Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος ν. Χαρίκλειας Χαριλάου, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 7918/10, 27 Αυγούστου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2010:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 7918/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακος Κατηγορούσα Αρχή ν. Χαρίκλειας Χαριλάου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 27 Αυγούστου 2010 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: Ουδείς Κατηγορούμενη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη κατηγορείται για παράλειψη του καθήκοντος για ασφαλή φύλαξη μηχανοκίνητου οχήματος σύμφωνα με το άρθρο 14Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80
(1)/2000 (1η κατηγορία) και της παράλειψης παροχής πληροφορίας σχετικά με τη ταυτότητα του οδηγού ή άλλου προσώπου που χρησιμοποίησε το όχημα ενώ της ζητήθηκε από αστυνομικό σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(α)
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων κατηγορείται ότι στις 18.8.09 και ενώ είχε την ευθύνη του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KRF 754 δεν έλαβε τα απαραίτητα εύλογα μέτρα ώστε να μην χρησιμοποιηθεί από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και ενώ ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του εν λόγω αυτοκινήτου παρέλειψε να δώσει σε Αστυνομικό οποιανδήποτε πληροφορία που αφορούσε τη ταυτότητα του οδηγού που χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο της στις 18.8.
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας τον Σπύρο Νικόλα (ΜΚ1), τον Αστ. 3433 Μ. Σπέτσιο (ΜΚ2), τη Γ/Αστ. 1997 Α. Φιλίππου (ΜΚ3) και τη Φλωρεντία Κωνσταντίνου (ΜΚ4). Μετά δε τη κλήση της κατηγορουμένης σε απολογία κατέθεσε η ίδια χωρίς να προσκομίσει περαιτέρω οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία. Ο ΜΚ1, του οποίου θα πρέπει να λεχθεί, η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε και ο μάρτυρας καθόλου δεν αντεξετάσθηκε από την κατηγορούμενη, κατέθεσε και υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είδε ένα νεαρό άτομο να βγαίνει από το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης, αφού προηγουμένως αυτό είχε συγκρουστεί με άλλο όχημα, και στη συνέχεια να μπαίνει βιαστικά σε δεύτερο αυτοκίνητο το οποίο έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ΜΚ2 κατέθεσε και υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 2) σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι εξέτασε τη σκηνή του δυστυχήματος που προκλήθηκε στη Λεωφ. Μενεού μεταξύ του οχήματος της κατηγορουμένης και του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗYY 557 το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στη νησίδα στάθμευσης λεωφορείων στην πιο πάνω οδό. Την ίδια μέρα η κατηγορούμενη, που δεν βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος, κλήθηκε και παρουσιάστηκε στον αστυνομικό σταθμό μαζί με το δεκαεπτάχρονο γιο της για τον οποίο ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είναι ο νεαρός που είδε να βγαίνει από το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης και να τρέπεται σε φυγή μετά το δυστύχημα. Σύμφωνα με το ΜΚ2, η κατηγορουμένη ισχυριζόμενη ότι δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου της, έδωσε πληροφορίες που δεν ευσταθούσαν. Στη συνέχεια όμως, σε δεύτερη γραπτή κατάθεση που έδωσε για την υπόθεση, ισχυρίσθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε η ίδια το αυτοκίνητο. Η κατηγορούμενη κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσής του ΜΚ2, δήλωσε ως παραδεκτό γεγονός ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος υπ΄ αρ. εγγραφής ΚRF754 και είχε την ευθύνη αυτού κατά τον επίδικο χρόνο. Στο στάδιο της αντεξέτασης, σε σχετική υποβολή της κατηγορούμενης, ότι η αστυνομία της υπέδειξε να ισχυρισθεί ότι οδηγούσε η ίδια το αυτοκίνητο κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει επειδή οι καταθέσεις δεν λήφθηκαν από τον ίδιο αλλά από άλλους συναδέλφους του. Σε άλλες σχετικές ερωτήσεις και υποβολές εκ μέρους της κατηγορούμενης, ο μάρτυρας απάντησε ότι όταν μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος διαπίστωσε ότι υπήρχε κλειδί στη θέση εκκίνησης του αυτοκινήτου. Eνώ δε η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι είχε μόνο ένα κλειδί του οχήματος στο σπίτι της από περαιτέρω εξετάσεις διαφάνηκε ότι για το εν λόγω αυτοκίνητο υπήρχαν δύο κλειδιά. Στη σημείο αυτό, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι υπάρχουν δύο κλειδιά, ισχυριζόμενη πως το ένα από τα δύο το μεταφέρει μαζί του στην Αγγλία ο σύζυγος της, ο οποίος όμως, τη τελευταία φορά το ξέχασε μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του τεκμήριο 3 όπου αναφέρει ότι στις 18.8.09 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη κατηγορουμένη κατά την οποία μεταξύ άλλων του ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος οδηγούσε το αυτοκίνητο της κατά την ώρα του δυστυχήματος. Στις 20.8.09, έλαβε νέα ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι αυτή οδηγούσε το όχημα της την ώρα του δυστυχήματος, ισχυρισμός όμως ο οποίος αντικρούεται από τη μαρτυρία του ΜΚ
- Την 1.9.09 κατηγόρησε γραπτώς τη κατηγορούμενη. Κατάθεσε τις δύο ανακριτικές καταθέσεις της κατηγορουμένης ως τεκμήρια 4 και 5 και την γραπτή κατηγορία ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση αρνήθηκε σχετική υποβολή της κατηγορουμένης ότι κάποιος λοχίας της αστυνομίας της είπε να αλλάξει την αρχική κατάθεση της και να ισχυρισθεί ότι οδηγούσε η ίδια για να κλείσει η υπόθεση. Η ΜΚ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της (τεκμήριο 7) και στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΥΥ 557 με το οποίο ενεπλάκη στο αναφερόμενο δυστύχημα το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης. Η κατηγορουμένη κατά την ένορκη κατάθεση της αναφέρθηκε στα γεγονότα ισχυριζόμενη πως δεν οδηγούσε η ίδια το αυτοκίνητο κατά την ώρα του δυστυχήματος και δεν γνωρίζει ποιος το οδήγησε. Εξήγησε πως ο λόγος που έδωσε τη δεύτερη κατάθεση ήταν μετά από σχετική παρότρυνση της αστυνομίας, ούτως ώστε να καλυφθούν από την ασφάλεια της οι ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο της ΜΚ
- Όταν όμως ανέφερε στην ασφαλιστική εταιρεία τα πραγματικά γεγονότα, οι τελευταίοι αρνήθηκαν να καλύψουν οποιαδήποτε ζημιά και γι΄ αυτό η κατηγορουμένη πρότεινε στη ΜΚ4 να της καλύψει η ίδια τις ζημιές. Κατά την αντεξέταση, η κατηγορουμένη επανέλαβε τη θέση της αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τη δεύτερη κατάθεση, επιμένοντας ότι, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος οδήγησε το αυτοκίνητο της κατά τον επίδικο χρόνο. Τέλος, σε σχετική ερώτηση, απάντησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο το αυτοκίνητο της ήταν σταθμευμένο έξω από το σπίτι της και ότι είχε αφήσει τα παράθυρα λίγο ανοικτά. Οι μάρτυρες κατηγορίας 1 και 4 κατέθεσαν με σταθερό και πειστικό τρόπο τα όσα γνώριζαν για τα γεγονότα της υπόθεσης, γι' αυτό και η μαρτυρία τους γίνεται πλήρως αποδεκτή. Επίσης και οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κατέθεσαν με σταθερό και πειστικό τρόπο, τα όσα προέκυψαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, γι' αυτό και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή πλην του σημείου όπου ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ήτο εμφανές πως η κατηγορουμένη γνώριζε ποιος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου της. Τούτο διότι ο ΜΚ2 δεν παρέθεσε οποιαδήποτε στοιχεία που να στηρίζουν τη θέση του αυτή αλλά απλά κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό όπως ισχυρίσθηκε από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη προέβαλε διαφορετικούς ισχυρισμούς με τις δύο εντελώς διαφορετικές καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία. Η κατηγορουμένη επίσης μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Κατέθεσε με πειστικό τρόπο και ειλικρίνεια χωρίς να κλονισθεί η αξιοπιστία της κατά την αντεξέταση και χωρίς να διακρίνω σε οποιαδήποτε στιγμή προσπάθεια της να αλλοιώσει τα γεγονότα σε βάρος της αλήθειας. Αντίθετα υπήρξε ειλικρινής λέγοντας ότι ο σύζυγος της φεύγοντας για την Αγγλία ξέχασε το κλειδί του μέσα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και ότι η ίδια κατά την επίδικη μέρα, είχε αφήσει τα παράθυρα του αυτοκινήτου ανοικτά. Επίσης η κατηγορουμένη ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εξακριβώσει ποιος οδήγησε το αυτοκίνητο της και ότι ο γιος της κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν εκτός Λάρνακας σε εκδρομή με φιλικά πρόσωπα. Σε σχέση με τις δύο διαφορετικές καταθέσεις της κατηγορουμένης (τεκμήρια 4 και 5) σημειώνω ότι στη πρώτη αναφέρει τα γεγονότα όπως ανέφερε αυτά και στην ενώπιον του δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της και σύμφωνα με τα οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιος οδήγησε το αυτοκίνητό της. Αναφορικά με τη δεύτερη γραπτή κατάθεσή της στην οποία αναφέρει ότι οδηγός ήταν η ίδια αποδέχομαι την γνησιότητα της εκδοχής της για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε τη κατάθεση αυτή ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν η ίδια που οδηγούσε το αυτοκίνητο. Το ότι η κατηγορουμένη δεν ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου κατά τον επίδικο χρόνο προκύπτει άλλωστε και από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα. Το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΚRF 754, ιδιοκτησία της κατηγορουμένης στις 18.8.09 και ενώ αυτό βρισκόταν υπό τον έλεγχο της αφέθηκε σταθμευμένο έξω από το σπίτι της με ένα από τα κλειδιά να βρίσκεται εντός αυτού και με τα παράθυρα λίγο ανοικτά. Περί η ώρα 19:00 της ίδιας ημερομηνίας το αυτοκίνητο οδηγήθηκε από άγνωστο πρόσωπο και ενεπλάκη σε δυστύχημα με το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗYY 557στη Λεωφόρο Μενεού στο Κίτι της Λάρνακας. Η πρώτη κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 14 Α εδάφιο
(1)του περί Μηχανοκινήτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε και έχει ως εξής: «Ο ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή χρησιμοποίησης του οχήματος του από οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για τα οποία η κατηγορουμένη κατηγορείται και τα οποία οφείλει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει είναι: (α) η ιδιοκτησία του μηχανοκίνητου οχήματος (β) η χρησιμοποίηση από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, Σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου ιδιοκτήτης όπως δίδεται στο άρθρο 2 του Ν. 86/72 αλλά και όπως ο όρος ερμηνεύεται στο άρθρο 14(α)
(4), σημαίνει το πρόσωπο στο όνομα του οποίου είναι εγγεγραμμένο κάποιο μηχανοκίνητο όχημα αλλά και οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει στη κατοχή του και υπό τον έλεγχο του κάποιο μηχανοκίνητο όχημα. Μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο σημαίνει σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται από το άρθρο 14Α
(4), κάθε πρόσωπο το οποίο δεν έχει ή δεν δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκινήτου οχήματος, σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου. Σύμφωνα με το άρθρο 14Α
(3)σε ποινική δίωξη ιδιοκτήτη οχήματος για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), η απόδειξη από την Κατηγορούσα Αρχή της χρησιμοποίησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ενοχής του ιδιοκτήτη αυτού, εκτός αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα για αποτροπή τέτοιας μη εξουσιοδοτημένης χρησιμοποίησης. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία κρίνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει ότι η κατηγορουμένη ήταν η ιδιοκτήτρια και το πρόσωπο το οποίο στις 18.9.09 είχε στην κατοχή και υπό τον έλεγχο της το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KRF 754 και συνεπώς «ιδιοκτήτης» όπως ο όρος καθορίζεται στο νόμο. Πέτυχε επίσης να αποδείξει ότι το αυτοκίνητο αυτό χρησιμοποιήθηκε την ίδια ημερομηνία από τρίτο πρόσωπο. Εκείνο που θα πρέπει τώρα να εξεταστεί είναι κατά πόσον το πρόσωπο το οποίο οδήγησε το αυτοκίνητο ήταν ή όχι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, σύμφωνα με τον όρο όπως αυτός προσδιορίζεται στο νόμο. Είναι προφανές ότι καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί και η οποία να καταδεικνύει ποιο ήταν το πρόσωπο που οδήγησε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης και συνεπώς κατά πόσο το πρόσωπο αυτό είχε ή όχι κατά το χρόνο που αφορά η κατηγορία άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος που οδήγησε, ούτε αν καλυπτόταν ή όχι από πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου. Στην υπόθεση Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 στις σελ. 365, 366 όπως έχει λεχθεί «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ, 18). Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία έχει πράγματι αποδειχθεί ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο οδήγησε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KRF 754, χωρίς τη συγκατάθεση της κατηγορουμένης η οποία όπως επίσης προέκυψε από την μαρτυρία, παρέλειψε να λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος. Όμως αυτό που απαιτείται από το Νόμο δεν είναι απλώς η απόδειξη του γεγονότος αυτού αλλά η χρησιμοποίηση του οχήματος από πρόσωπο το οποίο δεν κατέχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκινήτου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε το αδίκημα ή από άτομο που δεν καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης. Αυτό που Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει είναι ότι το πρόσωπο που οδήγησε το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης στις 18.8.09, ήταν άτομο το οποίο δεν είχε ή δεν εδικαιούτο να έχει τη συγκεκριμένη ημερομηνία, άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκινήτου οχήματος το οποίο οδήγησε ή ότι ήταν άτομο το οποίο δεν καλυπτόταν από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου. Δεδομένων των πιο πάνω η 1η κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη και η κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται σε αυτή. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία αυτή βασίζεται στο άρθρο 21
(1)(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ν. 86/72και έχει ως εξής: 21.-1(α) «ο ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος οφείλει να παράσχη πάσαν πληροφορίαν, ην ήθελεν επί τούτω ζητήσει αστυνομικός, καθ' όσον αφορά εις την ταυτότητα του οδηγού και παντός προσώπου χρησιμοποιούντος το όχημα, εάν δε παραλείψη να πράξη ούτω, λογίζεται ένοχος αδικήματος, εκτός εάν αποδείξη επί Δικαστηρίω ότι δεν εγνώριζεν ουδέ ηδύνατο, καταβάλλων εύλογον προς τούτο επιμέλειαν, να διακριβώση την ταυτότητα του προσώπου, όπερ ωδήγει ή εχρησιμοποίει το μηχανοκίνητον όχημα». Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας η κατηγορουμένη παρά το γεγονός ότι δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα ώστε το αυτοκίνητό της να μην χρησιμοποιηθεί χωρίς την συγκατάθεσή της, προκύπτει ότι αυτή δεν γνώριζε ούτε και μπορούσε καταβάλλοντας την εύλογη επιμέλεια να διακριβώσει την ταυτότητα του προσώπου που χρησιμοποίησε το αυτοκίνητό της. Η αξιοπιστία της κατηγορούμενης ούτε και στο σημείο αυτό της μαρτυρίας της, κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση, αλλά αντίθετα, παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η κατηγορούμενη υπήρξε θορυβώδης, με τρόπο που δυσκόλεψε την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας εν τούτοις έπεισε το Δικαστήριο ότι είπε την αλήθεια. Συνακόλουθα των πιο πάνω η κατηγορουμένη αθωώνεται και στη δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο