική ερώτηση ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ακολούθησε τον κατηγορούμενο 1 και ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα ποιος ήταν τελικά ο τελικός του προορισμός. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη δε ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής η οποία υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ούτως ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική η στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει τη καταδίκη του κατηγορουμένου σε αυτή. (βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -

(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R.9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police, (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.. η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155.. δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατόν να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία.» Στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο, θα πρέπει να εξετάσει με αντικειμενικότητα τη δοθείσα μαρτυρία χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εξετάζοντας το ζήτημα, εάν δηλαδή έχει αποκαλυφθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφερθεί στη μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει προς απόδειξη της υπόθεσης της. Οι κατηγορίες 1 και 3 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι βασίζεται στο άρθρο 22(στ) του Ν. 101
(1)/2001 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
(1)Πρόσωπο το οποίο - (α) ............................ (β) ............................ (γ) ............................ (δ) ............................ (ε) ............................ (στ) παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο της άδειας ή της άδειας «Α» της άδειας «Δ» ή της άδειας «Ε» που χορηγήθηκε σ' αυτό δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και, σε περίπτωση αδικήματος συνεχιζόμενης παράβασης, σε περαιτέρω χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό λίρες για κάθε μέρα κατά την οποία συνεχίζεται η παράβαση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει προσκομισθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία που να καταδεικνύει τον τελικό προορισμό του αναφερόμενου οχήματος που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 1 ή τον τόπο στον οποίο τελικά ξεφόρτωσε το φορτίο που μετέφερε. Αυτό είναι ουσιώδους σημασίας για τη τύχη των κατηγοριών διότι με τη προσκομισθείσα μαρτυρία όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί σε τεκμήριο ενοχής των κατηγορουμένων, έτσι ώστε να τους καλέσει σε απολογία. Η μαρτυρία σε σχέση με το τελικό προορισμό του οχήματος, όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και που συνίστατο σε απλές υποθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο παραβιάσθηκαν οι όροι της άδειας οδικής χρήσης του επίδικου οχήματος. Δεδομένων των πιο πάνω οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 απαλλάσσονται και αθωώνονται στις κατηγορίες 1 και 3 από το στάδιο αυτό. Σε σχέση με τη 4η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και στην οποία αρνήθηκαν ενοχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης επίσης εισηγήθηκε την απόρριψη της για το λόγο ότι η μεν ιδιότητα και μόνο του κατηγορούμενου 3 ως ενός εκ των διευθυντών του νομικού προσώπου της κατηγορούμενης 2 δεν τον καθιστά ποινικά υπεύθυνο για τις ενέργειες του προσώπου αυτού, της δε κατηγορούμενης 2 γιατί δεν υφίσταται μαρτυρία ότι αυτή, πράγματι, επέτρεψε στον κατηγορούμενο αρ.1 να ρυμουλκήσει το αναφερόμενο ρυμουλκούμενο χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο Κανονισμός 65 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 δεν συναρτά τη συγκεκριμένη ποινική ευθύνη με την ιδιοκτησία του οχήματος. Από τις πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη συναρτάται με τις πράξεις χρήσης του οχήματος. Έτσι δεν μπορεί να θεμελιωθεί καταδίκη της κατηγορούμενης 2 με αναφορά μόνο στο γεγονός ότι αυτή είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος το οποίο ρυμουλκούσε το ρυμουλκούμενο ούτε και καταδίκη του κατηγορούμενου 3 με αναφορά μόνο στο γεγονός ότι αυτός είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας (κατηγορούμενης 2). Ούτε και επί τη βάσει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 οι κατηγορούμενοι θα μπορούσαν να ήσαν ποινικά υπεύθυνοι, καθότι, από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει συμπεριφορά των κατηγορουμένων 2 και 3 η οποία να καλύπτεται από το άρθρο 20 του Κ.154. Δεν υπάρχει μαρτυρία που να δηλώνει ότι στις 10/3/09 οι κατηγορούμενοι 2 και 3 συνέδραμαν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο συμμετείχαν ή επέτρεψαν στον κατηγορούμενο 1 ή παρακίνησαν αυτόν να ρυμουλκήσει το αναφερόμενο ρυμουλκούμενο χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Δεν τέθηκε επίσης ίχνος μαρτυρίας που να υποδεικνύει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και των κατηγορουμένων 2 και 3. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Υπό το φως των πιο πάνω οι κατηγορούμενοι 2 και 3 απαλλάσσονται και αθωώνονται στη κατηγορία 4 από το στάδιο αυτό. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.