← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Mohamed Mahmoud Ahmed Ramadan κ.α., Ποινική Υπόθεση αρ. 2765/09, 23/07/2010

Δημοκρατία ν. Mohamed Mahmoud Ahmed Ramadan κ.α., Ποινική Υπόθεση αρ. 2765/09, 23/07/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2010:20 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Δικαστηρίου: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Ποινική Υπόθεση αρ. 2765/09 Δημοκρατία v.

  1. Mohamed Mahmoud Ahmed Ramadan
  2. Κώστα Κοσμά Κούκου
  3. Σάββα Λουκά Σιδερένου
  4. Ali Μossad Ibrahim Ibrahim
  5. Mohamed Hassan Said Saad
  6. Ramadan Abdel Ati Hussein Ali
  7. Ragab Metwalli Khalel Mohamed
  8. Ahmed Farouk Ibrahim Ibrahim Issa
  9. Mariya Petrova Paunova Κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 23/07/2010 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Γιακουμεττή για κ. Ρ. Μαππουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Τρίγκας για κ. Κ. Ευσταθίου Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για την εισαγωγή 930 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατηγορία 5, για κατοχή της εν λόγω ποσότητας, κατηγορία 6, για κατοχή της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατηγορία 7, για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή την εισαγωγή 110.236.2497 γραμμαρίων κάνναβις, κατηγορία 22, για εισαγωγή της ποσότητας αυτής χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατηγορία 23, για κατοχή της εν λόγω ποσότητας, κατηγορία 24 και για κατοχή της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατηγορία
  10. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών, ήτοι για διαφθορά γυναίκας ηλικίας 13-17 ετών, (6 μήνες φυλάκιση), για σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπου (12 μήνες) και για αποζήν από κέρδη πορνείας (12 μήνες). Οι ποινές επιβλήθηκαν στις 30/05/2007 και ο κατηγορούμενος απολύθηκε στις 20/02/
  11. Ο πρώην πρώτος κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί προηγουμένως, μετά από παραδοχή, από το Κακουργιοδικείο, υπό διαφορετική σύνθεση, σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων

(14)ετών για εισαγωγή, κατοχή και άλλα συναφή αδικήματα, ποσότητας κάνναβης, που όπως το έθεσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου υπερβαίνουν τα 200 κιλά. Για άλλους κατηγορούμενους οι κατηγορίες αναστάληκαν. Δεν έχει τεθεί τώρα οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα από την υπεράσπιση του κατηγορούμενου
  1. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή, δια της οποίας ενέπλεξε τους κατηγορούμενους 2 και
  2. Δεν κρίθηκε αξιόπιστος. Το αποτέλεσμα ήταν να αθωωθεί ο κατηγορούμενος 3, εφόσον δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία που να τον εμπλέκει. Ο δε κατηγορούμενος 2 καταδικάστηκε επί άλλης μαρτυρίας και επί στοιχείων από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 που ήταν αδιαμφισβήτητα και ή αποτέλεσαν κοινό τόπο. Τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τη διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων καταγράφονται στην απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 23/06/
  3. Παρατίθενται πολύ περιληπτικά πιο κάτω. Κατόπιν πληροφοριών, σε έρευνα που διενήργησε η αστυνομία στις 25/02/2009, ανευρέθηκε δίπλα από εμπορευματοκιβώτιο σε οικόπεδο στο Κίτι, μέσα σε δύο πλαστικά δοχεία χαλουμιών, ποσότητα 930 γραμμαρίων κάνναβη, που είναι το αντικείμενο των Κατηγοριών 5, 6 και
  4. Με την ανεύρεση των ναρκωτικών συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος, κατ' εκείνη τη στιγμή επέβλεπε τη φόρτωση των σακουλιών με κάρβουνα από το εμπορευματοκιβώτιο σε δύο οχήματά του από αλλοδαπά πρόσωπα, τα οποία επίσης συνελήφθηκαν. Με τη σύλληψή τους, ο κατηγορούμενος 2 ανάφερε στην αστυνομία ότι το εμπορευματοκιβώτιο ανήκε στον πρώην κατηγορούμενο 1, ο οποίος αναζητήθηκε και τελικά συνελήφθηκε. Ακολούθως, η αστυνομία προέβη σε περαιτέρω έρευνες. Μεταξύ άλλων, ερεύνησε τα κτηνοτροφικά υποστατικά του 2ου κατηγορούμενου στη Σωτήρα, όπου βρίσκεται και η κατοικία του, τα οποία ενοικίαζε στον κατηγορούμενο 1, υποτίθεται, απλώς και μόνο για τη φύλαξη καρβούνων. Τα κάρβουνα εισάγονταν από τον πρώην κατηγορούμενο 1, μέσω της εταιρείας του Ramadanco Import - Export Ltd. Αλλά, μαζί με τα σακούλια καρβούνων εισάγονταν και σακούλια με ναρκωτικά. Έτσι, οι έρευνες αποκάλυψαν ότι στα υποστατικά δεν φυλάττονταν μόνο κάρβουνα αλλά και μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών. Ειδικότερα, ναρκωτικά βρέθηκαν σε μια υπόγεια κρύπτη, στη δημιουργία της οποίας συνέβαλε και ο κατηγορούμενος 2 και κάτω από στοίβες καρβούνων σε ένα υπόστεγο των κτηνοτροφικών υποστατικών. Η συνολική ποσότητα των ανευρεθέντων, στα κτηνοτροφικά υποστατικά, ναρκωτικών ανέρχεται στα 110.236.2497 γραμμάρια, αντικείμενο των κατηγοριών 22, 23, 24 και
  5. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής πρόβαλε τα ακόλουθα: (α) Εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, στον περιορισμένο, όπως αναγνώρισε βαθμό που είναι θεμιτό, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, τις οποίες και έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στις 21/03/
  6. Φοίτησε μέχρι την τετάρτη τάξη του Δημοτικού και ακολούθως ασχολήθηκε με χειρονακτικές εργασίες. Τελευταία επαγγέλματά του ήταν η κτηνοτροφία και η συλλογή και πώληση παλιοσιδερικών. Είναι πατέρας πέντε ενήλικων παιδιών, τα τρία από τα οποία απέκτησε από τον πρώτο του γάμο και ακολούθως άλλα δύο από άλλη σχέση καθώς και ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας πέντε ετών, καρπός του υφιστάμενου γάμου του με αλλοδαπή. Στερείται οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας και η μάντρα την οποία διατηρεί βρίσκεται σε κρατική γη, για την οποία καταβάλλει το ποσό των €80-, ενώ δίπλα απ' αυτή βρίσκεται η κατοικία στην οποία διαμένει η σύζυγός του με το ανήλικο παιδί τους. Οι συνέπειες από την επιβολή ποινής, σίγουρα θα έχουν αντανάκλαση στην οικογένειά του και θα πρέπει τούτο να ληφθεί υπόψη, κατέληξε ο κ. Ευσταθίου. (β) Εισηγήθηκε περαιτέρω, ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το μειωμένο νοητικό επίπεδο του κατηγορούμενου, όπως αυτό αναφέρθηκε στην ακροαματική διαδικασία, αλλά και διατυπώνεται στα τεκμήρια 87 και 88 των δύο ειδικών που τον εξέτασαν. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, παρέπεμψε σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1] και στο σύγγραμμα του κ. Πική Sentencing in Cyprus (δεύτερη έκδοση)[2]. (γ) Ο κ. Ευσταθίου υπέδειξε ότι η ποινή των δεκατεσσάρων
(14)χρόνων που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1, αφορούσε ποσότητα συνολικού βάρους πέραν των 200 κιλών, ενώ η ποσότητα που αφορά τον κατηγορούμενο 2, ανέρχεται σε 111 κιλά περίπου. (δ) Εισηγήθηκε ότι υπάρχει και σαφής διαφοροποίηση των ρόλων των κατηγορούμενων 1 και
  1. Ο ρόλος του πρώην κατηγορούμενου 1 ήταν πρωτεύων. Ο ίδιος στη μαρτυρία του χαρακτήρισε τον εαυτό του ως τον ιθύνοντα νου. Ενώ, ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 ήταν δευτερεύοντας. (ε) Ο κ. Ευσταθίου κάλεσε το δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός πως ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε αναξιόπιστος, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδοκιμάζεται η συμπεριφορά του. Εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εκμεταλλευθεί την προοπτική να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας για να επιτύχει επιείκεια και ευνοϊκή μεταχείριση στον τρόπο εκτέλεσης της ποινής και ότι αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει κατά την επιμέτρηση της ποινής, υπό την έννοια τού να μην θυματοποιηθεί ο κατηγορούμενος 2 και να τεθεί ο κατηγορούμενος 1 σε ευνοϊκότερη θέση. (στ) Το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικού διαδικαστικού διαβήματος από την Κατηγορούσα Αρχή, προέβη στη δήμευση του ποσού των €10.
  2. Ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε ότι τούτο αποτελεί στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. (ζ) Ο κ. Ευσταθίου αναγνώρισε βέβαια ότι εν προκειμένω ελλείπει το στοιχείο της παραδοχής. Όμως εισηγήθηκε ότι οι παραπάνω περιστάσεις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη έτσι ώστε η ποινή που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1 να αποτελέσει εν προκειμένω «την οροφή». (η) Σε σχέση με την προηγούμενη καταδίκη, εισηγήθηκε ότι δεν είναι για παρόμοια αδικήματα και οι περιστάσεις δεν είναι τόσο ηχηρές όσο ο νομικός προσδιορισμός των αδικημάτων. Θα πρέπει κατ΄ αρχήν να καταγράψουμε ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρές και οι ποινές που προβλέπονται πολυετείς. Επισημαίνουμε ότι για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, προβλέπεται φυλάκιση διά βίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών από τα δικαστήρια, ώστε να καταστεί σαφές ότι η χώρα δεν μπορεί να είναι εύκολος διαμετακομιστικός τόπος για τη μεταφορά ναρκωτικών. Σήμερα η Κύπρος δεν αποτελεί απλώς διαμετακομιστικό σταθμό. Μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών εισάγονται στην Κύπρο με σκοπό την εγχώρια χρήση. Τα ναρκωτικά αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας[3] και η ανάγκη προστασίας της από τον κίνδυνο αυτό καθιστούν απαραίτητη την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμά τους. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπόψη τη μεγάλη συχνότητα με την οποία διαπράττονται αυτού του είδους τα αδικήματα. Για το θέμα αυτό λαμβάνουμε δικαστική γνώση έχοντας υπόψη το μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσεως, που παρουσιάζονται για εκδίκαση ενώπιόν μας και γενικά ενώπιον των δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από το Εφετείο στην υπόθεση Zewar v. Republic
(1990)2 ΑΑΔ 384: «Το μέγεθος του θανάσιμου κινδύνου που απειλεί την κοινωνία από τη χρήση ναρκωτικών την οποία προάγει η εμπορία τους από πρόσωπα όπως ο κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της κοινωνίας από τον κίνδυνο αυτό, καθιστούν απαραίτητη την επιβολή μακρών ποινών φυλάκισης η διάρκεια των οποίων θα αυξάνεται ανάλογα με την αύξηση του αριθμού των αδικημάτων και της συχνότητας .». Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά είναι επίσης παράγοντες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το δικαστήριο, κατά τον καθορισμό της ποινής[4]. Στην παρούσα υπόθεση, αναμφίβολα, η ποσότητα ήταν τεράστια και μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τα οδυνηρά για την κοινωνία αποτελέσματα, εάν οι κατηγορούμενοι εκπλήρωναν το σκοπό τους και διοχέτευαν στην παράνομη αγορά τέτοια ποσότητα ναρκωτικών. Από την άλλη βέβαια, θα πρέπει να εξετάσουμε τους παράγοντες που τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο ως μετριαστικοί. Σε σχέση με τις οικογενειακές του περιστάσεις, λαμβάνουμε υπόψη ότι η φυλάκισή του θα πλήξει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και την οικογένειά του, αθώα θύματα της δικής του παράνομης δράσης. Όμως, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις, σύμφωνα με τη νομολογία μας, δεν είναι βαρύνουσας σημασίας σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ενόψει των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία ναρκωτικών. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Λουκά Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας[5], όπου αναφέρθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «.Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας.» Από την άλλη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στον καθορισμό της ορθής ποινής και δεν πρέπει να παραβλέπονται[6], χωρίς όμως να εξουδετερώνονται οι ανάγκες που εξυπηρετεί η επιβολή ποινής. Η νοητική κατάσταση ενός κατηγορουμένου, όπως ορθά εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος, συνιστά παράγοντα ο οποίος μπορεί να επενεργήσει υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο βαθμός όμως, της σημασίας που θα δοθεί στον παράγοντα αυτό, διαφέρει, μεταξύ άλλων, και ανάλογα με την προδιάθεση που προκαλεί για τη διάπραξη του αδικήματος. Ενώ οι διαταραχές στη συμπεριφορά και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας είναι παράγοντας που μπορεί να διαδραματίσει ρόλο, δεν μπορεί ο ρόλος αυτός να είναι προδιαγεγραμμένος. Το ζήτημα δεν μπορεί παρά να είναι σε συνάρτηση και να εξετάζεται σε συσχέτιση με τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα. (Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 404). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου 2 δεν ήταν αυτή που προκάλεσε ή δημιούργησε τις συνθήκες για τη διάπραξη των αδικημάτων, ούτε εντοπίζεται συσχετισμός των όσων αναφέρθηκαν στη διαδικασία για τη νοητική του κατάσταση με τη διάπραξη των αδικημάτων. Αντίθετα, η μαρτυρία κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που ταξίδευε στην Αίγυπτο μεταφέροντας χρήματα για την εισαγωγή των ναρκωτικών, ασκούσε εποπτικό ρόλο και έδινε οδηγίες σε σχέση με τη φύλαξή τους. Ο μη συσχετισμός του ψυχικού κόσμου του κατηγορούμενου με τη διάπραξη των αδικημάτων εντοπίστηκε ακριβώς και στην υπόθεση El-Beyrouty (ανωτ. σελ.547), την οποία η υπεράσπιση επικαλέστηκε. Στη δε, υπόθεση Krekou (ανωτ. σελ.292, 293), αναγνωρίστηκε ότι: «. Generally, criminal liability is measured, inter alia, by reference to the accused' s sense of responsibility. There is a direct connection between diminished responsibility and criminal culpability in the process of individualizing sentence so as to fit the person of the accused as well as the offence. But the extent to which sentence may be individualized, varies with the nature of the crime, the purpose of the law in introducing the prohibition and, the need for deterrence ." Τα αδικήματα στην παρούσα υπόθεση, από τη φύση τους, αλλά και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, καθιστούν την περίπτωση ιδιαζόντως σοβαρή σε βαθμό που τα όσα έχουν αναφερθεί σχετικά με την πνευματική κατάσταση του κατηγορούμενου, να μην έχουν καθοριστική σημασία, ιδιαίτερα εφόσον η πνευματική του κατάσταση δεν έχει διασυνδεθεί, ως άνω, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Ο κ. Ευσταθίου με την αναφορά του στην ποινή που επιβλήθηκε στον πρώην κατηγορούμενο 1 έθεσε ζήτημα για συσχετισμό των δύο ποινών με τέτοιο τρόπο ώστε να μην παραβιαστεί η συνταγματική αρχή περί ίσης μεταχείρισης των παραβατών. Η αρχή αυτή δεν έχει ως λόγο την αριθμητική εξίσωση της ποινής που επιβάλλεται. Συναρτάται με την ουσιαστική ομοιογένεια των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου και συνεπώς επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση όλων των ουσιαστικών στοιχείων που τείνουν να προσδιορίσουν την ομοιογένεια (βλ. σχετ. Κωστάκης Ευαγόρου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 593). Διαφορετική μεταχείριση δύο ή περισσοτέρων δραστών, που αντιμετωπίζουν τα ίδια αδικήματα, δικαιολογείται στην περίπτωση που η συμμετοχή τους και ο ρόλος τους στη διάπραξη του αδικήματος ήταν διαφορετικός (βλ. σχετ. Ζαχαρίου και Δημοκρατία
(2002)2 ΑΑΔ 595 και Redjep και Δημοκρατία
(2004)2 ΑΑΔ 217). Δικαιολογείται επίσης εκεί όπου οι προσωπικές τους συνθήκες είναι διαφορετικές ή με αναφορά στο ποινικό τους μητρώο ή τη συμπεριφορά τους, μετά τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. σχετ. Χαρτούμπαλλος και Δημοκρατία
(2002)2 ΑΑΔ 28). Ιδιαίτερη διάσταση αποκτά η ανάγκη διασφάλισης της ίσης μεταχείρισης όταν οι ποινές τύχει να επιβάλλονται από διαφορετικούς δικαστές. Στην υπόθεση Πίτσιλλος v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 346, τα αδικήματα διαπράχθηκαν από τον εφεσείοντα και συνεργάτες του. Ο εφεσείων είχε αρχικά διαφύγει από την Κύπρο. Η υπόθεση προχώρησε μόνο εναντίον των συνεργατών του, στους οποίους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή. Όταν ο εφεσείων επέστρεψε, του επεβλήθη άμεση ποινή φυλάκισης έξι μηνών, από άλλο πλέον δικαστή, ο οποίος διαφοροποίησε τις δύο περιπτώσεις για τους λόγους που φαίνονται στην απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο (απόφαση πλειοψηφίας) εξέφρασε σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ο δικαστής επί του ιδίου θέματος μπορούσε να καταλήξει σε διαφοροποιημένο συμπέρασμα από εκείνο ομοβάθμιου δικαστηρίου. Αυτό όμως δεν αποτέλεσε αντικείμενο επιχειρηματολογίας και η διαφοροποίηση επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία. Τα όσα λέχθηκαν βέβαια στην υπόθεση Πίτσιλλος δεν μπορούν να ερμηνευθούν ότι το δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια να διαφοροποιήσει τις ποινές σε περιπτώσεις που η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται ως εκ της ανομοιογένειας, όπως εξηγείται στη νομολογία που παραθέσαμε. (Διαφορετικός ρόλος στη διάπραξη του αδικήματος, διαφορετικές προσωπικές συνθήκες, ποινικό μητρώο, συμπεριφορά μετά τη διάπραξη του αδικήματος). Έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος των συνενόχων στην τέλεση του εγκλήματος διαβαθμίζεται οπωσδήποτε και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής.[7] Εν προκειμένω, αναγνωρίζουμε ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου 1 ήταν πρωτεύων. Ήταν ο ιθύνων νους στην υπόθεση. Ήταν αυτός που τηλεφωνικά κανόνιζε την αγορά των ναρκωτικών από την Αίγυπτο, τα οποία συσκευάζονταν σε νάιλον σακούλια με διαφορετική ένδειξη και εισάγονταν στην Κύπρο μαζί με κάρβουνα μέσω της εταιρείας του. Από την άλλη όμως, ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 ήταν σημαντικός. Αυτός έπαιρνε λεφτά στην Αίγυπτο για αγορά και εισαγωγή των ναρκωτικών, αυτός μετέφερε τα ναρκωτικά τα οποία κρύβονταν στα δικά του υποστατικά και με τη δική του συνδρομή κατασκευάστηκε η υπόγεια κρύπτη. Η ποσότητα είναι σαφώς περιορισμένη, σε σχέση με την ποσότητα που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος 1. Από την άλλη όμως, δεν παύει να πρόκειται για μια τεράστια ποσότητα. Ως προς την εισήγηση πως δεν θα πρέπει το αποτέλεσμα της ποινικής μεταχείρισης να οδηγεί σε θυματοποίηση του κατηγορούμενου 2, σημειώνουμε τα εξής: Όταν το Κακουργιοδικείο, υπό άλλη σύνθεση, επέβαλλε ποινή στον πρώην κατηγορούμενο 1 έλαβε υπόψη την παραδοχή, τη μεταμέλειά του, τη συνεργασία του με την αστυνομία και την πρόθεσή του να δώσει μαρτυρία. Η ουσιαστική σημασία που έδωσε το Κακουργιοδικείο στους παράγοντες αυτούς είναι φανερή. Το γεγονός ότι μετά το Κακουργιοδικείο, υπό άλλη σύνθεση, δεν έκρινε τη μαρτυρία του αξιόπιστη δεν επηρεάζει τα δεδομένα επί των οποίων το Κακουργιοδικείο είχε τότε επιβάλει ποινή. Η επιμέτρηση της ποινής για τον παρόντα κατηγορούμενο δεν θέτει θέμα θυματοποίησής του. Η διαφορά, εν προκειμένω, που είναι θεμιτό, ως άνω, να ληφθεί υπόψη, παραμένει ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή, ενώ ο κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία. Η μη παραδοχή βέβαια του κατηγορούμενου 2, δεν είναι επιβαρυντικός παράγοντας. Δεν έχει αυτή την έννοια η αναφορά μας. Είναι η παραδοχή του κατηγορούμενου 1 που αποτέλεσε μετριαστικό παράγοντα. Δεν αντανακλάται, ως εκ τούτου, αρνητικά για συγκατηγορούμενό του που επιλέγει, ως είναι δικαίωμά του, να προβεί σε μη παραδοχή. Η διαφοροποίηση περιορίζεται στην έκπτωση που θα μπορούσε να είχε ο κατηγορούμενος 2 εάν προέβαινε σε παραδοχή. Η παραδοχή ανταμείβεται επειδή αναγνωρίζεται ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας από τη μια και από την άλλη, επειδή είναι ορθό και προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης να ενθαρρύνεται ο αδικοπραγήσας να παραδέχεται, κάτι που έχει ως συνέπεια το να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος του Δικαστηρίου (Χαρτούμπαλλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28). Σημειώνουμε τέλος, ότι δεν έγινε εισήγηση σ΄ αυτά τα πλαίσια σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των δύο κατηγορουμένων. Η προηγούμενη καταδίκη, πράγματι, όπως εισηγήθηκε ο κ. Ευσταθίου δεν είναι όμοια με την παρούσα. Όμως, δεν παύει να υποδηλώνει ότι ο κατηγορούμενος σε σύντομο χρόνο μετά που καταδικάστηκε για σοβαρά, ούτως ή άλλως, αδικήματα συνέχισε να περιφρονεί το νόμο και μάλιστα προχώρησε στη διάπραξη πολύ σοβαρών εγκλημάτων. Περιπλέον, σημειώνουμε ως προς τούτο ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Από την άλλη, θα πρέπει στην όλη εξισορρόπηση να λάβουμε υπόψη και το γεγονός της δήμευσης που διατάχθηκε σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  1. Εν τέλει, η επιβολή ποινής θα πρέπει να γίνει μέσα από εξισορρόπηση όλων των πιο πάνω παραγόντων και αφού ληφθεί υπόψη, ως βάση, υπό την έννοια που έχουμε εξηγήσει ανωτέρω, η ποινή που έχει επιβληθεί στον πρώην κατηγορούμενο
  2. Παρά τις διαφορές που έχουν υποδειχθεί και τις οποίες έχουμε σημειώσει και ειδικότερα τη διαφορά στην ποσότητα και το ρόλο, λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες παρατηρήσεις μας τόσο για το ζήτημα της ποσότητας όσο και για το ζήτημα του ρόλου, αλλά λαμβάνοντας υπόψη και τη σημασία που είναι φανερό ότι το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην παραδοχή του κατηγορούμενου 1, κρίνουμε ότι τελικά τα πράγματα εξισορροπούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να δικαιολογείται, αλλά και να επιβάλλεται ίση μεταχείριση. Ως εκ των άνω, θα επιβάλουμε τις ίδιες ποινές που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1, στις αντίστοιχες κατηγορίες με τις εξής διευκρινίσεις. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες 6, 22 και 24, στον πρώην κατηγορούμενο 1 δεν είχε επιβληθεί ποινή με το σκεπτικό ότι καλύπτονταν από άλλες κατηγορίες. Εν προκειμένω όμως, επειδή η ποινή επιβάλλεται μετά από ακρόαση, θεωρούμε σκόπιμο να επιβάλουμε ποινή και στις κατηγορίες 6, 22 και 24 για το ενδεχόμενο ανατροπής κατ΄ έφεση της καταδίκης στις κατηγορίες 7, 23 και
  3. Εξ αυτού, δεν προκαλείται πραγματική διαφορά, εφόσον θα δώσουμε οδηγίες οι ποινές να συντρέχουν. Ως εκ των άνω, επιβάλλουμε ποινές ως ακολούθως: Στην πέμπτη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 5 ετών Στην έκτη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 3 ετών Στην έβδομη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 5 ετών Στην εικοστή δεύτερη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 5 ετών Στην εικοστή τρίτη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 14 ετών Στην εικοστή τέταρτη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 10 ετών Στην εικοστή πέμπτη κατηγορία επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 14 ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στο χρόνο κράτησης να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του κατηγορούμενου
  4. Τα τεκμήρια κατάσχονται και δίδονται οδηγίες όπως αυτά, τηρουμένης τυχόν εφέσεως, καταστραφούν Τυχόν έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ......... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. [1] El Beyrouty v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 543, Krekou v. Republic
(1983)2 CLR 289 [2] Σελίδες 66, 67,68 και 268 [3] Σύμκαση v. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ σελ. 27 - 28 [4] Γενικός Εισαγγελέας v. Σάκκος
(2005)2 ΑΑΔ 377 [5]
(1999)2 ΑΑΔ 577 [6] Παναγιώτου v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 15.7.2008, Ποινική Έφεση Αρ. 29/07. [7] Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 356 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.