Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Ανδρέας Αυξεντίου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20511/09, 22 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20511/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Ανδρέας Αυξεντίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Κεφάλας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης (1η κατηγορία), της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψης να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη (2η κατηγορία) και της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψης ακινητοποιήσεως αυτού ενώ κλήθηκε από Αστυνομικό με στολή (3η κατηγορία). Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας τον αστ. 3029 Η. Ηλία (ΜΚ1) και τον αστ. 2056 Ν. Χρίστου (ΜΚ2). Μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ.155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και έδωσε ένορκη κατάθεση. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 1) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι στις 3/10/09 διενεργούσε έλεγχο τροχαίας στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας όπου περί η ώρα 05:05 έκανε σήμα για να σταματήσει στο όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής KVW340 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο με κατεύθυνση από τη Λάρνακα προς τα φώτα τροχαίας της Ορόκλινης. Ο κατηγορουμενος αντί να σταματήσει έκανε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά με κίνδυνο να τον κτυπήσει και ακολούθως αναπτύσσοντας ταχύτητα οδηγώντας ζικ-ζακ πέρασε από τα φώτα τροχαίας ενώ το φως ήταν κόκκινο και έστριψε αριστερά. Στη συνέχεια εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κίνδυνο να κτυπήσει διερχόμενο αυτοκίνητο που εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου από απόσταση 500μ και του έκανε σήμα για να σταματήσει από απόσταση 200-250 μ. Ο δρόμος Λάρνακας-Δεκέλειας είναι διπλής κατεύθυνσης με οδικό φωτισμό. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και τη δεδομένη στιγμή ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που εκινείτο στο δρόμο. Όταν ο κατηγορούμενος έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, ο ΜΚ1, όπως ανέφερε, πετάχτηκε για να αποφύγει το κίνδυνο και στη συνέχεια από απόσταση 150 με 200μ είδε τον κατηγορούμενο να παραβιάζει το κόκκινο φως. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρξε οποιοδήποτε δυστύχημα στο δρόμο και ούτε ειδοποίησε άλλο συνάδελφο του για το πιο πάνω αναφερόμενο επεισόδιο. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ1, σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε ότι βρισκόταν στο σημείο του δρόμου όπου συνήθως διενεργείται έλεγχος της τροχαίας κίνησης. Δεν θυμόταν πόσοι ακριβώς αστυνομικοί ήταν εκεί υποθέτοντας πως ήταν περίπου 8 άτομα. Ανέφερε πως μετέβηκε στο σημείο με υπηρεσιακό αυτοκίνητο, δεν θυμόταν όμως με ποιόν άλλο συνάδελφο του μετέβηκε εκεί με το αυτοκίνητο το οποίο βρίσκετο σταθμευμένο έξω από τον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 με σκοπό να δώσει πληρέστερη εικόνα της σκηνής σχεδίασε πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 2) στο οποίο υπέδειξε με το γράμμα Α την πορεία του κατηγορούμενου, με το γράμμα Β το χώρο στάθμευσης μπροστά από τον αστυνομικό σταθμό και τη Πυροσβεστική Ορόκλινης, με το γράμμα Γ την θέση που στεκόταν ο ίδιος όταν έκανε σήμα στο κατηγορούμενο λέγοντας ότι στεκόταν περίπου στη μέση του δρόμου και με το γράμμα Δ το δρόμο από τα φώτα τροχαίας αριστερά αναφέροντας ότι ο δρόμος αυτός δεν εφάπτεται με το χώρο στάθμευσης αλλά βρίσκεται σε απόσταση περίπου 50μ, δηλώνοντας όμως στη συνέχεια πως μπορεί να κάνει λάθος και ότι εκεί που τελειώνει ο χώρος στάθμευσης αριστερά βρίσκονται και τα φώτα τροχαίας. Στη συνέχεια ανέφερε ότι στη κατεύθυνση από Λάρνακα προς Ορόκλινη πριν τα φώτα τροχαίας υπάρχει παρακαμπτήριος που οδηγεί αριστερά, δεν ήταν όμως σε θέση να πει την απόσταση του από τα φώτα τροχαίας. Ο ίδιος σε σχέση με τον παρακαμπτήριο βρισκόταν στο ύψος της αρχής του χώρου στάθμευσης λέγοντας ότι ο παρακαμπτήριος αρχίζει από το χώρο στάθμευσης και εφάπτεται επι αυτού. Σε σχετική ερώτηση ο ΜΚ1 απάντησε ότι βρισκόταν στο κύριο δρόμο μπροστά από το χώρο στάθμευσης, δεν γνωρίζει όμως σε ποιά απόσταση βρισκόταν από τα φώτα τροχαίας. Δεν θυμόταν με ποιους ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, ούτε πόσα περιπολικά βρίσκονταν στη σκηνή, ούτε που ήταν το δικό του περιπολικό και κατά πόσο το είχε οδηγήσει ο ίδιος. Υπήρχαν, όπως ανέφερε, και άλλοι συνάδελφοι του στο συγκεκριμένο έλεγχο οι οποίοι τη δεδομένη στιγμή δεν θυμόταν που βρίσκονταν υποθέτοντας ότι ήταν απασχολημένοι με άλκοτεστ ή βρίσκονταν εντός του αστυνομικού σταθμού. Ισχυρίσθηκε ότι ήταν μόνος του στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή αρνούμενος ότι υπήρχε άλλος αστυνομικός στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Δεν θυμόταν αν οι φάροι του περιπολικού του ήταν αναμμένοι. Επίσης σε σχετική υποβολή ότι ο χώρος στάθμευσης είναι κλειστός τα τελευταία 5 χρόνια ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετά που έκανε ελιγμό ξαναμπήκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε προς τα φώτα τροχαίας. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο ΜΚ1 και αφού φρεσκάρισε τη μνήμη του από το ημερολόγιο καθηκόντων, το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 3, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο διενεργούσε έλεγχο της τροχαίας μαζί με άλλους 5 συναδέλφους του, αναφέροντας μάλιστα, παρά το ότι στο τεκμήριο 3 δεν αναγράφεται oτιδήποτε για περιπολικά, ότι μετέβησαν στον επίδικο δρόμο με δύο υπηρεσιακά αυτοκίνητα. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο κάποιοι από τους υπόλοιπους συναδέλφους του ήσαν απασχολημένοι με άλλα όχημα που είχαν ανακοπεί για άλκοτεστ και κάποιοι βρίσκονταν στον αστυνομικό σταθμό. Όταν τον πλησίασε το όχημα του κατηγορούμενου τότε είδε τους αριθμούς εγγραφής του. Σε σχετική υποβολή, αρνήθηκε ότι άλλος συνάδελφος του που βρισκόταν στη σκηνή υπέδειξε στον κατηγορούμενο να προχωρήσει και ότι υπήρχε κάποιος συνωστισμός στο δρόμο λόγω της παρουσίας τεσσάρων με πέντε περιπολικών. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 4) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚVW340 στο δρόμο Λάρνακας - Δεκέλειας με κατεύθυνση από Λάρνακα προς Ορόκλινη. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά τα φώτα Τροχαίας κοντά στο εστιατόριο Γαλάζιο Κύμα είδε από μακριά ότι υπήρχε τροχαία κίνηση και υπέθεσε ότι είχε προκληθεί δυστύχημα. Όταν πλησίασε και αφού ελάττωσε ταχύτητα, ένας αστυνομικός που βρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με τη πορεία του, του έκανε νόημα και φώναξε «έλα 340», που είναι ο αριθμός εγγραφής του οχήματος του. Εξέλαβε τούτο ως εντολή να προχωρήσει και τότε ανέπτυξε ταχύτητα και κατευθύνθηκε προς Ορόκλινη χρησιμοποιώντας τον παρακαμπτήριο για να στρίψει αριστερά. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν πρόσεξε το ΜΚ1 αλλά δεν ήταν αυτός που του έκανε νόημα να περάσει. Πλησιάζοντας προς τα φώτα τροχαίας σε απόσταση περίπου 500μ είδε 4 με 5 περιπολικά με αναμμένους τους φάρους και περί τους 6 αστυνομικούς στο δρόμο. Ο αστυνομικός που βρίσκετο στα δεξιά σύμφωνα με τη πορεία του, του έκανε νόημα να ελαττώσει ταχύτητα και αφού πλησίασε κάνοντας του ανάλογο νόημα του φώναξε «έλα 340». Έχοντας την εντύπωση ότι προηγήθηκε σοβαρό δυστύχημα ο κατηγορούμενος εξέλαβε την οδηγία του αστυνομικού ως εντολή να προχωρήσει και να φύγει και αυτό έπραξε, αλλιώς όπως ισχυρίσθηκε δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να μην σταματήσει σε ανάλογη εντολή του αστυνομικού. Συνέχισε τη πορεία του προς την Ορόκλινη χρησιμοποιώντας τον παρακαμπτήριο και χωρίς να περάσει από τα φώτα τροχαίας. Μετά την παρέλευση τριών ημερών έλαβε σχετικό τηλεφώνημα από την αστυνομία όπου πληροφορήθηκε για τα υπό εξέταση αδικήματα. Στο στάδιο της αντεξέτασης ο κατηγορούμενος, σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι είδε περιπολικά έξω από το χώρο στάθμευσης. Ο αστυνομικός που του φώναξε να προχωρήσει βρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με τη πορεία του, ενώ οι υπόλοιποι αστυνομικοί βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, δεν ήταν όμως σε θέση να πει κατά πόσο μεταξύ αυτών ήταν και ο ΜΚ
- Επειδή είδε πολλούς αστυνομικούς σκέφτηκε ότι είχε προηγηθεί σοβαρό ατύχημα. Σε σχετικές ερωτήσεις ο κατηγορούμενος επανέλαβε πως ο αστυνομικός στα δεξιά του έκανε νόημα με το φανάρι και αφού ελάττωσε ταχύτητα όταν πλησίασε τον άκουσε να φωνάζει «έλα 340» κάτι που το εξέλαβε ως εντολή να προχωρήσει και όχι να σταματήσει. Αρνήθηκε ότι έκανε οποιονδήποτε ελιγμό λέγοντας ότι έστριψε αριστερά για να πάρει τον παρακαμπτήριο. Δεν πρόσεξε τι ακριβώς έκαναν εκείνη τη στιγμή οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στα αριστερά του δρόμου διότι η προσοχή του ήταν στραμμένη μόνο στον αστυνομικό που του έκανε νόημα λέγοντας πως τους υπόλοιπους αστυνομικούς τους είχε δει προηγουμένως όταν πλησίασε όμως έβλεπε μόνο αυτόν που του έκανε το νόημα να προχωρήσει. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αξιολογώντας τη μαρτυρία και συσχετίζοντας τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι τόσο ο ΜΚ1, όσο και ο κατηγορούμενος είχαν πρόθεση να πουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρατηρώ όμως πως ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί και να δώσει σαφή εικόνα για πολλά από τα γεγονότα, όπως για παράδειγμα, με πόσους αστυνομικούς βρισκόταν στη σκηνή και μόνο μετά που συμβουλεύθηκε το ημερολόγιο καθηκόντων, μπόρεσε να αναφέρει ότι διενεργούσε έλεγχο στον επίδικο δρόμο με πέντε άλλους συναδέλφους του. Δεν ήταν επίσης σε θέση να θυμηθεί που βρίσκονταν κατά τον επίδικο χρόνο, οι υπόλοιποι συνάδελφοι του υποθέτοντας πως ήταν απασχολημένοι με τη διενέργεια άλκοτεστ ή πως βρίσκονταν εντός του αστυνομικού σταθμού. Περαιτέρω παρατηρώ ότι ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να καθορίσει σε ποιο ακριβώς σημείο βρίσκετο ο ίδιος όταν είδε το όχημα του κατηγορούμενου και προσπάθησε να το σταματήσει. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι στεκόταν στο κύριο δρόμο μπροστά από το χώρο στάθμευσης και ότι ο παρακαμπτήριος βρίσκεται πιο πίσω, στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμάται κατά πόσο ο παρακαμπτήριος εφάπτεται του χώρου στάθμευσης. Επίσης δεν ήταν σε θέση να καθορίσει σε ποια απόσταση ήταν τα φώτα τροχαίας από το σημείο που βρίσκετο ο ίδιος ούτε εάν ο χώρος στάθμευσης ήταν κλειστός. Δεδομένων των πιο πάνω, σε συνάρτηση με την εκδοχή του κατηγορούμενου σύμφωνα με την οποία είδε κάποιον άλλο αστυνομικό στη δεξιά πλευρά του δρόμου να του κάνει νόημα το οποίο εξέλαβε ως εντολή να προχωρήσει, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι ο ΜΚ1 μπορούσε να ήταν βέβαιος, κάτω από τις περιστάσεις, ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το σήμα που του υπέδειξε και παρέλειψε να σταματήσει. Στο πιο πάνω συμπέρασμα με οδήγησε και η εικόνα που σχημάτισα για τον κατηγορούμενο όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, η αξιοπιστία του οποίου δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση και ο οποίος παρέθεσε τα γεγονότα με απλό και ειλικρινή τρόπο χωρίς να θέλει να παραποιήσει την αλήθεια και παρά το γεγονός ότι, σε κάποια σημεία, τα όσα ανέφερε δεν συνηγορούσαν υπέρ του. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι χρησιμοποίησε τον παρακαμπτήριο για να στρίψει αριστερά προς Ορόκλινη και δεν πέρασε από τα φώτα τροχαίας, συνάδει με τη λογική αλλά και με την θέση του ΜΚ1, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, δεδομένου και του ότι ο παρακαμπτήριος βρίσκετο στα αριστερά σύμφωνα με τη πορεία του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε σχετικές αποστάσεις αλλά ούτε και να αναφέρει με σαφήνεια σε ποια θέση ακριβώς βρισκόταν ο ίδιος και οι υπόλοιποι αστυνομικοί. Συνεπώς όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι μετά που κινδύνεψε να κτυπηθεί από το όχημα του κατηγορούμενου είχε σιοκαριστεί, «είχε παγώσει», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, και λαμβάνοντας υπόψη τις κινήσεις που ο ίδιος περιέγραψε ότι έκανε κάτω από την αγωνία της στιγμής για να προφυλαχτεί, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την μετέπειτα οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή ο τελευταίος πέρασε από τα φώτα τροχαίας με κόκκινο φως και όχι από τον παρακαμπτήριο και ότι αφού έστριψε αριστερά εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ο ΜΚ1 ενώ δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σε ποια απόσταση βρίσκονταν τα φώτα τροχαίας, ισχυρίσθηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να παραβιάζει το κόκκινο φως από απόσταση 150-200μ. Ο ΜΚ1 με έπεισε όμως για την ειλικρίνεια και το αξιόπιστο της εκδοχής του πως κατά τον επίδικο χρόνο και ενώ βρισκόταν σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου διενεργούσε έλεγχο της τροχαίας ενώ προσπάθησε να ανακόψει το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κινδύνεψε να κτυπηθεί από αυτό όταν ανέπτυξε ταχύτητα και προχώρησε για να κατευθυνθεί αριστερά. Τούτο διότι σε αυτό το σημείο ήταν σαφής και σταθερός στη μαρτυρία του. Ταυτόχρονα όμως με έπεισε και ο κατηγορούμενος για την ειλικρίνεια της δικής του εκδοχής, σύμφωνα με την οποία, κατά τον επίδικο χρόνο είδε να του κάνει νόημα αστυνομικός που βρισκόταν στα δεξιά του δρόμου το οποίο και εξέλαβε ως εντολή να προχωρήσει και να συνεχίσει τη πορεία του. Όπως ο ίδιος ανέφερε ανέπτυξε ταχύτητα και προχώρησε επί του παρακαμπτηρίου με σκοπό να στρίψει αριστερά προς την Ορόκλινη. Προκύπτει βέβαια από την μαρτυρία του κατηγορούμενου πως προηγουμένως είχε αντιληφθεί τους υπόλοιπους αστυνομικούς να βρίσκονται στην αριστερή πλευρά του δρόμου, παραταγμένους, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, μπροστά από τα περιπολικά. Δεδομένων των πιο πάνω αποτελεί εύρημα μου ότι στις 3/10/09 ο ΜΚ1 μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του μαζί με άλλους αστυνομικούς διενεργούσε έλεγχο τροχαίας κίνησης στο δρόμο Λάρνακας- Δεκέλειας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου έκανε σήμα να σταματήσει στο όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής KVW340 που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο με κατεύθυνση από τη Λάρνακα προς την Ορόκλινη. Ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε στο σήμα του ΜΚ1 διότι την δεδομένη στιγμή η προσοχή του ήταν στραμμένη σε σήμα που του έκανε άλλος αστυνομικός που βρίσκετο στη δεξιά πλευρά του δρόμου και το οποίο ο κατηγορούμενος εξέλαβε ως εντολή να προχωρήσει και γι' αυτό αναπτύσσοντας ταχύτητα προχώρησε και έστριψε αριστερά χρησιμοποιώντας τον παρακαμπτήριο που οδηγεί προς Ορόκλινη. Εκείνη τη στιγμή ο ΜΚ1 ο οποίος βρίσκετο σε κάποιο σημείο στην αριστερή πλευρά του δρόμου κινδύνεψε να κτυπηθεί από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ποινικοποιείται από το άρθρο 7 του Νόμου 86/72 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα. «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος ...» Στην υπόθεση Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 119, λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Στην Αγγλική υπόθεση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. Rep. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα v. Aστυνομίας, που πιο πάνω αναφέρεται, τονίστηκε, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης, χρειάζεται να αποδειχθεί αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό και αφετέρου ότι αυτή, προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε, πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με τα ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). Το σφάλμα πρέπει να: «εμπεριέχει αποτυχία. Πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια είναι αρκετό, έστω και αν είναι μικρό ή αποτελεί στιγμιαίο ολίσθημα ή κανένας κίνδυνος δεν θα προκαλείτο κανονικά από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν λογικά αποτελεί μια αιτία». Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All ER 974, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση πρέπει οι ένορκοι να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί τον δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία και, δεύτερο, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με το τρόπο αυτό. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος είναι εμφανής και σοβαρός και κατά τη λήψη της απόφασης τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν, ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα. Σύμφωνα με το νόμο, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κατηγορίας, πρέπει ο τρόπος της οδήγησης του κατηγορούμενου, να είναι αλόγιστος ή επικίνδυνος για το κοινό. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο κατηγορούμενος οδηγούσε στον επίδικο δρόμο όπου σύμφωνα με τη μαρτυρία του ελάττωσε ταχύτητα διότι από κάποια απόσταση αντιλήφθηκε συνωστισμό από περιπολικά με αναμμένους τους φάρους καθώς και τη παρουσία αστυνομικών στο δρόμο, κάνοντας μάλιστα και τη σκέψη ότι προηγήθηκε σοβαρό δυστύχημα. Εν τούτοις μετά το σήμα του αστυνομικού που βρίσκετο στα δεξιά του δρόμου σύμφωνα με τη πορεία του, το οποίο εξέλαβε ως εντολή να προχωρήσει και να συνεχίσει τη πορεία του, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα χωρίς να δώσει οποιανδήποτε εξήγηση γιατί δεν προχώρησε με την ίδια χαμηλή ταχύτητα και την ανάλογη προσοχή, κάτω από τις περιστάσεις, όπως τις περιέγραψε άλλωστε ο ίδιος και με τρόπο τέτοιο που να μην θέσει σε κίνδυνο τον ΜΚ
- Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι μαζί με τα περιπολικά είδε αστυνομικούς στο δρόμο αριστερά και δεξιά σύμφωνα με τη πορεία του και ότι ο ίδιος έστριψε αριστερά για να πάρει τον παρακαμπτήριο. Ο κατηγορούμενος μετά το αναφερόμενο νόημα του αστυνομικού, ανέπτυξε ταχύτητα και προχώρησε χωρίς να λάβει υπόψη του την παρουσία στο δρόμο των υπόλοιπων αστυνομικών τους οποίους, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, είχε αντιληφθεί προηγουμένως, δημιουργώντας έτσι στο δρόμο και ιδιαίτερα στον ΜΚ1 μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία μπορούσε να προκληθεί ατύχημα κάτι που ευτυχώς δεν έγινε λόγω ακριβώς των προφυλάξεων του ΜΚ
- Στο σημείο αυτό τονίζω ότι σύμφωνα με τη θέση που υπέβαλε η υπεράσπιση μέσα από την αντεξέταση ο ΜΚ1 κατά τον επίδικο χρόνο στεκόταν αριστερά στην άκρη του παρακαμπτήριου σε κάποιο σημείο έξω από το χώρο στάθμευσης του αστυνομικού σταθμού και του σταθμού της πυροσβεστικής. Δεδομένων των πιο πάνω, βρίσκω ότι η οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν επικίνδυνη. Ελλείψη μαρτυρίας από την υπεράσπιση, που να υποστηρίζει ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση οφείλεται σε κάποιο γεγονός, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η συγκεκριμένη οδήγηση δεν οφείλεται σε σφάλμα του κατηγορούμενου, τα περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η επικίνδυνη αυτή κατάσταση δημιουργήθηκε από σφάλμα του κατηγορούμενου, αφού αυτός ενώ αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών στο δρόμο, οδήγησε με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη 1η κατηγορία και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτή. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1 και των ευρημάτων του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος από την οποία συνεπώς απαλλάσεται και αθωώνεται. Σε σχέση με τη 3η κατηγορία, σημειώνω ότι το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προϋποθέτει την ύπαρξη νοητικών στοιχείων. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, όπως αξιολογείται πιο πάνω, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το σήμα του ΜΚ1 και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε αυτό. Συνεπώς κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη 3η κατηγορία στην οποία ο κατηγορούμενος απαλλάσεται και αθωώνεται. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο